ΛΟΑΤ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα αρχικά ΛΟΑΤ (αγγλικά LGBT, Lesbian-Gay-Bisexual-Transgender) αναφέρονται συνολικά στα Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα. Ο όρος μπορεί μερικές φορές να συναντάται και ως ΛΟΑΔ, ερμηνεύοντας τα τρανσεξουαλικά άτομα στην ελληνική γλώσσα ως διαφυλικά.

Η έννοια της κάθε ονομασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε ονομασία στα αρχικά χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε άτομα συγκεκριμένης κατηγορίας και στην κοινωνία που τα περιβάλλει.

Λεσβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Λεσβία

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι γυναίκες που έλκονται αποκλειστικά από γυναίκες.

Ομοφυλόφιλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ομοφυλοφιλία

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι άντρες που έλκονται αποκλειστικά από άντρες.

Αμφισεξουαλικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν λέμε αμφισεξουαλικός αναφερόμαστε σε άτομα που έλκονται και από άντρες και από γυναίκες.

Τρανσεξουαλικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τρανσέξουαλ

Όταν λέμε τρανσεξουαλικός αναφερόμαστε σε ένα άτομο, μια συμπεριφορά ή μια ομάδα που επικεντρώνεται στην μερική ή πλήρη εναλλαγή σεξουαλικών ρόλων όσο και σωματικών σεξουαλικών αλλαγών (οι αλλαγές μπορεί να είναι απλά ορμονικές ή να περιλαμβάνουν διάφορους βαθμούς χειρουργικής αλλαγής). Αυτά τα άτομα χαρακτηρίζονται ως "Άτομα που αισθάνονται ότι το φύλο που τους έχει ανατεθεί (συνήθως στην γέννηση) είναι λανθασμένο ή ατελές".

Κύριες Παραλλαγές του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές φορές και κυρίως στον αγγλικό όρο συμπεριλαμβάνονται οι Πολυσεξουαλικοί (Polysexuals, άνθρωποι που έλκονται από περισσότερα από τα κλασσικά δύο φύλα, εάν των οποίων την ύπαρξη αποδεχόμαστε), οι Πανσεξουαλικοί (Pansexuals, άνθρωποι που έλκονται από όλα τα φύλα). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις συναντάμε και την ονομασία Queer, που είναι ένας γενικός όρος και περιλαμβάνει ανθρώπους που δε πιστεύουν ότι κανένας από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς είναι σωστός ή επαρκής για να εκφράσει τη σεξουαλική τους ταυτότητα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι την σεξουαλική επανάσταση της δεκαετίας του '60 δεν υπήρχε συγκεκριμένη ονομασία που να περιγράφει τα άτομα που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες εκτός από τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς της ετεροφυλόφιλης κοινωνίας. Ο χαρακτηρισμός αυτών των ατόμων ως τρίτο φύλο σταμάτησε να χρησιμοποιείται μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Καθώς οι άνθρωποι άρχιζαν να οργανώνονται για τα σεξουαλικά τους δικαιώματα χρειαζόντουσαν μια ονομασία που θα τους χαρακτηρίζει θετικά.

Η πρώτη ονομασία που χρησιμοποιήθηκε ``ομοφυλόφιλος`` θεωρήθηκε ότι μεταφέρει αρνητικό υπαινιγμό και για αυτό τον λόγο συνήθως στη θέση του χρησιμοποιείται η λέξη ``gay``. Όταν η λεσβίες δημιούργησαν την δική τους σεξουαλική ταυτότητα οι όροι ομοφυλόφιλος και λεσβία γίνανε πιο συνηθισμένοι. Αυτό γρήγορα ακολούθησαν οι αμφισεξουαλικοί και οι τρανσεξουαλικοί ζητώντας αναγνώριση ως νόμιμη κατηγορία μέσα στην ευρύτερη κοινότητα. Ωστόσο στις αρχές της δεκαετίας του '80 υπήρξε μια αλλαγή στην λεσβιακή και ομοφυλοφιλική αντίληψη και δεν αποδεχόντουσαν τους τρανσεξουαλικούς και αμφισεξουαλικούς ανθρώπους. Υπήρχε μια γενικευμένη αντίληψη ότι οι τρανσεξουαλικοί άνθρωποι ήταν υπερβολικά ``κλισέ`` και ότι οι αμφισεξουαλικοί ήταν ομοφυλόφιλοι άντρες και λεσβίες που δεν θέλανε να αποδεχτούν την σεξουαλικότητα τους. Μόνο μετά την δεκαετία του '90 έγινε συνηθισμένο το να αναφέρονται στα Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα με ισότητα και σεβασμό μέσα στην κοινότητα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα