Γκέισα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Hisano.jpg

Γκέισα (ιαπων. 芸者) ονομάζεται στην Ιαπωνία η μορφωμένη γυναίκα, η οποία έχει παρακολουθήσει ειδικές σπουδές, φοράει τα κιμονό με εντυπωσιακά χρώματα και σχέδια και χτενίζεται με το χαρακτηριστικό χτένισμα, γνωρίζει καλά την πατροπαράδοτη «τελετουργία του τσαγιού» και χορεύει τους παραδοσιακούς χορούς της Ιαπωνίας ή παίζει το μουσικό όργανο σαμισέν. Οι γκέισες δεν είναι ιερόδουλες, παρά τη λανθασμένη αντίληψη από διαφορετικές κουλτούρες, κυρίως στο δυτικό κόσμο.

Ορολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη Γκέισα αποτελείται από δυο kanji, το 芸 (gei), που σημαίνει τέχνη, και το 者 (sha), που σημαίνει άτομο. Χρησιμοποιείται επίσης και ο όρος γκέικο, που διαχωρίζει τις γκέισες που ασχολούνται με τις παραδοσιακές τέχνες από τις ιερόδουλες που απλά έχουν υιοθετήσει παρόμοια εμφάνιση. Οι τελευταίες φορούν τη ζώνη όμπι μπροστά από το κιμονό τους, ενώ στις γκέισες δένεται πίσω. Οι μαθητευόμενες γκέισες ονομάζονται μάικο, που σημαίνει "παιδί που χορεύει" (舞 mai- 子 ko). Περισσότερο διαδεδομένη στο δυτικό κόσμο είναι η εικόνα της μάικο απ' ότι μιας πραγματικής γκέισας: χαρακτηριστικά είναι το λευκό μακιγιάζ στο πρόσωπο και το χαρακτηριστικό χτένισμα.

Στάδια εκπαίδευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκπαίδευση παραδοσιακά ξεκινούσε από μικρή ηλικία. Αν και κάποια κορίτσια πουλιούνταν στους οίκους γκεϊσών (okiya), δεν συνηθιζόταν στις ευϋπόληπτες συνοικίες. Οι κόρες των γκεϊσών θεωρούνταν κι αυτές γκέισες μέσα στην οκίγια. Το πρώτο στάδιο εκπαίδευσης ονομαζόταν shikomi. Στην αρχή, τα κορίτσια έμπαιναν στη δουλειά σαν υπηρέτριες μέσα στο σπίτι, ενώ η μικρότερη σικόμι της οκίγια έπρεπε να περιμένει αργά μες στη νύχτα μέχρι να επιστρέψει η μεγαλύτερη γκέισα. Σε αυτό το στάδιο, οι σικόμι παρακολουθούσαν μαθήματα στη σχολή για γκέισες του χαναμάτσι (η γειτονιά των γκεϊσών), κάτι που τηρείται και στη σύγχρονη εποχή. Στη συνέχεια, η υποψήφια περνούσε μια τελική δοκιμασία χορού, οπότε και μετέβαινε στο δεύτερο στάδιο εκπαίδευσης, που ονομαζόταν minarai. Οι μιναράι απαλλάσσονταν από τις δουλειές του σπιτιού και επικεντρώνονταν κυρίως στη βασική τους εκπαίδευση. Μπορούσαν να βρίσκονται σε ozashiki, χώρους όπου η γκέισα δεχόταν επισκέπτες, αλλά δε συμμετείχαν σε προχωρημένο επίπεδο. Προσκαλούνταν σε συγκεντρώσεις, αλλά συνήθως αποτελούσαν απρόσκλητους, αλλά ευπρόσδεκτους επισκέπτες σε συγκεντρώσεις που συνόδευαν την onee-san, τη "μεγαλύτερη αδερφή" τους. Οι μιναράι γενικά δουλεύουν στενά με ένα συγκεκριμένο οίκο τσαγιού ("minarai-jaya"). Το στάδιο αυτό κρατάει περίπου ένα μήνα.

