Αγαμία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αγαμία (< ἀ + γάμος), celibacy, celibat [< “caelebs” < caelo (= κόπτω, τορνεύω· πρβλ. castration) ή caelum (= ουρανός) και kaiwelo (alone + living) ή κοῖλος (= ουράνιος θόλος) < σανσκρ. Kévalah], Cölibat ή Ehelosigkeit· βλ. και γάμος, παρθενία, ασκητισμός και σεξουαλικότητας Θεολογία.

Αγαμία γενικώς σημαίνει το να είναι κανείς άγαμος: ανύμφευτος ή ανύπαντρη. Η κατάσταση αυτή ―μόνιμη ή προσωρινή― μπορεί να οφείλεται σε βιολογικά, ηθικά, ιδεολογικά, κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελ-ματικά ή/και ψυχολογικά αίτια. Ειδικότερα, στις Θρησκείες, ο όρος αγαμία δηλώνει τη, λόγω μιας ιερατικής, μοναστικής ή ιερής γενικώς υπόσχεσης/ζήλου (βλ. προσωπική ή θεσμοθετημένη αφιέρωση λαϊκών, ανδρών ή γυναικών), αυτο-στέρηση της σεξουαλικής ζωής (βλ. Παρθενεύοντες). Με αυτή την έννοια, ο όρος σχετίζεται και σχεδόν ταυτίζεται με την παρθενία.

Διάκριση θα μπορούσε να γίνει ανάμεσα στις θρησκευτικές παραδόσεις εκείνες που, διατηρώντας έναν διαχωρισμό μεταξύ ΙΕΡΟΥ και ΒΕΒΗΛΟΥ, εκλαμβάνουν την παρθενία ως ανώτερη πνευματικώς του γάμου (Ινδουισμός, Βουδισμός, Ταοϊσμός, Πυθαγορισμός, Νεοπλατωνισμός, Στωικισμός, Μιθραϊσμός, Γνωστικισμός, Εγκρατίτες, Μανιχαϊσμός, Ερμητισμός, Ρωμαιοκαθολικισμός, Ιπποτικά Τάγματα, Καθαροί και Βάλδιοι) και σε εκείνες που τονίζουν τον γάμο (Ιουδαϊσμός, Ισλαμισμός, Κομφουκιανισμός, Έρασμος και Προτεσταντισμός), θεωρώντας ότι ο κύριος ρόλος τής θρησκείας είναι ο εξαγιασμός τής Φύσης, τής γενετήσιας λειτουργίας, τής οικογένειας και της εργασίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ιστάμενη, ως προς το ζήτημα τής αγαμίας του Κλήρου, στο μέσον [βλ. «δύο οδούς» (παρθενίας και γάμου), κατά τους Μ. Βασίλειο (MPG 31, 628B) και Ιω. Χρυσόστομο (MPG 52, 410)] μεταξύ Ρωμαιοκαθολικισμού (υποχρεωτικής αγαμίας) και Λουθηρανισμού (υποχρεωτικού γάμου), έχει στη μακραίωνη πράξη της υιοθετήσει ―μετά από πολυάριθμες αντεγκλήσεις, ιστορικές, κοινωνικο-πολιτικές ζυμώσεις και συνοδικές αποφάσεις και Κανόνες― την ελεύθερη επιλογή του γάμου (Α’ Κορ. 7, 25-40) για τούς βαθμούς του διακόνου και του πρεσβυτέρου (πέρα από τους λαϊκούς), ενώ για τη βαθμίδα του επισκόπου, όπως και των Μοναχών, την υποχρεωτικότητα τής αγαμίας (Α’ Κορ. 7, 7. 38, Απ. 14, 4, Πενθέκτη Οικ. Σύνοδος).

