Ανθρώπινη σεξουαλικότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι η ιδιότητα του να είναι κάποιος σεξουαλικός ή ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν και εκφράζουν τον εαυτό τους ως σεξουαλικά όντα.[1][2][3] Αυτό περιλαμβάνει βιολογικά, ερωτικά, σωματικά, συναισθηματικά, κοινωνικά ή πνευματικά συναισθήματα και συμπεριφορές.[4][5] Επειδή πρόκειται για έναν ευρύ όρο, ο οποίος έχει μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου, στερείται ακριβούς επεξήγησης.[5] Οι βιολογικές και φυσικές πτυχές της σεξουαλικότητας αφορούν σε μεγάλο βαθμό τις ανθρώπινες αναπαραγωγικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένου του κύκλου ανθρώπινης σεξουαλικής αντίδρασης.[4][5] Ο σεξουαλικός προσανατολισμός κάποιου μπορεί να επηρεάσει το σεξουαλικό ενδιαφέρον του και την έλξη αυτού του ατόμου για κάποιο άλλο άτομο.[6] Οι σωματικές και συναισθηματικές πτυχές της σεξουαλικότητας περιλαμβάνουν δεσμούς μεταξύ ατόμων που εκφράζονται μέσα από βαθιά συναισθήματα ή σωματικές εκδηλώσεις αγάπης, εμπιστοσύνης και φροντίδας. Οι κοινωνικές πτυχές ασχολούνται με τις επιδράσεις της ανθρώπινης κοινωνίας στη σεξουαλικότητα του ατόμου, ενώ οι πνευματικές πτυχές ασχολούνται με την πνευματική σύνδεση ενός ατόμου με άλλους. Η σεξουαλικότητα επηρεάζει και επηρεάζεται από πολιτισμικές, πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές, ηθικές και θρησκευτικές πτυχές της ζωής.[4][5]

Το ενδιαφέρον για τη σεξουαλική δραστηριότητα αυξάνεται, συνήθως, όταν ένα άτομο φτάσει στην εφηβεία. Οι απόψεις, ωστόσο, διίστανται σχετικά με την προέλευση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της σεξουαλικής συμπεριφοράς.[7] Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η σεξουαλικότητα καθορίζεται από τη γενετική, ενώ άλλοι θεωρούν ότι διοχετεύεται από το περιβάλλον ή ότι και οι δύο αυτοί παράγοντες αλληλεπιδρούν για να σχηματίσουν το σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου.[6] Αυτό αφορά τη συζήτηση «φύση εναντίον ανατροφής». Το πρώτο μέρος υποθέτει ότι τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου υιοθετούνται έμφυτα με τη φυσική κληρονομιά τους, μέσω κινήσεων και ενστίκτων. Το δεύτερο αναφέρεται στην υπόθεση ότι τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου συνεχίζουν να αλλάζουν καθ΄ όλη τη διάρκεια της ανάπτυξής τους και της καλλιέργειάς τους, μέσα από ιδεώδη του εγώ και από μορφοποιητικές ταυτότητες.

Γενετικές μελέτες έχουν δείξει ότι η διαφορά στα αλληλόμορφα γονίδια αντιστοιχεί σε μια μεταβολή των χαρακτηριστικών μεταξύ των ανθρώπων.[8] Στη μελέτη των ανθρώπινων χρωμοσωμάτων που αφορούν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, η έρευνα έχει δείξει ότι το 10% του πληθυσμού έχει χρωμοσωμικές παραλλαγές που δεν ταυτίζονται πλήρως με τις κατηγορίες των ΧΧ-θηλυκών και των ΧΥ-αρσενικών.[9]

Οι εξελικτικές απόψεις πάνω στην ανθρώπινη σύνδεση, αναπαραγωγή και θεωρία της κοινωνικής μάθησης, παρέχουν περαιτέρω επιχειρήματα πάνω στη σεξουαλικότητα.[10] Οι κοινωνικο-πολιτιστικές πτυχές της σεξουαλικότητας περιλαμβάνουν την ιστορική ανάπτυξη και θρησκευτικές πεποιθήσεις.[11] Ορισμένες κουλτούρες έχουν μάλιστα περιγραφεί ως σεξουαλικά κατασταλτικές. Στο ευρύτερο πεδίο της σεξουαλικότητας περιλαμβάνεται επίσης η ανθρώπινη ταυτότητα μέσα στις κοινωνικές ομάδες, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και οι μέθοδοι ελέγχου των γεννήσεων.

Ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φύση εναντίον ανατροφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένα χαρακτηριστικά μπορεί να είναι έμφυτα στους ανθρώπους. Αυτά τα χαρακτηριστικά, όμως, μπορούν να τροποποιηθούν από το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι.[12] Για παράδειγμα η ανθρώπινη σεξουαλικότητα κατευθύνεται από τη γενετική και τη ψυχική δραστηριότητα. Η σεξουαλική κίνηση επηρεάζει την ανάπτυξη της προσωπικής ταυτότητας και τις κοινωνικές δραστηριότητες.[13][14] Τα φυσικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, εκπαιδευτικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου μετριάζουν τη σεξουαλική του κίνηση.[13] Δύο γνωστές σχολές στην ψυχολογία έχουν λάβει αντίθετες θέσεις στη συζήτηση φύση εναντίον ανατροφής. Η μία από αυτές τις σχολές είναι εκείνη του Σίγκμουντ Φρόυντ και η άλλη είναι του Τζον Λοκ.

Ο Φρόιντ πίστευε ότι οι σεξουαλικές κινήσεις είναι ενστικτώδεις και υποστήριζε σταθερά το επιχείρημα της φυσικής προέλευσης. Έλεγε ότι υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ενστίκτων, που χωρίζονται σε δύο ευρείες ομάδες. Ο έρως (ενστικτώδες της ζωής), το οποίο περιλαμβάνει τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης και του έρωτα, και ο θάνατος (ενστικτώδες του θανάτου), που περιλαμβάνει τα ένστικτα που επικαλούνται επιθετικότητα, αυτοκαταστροφή και σκληρότητα.[15] Έδωσε στις σεξουαλικές κινήσεις μια κεντρική θέση στην ανθρώπινη ζωή, σε ενέργειες και συμπεριφορές που δεν είχαν γίνει δεκτές πριν από αυτή του τη θεωρία. Η θεωρία του ενστίκτου ήθελε τους ανθρώπους να οδηγούνται από τη γέννησή τους στην επιθυμία να αποκτήσουν και να ενισχύσουν τις σωματικές απολαύσεις, ενώ επαναπροσδιόρισε τον όρο σεξουαλικότητα ώστε να καλύψει κάθε μορφή ευχαρίστησης που μπορεί να προέλθει από το ανθρώπινο σώμα.[15] Υποστήριζε, επίσης, ότι η ευχαρίστηση μειώνει την ένταση, ενώ η δυσαρέσκεια την αυξάνει, επηρεάζοντας τη σεξουαλική κίνηση του ανθρώπου. Η αναπτυξιακή του προοπτική διέπεται από εσωτερικές δυνάμεις, κυρίως από βιολογικές κινήσεις και από την ωρίμανση, και η άποψή του ότι οι άνθρωποι είναι βιολογικά διατεθειμένοι να αναζητήσουν σεξουαλική ικανοποίηση επιβεβαιώνει το επιχείρημα της φύσης της σεξουαλικότητας.[16] Η πλευρά που υποστηρίζει ότι η σεξουαλικότητα επηρεάζεται από την ανατροφή προέρχεται από τον Τζον Λόκε και τη θεωρία του περί άγραφου πίνακα (tabula rasa) του μυαλού. Αργότερα, οι συμπεριφοριστές θα εφαρμόσουν αυτή την έννοια για να υποστηρίξουν την ιδέα ότι το περιβάλλον είναι εκείνο όπου αναπτύσσει τη σεξουαλική κίνηση του ατόμου.[16]