Ακολουθούσε το τρίτο και πιο γνωστό στάδιο εκπαίδευσης, που ονομαζόταν maiko. Οι μάικο είναι μαθητευόμενες γκέισες και το στάδιο αυτό μπορεί να διαρκούσε χρόνια. Οι μάικο μάθαιναν από τη μεγαλύτερη γκέισα δάσκαλό τους ("onee-san") και την ακολουθούσαν σε όλες τις συναντήσεις της. Η γκέισα τους μάθαινε τον τρόπο σερβιρίσματος του τσαγιού, να παίζουνε σαμισέν, να χορεύουν, αλλά και να συμμετέχουν σε μια συζήτηση. H ονέ-σαν βοηθούσε επίσης τη μάικο να επιλέξει το νέο της "επαγγελματικό" όνομα.

Μετά από μια περίοδο, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από έξι μήνες (Τόκυο) έως και πέντε χρόνια (Κυότο), η μάικο προάγεται σε γκέισα και χρεώνεται κανονικά για τις υπηρεσίες της.

Η σύγχρονη γκέισα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σύγχρονες γκέισες διαμένουν ακόμη στα παραδοσιακά σπίτια οκίγια στις περιοχές χαναμάτσι, ειδικά κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους. Ο κομψός και πολυτελής κόσμος στον οποίο εισέρχεται μια γκέισα ονομάζεται karyūkai (花柳界 "ο κόσμος των λουλουδιών και των ιτιών"). Το Κυότο θεωρείται στις μέρες μας η πόλη με την ισχυρότερη παράδοση, ενώ χαναμάτσι υπάρχουν και στο Τόκυο.

Γκέισες παίζουν σαμισέν και παραδοσιακό ιαπωνικό φλάουτο

Οι νέες κοπέλες που επιθυμούν να γίνουν γκέισες πλέον ξεκινούν την εκπαίδευσή τους μετά το λύκειο ή ακόμα και το πανεπιστήμιο. Μαθαίνουν ακόμη να παίζουν παραδοσιακά μουσικά όργανα, όπως το σαμισέν, το σακουχάτσι (φλάουτο από μπαμπού) και τύμπανα, παραδοσιακό χορό και τραγούδια της Ιαπωνίας, την "τελετουργία του τσαγιού", λογοτεχνία και ποίηση. Παρατηρώντας τις άλλες γκέισες και με τη βοήθεια της ιδιοκτήτριας του οίκου, οι μαθητευόμενες μαθαίνουν να επιλέγουν και να φορούν κιμονό και να συνδιαλέγονται με τους πελάτες.

Στη σύγχρονη Ιαπωνία, γκέισες και μάικο αποτελούν σπάνιο θέαμα εκτός των χαναμάτσι. Κατά τη δεκαετία του '20, υπήρχαν πάνω από 80.000 γκέισες, ενώ τώρα ο ακριβής αριθμός τους δεν είναι γνωστός, αλλά υπολογίζεται στις 1.000 με 2.000. Στην παρακμή της παράδοσης έχουν οδηγήσει η νωθρή οικονομία, η πτώση του ενδιαφέροντος για τις παραδοσιακές τέχνες, ο εκλεκτικός κύκλος του karyūkai και τα έξοδα διασκέδασης από μια γκέισα.

Οι γκέισες και η πορνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια oiran ετοιμάζεται για έναν πελάτη, Suzuki Haronubu (1765).

Ακόμα και στην ίδια την Ιαπωνία παραμένει κάποια σύγχυση για τη φύση του επαγγέλματος της γκέισας. Στο δυτικό κόσμο, η γκέισα συχνά παρουσιάζεται σαν πόρνη πολυτελείας. Οι γκέισες έχουν σαν στόχο την ψυχαγωγία του πελάτη είτε απαγγέλλοντας στίχους είτε παίζοντας μουσικά όργανα ή συμμετέχοντας σε ελαφριά συζήτηση. Κάποιες φορές υπάρχει φλερτ ή παιχνιδιάρικα υπονοούμενα, αλλά οι πελάτες γνωρίζουν ότι δεν περιμένουν κάτι παραπάνω. H ξεκάθαρα ιαπωνική αυτή νοοτροπία υπαγορεύει ότι οι άνδρες διασκεδάζουν με την ψευδαίσθηση από κάτι που στην ουσία δεν υφίσταται. Οι γκέισες δεν πληρώνονται για να κάνουν σεξ με τους πελάτες.[1]

Οι γκέισες πολύ συχνά ταυτίζονταν με τις oiran, εταίρες της παραδοσιακής υψηλής κοινωνίας. Όπως και οι γκέισες, οι oiran έχουν λευκό μακιγιάζ στο πρόσωπο και εξεζητημένο χτένισμα, αλλά ένας τρόπος διαχωρισμού είναι η ζώνη όμπι. Οι oiran, ως ιερόδουλες, δένουν την όμπι μπροστά από το κιμονό, ώστε να έχουν μεγαλύτερη άνεση, ενώ οι γκέισες τη δένουν πίσω με το συνηθισμένο τρόπο. Κατά την περίοδο Έντο, η πορνεία στην Ιαπωνία ήταν νόμιμη και οι ιερόδουλες, όπως οι oiran, έπαιρναν άδεια από την κυβέρνηση. Αντιθέτως, απαγορευόταν αυστηρά στις γκέισες να κατέχουν αναγνωρισμένη άδεια πορνείας και τους απαγορεύτηκε επίσημα να κάνουν σεξ με τους πελάτες τους. [2]

Κατά την περιόδο Κατοχής της Ιαπωνίας, πολλές πόρνες προβάλλονταν ως γκέισες στους Αμερικανούς στρατιώτες. Λόγω λανθασμένης προφοράς, έγιναν γνωστές ως geesha και έτσι μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες η εικόνα της γκέισας ως πόρνης.

Οι προσωπικές σχέσεις και οι "ντάνα"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρoβλεπόμενο για τις γκέισες είναι η αγαμία. Όσες επιλέγουν το γάμο πρέπει να αποσύρονται από το επάγγελμα. Στο παρελθόν, η παράδοση προέβλεπε για μια καθιερωμένη γκέισα να έχει έναν danna, έναν πάτρωνα. Ο ντάνα ήταν συνήθως ένας πλούσιος άνδρας, κάποιες φορές παντρεμένος, που είχε την ευχέρεια να διαχειριστεί τα πολύ μεγάλα έξοδα που σχετίζονταν με την παραδοσιακή εκπαίδευση της γκέισας και άλλα έξοδα. Συναντάται ακόμα και σήμερα, αλλά σπανιότερα.

Δεν υπάρχει απαραίτητα έρωτας ανάμεσα στην γκέισα και στον ντάνα της, καθώς η οικειότητα ποτέ δεν ερμηνεύεται ως ανταμοιβή για την οικονομική υποστήριξη που προσφέρει ο ντάνα. Είναι αλήθεια το ότι μια γκέισα έχει την ελευθερία να αποζητά προσωπικές σχέσεις με τους άνδρες που γνωρίζει μέσω της δουλειάς της, ωστόσο τέτοιες σχέσεις επιλέγονται προσωπικά και συνήθως δεν είναι περιστασιακές. Η κοινωνία των συνοικιών χαναμάτσι είναι πολύ κλειστή και η καλή φήμη μιας γκέισας δεν είναι τυχαία υπόθεση.

