Κεχρί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Japanese Foxtail millet 02.jpg

Το κεχρί είναι η γενική ονομασία διαφόρων ειδών ποωδών φυτών της οικογένειας Αγρωστώδη (Graminae), τα οποία παράγουν μικρά εδώδιμα σπέρματα και χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου ή ως ζωοτροφή. Το κεχρί ανακαλύφθηκε και καλλιεργήθηκε συστηματικά για πρώτη φορά στην Κίνα το 7500 π.Χ.

Βοτανικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα διάφορα είδη κεχριού είναι όλα ετήσια φυτά. Το ύψος του κυμαίνεται από 30 ώς 130 εκατοστόμετρα εκτός του Πεννίζετο το γλαυκό που το ύψος του κυμαίνεται από 1,5 ώς 3 μέτρα. Η ταξιανθία μπορεί να είναι στάχυς, βότρυς ή φόβη. Τα σπέρματα με την εξαίρεση του Penisetum glaucum, παραμένουν μέσα στο φλοιό, μετά το αλώνισμα. Τα αποφλοιωμένα σπέρματα έχουν συνήθως λευκό-κρεμ χρώμα.

Περιγραφή ειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tα κυριότερα είδη είναι:

Άλλα είδη μικροτέρου ενδιαφέροντος είναι: Εχινοχλόα η σιτοειδής (Echinochloa frumentacea), Πανικό το σουματρικό (Panicum sumatrense), Διγιτάρια η λεπτή (Digitaria exilis), Paspalum scrobiculatum (Πάσπαλος-), Εραγρώστις η τεφ (Eragrostis tef), Κόιξ το δάκρυ του Ιώβ (Coix lacryma-jobi).

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα είδη κεχριού έχουν ανάπτυξη ανάλογη με αυτήν του σόργου με τη διαφορά ότι μερικές φορές η παραγωγή στελεχών (αδέλφωμα) είναι πιο άφθονη. Ο χρόνος τού βλαστικού τους κύκλου είναι σύντομος από 2 έως 3 μήνες για τα πρώιμα και 5 μήνες για τα όψιμα. Το κεχρί μπορεί να αναπτυχθεί και να ωριμάσει αμέσως μετά από μια μικρή περίοδο βροχών, για αυτόν τον λόγο εξαπλώνεται εύκολα στην τροπική ξηρή ζώνη. Όλα τα είδη κεχριού ανέχονται καλά τις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία. Η καλλιέργεια του ελάχιστα διαφέρει από την καλλιέργεια άλλων σιτηρών. Γενικά είναι φυτό χωρίς πολλές απαιτήσεις, είναι ανθεκτικό έναντι των ζιζανίων και προσβάλλεται σπάνια από ασθένειες. Καλλιεργείται συνήθως στην Ινδία.

Συγκομιδή και χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σπόρος αποσπάται εύκολα από το φυτό, για αυτό και η συγκομιδή γίνεται πριν ωριμάσει πλήρως. Η καταλληλότερη εποχή για την συγκομιδή του είναι όταν η φόβη είναι ώριμη από το μέσο του βλαστού και πάνω. Τα σπέρματα είναι δυσμάσητα και η αποφλοίωση τους είναι δύσκολη. Η θρεπτική τους αξία μπορεί να ταυτιστεί με το σιτάρι και το ρύζι. Το κεχρί περιέχει υψηλά ποσοστά υδατανθράκων το περιεχόμενο του σε πρωτείνες κυμαίνεται από 6% ώς 11% και σε λίπη από 1,5% ώς 5%. Το κεχρί έχει ιδιαίτερα έντονη γεύση για αυτό δεν μπορεί να παρασκευαστεί από αυτό ανεβατισμένο ψωμί. Αρτοποιήσιμο γίνεται με την ανάμειξη του με αλεύρι από σιτάρι. Το κεχρί τρώγεται κυρίως ως χυλός ή όπως το ρύζι. Σιμιγδάλι από κεχρί χρησιμοποιείται στην Αφρική στην παρασκευή του κουσκούς. Το κεχρί κυκλοφορεί στην αγορά σε ποικιλίες κίτρινου, λευκού και μαύρου χρώματος. Το έτος 2000 σε παγκόσμια κλίμακα καλλιεργούντο 42.000.000 περίπου στρέμματα. Κύριες χώρες παραγωγής είναι η Ινδία, η Κίνα, η Μογγολία, η Ρωσία, η Δυτική Αφρική και η Βόρεια Κορέα. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται με κεχρί 15.000 στρέμματα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, Τόμος 33
  • Όπλα Μικρόβια και Ατσάλι του Jared Diamond. Κεφάλαιο 7. Εκδόσεις: Κάτοπτρο. ISBN 978-960-6717-12-3

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα