Εξέγερση του Βανάτου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εξέγερση του Βανάτου
Banatski ustanak.png
Χάρτης της εξέγερσης
Χρονολογία Mαρτίου — 10 Ioυλίου 1594
Τόπος Βιλαέτι της Τεμεσβάρ, Οθωμανική Αυτοκρατορία (σημερινό Βανάτο, Σερβία και Ρουμανία)
Έκβαση Oθωμανική νίκη
Αντιμαχόμενοι
Σέρβοι εξεγερθέντες
Aυστριακή βοήθεια
Ηγετικά πρόσωπα
Θεόδωρος του Βρσατς
Σάβα Τεμίσβαρατς
Βέλια Μίρονιτς
Τζόρτζε Ρατς
Σπαχής Βούκαντιν 
Κοτσά Σινάν Πασάς
Μουσταφά Πασάς
Aλί Τσαβούς
Δυνάμεις
5.000
20–30.000
Απώλειες
1.000+

Η Εξέγερση του Βανάτου (σερβικά: Банатски устанак) ήταν μια εξέγερση που διοργάνωσαν και καθοδήγησαν ο Σέρβος Ορθόδοξος επίσκοπος Θεόδωρος του Βρσατς και ο Σάβα Τεμίσβαρατς εναντίον των Οθωμανών στο Βιλαέτι της Τεμεσβάρ. Ηταν μία από τις τρεις μεγαλύτερες εξεγέρσεις κατά των Οθωμανών στην ιστορία της Σερβίας πριν από την Πρώτη Σερβική εξέγερση, με κέντρο το Βρσατς. Η εξέγερση ξέσπασε το 1594, στο αρχικό στάδιο του Πολυετούς Αυστροτουρκικού Πολέμου (1593-1606), και έγινε από ντόπιους Σέρβους, περίπου 5.000, που κατάφεραν να καταλάβουν γρήγορα αρκετές πόλεις της περιοχής πριν συντριβούν από τον Οθωμανικό στρατό. Σε αντίποινα οι Οθωμανοί έκαψαν τα λείψανα του Αγίου Σάββα. Αν και βραχύβια ενέπνευσε τις μελλοντικές εξεγέρσεις.

Οθωμανική κρίση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλεία του Σουλεϊμάν Α΄ έχει χαρακτηριστεί ως η λαμπρότερη περίοδος της Οθωμανικής ιστορίας. Στο τέλος της βασιλείας του, ωστόσο, οι συνεχείς πόλεμοι είχαν επιπτώσεις, καταστρέφοντας την οικονομία. Η κακή οικονομική πολιτική που ακολούθησε συγκλόνισε την οικονομία και με αυτή, τα θεμέλια της οθωμανικής κοινωνίας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι γρήγορα φτωχοποιήθηκαν, η πληρωμή τους γινόταν σε άσπρα χωρίς αξία και η διαφθορά και οι δωροδοκίες είχαν γενικευθεί. Ανταρσίες έπλητταν παντού την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μια εξέγερση των στρατευμάτων της πρωτεύουσας τον Ιανουάριο του 1593 ανάγκασε την κυβέρνηση να αναζητήσει ένα νέο κατακτητικό πόλεμο για να βγει από την κρίση. Ο πληθυσμός (ραγιάδες) στο Σαντζάκι] του Τσάναντ (στο σημερινό σημείο συμβολής Σερβίας-Ουγγαρίας-Ρουμανίας) υπέφερε την περίοδο αυτή, από τη δεκαετία του 1560. Οι φτωχοποιημένοι σπαχήδες ανάγκαζαν τους αγρότες να δουλεύουν υπερβολικά και τους επέβαλαν δικούς τους φόρους, παρά το νόμο. Οι φοροεισπράκτορες επίσης, καταχρώμενοι της θέσης τους, εισέπρατταν υψηλότερους φόρους. Οι μπέηδες και οι βοεβόδες (Χριστιανοί άρχοντες) χρησιμοποιούσαν τα σπίτια, τα εργαλεία και τα ζώα του πληθυσμού και έτρωγαν δωρεάν, κάτι που τελικά απαγορεύθηκε με κυβερνητική διαταγή. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η μαζική μετανάστευση του πληθυσμού στην Τρανσυλβανία το 1583. Οι ιστορικές πηγές εμφανίζουν επιδείνωση της κατάστασης του πληθυσμού και επιδείνωση της οικονομίας (πληθωρισμός). Από τις οθωμανικές πηγές θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι κύριοι υποκινητές και ηγέτες της εξέγερσης κάποτε ανήκαν στα χριστιανικά στρώματα του Οθωμανικού στρατού. Μετά την οθωμανική κατάκτηση της Γκιούλα (Ουγγαρία) το 1566 αυτά άρχισαν να χάνουν τα προνόμια τους και έγιναν μέρος της κατώτερης τάξης (ραγιάδες). Ενα τμήμα τους μετακόμισε στην Τρανσυλβανία και στα μεθοριακά τμήματα της αυτοκρατορίας, ένα άλλο παρέμεινε, ενώ μεγάλος αριθμός τους προσχώρησε σε ομάδες χαϊντούκων (ανταρτών).

Η ήττα των Οθωμανών στη Μάχη του Σίσακ (22 Ιουνίου 1593) και η αβέβαιη έκβαση των εχθροπραξιών στην Άνω Ουγγαρία στην αρχή του Πολυετούς Αυστροτουρκικού Πολέμου (1593-1606) αφύπνισαν εσωτερικά προβλήματα και έθεσαν σε κίνδυνο την Οθωμανική κυριαρχία στις υποτελείς ηγεμονίες Τρανσυλβανίας, Βλαχίας και Μολδαβίας, ενώ επίσης δημιούργησετις συνθήκες για τη σερβική εξέγερση στο Βανάτο το 1594.

Τα πριν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρότερες ομάδες Οθωμανών Χριστιανών αρματολών και ορισμένων σπαχήδων λιποτάκτησαν όταν Χριστιανικός στρατός κατέλαβε το Φίλεκ και το Νόγκραντ (σημερινά σύνορα Ουγγαρίας-Σλοβακίας) το χειμώνα 1593-94. Συγκεντρώθηκαν στα σύνορα προς την Τρανσυλβανία (που την κυβερνούσε ο υποτελής στους Οθωμανούς Σιγισμόνδος Μπάτορι), όπου υπήρχαν πολυάριθμες ομάδες χαϊντούκων πριν από τον πόλεμο και έλαβαν βοήθεια από το Τζόρτσζε Πάλοτιτς, το Μπαν του Λούγκος και το Φέρεντς Γκέστι, ένα από τους βασικούς διοικητές της Τρανσυλβανίας. Στην αρχή η ομάδα τους έκανε επιδρομές σε εμπορικά καραβάνια, μέχρι που το πλήθος τους αυξήθηκε και άρχισαν να επιτίθενται σε μεμονωμένους πύργους. Οι ραγιάδες τους προσέγγιζαν μόνο όταν έφταναν στις περιοχές τους, ενώ σε πολλά μέρη αναγκάστηκαν να προσχωρήσουν καθώς οι αντάρτες απειλούσαν να πάρουν τις περιουσίες τους, ακόμη και να τους σκοτώσουν (που αντίκειται στα στερεότυπα του λαϊκού χαρακτήρα της εξέγερσης).

Το Μάρτιο μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τον Πέταρ Μάιζος κατέκαψε το Βρσατς και λήστεψε τον πληθυσμό των γειτονικών χωριών και στη συνέχεια υποχώρησε στην Τρανσυλβανία. Στα τέλη Μαρτίου οι αντάρτες επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τη Μπόκσα και τη Μάργκινσα (σημερινά σύνορα Σερβίας-Ρουμανίας). Την περίοδο αυτή φαίνεται ότι οι επιδρομές των ληστών μετατράπηκαν σε εξέγερση. Οι στόχοι της εξέγερσης εκφράστηκαν από τον Ορθόδοξο κλήρο, με επικεφαλής τον επίσκοπο του Βρσατς Θεόδωρο.

Εξέγερση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εξεγερθέντες ζητούν βοήθεια από τον Πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας Σιγισμόνδο Μπάτορι.
Φρούριο του Βρσατς.

