Εδαφικός σχηματισμός της Γαλλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης της Γαλλίας

Ο εδαφικός σχηματισμός της Γαλλίας είναι η διαδικασία που οδήγησε στη δημιουργία της επικράτειας της Γαλλίας όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, ξεκινώντας από το Δυτικό Φραγκικό Βασίλειο που δημιουργήθηκε από τη Συνθήκη του Βερντέν το 843.

Τα σύνορα του βασιλείου δεν άλλαξαν σημαντικά έως τον 14ο αιώνα, εκτός από την απώλεια της κυριαρχίας στην κομητεία της Βαρκελώνης, που ήταν πολύ απομακρυσμένη για να προστατευθεί. Οι πρώτοι βασιλιάδες της δυναστείας των Καπέτων αφοσιώθηκαν στην ισχυροποίηση της εξουσίας τους μέσα στο βασίλειό τους. Για το σκοπό αυτό, εκμεταλλεύτηκαν επιδέξια τις διαμάχες μεταξύ των ταραχοποιών υποτελών τους φεουδαρχών, υποστηριζόμενοι από την Εκκλησία και τις πόλεις. Οι μεγάλες συγκρούσεις με τους βασιλείς της Αγγλίας, επίσης υποτελείς του βασιλιά της Γαλλίας λόγω των κτήσεών τους στη Γαλλία, πρόσφεραν την ευκαιρία στη βασιλική εξουσία να εδραιωθεί. Η προσάρτηση της Νορμανδίας και του Λανγκεντόκ από τον 13ο αιώνα στις βασιλικές κτήσεις ήταν δύο σημαντικά βήματα προς την ενοποίηση του βασιλείου.

Η επέκταση πέρα από τον Ροδανό ποταμό, που παρέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα το σύνορο, άρχισε με την αγορά του Ντωφινέ το 1349. Λίγο μετά τον εκατονταετή πόλεμο, ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ προσάρτησε τα δύο πιο ισχυρά δουκάτα, της Βουργουνδίας και του Ανζού (Ανδεγαυίας) καθώς και την Προβηγκία (1481-1482). Και πριν από το τέλος του 15ου αιώνα, οι γάμοι (1491 και 1499) της Άννας της Βρετάνης με τους βασιλείς Κάρολο Η΄ και Λουδοβίκο ΙΒ΄ είχαν για περαιτέρω συνέπεια την οριστική ένωση το 1532 της Βρετάνης, που μέχρι τότε ήταν ισχυρό ανεξάρτητο δουκάτο.

Ο Ρισελιέ και μετά από αυτόν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ επιχείρησαν τη διεύρυνση των συνόρων προς τον βορρά και προς τον Ρήνο. Επιδίωξαν να περιορίσουν τη φιλοδοξία του αυστριακού Οίκου των Αψβούργων για ηγεμονία στην Ευρώπη, ενώ η απώλεια της Φλάνδρας είχε μεταφέρει επικίνδυνα τα σύνορα κοντά στο Παρίσι. Η Αλσατία, το Αρτουά και η Φρανς-Κοντέ προσαρτήθηκαν μεταξύ 1648 και 1697. Το δουκάτο της Λωρραίνης, ένας θύλακας μέσα στο βασίλειο πριν ενσωματωθεί το 1766, επέτρεψε, με την προσάρτηση της Κορσικής το 1769, την εδραίωση της επικράτειας.

Η γαλλική επικράτεια αυξήθηκε προσωρινά υπό τη Γαλλική Επανάσταση και την Α΄ Αυτοκρατορία στην αριστερή όχθη του Ρήνου. Ωστόσο, το 1815 στο Συνέδριο της Βιέννης τα σύνορα αποκαταστάθηκαν όπως ήταν πριν τους Ναπολεόντειους πολέμους.

Τον 19ο αιώνα, έγιναν μόνο μικρές εξελίξεις. Το δουκάτο της Σαβοΐας και η κομητεία της Νίκαιας ενώθηκαν οριστικά με τη  Γαλλία το 1860. Η Αλσατία-Λωρραίνη προσαρτήθηκαν από τη Γερμανία μετά τον ατυχή γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1871 και έγιναν ξανά γαλλικές το 1918.