Η Ηθική τής πρώτης κατηγορίας, που αφίσταται τόσο τής αρχαιοελληνικής ή ρωμαϊκής (η φυσική-πολιτική τάξη συνάδει προς τη διαιώνιση του είδους), όσο και της εβραϊκής/ραβινικής [η αγαμία ως δυστύχημα (Ησ. 4, 1, Σ. Σειρ. 36, 24-27) και η τεκνοποιία ως Θεία ευλογία] φυσιοκρατί-ας (εκτός ίσως ορισμένων παλαιοδιαθηκικών κειμένων που δέχτηκαν ελ-ληνιστικές επιδράσεις, όπως λ.χ. ο Εκκλησιαστής 7, 26), συνηγορεί υπέρ του μοναστικού ιδεώδους, θεωρώντας ―τουλάχιστον εντός του Στωικισμού (βλ. Επίκτητου, Λόγοι, 3, 22) και του ανατολικού Πατερικού περιβάλ-λοντος (βλ. Ιω. Χρυσόστομο, MPG 48, 544-547 κ.ά.)― ότι μετά Χριστό το «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1, 28) ενέχει πνευματική σημασία (εσωτερική πνευματικώς αύξηση και ιεραποστολική εξάπλωση οικουμενικώς). Κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας, η εκούσια αγαμία, αν δεν συνοδεύεται από τις λοιπές αρετές, με κύριες την εγκράτεια, την προσευχή, την ταπεινοφροσύνη και τη φιλανθρωπία (ελεημοσύνη), διατρέχει τον κίνδυνο της ματαίωσης ή αλλοτρίωσής της μέσω τής οίησης που πολλές φορές στην εκκλησιαστική ιστορία επιδείκνυε η τάξη των εγκρατών ή παρθένων (Ιγνατίου, Προς Πολύκαρπον V, 1, 2). Η Ηθική τής δεύτερης κατηγορίας, θεωρώντας νεοπλατωνικώς τη σεξουαλικότητα ως αμαρτία (μίασμα) που εξαγνίζεται μόνο μέσω του γάμου και της πολυτεκνίας (βλ. ιερό Αυγουστίνο, Καλβινισμό κ.λπ.), υπερασπίζεται τον γάμο. Ως σκοποί τής θρησκευτικής αγαμίας αναφέρονται ήδη από την προχριστιανική εποχή είτε ο Θείος Έρως (βλ. Μινούκιου Φήλικα, Octavius 31, Αθηναγόρα, Πρεσβεία 33, Κλήμ. Αλεξ., Στρωμ. 3, 6. 7) που ενέχει την αφιερωματική αποκλειστικότητα (βλ. Σαμανισμό, ιερογαμία, ιερείς των μυστηρίων τής Μεγάλης Μητέρας, Εστιάδες, Εσσαίους, Ερημίτες, Μυστικισμό, Σουφισμό κ.ά.) και συνάμα την έννοια του τελετουργικού εξαγνισ-μού, δηλ. τής θυσίας ως εγκράτειας ή σεξουαλικής αποχής (που θεωρείται μάλιστα και το βαθύτερο αίτιο, το οποίο συναντούμε εμφανώς στις αρχα-ϊκές κυρίως Θρησκείες, όπου λ.χ. λάμβανε χώρα σεξουαλική αποχή προ του κυνηγιού, του πολέμου και των θρησκευτικών τελετών), είτε η εξοικονόμηση περισσότερου ελεύθερου χρόνου (ή/και η εγκατάλειψη γενικώς των βιοτικών και οικονομικών περισπασμών) για τη θρησκευτική εργασία και άσκηση (Α’ Κορ. 7, 32-33, Γρηγορίου Παλαμά, Προς Ξένην μοναχήν· πρβλ. Σαντού του Ινδουισμού, Ζαϊνιστές, επίσκοποι, Αρχιμανδρίτες και Μοναχοί τής Ορθόδοξης Εκκλησίας). Στον δεύτερο αυτό σκοπό, οι πρώτοι Χριστιανοί ενέτασσαν και την άκαιρη σπουδή ως προς τον χρόνο έλευσης της Β’ Παρουσίας του Χριστού, σύμφωνα με τη χριστιανική Εσχατολογία. Τα βαθύτερα, όμως, αίτια της αγαμίας θα πρέπει να αναζητηθούν στις αρχέγονες ανθρωπολογικές και θρησκειοψυχολογικές δομές. Ναι μεν οι Θρησκείες εξαγιάζουν το κτιστό (Ιω. 2, 2, Α’ Κορ. 7, 28, Α’ Τιμ. 4, 3, Εβρ. 13, 4), αλλά το Υπερβατικό δεν ταυτίζεται πανθεϊστικώς με τη Φύση. Σύμφωνα με πολλές θρησκευτικές ή/και πνευματικές Παραδόσεις, η ηθικο-πνευματική κατάσταση του ανθρώπου διακρίνεται σε διάφορα επίπε-δα, και μάλιστα ως προς τη σεξουαλική σφαίρα (Ματθ. 19, 10-12). Η υπάνθρωπη κατάσταση αντιστοιχεί στη ζωώδη βιοτή. Η ανθρώπινη στο «κατά Φύσιν ζην» και η υπερ-ανθρώπινη (ή «υπέρ Φύσιν») στην αγγελική τάξη, που αποτελεί ειδικό Χάρισμα (Σ. Σολ. 8, 21, Α’ Κορ. 7, 7-11, Ιω. Χρυσοστόμου, MPG 48, 558-559) και Θείο δώρο (δηλ. θαύμα). Έτσι, η αγαμία (παρθενία) αποτελεί πρόγευση μιας άλλης ζωής, πνευματικής (βλ. Βασιλεία των Ουρανών), όπου δεν υφίστανται οι διαφυλικές συγκρούσεις και τα ορμη-σιακά πάθη (Ματθ. 22, 30, Λουκ. 20, 35, Εφραίμ, De Paradiso 7, 5). Κατά συνέπεια, το πρόσωπο που με αιματηρούς αγώνες κατορθώνει να υπερβεί τη Φύση και τις βιολογικές του ανάγκες (βλ. Βασίλειο Αγκύρας, Προς Λητόιον, MPG 30, 780D), καθίσταται για την κοινότητα Tabu, δηλ. ιερό (ξεχωριστό) και σεβαστό· έχει επιτύχει, μέσω τής προσωπικής του «αύξησης», το <καθ’ ομοίωσιν> και τη Θεία αυτάρκεια (βλ. Χριστοταύτιση), έτσι που να μη χρειάζεται, όπως οι άλλοι άνθρωποι υποβοηθητικώς (Γεν. 2, 18), το άλλο φύλο για την πληρότητά του. Η έννοια του «σταυρού» και τής θυσίας (μαρτυρίου και πένθους) είναι αναγκαία προϋπόθεση για την απόκτηση της πνευματικής παρθενίας, δηλ. της μακάριας «νέκρωσης» και της ουράνιας απάθειας. Γιατί μπορεί να υφίσταται σωματική αγαμία/παρθενία ή ακόμα και ψυχική (απουσία σεξουαλικών φαντασιώσεων), αλλ’ όχι πάντοτε και πνευματική (προσκόλληση σε ένα νοητό «είδωλο»). Αν μέσω ενός σεξουαλικού εγκλήματος (Οιδιποδείου συμπλέγματος) ο άνθρωπος φόνευσε ψυχο-πνευματικώς τον Θεό-Πατέρα, χάνοντας έτσι τον «πατρώο οίκο» (Παράδεισο), μόνο μέσω ενός άλλου φόνου θα μπορέσει ομοιοπαθητικώς να τον ακυρώσει και έτσι να «εξαγνισθεί». Ωστόσο, ο ψυχοσωματικός αγώνας αυτός («βία») των πιστών Χριστιανών κατά τής Φύσεως δεν επιβάλλεται από την Εκκλησία απροϋποθέτως: «ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω» (Ματθ. 19, 12), αφού «κρείττον γάρ εστιν γαμήσαι ή πυρούσθαι» (Α’ Κορ. 7, 9)· διακρίνεται εξατομικευμένως σε ψυχοβιολογικά και πνευματικά επίπεδα/κατηγορίες και βαθμίδες. Αντίθετα, αν λειτουργήσει ισοπεδωτικώς, καταστρέφεται ψυχοσωματικώς ο ίδιος ο άνθρωπος (βλ. νευρώσεις, ψυχώσεις, διαστροφές κ.λπ). Πάντως, για την Ορθόδοξη Παράδοση, ο «εξαγνισμός» (Λύτρωση) ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους επιτεύχθηκε εφάπαξ και αντικειμενικώς με τη Σταύρωση του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού-Πατέρα. Μετέχοντας (ενσωματωμένως) ο πιστός στη θυσία αυτή του Ιησού Χριστού, λυτρώνεται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: : Σ. Κ. Τσιτσίγκου, «Αγαμία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’, σ. 70-71, Dalrymple J., “Celibacy”, in: A. V. Campbell (Ed.), A Dictionary of Pastoral Care, London: SPCK 1987, pp. 31–32· Φειδάς Β., «Η αγαμία των κληρικών», ΠΛΜ 1 (1997) 158· Φειδάς Β., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α’-Β’, Αθήναι 32002· Goergen D., The Sexual Celibate, 1974, SPCK 1976· Hardy E. R., “Celibacy”, in: J. Macquarrie & J. Childress, A New Dictionary of Christian Ethics, SCM Press LTD, 1990, pp. 80–81· Μπου-γάτσος Ν. Θ., «Αγαμία», ΘΗΕ 1 (1962) 113-118· Μπουγάτσος Ν. Θ., «Αγαμία του Κλήρου», ΘΗΕ 1 (1962) 118-124· O’Neill D. P., Priestly Celibacy and Maturity, 1966· Pable M., “Celibacy”, in: G. S. Wakefield (Ed.), A Dictionary of Christian Spirituality, SCM Press, 1989, pp. 82–83· Schillebeeckx E., Clerical Celibacy Under Fire, Sheed & Ward, 1968· Στεφανίδου Β. Κ., Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 41978· Thurian M., Marriage and Celibacy, 1959· Tinsley E. J., “Celibacy”, in: A. Richardson (Ed.), A Dictionary of Christian Theology, SCM Press LTD, 1977, p. 48.