Μετά τις επιχειρήσεις στην περιοχή του Βρσατς, μια μεγάλη Οθωμανική νηοπομπή πλοίων με πολεμικό υλικό δέχτηκε επίθεση από τη νότια πλευρά του Δούναβη, πιθανότατα από τους χαϊντούκους της Συρμίας. Τον Απρίλιο και το Μάιο οι επαναστάτες κατέστρεψαν σημαντικά οθωμανικά οχυρά στη βόρεια όχθη του Δούναβη, στη νότια περιοχή του Βανάτου και ο Β. Κρέστιτς (γ. 1932, Σέρβος ιστορικός και ακαδημαϊκός) σημειώνει ότι αυτές οι συγκρούσεις ήταν ίσως οι μεγαλύτερες επιτυχίες των επαναστατών. Σύμφωνα με τον Οθωμανό χρονικογράφο Μουσταφά το Θεσσαλονικέα (θ. 1600) η εξέγερση ξεκίνησε στη Μόνταβα (σύνορα Ρουμανίας-Σερβίας), υπό την ηγεσία ενός ανώνυμου Χριστιανού (που αναφέρεται ως Σέρβος "σπαχής Βουύκαντιν"), κάτοχο ζιαμετίου, που είχε υψηλή θέση στην τάξη των σπαχήδων. Αφού έχασε τη θέση του και τα κτήματά του, πήγε στο Σιγισμόνδο Μπάτορι, από όπου γρήγορα επέστρεψε με αρκετούς αξιωματικούς που θα βοηθούσαν στην ενίσχυση της εξέγερσης και τη στρατιωτική οργάνωση. Στα μέσα Μαΐου ο επίσκοπος Θεόδωρος ηγήθηκε μιας αποστολής, που ζήτησε βοήθεια από το Σιγισμόνδο Μπάτορι και σε αντάλλαγμα του πρόσφερε την εξουσία στο θρόνο της Σερβίας, ωστόσο ο Μπάτορι επέμεινε στην υποταγή στον Οθωμανό σουλτάνο και δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα αιτήματά του. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία των εξεγερμένων ήταν η επίθεση στη Μόνταβα στο Δούναβη, όπου σκότωσαν τους Οθωμανούς και πυρπόλησαν το φρούριο της πόλης. Στη συνέχεια νίκησαν τις Οθωμανικές φρουρές της αποβάθρας του Χράμ και του ξύλινου φρουρίου (παλάνκα) του Πάντσεβο. Η Οθωμανική κυβέρνηση έστειλε στρατό 1.000 ανδρών, ιππικού και πεζικού, όταν τα νέα σχετικά με τις επιθέσεις έφτασαν στο Βελιγράδι και στο Σμεντέρεβο. Στη μάχη που ακολούθησε κοντά στο Πάντσεβο στις 26 Μαΐου 1594 ο ηγέτης των ανταρτών Βουύκαντιν και 1.000 άνδρες σκοτώθηκαν, μια παλιά σερβική πηγή αναφέρει ότι «Σέρβοι και Τούρκοι πολέμησαν ... πολλοί Σέρβοι έπεσαν».

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Οθωμανικών στρατευμάτων, τα υπολείμματα των ηττημένων ανταρτών και αντάρτικες ομάδες, που προηγουμένως είχαν ερημώσει το Οχάτ, επιτέθηκαν στο Μπέτσκερεκ (Ζρένιανιν), την πλούσια πόλη που είχε χτίσει ο Μεγάλος Βεζίρης Σοκολού Μεχμέτ Πασάς (1506-1579) ως βακούφι του. Δυτική πηγή υποστηρίζει ότι οι αντάρτες είχαν πριν από το Οχάτ καταλάβει το Ινέου και το Βιλάγκοσβαρ (Ρουμανία). Στο Ζρένιανιν οι αντάρτες είχαν την υποστήριξη του τοπικού πληθυσμού, καταβάλλοντας γρήγορη την αντίσταση των Οθωμανών. Οι επαναστάτες επεδίωκαν να φύγουν μόλις συγκέντρωσαν τα λάφυρα, ωστόσο οι ντόπιοι αντιτάχθηκαν καθώς φοβόντουσαν τα αντίποινα των Οθωμανών. Ο Β. Κρέστιτς σημειώνει ότι οι Οθωμανοί πίστευαν ότι η εξέγερση θα ήταν εύκολο να κατασταλεί, διορίζοντας έναν κατώτερο αξιωματούχο, τον εμίν-ι-νουζούλ (προμηθευτή σιτηρών) Αλί Τσαβούς, που μέχρι τότε ήταν φοροεισπράκτορας έκτακτων πολεμικών φόρων, ως διοικητής ενός αποσπάσματος από το Σαντζάκι του Σμεντέρεβο. Το Οθωμανικό απόσπασμα εξοντώθηκε κοντά στο Ζρένιανιν και ο Αλί Τσαβούς αποπέμφθηκε όταν επέστρεψε στο Βελιγράδι. Οι αντάρτες λεηλάτησαν το Τίτελ (στη σημερινή Βοϊβοντίνα) και πολλά χωριά κατοικούμενα από Μουσουλμάνους γύρω από αυτό, δολοφονώντας πολλούς από αυτούς και φυλακίζοντας πολλούς άλλους σε μια εκκλησία, αναγκάζοντάς τους να γίνουν Χριστιανοί, σύμφωνα με το Μουσταφά το Θεσσαλονικέα. Ο Μουσουλμανικός πληθυσμός των γειτονικών περιοχών που δεν είχε συλληφθεί στην εξέγερση κατέφυγε σε οχυρωμένες πόλεις. Αποκομμένοι στα νότια και τα ανατολικά, οι λίγοι Μουσουλμάνοι της περιοχής Kάνιζα (σύνορα Σερβίας-Ουγγαρίας) πήγαν πιθανότατα στο Τσάναντ και στο Σέγκεντ.