Geesha[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Geesha ήταν ένας τύπος ιερόδουλων κυρίως κατά την περίοδο κατοχής της Ιαπωνίας, οι οποίες σχεδόν αποκλειστικά εξυπηρετούσαν τους Αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονταν σε βάσεις στην Ιαπωνία. Ο όρος πρόεκυψε από λανθασμένη προφορά της λέξης γκέισα. [3]. Οι κοπέλες φορούσαν κιμονό και μιμούνταν την εικόνα μιας κανονικής γκέισας, κατά συνέπεια οι Αμερικανοί, που δε γνώριζαν πολλά πράγματα από την ιαπωνική κουλτούρα, δεν έβλεπαν διαφορά ανάμεσα στις ιερόδουλες και τις πραγματικές γκέισες. Τελικά, ο όρος γενικεύτηκε για όλες τις πόρνες ή όσες δούλευαν σε νυχτερινά μαγαζιά ("mizu shobai") στην Ιαπωνία, ενώ ερευνητές εικάζουν ότι οι geesha ευθύνονται ως επί το πλείστον για τη λανθασμένη αντίληψη στη Δύση ότι οι γκέισες είναι πόρνες.[3]

Εμφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφάνιση μιας γκέισας μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της.

Μακιγιάζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις μέρες μας, το παραδοσιακό μακιγιάζ της μαθητευόμενης γκέισας είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της, αν και οι καθιερωμένες γκέισες ακολουθούν το συγκεκριμένο μακιγιάζ των μάικο μόνο σε ειδικές πραστάσεις.

Αποτελείται από μια πυκνή στρώση λευκής βάσης με κόκκινο κραγιόν χειλιών και κόκκινoυς και μαύρους τόνους γύρω από τα μάτια και τα φρύδια. Αρχικά, η λευκή βάση γινόταν με στουπέτσι, αλλά μετά την ανακάλυψη ότι ήταν τοξικό για το δέρμα, αντικαταστάθηκε με σκόνη ρυζιού. Το μακιγιάζ είναι χρονοβόρα διαδικασία. Γίνεται πριν το ντύσιμο, ώστε να μη λερωθεί το κιμονό. Αρχικά, απλώνεται στο δέρμα μια ουσία από κερί ή λάδι, που λέγεται bintsuke-abura. Έπειτα, η λευκή σκόνη αναμειγνύεται με νερό και σαν κρέμα απλώνεται από το λαιμό προς τα πάνω με μια βούρτσα από μπαμπού. Καλύπτει το πρόσωπο, το λαιμό και το στήθος, ενώ αφήνεται άβαφτη μια μικρή περιοχή σε σχήμα V ή W πίσω στον αυχένα, ώστε να τονιστεί σαν παραδοσιακά ερωτικό σημείο, καθώς και μια γραμμή γύρω από το τέλος των μαλλιών στο πρόσωπο, ώστε να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της μάσκας.

Γκέισες στο Κυότο. Φαίνεται το κιμονό και μέρος της ζώνης όμπι, καθώς και του λευκού μακιγιάζ

Για τα πρώτα τρία χρόνια, η μάικο έχει αυτό το μακιγιάζ σχεδόν συνέχεια. Στην αρχή, τη βοηθάει η ονέε-σαν, η "μεγαλύτερη αδερφή" της, ή η "μητέρα" του σπιτιού, ενώ μετά γίνεται από την ίδια. Μετά τα τρία χρόνια, οπότε και η μάικο έχει ωριμάσει, το μακιγιάζ της γίνεται ελαφρύτερο και λιγότερο εξεζητημένο, ώστε να αναδειχθεί η φυσική της ομορφιά.

Ενδυμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γκέισες φορούν πάντοτε κιμονό. Οι μαθητευόμενες φορούν πολύχρωμα κιμονό με εξεζητημένες ζώνες όμπι. Αποτελούν επίσης σημάδι για την οικονομική ευρωστία των σπιτιών οκίγια, καθώς μια γκέισα δε θα πρέπει να φοράει ένα κιμονό πάνω από μια φορά, δηλώνοντας έτσι ότι η οκίγια έχει ειδικά δωμάτια, στα οποία φυλάσσονται και τακτοποιούνται τα κιμονό. Επίσης, ανάλογα με την εποχή ή το γεγονός που θα παρίσταται η γκέισα, μεταβάλλεται και το χρώμα, το σχέδιο και το στυλ ενός κιμονό.

Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα ξύλινα παπούτσια, στα οποία ισορροπούν και περπατάνε οι γκέισες, γνωστά ως okobo. Επίσης υπάρχουν τα zori, σανδάλια με επίπεδες σόλες, και τα tabi, παρόμοια με τα πρώτα, τα οποία όμως φοριούνται μόνο μέσα στο σπίτι.

Χτένισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χτένισμα των γκεϊσών δεν ήταν πάντοτε το ίδιο. Στο παρελθόν, ήταν συνηθισμένο να έχουν τα μαλλιά τους λυτά, αλλά κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα υιοθετήθηκε το χτένισμα shimada, ένας τύπος παραδοσιακού σινιόν, που προτιμούσαν οι περισσότερες καθιερωμένες γκέισες. Το χτένισμα διακοσμείται με περίτεχνα χτένια και φουρκέτες.

Οι γκέισες εκπαιδεύονται να κοιμούνται ακουμπώντας το λαιμό τους σε μικρά στηρίγματα αντί για μαξιλάρια, ώστε να διατηρείται ανέπαφο το χτένισμά τους. Σε διαφορετική περίπτωση, θα πρέπει να φτιάχνει την κόμμωσή της περίπου κάθε εβδομάδα. Πολλές σύγχρονες γκέισες χρησιμοποιούν περούκες επαγγελματικά. Και στις δυο περιπτώσεις, βέβαια, υπεύθυνοι είναι ιδιαίτερα δεξιοτέχνες ειδικοί. Η τέχνη των παραδοσιακών χτενισμάτων ωστόσο αργοπεθαίνει.

Η γκέισα δημοφιλής στη σύγχρονη κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις γκέισες και την εξωτική τους εμφάνιση έχουν προκαλέσει διάφορα φαινόμενα τόσο στην Ιαπωνία όσο και στο δυτικό κόσμο. Το ενδιαφέρον στη Δύση αυξήθηκε το 1997 με το μυθιστόρημα Αναμνήσεις μιας Γκέισας και την ομώνυμη ταινία το 2005, καθώς και με την αυτοβιογραφία της πρώην γκέισας Ιγουαζάκι Μινέκο με τίτλο Γκέισα της Γκιον.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Henshall, K. G., 1999, A History of Japan, Macmillan Press LTD, London, ISBN 0­333­74940­5, page 61
  2. Women of the Arts “Misperceptions and the Story Behind It"
  3. 3,0 3,1 Sheridan Prasso, The Asian Mystique: Dragon Ladies, Geisha Girls & Our Fantasies of the the Exotic Orient PublicAffairs, 2005. ISBN 1-58648-214-9

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dalby, Liza (1983). Geisha. Berkeley, California: University of California Press. ISBN 0-520-04742-7, ISBN 0-394-72893-9, ISBN 0-520-20495-6.
  • Foreman, Kelly M. (2002). "The Role of Music in the Lives and Identities of Japanese Geisha." Ph.D. dissertation. Kent, Ohio, United States: Kent State University.
  • Gallagher, John (2003). Geisha: A Unique World of Tradition, Elegance and Art. London: Produced by PRC Pub.; New York: Distributed in U.S. & Canada by Sterling Pub. Co. ISBN 1-85648-697-4.
  • Golden, Arthur (1997). Memoirs of a Geisha. New York: Alfred A. Knopf, 1997. ISBN 0-375-40011-7.
  • Henshall, K. G. (1999). A History of Japan. London: Macmillan Press. ISBN 0­333­74940­5.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Geisha της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).