Queer

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Queer είναι ένας όρος ομπρέλα, που αφορά τις έμφυλες μειονότητες, που δεν ανήκουν στην κατηγορία των ετεροφυλόφιλων ή/και των cisgender. Η λέξη είναι αγγλικής προέλευσης και αρχικά σήμαινε ο "περίεργος", ο "παράξενος". Η λέξη με τη σημερινή της διαδεδομένη σημασία, ξεκίνησε να χρησιμοποιείται κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, με μειωτικό χαρακτήρα έναντι των ομοφυλόφιλων. Ωστόσο, αρχής γενομένης, της δεκαετίας του 1980, η λέξη επανοικειοποιήθηκε και σιγά σιγά χρησιμοποιήθηκε μέσα στην Κοινότητα, και ξεκίνησε να προσδιορίζει έτσι τα gay άτομα.[1] Άνθρωποι που δεν αποδέχονται τις παραδοσιακές έννοιες φύλων, και χωρίς να θέλουν να προσδιοριστούν ως ΛΟΑΤ πολλές φορές αυτοπροσδιορίζονται ως queer.

Ο όρος πλέον, καμιά φορά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να περιγράψει και κάποια ταυτότητα ή κάποια μη-κανονιστική πεποίθηση (βλέπε: αντί-ετεροκανονικότητα).[2] Ακαδημαϊκοί τομείς, όπως η queer θεωρία και οι queer σπουδές, συμφωνούν στην αποστασιοποίηση ως προς τη δυαδικότητα των φύλων και την κανονικότητα, και μοιράζονται την αντίληψη περί έλλειψης διαθεματικότητας εντός του mainstream ΛΟΑΤ κινήματος. Η queer τέχνη, τα διάφορα queer πολιτισμικά γκρουπ καθώς και οι πολιτικές queer ομάδες, είναι μερικοί από τους εκφραστές των queer ατόμων. Μερικοί εξ αυτών, που ακόμα και σήμερα αντιτίθεται στη χρησιμοποίηση της λέξης queer, είναι άτομα της ΛΟΑΤ κοινότητας, οι οποίοι θεωρούν τη λέξη προσβλητική και επιθυμούν τον διαχωρισμό τους από αυτήν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Τι είν' αυτό που το λέμε queer». www.10percent.gr. http://www.10percent.gr/periodiko/teyxos33/3069--queer.html. Ανακτήθηκε στις 2017-12-03. 
  2. «queer». Oxford English Dictionary. Oxford University Press. 2014. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]