Προβλέποντας Οθωμανική επίθεση, οι αντάρτες ζήτησαν βοήθεια από την Τρανσυλβανία και τους Αυστριακούς. Τα αιτήματα των ανταρτών απεστάλησαν από του Βρσατς και το Ζρένιανιν, γεγονός που δείχνει ότι υπήρχαν δύο ανεξάρτητα κέντρα τους. Στις αρχές Ιουνίου ο Μπάτορι συγκάλεσε στο Γκιουλαφέχερβαρ συνέλευση των προυχόντων του σχετικά με το αν θα υποστήριζαν τους Σέρβους αντάρτες. Στις 11 Ιουνίου η απόφαση ήταν να μην παραβιάσουν την υποταγή τους στους Οθωμανούς. Ωστόσο η ανάμειξη της Τρανσυλβανίας δεν σταμάτησε. Ο Τζόρτζε Πάλοτιτς έκλεψε όπλα που τα έστειλε στους αντάρτες και τους ενθάρρυνε να συνεχίσουν να πολεμούν. Υποσχέθηκε στη συνέχεια ότι ο Μπάτορι θα τους έβλεπε σύντομα. Στις 13 Ιουνίου από το Βρσατς ο επίσκοπος Θεόδωρος, ο Σάβα Τεμίσβαρατς και ο Βέλια Μίρινιτς υποσχέθηκαν, στο όνομα όλων των σπαχήδων τους, των κνιεζ (προυχόντων) και "όλων των Σέρβων", να υπηρετήσουν πιστά τον Τρανσυλβανό ηγεμόνα, σε μια επιστολή προς το Μόζες Σέκελι, διοικητή των συνόρων την εποχή εκείνη. Εν τω μεταξύ η ομάδα του Ζρένιανιν ζήτησε προστασία από την αυλή της Βιέννης. Ο απεσταλμένος της Τζόρτζε Ρατς έφθασε στο Χάτβαν (στη Βόρεια Ουγγαρία) στις 10 Ιουνίου, συνάντησε το στρατηγό Tόιφενμπαχ και έπειτα και τον Αρχιδούκα Ματθία στο Eστερχομ (στη Βόρεια Ουγγαρία). Οι Αυστριακοί έστειλαν δύο μικρά αποσπάσματα, ένα από τα οποία αποδεκατίστηκε καθ' οδόν από Τάταρους της Κριμαίας, ενώ η υποστήριξη της Τρανσυλβανίας συνεχίστηκε με τη μορφή αξιωματικών και ηθικής υποστήριξης. Εν τω μεταξύ η εξέλιξη στο πολεμικό μέτωπο στράφηκε αισθητά υπέρ των Οθωμανών. Η άφιξη των Τάταρων της Κριμαίας υπό την ηγεσία του Χαν Γκαζί Β΄Τζιράι ανάγκασε τους Χριστιανικούς στρατούς να άρουν τις πολιορκίες του Eστερχομ και του Χάτβαν και να υποχωρήσουν στην Άνω Ουγγαρία [17]. Αυτό επέτρεψε στο Μεγάλο Βεζίρη Κοτσά Σινάν Πασά να εστιάσει την προσοχή του στο Βανάτο. Διόρισε το Μεχμέτ Πασά, Μπεηλέρμπεη της Ανατολίας, διοικητή μιας στρατιάς (αποτελούμενης από στρατεύματα των βιλαετίων της Ανατολίας και του Καραμάν, καθώς και από 3.000 Γενίτσαρους), με σκοπό να αντιμετωπίσει τους αντάρτες του Ζρένιανιν. Καθώς έφτασαν τα νέα της εξέγερσης στην περιοχή του Τέμεσβαρ (Τιμισοάρα), ο Mουσταφά Πασάς, Μπεηλέρμπεης του Τέμεσβαρ, διατάχθηκε να κατευθυνθεί αμέσως από τη Βούδα προς το Βανάτο. Δεν υπήρξε καμία σοβαρή αντίσταση από τους αντάρτες, που νικήθηκαν μέχρι τις 10 Ιουλίου 1594.