Πίνακας περιεχομένων

Ο Μεσαίωνας (843-1492): η ενοποίηση του βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σύνορα μεταξύ του βασιλείου της Γαλλίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γέννηση της Γαλλίας και της Γερμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνθήκη του Βερντέν (843): η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου διαιρείται από τους τρεις εγγονούς του.

Η Συνθήκη του Βερντέν το 843 σηματοδότησε τη δημιουργία ενός Δυτικού Φραγκικού Βασιλείου και ενός Ανατολικού, χωρισμένα μεταξύ τους, όπως επιβεβαιώνουν οι συνθήκες του Μέρσεν (870) και του Ριμπεμόν (880).[1] Αυτές οι διαδοχικές συνθήκες, σχεδιασμένες αρχικά ως ένα προσωρινό μοίρασμα μεταξύ των κληρονόμων του Καρλομάγνου,[2] σφράγισαν οριστικά τη διάσπαση της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου και οδήγησαν στη δημιουργία κρατών με δική του εξέλιξη το καθένα, έως ότου οριστικοποιήθηκαν, το Δυτικό Φραγκικό Βασίλειο ως Γαλλία και το Ανατολικό Φραγκικό Βασίλειο ως Γερμανία.[3]

Από το 880, τα κοινά σύνορα βρίσκονται περίπου από βορρά προς νότο στα τέσσερα ποτάμια: Εσκώ, Μεύση, Σον και Ροδανό, και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα δεν υπήρξε σχεδόν καμία αλλαγή. Η οριοθέτηση των συνόρων της Γαλλίας και της Γερμανίας από τους τέσσερις ποταμούς παρέμεινε για πολύ καιρό σταθερή.

Από τη μία πλευρά, η πρώτη γερμανική μοναρχία θα προσπαθήσει να ανασυστήσει την Καρολίγγεια αυτοκρατορία, χωρίς επιτυχία. Από την άλλη πλευρά, η γαλλική μοναρχία θα επιβληθεί αργά αλλά σταθερά και θα  πάρει αργότερα την πρώτη θέση στη Δυτική Ευρώπη.

Το 987, οι Καρολίδες απομακρύνθηκαν από το θρόνο της Γαλλίας από τον Ούγο Καπέτο, αρχηγό της δυναστείας των Καπετιδών. Η βασιλική επικράτεια των πρώτων Καπέτων περιορίζονταν αρχικά σε ένα τμήμα της Ιλ-ντε-Φρανς,[4] ανάμεσα στο Παρίσι και την Ορλεάνη, που αποτελούσαν και τις κύριες πόλεις. Λίγο μακρύτερα εξουσίαζαν οι μεγάλοι άρχοντες: οι δούκες της Ακουιτανίας, της Βουργουνδίας, της Νορμανδίας και οι κόμητες της Καμπανίας, της Φλάνδρας και της Τουλούζης.

Ανάμεσα στη Συνθήκη του Ριμπεμόν το 880 και στα εδαφικά κέρδη του 14ου αιώνα, οι μόνες σημαντικές αλλαγές των συνόρων του βασιλείου ήταν στα δυτικά και στα νότια κατά τον 10ο αιώνα. Στα δυτικά, το δουκάτο της Βρετάνης έγινε μια αυτόνομη δύναμη με δεσμούς με το βασίλειο: στο κοινό τους αγώνα κατά των Νορμανδών, ο δούκας της Βρετάνης Αλαίν Β΄ Μπαρμπετόρτ έγινε το 942 «πιστός»[5] του βασιλιά Λουδοβίκου Δ΄ του Υπερπόντιου, αναγνωρίζοντας την άμεση εξάρτηση της Βρετάνης.[6] Αντίθετα, στον νότο, η λεηλασία της πόλης της Βαρκελώνης (985) από τους Άραβες σηματοδότησε την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας στην επαρχία της Βαρκελώνης, που βρίσκονταν πάρα πολύ μακριά για να προστατευθεί αποτελεσματικά.[7]

Η επέκταση του βασιλείου της Γαλλίας πέρα από τον Ροδανό, προς τις Άλπεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αποτυχία του Φρειδερίκου Β 'κατά του παπισμού, η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μόνιμα σε πολιτική αναρχία κατά τον 13ο αιώνα, έδωσε τη δυνατότητα στους βασιλιάδες της Γαλλίας σε διάφορες κατακτήσεις.