Διαφορές φύλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν ψυχολογικές θεωρίες σχετικά με την ανάπτυξη και την έκφραση των διαφορών των φύλων στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Ορισμένες από αυτές, συμπεριλαμβανομένων των νεοαναλυτικών θεωριών, των κοινωνιοβιολογικών θεωριών, της θεωρίας κοινωνικής μάθησης, της θεωρίας του κοινωνικού ρόλου και της θεωρίας σεναρίου, συμφωνούν ότι οι άνδρες μπορούν να εγκρίνουν περισσότερο περιστασιακό σεξ και ότι μπορούν να έχουν ένα μεγαλύτερο αριθμό σεξουαλικών συντρόφων σε σχέση με τις γυναίκες. Αυτές οι θεωρίες έχουν προκύψει κυρίως με τις παρατηρούμενες διαφορές στις στάσεις ανδρών και γυναικών έναντι του περιστασιακού σεξ πριν από το γάμο τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλες πτυχές της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, όπως η σεξουαλική ικανοποίηση, η συχνότητα του στοματικού σεξ και οι στάσεις απέναντι στην ομοφυλοφιλία και τον αυνανισμό, δείχνουν μικρή ή και καθόλου διαφορά ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες. Οι παρατηρούμενες διαφορές μεταξύ των φύλων όσον αφορά τον αριθμό των σεξουαλικών εταίρων είναι μικρές, με τους άντρες να τείνουν να έχουν ελαφρώς περισσότερους από τις γυναίκες.[17]

Βιολογικές και φυσιολογικές πτυχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και άλλα θηλαστικά, οι άνθρωποι ομαδοποιούνται κατά κύριο λόγο με βάση το θηλυκό ή αρσενικό φύλο, με ένα μικρό ποσοστό (περίπου το 1%) να θεωρούνται διαφυλικά άτομα, καθώς η κατηγοριοποίηση φύλου σε αυτά τα άτομα μπορεί να μην είναι τόσο σαφής.[18][19][Χρειάζεται σελίδα] Οι βιολογικές πτυχές της σεξουαλικότητας του ανθρώπου αναφέρονται στο αναπαραγωγικό σύστημα, στον κύκλο σεξουαλικής ανταπόκρισης του ανθρώπου και στους παράγοντες που επηρεάζουν αυτές τις πτυχές. Ασχολούνται επίσης με την επίδραση των βιολογικών παραγόντων σε άλλες πτυχές της σεξουαλικότητας, όπως οι οργανικές και νευρολογικές αποκρίσεις, η κληρονομικότητα, τα ορμονικά θέματα, τα θέματα φύλου και η σεξουαλική δυσλειτουργία.[20][21]

Φυσική ανατομία και αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι άντρες και οι γυναίκες είναι ανατομικά παρόμοιοι. Αυτό οφείλεται σε κάποιο βαθμό στην ανάπτυξη του αναπαραγωγικού συστήματος. Ως ενήλικες, έχουν διαφορετικούς αναπαραγωγικούς μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να εκτελούν σεξουαλικές πράξεις και να αναπαράγουν. Οι άνδρες και οι γυναίκες αντιδρούν σε σεξουαλικά ερεθίσματα με παρόμοιο τρόπο, με μικρές ωστόσο διαφορές. Οι γυναίκες έχουν έναν μηνιαίο κύκλο αναπαραγωγής, ενώ ο κύκλος παραγωγής των αντρικών σπερματοζωαρίων είναι περισσότερο συνεχής.

Εγκέφαλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο υποθάλαμος είναι το πιο σημαντικό μέρος του εγκεφάλου για τη σεξουαλική λειτουργία. Αυτή είναι μια μικρή περιοχή στη βάση του εγκεφάλου που αποτελείται από πολλές ομάδες νευρικών κυττάρων που λαμβάνουν ενέργεια από το μεταιχμιακό σύστημα. Μελέτες έχουν δείξει ότι στα εργαστηριακά ζώα, η καταστροφή ορισμένων περιοχών του υποθαλάμου προκαλεί την εξάλειψη της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ο υποθάλαμος είναι σημαντικός λόγω της σχέσης του με την υπόφυση, η οποία βρίσκεται κάτω από αυτόν. Η υπόφυση εκκρίνει ορμόνες που παράγονται στον υποθάλαμο και στην ίδια. Οι τέσσερις πιο σημαντικές σεξουαλικές ορμόνες είναι η οξυτοκίνη, η προλακτίνη, η ορμόνη διέγερσης των ωοθυλακίων και η ωχρινοποιητική ορμόνη. Η οξυτοκίνη, που μερικές φορές αναφέρεται ως «ορμόνη της αγάπης», απελευθερώνεται και στα δύο φύλα κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής όταν επιτυγχάνεται ο οργασμός. Η οξυτοκίνη έχει θεωρηθεί κρίσιμη για τις σκέψεις και συμπεριφορές που απαιτούνται για τη διατήρηση στενών σχέσεων.[22][23]Πρότυπο:Verification needed Η ορμόνη απελευθερώνεται επίσης στις γυναίκες όταν γεννούν ή όταν θηλάζουν.[24] Τόσο η προλακτίνη όσο και η ωκυτοκίνη διεγείρουν την παραγωγή γάλακτος στις γυναίκες. Η ορμόνη διέγερσης των ωοθυλακίων (FSH) είναι υπεύθυνη για την ωορρηξία στις γυναίκες, καθώς προκαλεί την ωρίμανση του ωαρίου. Στους άνδρες διεγείρει την παραγωγή σπέρματος.[25] Η ωχρινοποιητική ορμόνη (LH) ενεργοποιεί την ωορρηξία, με την απελευθέρωση του ώριμου ωαρίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dianne Hales (2012). An Invitation to Health. Cengage Learning, σελ. 515. ISBN 113370851X. https://books.google.com/books?id=HYUJAAAAQBAJ&pg=PT515. Ανακτήθηκε στις 21 06 2017. 
  2. Sex and Society, Volume 2. Marshall Cavendish. 2010, σελ. 384. ISBN 0761479074. https://books.google.com/books?id=YtsxeWE7VD0C&pg=PA384. Ανακτήθηκε στις 21 06 2017. «The term human sexuality broadly refers to how people experience and express themselves as sexual beings.» 
  3. Joan Ferrante (2014). Sociology: A Global Perspective. Cengage Learning, σελ. 207. ISBN 1285746465. https://books.google.com/books?id=Au4bCgAAQBAJ&pg=PA207. Ανακτήθηκε στις 21 06 2017. «Sexuality encompasses all the ways people experience and express themselves as sexual beings.» 
  4. 4,0 4,1 4,2 Jerrold S. Greenberg, Clint E. Bruess, Sara B. Oswalt (2016). Exploring the Dimensions of Human Sexuality. Jones & Bartlett Publishers, σελ. 4-10. ISBN 1284081540. https://books.google.com/books?id=8iarCwAAQBAJ&pg=PA4. Ανακτήθηκε στις June 21, 2017. «Human sexuality is a part of your total personality. It involves the interrelationship of biological, psychological, and sociocultural dimensions. [...] It is the total of our physical, emotional, and spiritual responses, thoughts, and feelings.» 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Anne Bolin, Patricia Whelehan (2009). Human Sexuality: Biological, Psychological, and Cultural Perspectives. Taylor & Francis, σελ. 32-42. ISBN 0789026716. https://books.google.com/books?id=qrPHYok19v8C&pg=PA32. Ανακτήθηκε στις 21 /06/ 2017. 
  6. 6,0 6,1 «Sexual orientation, homosexuality and bisexuality». American Psychological Association. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 / 08 / 2013. https://web.archive.org/web/20130808032050/http://www.apa.org/helpcenter/sexual-orientation.aspx. Ανακτήθηκε στις 10 / 08 / 2013. 