Τα μετά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οθωμανικό αντίποινα ήταν τρομακτικό. Μετά από τις μάχες γύρω από το Ζρένιανιν ο στρατός λεηλάτησε και έκαψε τα χωριά μέχρι τον ποταμό Mούρες. Πολλοί οικισμοί εγκαταλείφθηκαν και δεν ξαναχτίστηκαν ποτέ, καθώς οι κάτοικοί τους είτε σκοτώθηκαν είτε έγιναν σκλάβοι, είτε κατέφυγαν στην Τρανσυλβανία και στο τμήμα της Ουγγαρίας που ανήκε στους Αψβούργους. Την επόμενη χρονιά οι Τάταροι της Κριμαίας διαχείμασαν στο Βιλαέτι του Τέμεσβαρ, γεγονός που επέφερε νέα λεηλασία και δουλεία και σύμφωνα με αναφορές της εποχής δεν μπορούσε κανείς να δει κανένα ζωντανό πλάσμα περπατώντας για τρεις μέρες. Όσο περισσότερο διαρκούσε ο πόλεμος, τόσο αυξάνονταν οι έκτακτοι πολεμικοί φόροι.

Το 1596 ξέσπασε μια σερβική εξέγερση στο ανατολικό τμήμα του Σαντζακίου της Ερζεγοβίνης, που την οργάνωσε η τοπική Ορθόδοξη ηγεσία. Ήταν βραχύβια καθώς οι ηττημένοι αντάρτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν λόγω έλλειψης έξωθεν υποστήριξης, παρότι ζήτησαν βοήθεια από τα Χριστιανικά Ευρωπαϊκά κράτη.

Η καύση των λειψάνων του Αγίου Σάββα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καύση των λειψάνων του Αγίου Σάββα από τους Οθωμανούς. Πίνακας του Στέβαν Αλεκσιτς (1912)

Παραμένει ασαφές πότε τα λείψανα του Αγίου Σάββα μεταφέρθηκαν στο Βελιγράδι και αποτεφρώθηκαν. Ήταν είτε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης είτε ένα χρόνο μετά. Σε μια πράξη αντιποίνων ο Μεγάλος Βεζύρης Κότσα Σινάν Πασάς διέταξε να μεταφερθεί από τη Δαμασκό η πράσινη σημαία του Προφήτη Μωάμεθ για να αντιμετωπίσει τη Σερβική σημαία, καθώς και η σαρκοφάγος και τα λείψανα του Αγίου Σάββα που βρίσκονταν στη Μονή Μιλέσεβα να μεταφερθούν με στρατιωτική συνοδεία στο Βελιγράδι. Καθ' οδόν, η οθωμανική συνοδεία σκότωνε ανθρώπους, έτσι ώστε οι αντάρτες στο δάσος να το ακούνε. Στις 27 Απριλίου οι Οθωμανοί έκαψαν τα λείψανα του Αγίου Σάββα δημόσια σε μια πυρά πάνω στο οροπέδιο Βράτσαρ και διασκόρπησαν τις στάχτες για να αποκαρδιώσουν τους Σέρβους.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σάββας είχε ιδρύσει τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, τη σερβική εκκλησιαστική νομοθεσία και την εθνική λογοτεχνία και συγκρίνεται με αυτό που είναι ο Βούδας για το Βουδισμό. Είχε ανακηρυχθεί άγιος ως θαυματουργός και η θρησκευτική του λατρεία αφομειώθηκε σε λαϊκές δοξασίες κατά την οθωμανική εποχή. Ο σεβασμός των λειψάνων του δημιούργησε ένταση μεταξύ των Σέρβων και των Οθωμανών κατακτητών. Το 1774 ο Σάββας ανακηρύχθηκε προστάτης άγιος όλων των Σέρβων. Το 19ο αιώνα η λατρεία του αναβίωσε στο πλαίσιο του εθνικισμού με την προοπτική της ανεξαρτησίας από τους Οθωμανούς, «εκπροσωπώντας και αναπαράγοντας τις ισχυρές εικόνες μιας εθνικής χρυσής εποχής, της εθνικής συμφιλίωσης και ενοποίησης και του μαρτυρίου για την εκκλησία και το έθνος». Μετά την πλήρη ανεξαρτησία της Σερβίας σχεδιάστηκε ένας καθεδρικός ναός αφιερωμένος στον άγιο, ως τμήμα των σχεδίων εκσυγχρονισμού του Βελιγραδίου. Παρά το γεγονός ότι το συμβούλιο κατασκευής του ναού ιδρύθηκε το 1895, η υλοποίησε της βραβευθείσας πρότασης, που βασίστηκε στη Γκρατσάνιτσα και στην Αγία Σοφία, ξεκίνησε το 1935. Η κατασκευή σταμάτησε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την κομμουνιστική περίοδο, για να ξαναρχίσει μετά από άδεια το 1984. Το 2010 το εξωτερικό ολοκληρώθηκε αλλά όχι ακόμη το εσωτερικό. Ο τόπος όπου κάηκαν τα λείψανα του Αγίου Σάββα, το οροπέδιο Βράτσαρ, έγινε η νέα θέση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Σερβίας και της Εκκλησίας του Αγίου Σάββα αφιερωμένη στον άγιο, τον 20ό αιώνα. Λόγω της θέσης της η εκκλησία κυριαρχεί στο αστικό τοπίο του Βελιγραδίου και έχει γίνει εθνικό σύμβολο.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγεθος της εξέγερσης απεικονίζεται σε ένα σερβικό επικό ποίημα: "Όλη η γη έχει εξεγερθεί, έξι χωριά ξεσηκώθηκαν, όλοι έστρεψαν τα όπλα τους ενάντια στον αυτοκράτορα" .

Ο θυρεός του Βρσατς, που εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1804, περιλαμβάνει έναν αποκεφαλισμένο κεφάλι Τούρκου σε ένα σπαθί πάνω από το Κάστρο του Βρσατς, που συμβολίζει τη νίκη σε μονομαχία του Γιάνκο Χαλάμπουρα το 1594.

Ο επίσκοπος Θεόδωρος ανακηρύχθηκε στις 29 Μαΐου 1994 ιερομάρτυρας (σβεστενομούτσενικ), με ημέρα εορτής του την 29 Μαΐου. Το 2009 η κεντρική πλατεία του Βρσατς ονομάστηκε "Αγίου Θεοδώρου του Βρσατς". Στις 28 Οκτωβρίου 2012, στην εκκλησία του Αγιου Αρχάγγελου Μιχαήλ στο Ζρεντιάνιν τοποθετήθηκε αναμνηστική πλάκα, προς τιμή του Θεόδωρυο και των εξεγερθέντων. Ένας μνημειακός σταυρός και μια κόκκινη σημαία με την εικόνα του Αγίου Σάββα τοποθετήθηκε δίπλα στην εκκλησία.

Ένα ιστορικό θεατρικό έργο με τίτλο Το Γοητευτικό Κάστρο γύρω από το Κάστρο του Βρσατς περιλαμβάνει το χαρακτήρα του Γιάνκο Χαλάμπουρα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dušan Belca, Mala istorija Vršca, Vršac, 1997.
  • Dušan J. Popović, Srbi u Vojvodini, vol. 1-3, Novi Sad, 1990.
  • Drago Njegovan, Prisajedinjenje VOJVODINE Srbiji, Novi Sad, 2004.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Uprising in Banat της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).