Ο Φίλιππος ο Ωραίος, το 1312, προσάρτησε στο γαλλικό βασίλειο την κομητεία της Λυών, παλιά πρωτεύουσα της Γαλατίας και σημαντικό εμπορικό σταυροδρόμι της Ευρώπης.

Ο Φίλιππος ΣΤ΄ Βαλουά αγόρασε το Ντωφινέ της Βιέννης, περιοχή της νοτιοανατολικής Γαλλίας στα σύνορα με την Ιταλία, το 1349 από τον Ουμβέρτο Β΄ της Βιέννης. Η περιοχή παραχωρήθηκε στον βασιλιά της Γαλλίας, με τον όρο να διατηρήσει τη διοικητική της αυτονομία, υπό την άμεση ηγεμονία των πρωτότοκων γιων των βασιλιάδων της Γαλλίας. Από εδώ προέρχεται και ο τίτλος «δελφίνος» που έφεραν οι διάδοχοι του γαλλικού θρόνου.

Από το 1476 ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ προσάρτησε το δουκάτο της Βουργουνδίας, τη Φρανς Κοντέ, το Αρτουά, το Ρουσιγιόν και το Σερντάν, καθώς και τις κτήσεις του Ρενέ του Ανζού, μετά τον θάνατό του το 1480, δηλαδή : την Προβηγκία, το Μεν και τα δουκάτα της Μπαρ και του Ανζού. Η προσάρτηση αυτών των περιοχών σήμανε την εδαφική ενοποίηση της Γαλλίας υπό το σκήπτρο της βασιλικής εξουσίας.

Το 1491 ο Κάρολος Η΄ παντρεύτηκε την Άννα της Βρετάνης, γεγονός που προετοίμασε την ένωση της Βρετάνης με τη Γαλλία. Κυριευμένος όμως από τη φιλοδοξία του για ιταλική κυριαρχία όχι μόνο ανέλαβε μια αναποτελεσματική εκστρατεία στη Νάπολη, αλλά έχασε πολλές κατακτήσεις του πατέρα του: τις επαρχίες Αρτουά, Βουργουνδία και Ρουσιγιόν.

Η ισχυροποίηση της βασιλικής δύναμης έναντι των βασιλέων της Αγγλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος στόχος των Καπετιανών βασιλέων ήταν να εδραιώσουν την εξουσία τους γύρω από τα οχυρά τους στο Ιλ-ντε-Φρανς, γεγονός που πραγματοποίησαν τον 11ο και 12ο αιώνα. Η κύρια επέκταση της βασιλικής κληρονομιάς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν η αγορά του υποκομιτάτου της Μπουρζ το 1101, το οποίο θα γίνει αργότερα το δουκάτο του Μπερύ.

Η ενσωμάτωση στη βασιλική επικράτεια των φέουδων που ανήκαν στους Πλανταγενέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης που απεικονίζει την εξέλιξη των συνόρων της Γαλλίας από το 985 έως το 1947: Αρχικά εμφανίζονται με μαύρο χρώμα τα βασιλικά εδάφη και τα φεουδαρχικά φέουδα που ανήκαν στο στέμα κατά την ανάρρηση στο θρόνο του Ούγου Καπέτου.

Ο αγώνας εναντίον των βασιλιάδων της Αγγλίας αποτέλεσε ευκαιρία για τους βασιλείς της Γαλλίας να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους. Ο δούκας της Νορμανδίας Γουλιέλμος ο Κατακτητής έγινε βασιλιάς της Αγγλίας το 1066 μετά τη νίκη του κατά των Σαξόνων στο Χέιστινγκς. Κληρονόμος του ήταν ο κόμης του Ανζού ( Ανδεγαυία), Ερρίκος ο Πλανταγενέτης, εγγονός από τη μητέρα του Ερρίκου Α΄της Αγγλίας, που έγινε βασιλιάς της Αγγλίας ως Ερρίκος Β΄. Αυτός παντρεύτηκε το 1152, την Ελεονώρα της Ακουιτανίας, την πλουσιότερη κληρονόμο του βασιλείου και πρώην σύζυγο του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄, παίρνοντας ως προίκα το δουκάτο της Ακουιτανίας.