  7. Carlson, Neil R. and C. Donald Heth. "Psychology: the Science of Behaviour." 4th Edition. Toronto: Pearson Canada Inc., 2007. 684.
  8. «10 Scientific Ideas That Scientists Wish You Would Stop Misusing». http://io9.com/10-scientific-ideas-that-scientists-wish-you-would-stop-1591309822. Ανακτήθηκε στις 26 07 2014. 
  9. Butler, Judith. Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity. New York City: Routledge, 1990. 107,
  10. Sexual Strategies Theory: An Evolutionary Perspective on Human Mating by David M. Buss and David P. Schmitt
  11. King, Bruce M. (2013). Human Sexuality Today. ISBN 9780136042457. Πρότυπο:Full citation needed
  12. Csongradi, C. (n.d.). A new look at an old debate. access excellence. retrieved 12 November 2011, from www.accessexcellence.org/LC/SER/BE/whata.php
  13. 13,0 13,1 Boccadoro L., Carulli S., (2008) Il posto dell'amore negato. (The place of the denied love. Sexuality and secret psychopathologies – Abstract). Tecnoprint Editrice, Ancona. (ISBN 978-88-95554-03-7)
  14. Deleuze and Guattari (1972) Anti-Oedipus pp. 322, 114–5
  15. 15,0 15,1 «Freud, Sigmund [Internet Encyclopedia of Philosophy]». Iep.utm.edu. http://www.iep.utm.edu/freud/. Ανακτήθηκε στις 2013-06-30. 
  16. 16,0 16,1 Crain, W. C. (1980). Theories of development: concepts and applications (fifth edition ed.). Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.
  17. Oliver, Mary Beth. Hyde, Janet S. (2001). «Gender Differences in Sexuality: A Meta-Analysis». Στο: Baumeister, Roy F., επιμ (στα αγγλικά). Social Psychology and Human Sexuality: Essential Readings. Psychology Press, σελ. 29–43. ISBN 978-1-84-169019-3. https://books.google.com/books?id=2qsKNaqIsuUC&pg=PA29. 
  18. Leonard, Janet (18 Jun 2010). The Evolution of Primary Sexual Characters in Animals. Oxford University Press, σελ. 552. ISBN 978-0-19-532555-3. //books.google.com/books?id=PgtXj5R6OfMC. 
  19. Fausto-Sterling, Anne (2000). Sexing the Body: Gender Politics and the Construction of Sexuality. New York, NY, USA: Basic Books. ISBN 0465077137. Πρότυπο:Full citation needed
  20. Ellen Ross, Rayna Rapp Sex and Society: A Research Note from Social History and Anthropology Comparative Studies in Society and History, Vol. 23, No. 1 (Jan. 1981), pp. 51–72
  21. Rathus, Spencer A.; Nevid, Jeffrey S. & Fichner-Rathus, Lois (2007). Human Sexuality in a World of Diversity. Allyn & Bacon. 
  22. Sigelman, Carol & Rider, Elizabeth (2011). Life-Span Human Development. Boston, MA, USA: Cengage Learning, σελ. 452. ISBN 1111342733. https://books.google.com/books?id=8smBuRecmDsC&pg=PT480. Ανακτήθηκε στις 7 December 2014. 
  23. Hornstein, Theresa & Schwerin, Jeri (2012). Biology of Women. Boston, MA, USA: Cengage Learning, σελ. 205. ISBN 1285401026. https://books.google.com/books?id=ibgKAAAAQBAJ&pg=PA205. Ανακτήθηκε στις 7 December 2014. 
  24. Smith, Linda J. (2010). Impact of Birthing Practices on Breastfeeding. Burlington, MA, USA: Jones & Bartlett, σελ. 158. ISBN 0763763748. https://books.google.com/books?id=vUncnT6o4k4C&pg=PA158. Ανακτήθηκε στις 20 September 2015. 
  25. Hyde, Janet; DeLamater, John & Byers, Sandra (2013). Understanding Human Sexuality (5th Canadian έκδοση). Whitby, ON, CAN: McGraw-Hill Ryerson, σελ. 100, 102ff. ISBN 9780070329720.