Ο νέος βασιλιάς της Αγγλίας έγινε έτσι κυρίαρχος των δύο τρίτων του γαλλικού εδάφους της εποχής. Οι βασιλείς της Γαλλίας, ωστόσο, είχαν κάποια πλεονεκτήματα: το κύρος και τα προνόμια της εξουσίας τους, τις διχόνοιες εντός της οίκου των Πλανταγενετών και τη δυσκολία των Πλανταγενετών να επιβληθούν στα νοτιοδυτικά.[8][9] Επιπλέον, ο Ιωάννης ο Ακτήμονας, γιος του Ερρίκου Β΄, δημιούργησε αντιπάθειες ανάμεσα στους υποτελείς του λόγω της ακανόνιστης και βίαιης συμπεριφοράς του.

Ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Αύγουστος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και απέσπασε τη Νορμανδία καταλαμβάνοντας το οχυρωμένο φρούριο του Γκαγιάρ, κοντά στο Παρίσι, το 1204. Η κατάκτηση αυτής της επαρχίας ήταν σημαντικότατη, καθώς αύξανε σημαντικά τα έσοδα του Γαλλικού Στέμματος. Η επιτυχία του Φίλιππου Αυγούστου επιστεγάστηκε με τη νίκη του στο Μπουβίν κατά του Γερμανού αυτοκράτορα το 1214.[10]

Η βασιλική κυριαρχία στους φεουδάρχες του νότου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππος Αύγουστος ήταν στην πραγματικότητα ο πρώτος βασιλιάς του οποίου η εξουσία υπερέβη την περιοχή Ιλ-ντε-Φρανς, χάρη στο διευρυμένο πεδίο δράσης του και στην αποτελεσματικότητά του. Πενταπλασίασε την έκταση των βασιλικών εδαφών,[11] υπέταξε, μεταξύ άλλων, τις περιοχές Βερμαντουά και Τουραίν και το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας Ωβέρνι.

Λίγο αργότερα, το 1229, ο γιος του Λουδοβίκος Η΄ ο Λέων επωφελήθηκε από τη σταυροφορία κατά των Αλβιγηνών[12] της νότιας Γαλλίας για να επιβάλει την εξουσία του στην κομητεία της Τουλούζης.

Αυτή η νέα κατάκτηση θα γίνει η επαρχία του Λανγκεντόκ, η οποία θα περιλαμβάνει μέχρι την Επανάσταση τους βασικούς οκτώ από τα σημερινούς νομούς του νότου. Μέσα στα προβλήματα του ύστερου Μεσαίωνα, το Λανγκεντόκ δημιούργησε δικά του θεσμικά όργανα: Κοινοβούλιο (ανώτατο δικαστήριο) και τις Τάξεις (Les états provinciaux, συνέλευση που ψήφιζε για φόρους και αποφάσιζε για συλλογικές ενέργειες) .

Καθώς συνεχιζόταν η εδαφική ενοποίηση και ισχυροποίηση της βασιλικής εξουσίας, η συσσώρευση κατακτήσεων έγινε ευκαιρία για τους βασιλιάδες της Γαλλίας να παραχωρήσουν στους νεώτερους γιους τους εδάφη: τα λεγόμενα προνόμια (apanages). Αυτή η πολιτική θα επιτρέψει τη σταδιακή υποταγή επαρχιών στη βασιλική αρχή, επειδή αυτά τα εδάφη επέστρεφαν πολύ συχνά χωρίς δυσκολία στο στέμμα:

  • Πουατού (1271 και 1416) και Ανζού (1328 και 1481), δύο επαρχίες που κατέκτησαν από τους Άγγλους ο Φίλιππος Αύγουστος και ο Λουδοβίκος Η΄ ο Λέων.
  • Ωβέρνι (1271 τότε 1531).

Οι δυσκολίες του βασιλείου της Γαλλίας και η εκδίωξη των Άγγλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γαλλία το 1477

Η πολιτική της παραχώρησης εδαφών στους γιους του βασιλιά ήταν μερικές φορές πηγή αποδυνάμωσης της βασιλικής εξουσίας. Ο δούκας της Βουργουνδίας Φίλιππος ο Τολμηρός, ο οποίος έλαβε εδαφικά προνόμια από τον πατέρα του Ιωάννη Β 'της Γαλλίας, ήταν επίσης κύριος της πολύ πλούσιας Φλάνδρας. Χρησιμοποίησε τη θέση του ως πρώτου ομότιμου της Γαλλίας για να δημιουργήσει ένα ισχυρό κράτος, τις Βουργουνδικές Κάτω Χώρες (πρόδρομος του μελλοντικού Βελγίου). [13]Ο γιος του Ιωάννης ο Άφοβος συγκρούστηκε με τον Λουδοβίκο της Ορλεάνης, αδελφό του βασιλιά Κάρολου ΣΤ΄. Προσπάθησε με μια σειρά πραξικοπημάτων να επιβληθεί στην κυβέρνηση και σταδιακά προσέλκυσε την εχθρότητα όλων των άλλων πριγκίπων της βασιλικής οικογένειας. Κατέλαβε το Παρίσι το 1418, αναγκάζοντας τον κληρονόμο στο θρόνο, τον μελλοντικό βασιλιά Κάρολο Ζ΄, να φύγει στην Μπουρζ.[14]

Εν τω μεταξύ, οι βασιλείς της Αγγλίας είχαν βλέψεις στον θρόνο της Γαλλίας. Ο Φίλιππος ο Ωραίος είχε τρεις γιους με την Ιωάννα της Καμπανίας, που είχε φέρει την Καμπανία το 1284 ως προίκα στην βασιλική περιουσία. Ωστόσο, κατά το θάνατο του βασιλιά της Γαλλίας και μετά το θάνατο των άτεκνων γιων του, ανέβηκε στο θρόνο ο ανιψιός του Φίλιππος Βαλουά. Μια νέα σειρά συγκρούσεων, γνωστή ως Εκατονταετής Πόλεμος, προκλήθηκε από την απαίτηση του Εδουάρδου Γ΄ της Αγγλίας, εγγονού του Φιλίππου του Ωραίου από τη μητέρα του και δούκα της Ακουιτανίας, να γίνει βασιλιάς της Γαλλίας. Τα γαλλικά στρατεύματα υπέστησαν μεγάλες ήττες στο Κρεσύ το 1346 και στο Πουατιέ 1356. Η επιδημία πανούκλας χειροτέρεψε την απελπιστική κατάσταση του βασιλείου. Το βασίλειο ακρωτηριάστηκε με τη Συνθήκη του Μπρετινύ το 1360, παραχωρώντας μεγάλες περιοχές στους Άγγλους. Εν τω μεταξύ, οι δούκες της Βουργουνδίας μεγάλωσαν τις κτήσεις τους και ίδρυσαν ένα μεγάλο κράτος,από τη Φλάνδρα ως τις Άλπεις και ήταν σύμμαχοι των Άγγλων. Μετά την ήττα στο Αζενκούρ το 1415 το βασίλειο διαιρέθηκε ξανά και η Συνθήκη της Τρουά το 1420, που συνήφθη μεταξύ του Ερρίκου Ε΄ της Αγγλίας και του Κάρολου ΣΤ΄ της Γαλλίας προέβλεπε ότι ο τελευταίος, μετά το θάνατό του, θα κληροδοτούσε το γαλλικό στέμμα του στον πρώτο, αφού είχε γίνει γαμπρός του. Ο γιος του Καρόλου ΣΤ΄, μετέπειτα Κάρολος Ζ΄, δεν αναγνωριζόταν παρά μόνο στην κεντρική και νότια Γαλλία και η θέση του ήταν απελπιστική.

Τότε, σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή της γαλλικής ιστορίας, η εμφάνιση της Ιωάννας της Λωρραίνης εμψύχωσε τα γαλλικά στρατεύματα και υπό την αρχηγία της υποχρέωσαν τους Άγγλους να άρουν την πολιορκία της Ορλεάνης το 1429. Αφού στέφθηκε επίσημα βασιλιάς στη Ρενς, ο Κάρολος Ζ΄ επέστρεψε στο Παρίσι. Η Λα Ροσέλ υποτάχθηκε στον Γάλλο βασιλιά το 1371, και έπειτα, το 1451 και το 1453, οι Άγγλοι εκδιώχθηκαν από τη Μπαγιόν και το Μπορντώ. Η κατάκτηση των περιοχών που υπάγονταν στον βασιλιά της Αγγλίας στην ακτή του Ατλαντικού επέτρεψε στον Κάρολο Ζ΄ να εδραιώσει την αποκλειστική κυριαρχία του σε ολόκληρη τη νοτιοδυτική περιοχή της Γαλλίας. Οι Άγγλοι πλέον κατείχαν μόνο το Καλαί.

H πρώιμη νεότερη εποχή (1492-1789): οι συγκρούσεις με τους Αψβούργους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενσωμάτωση των τελευταίων φέουδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουργουνδία και η εξέλιξη των συνόρων κατά μήκος ενός βορειοανατολικού άξονα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδοχή της Βουργουνδίας αφενός, καθώς και η επιθυμία επέμβασης στην Ιταλία, ήταν οι αιτίες μιας πρώτης σειράς συγκρούσεων με τους Αψβούργους. Μετά το θάνατο του Καρόλου του Τολμηρού, τελευταίου δούκα της Βουργουνδίας, τα εδάφη του μοιράστηκαν. Η κόρη του Μαρία της Βουργουνδίας κληρονόμησε τις Βουργουνδικές Κάτω Χώρες και την κομητεία της Βουργουνδίας (Φρανς-Κοντέ), ενώ ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ πήρε το δουκάτο της Βουργουνδίας και την Πικαρδία (1482). Ο εγγονός της Μαρίας, ο Γερμανός αυτοκράτορας Κάρολος Κουίντος των Αψβούργων ήρθε σε σύγκρουση με τον Φραγκίσκο Α΄ για την κατοχή της Βουργουνδίας και του δουκάτου του Μιλάνου. Αυτή η πρώτη φάση διακόπηκε από τους θρησκευτικούς πολέμους της Γαλλίας και δεν ήταν καθοριστική για τη γαλλική μοναρχία.

Μετά την ήττα του στην Παβία το 1526, ο Φραγκίσκος Α΄ διατήρησε τη Βουργουνδία αλλά παραιτήθηκε για πάντα από την κυριαρχία του στην επαρχία της Φλάνδρας. Οι Βουργουνδικές Κάτω Χώρες που είχε κληρονομήσει ο Κάρολος Κουίντος μέχρι τώρα αποτελούνταν από γαλλικά και γερμανικά εδάφη. Από το 1549, αποτέλεσαν πλέον μια ξεχωριστή πολιτική οντότητα.

Ο Ερρίκος Β΄, όμως, εδραίωσε τα σύνορα του βασιλείου της Γαλλίας χάρη:

  • στην κατάληψη του Καλαί από τους Άγγλους το 1558 και
  • στην κατάληψη το 1552 των πόλεων Μετς, Τουλ και Βερντέν που θα αποτελέσουν την επαρχία των Τριών Επισκοπών και ένα άνοιγμα προς τα ανατολικά.

Η εξαφάνιση των φεουδαρχικών οίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γάμος του Κάρολου Η΄ και έπειτα του Λουδοβίκου ΙΒ΄ με την Άννα της Βρετάνης και αργότερα της Κλωντ, κόρης των δύο τελευταίων, με τον Φραγκίσκο Α΄ το 1514, προετοίμασαν την ένωση της Βρετάνης με τη Γαλλία, που πραγματοποιήθηκε το 1532.

Αυτή η πολιτική της προσάρτησης εδαφών μέσω γάμων αύξησε τη γαλλική επικράτεια και εμπόδισε τη σύνδεση του δουκάτου της Βρετάνης με την αυτοκρατορία των Αψβούργων λόγω του πρώτου γάμου της Άννας της Βρετάνης με τον Μαξιμιλιανό Α΄(που προκάλεσε την κατάληψη της Νάντης και την πολιορκία της Ρεν από γαλλικά στρατεύματα), ή επίσης λόγω του σχεδιαζόμενου γάμου της Κλωντ με τον Κάρολο Κουίντο (που διαπραγματεύθηκε η Άννα αλλά ακυρώθηκε από τις Γενικές Τάξεις, για να παντρευτεί τελικά τον Φραγκίσκο Α΄). Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με αυτούς τους γάμους, θα ολοκλήρωνε την περικύκλωση της Γαλλίας.

Επιπλέον, η εξαφάνιση του μεγαλύτερου κλάδου των Βουρβόνων έδωσε την ευκαιρία στον Φραγκίσκο Α΄ να ενσωματώσει στη βασιλική επικράτεια το δουκάτο της Βουρβόνης και το Φορέ.

Παρόλο που βρισκόταν στο θρόνο της Γαλλίας από το 1589, ο βασιλιάς Ερρίκος Δ΄ της Γαλλίας έφερε τα δικά του εδάφη στις βασιλικές κτήσεις το 1607. [15]Υπό την πίεση πολλών διαμαρτυριών, μεταξύ άλλων και από το Κοινοβούλιο του Παρισιού, συμφώνησε να ενσωματώσει έναν αριθμό φέουδων που κατείχε στο στέμμα της Γαλλίας:

  • Αρμανιάκ, Μπιγκόρ, Mαρσάν στη Γασκώνη,
  • Λιμόζ, Περιγκόρ και Ροντέ στα σύνορα της Γουιένης,
  • Φουά

Ωστόσο, ο Ερρίκος Δ΄ απέκλεισε από τη συμφωνία τις περιοχές Μπεάρν και Κάτω-Ναβάρα, θεωρώντας τα εδάφη αυτά ως κυρίαρχα.[16] Ο γιος του Λουδοβίκος ΙΓ΄ τελικά τα ενσωμάτωσε το 1620: επικεφαλής μιας στρατιωτικής εκστρατείας, υπέγραψε ο ίδιος στο Πω το διάταγμα της ένωσης αυτών των νότιων περιοχών στο Βασίλειο της Γαλλίας.

Έχοντας αναπτύξει ισχυρή ταυτότητα, οι επαρχίες του Μπεάρν, της Βουργουνδίας και της Βρετάνης θα διατηρήσουν μέχρι τη γαλλική επανάσταση τα δικά τους θεσμικά όργανα, όπως και το Λανγκεντόκ: Τάξεις και Κοινοβούλιο.

Επέκταση προς ανατολικά: τα σύνορα του Ρήνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς νέες συγκρούσεις με τον Οίκο της Αυστρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυστρία δεν έκρυβε την επιθυμία της για κυριαρχία στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας την εικόνα του μαχητικού προπύργιου του Καθολικισμού απέναντι στον ανερχόμενο Προτεσταντισμό. Το πιο ανησυχητικό για τη Γαλλία ήταν ότι ο ισχυρισμός αυτός έβρισκε απήχηση σε καθολικούς κύκλους στη Γαλλία. Επιπλέον, οι εδαφικές κτήσεις των Αψβούργων περιέκλειαν τη γαλλική επικράτεια:  Ισπανία, Κάτω Χώρες, Φρανς-Κοντέ και μακρύτερα, το Μιλάνο.

Ο Ερρίκος Δ΄ , που από τη μητέρα του ήταν κληρονόμος των βασιλέων της Ναβάρας και στο εξής οι βασιλιάδες της Γαλλίας έφεραν τον τίτλο του βασιλιά της Ναβάρας, αφοσιώθηκε και πέτυχε την πολιτική και οικονομική ανόρθωση του βασιλείου μετά τους θρησκευτικούς πολέμους. Το 1601, παρενέβη κατά του δούκα της Σαβοΐας, ο οποίος είχε στραφεί εναντίον του. Η Γαλλία απέκτησε με τη Συνθήκη της Λυών τα εδάφη που αντιστοιχούν στο σημερινό τμήμα του γαλλικού νομού Αιν σε αντάλλαγμα για τη μαρκιωνία του Σαλύς, στο Πεδεμόντιο. Έχοντας εξασφαλίσει μια εξουσία αδιαμφισβήτητη, άρχισε μια πολιτική εχθρική προς τους Αψβούργους.

Αλλά η προοπτική μιας σύγκρουσης με την Αυστρία  προσέκρουε σε ένα μεγάλο μέρος των Καθολικών της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένης της Αυλής της Μαρίας των Μεδίκων. Μέσα σ' αυτές τις συγκυρίες, ο Ερρίκος Δ΄ δολοφονήθηκε από έναν φανατικό καθολικό, τον Ραβαγιάκ.

Οι πόλεμοι του 17ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γιος του Λουδοβίκος ΙΓ΄, υπό την καθοδήγηση του πρωθυπουργού Ρισελιέ, κατά τον τριαντακονταετή πόλεμο, που ο Ρισελιέ τον μετέτρεψε από μία σύγκρουση Προτεσταντών εναντίον Καθολικών σε πόλεμο εναντίον της ηγεμονίας των Αψβούργων,[17] αφού υπέταξε οριστικά τη Λα Ροσέλ (1629) κατέλαβε και το δουκάτο της Λωρραίνης (1632).

Οι εδαφικές κατακτήσεις του Λουδοβίκου ΙΔ΄, από το 1643 έως το 1715

Ένας αποφασιστικός πόλεμος εναντίον της Αυστρίας σηματοδοτήθηκε από τη νίκη της Γαλλίας στη μάχη του Ροκρουά, το 1643, μόλις πέντε μέρες μετά την ανάρρηση του Λουδοβίκου ΙΔ΄ στο θρόνο της Γαλλίας, Η επέκταση προς τα ανατολικά αποσκοπούσε στην περικοπή των γραμμών επικοινωνίας του εχθρού και στην αποκατάσταση της επαφής με τους συμμάχους της Γαλλίας στη Γερμανία.

Οι πόλεμοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλο και οι διαδοχικές συνθήκες οδήγησαν στην κατάληψη από τη Γαλλία διαφόρων επαρχιών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

  • 1648: η συνθήκη της Βεστφαλίας επικύρωσε την προσάρτηση των Τριών Επισκοπών (Μετς, Τουλ και Βερντάν), οι οποίες τελούσαν υπό γαλλική κυριαρχία από το 1552, και την προσάρτηση από τη Γαλλία: της Άνω Αλσατίας, κατοχή μέχρι τότε των Αψβούργων και της Δεκαπόλεως, μια ομοσπονδία 10 πόλεων της Αλσατίας.
  • 1668: με την πρώτη συνθήκη της Αιξ-λα-Σαπέλ ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ κατέλαβε από την Ισπανία τη Ρομανική Φλάνδρα (Λιλ, Ντουαί) και το δουκάτο του Μπουιγιόν.
  • 1678: η συνθήκη της Νιμέγης έθεσε τέλος στον πόλεμο της Ολλανδίας. Η Ισπανία παρέδωσε στη Γαλλία: τη Φρανς-Κοντέ, τα οχυρά του Αιρ και του Σαιν-Ομέρ, καθώς και το Καμπρεζί και το γαλλικό Αινώ (οχυρά του Μωμπέζ και της Βαλενσιέν)

Οι κατακτήσεις της Γαλλίας στη Φλάνδρα (1668) και στο Αινώ (1678) θα αποτελέσουν από την Επανάσταση και μετά το νομό Νορ (Βορράς).

Από το 1680-1697, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, παίρνοντας θάρρος από τις επιτυχίες του, πραγματοποίησε μια μονομερή πολιτική προσαρτήσεων: κατέλαβε προσωρινά ακόμη και το δουκάτο του Λουξεμβούργου το 1684-1697.

Αλλά με τη συνθήκη του Ρέισβεϊκ το 1697 που ολοκλήρωσε τον εννεαετή πόλεμο, τελικά εγκατέλειψε το μεγαλύτερο μέρος των κατακτήσεών του. Στα ανατολικά, τα σύνορα ήταν πλέον στον Ρήνο: η Γαλλία προσάρτησε την Κάτω Αλσατία με το Στρασβούργο, αλλά παραιτήθηκε από τις κτήσεις της στη δεξιά όχθη του Ρήνου. Από την πλευρά της Ιταλίας, η Γαλλία κατέκτησε το 1631 το Πινιερόλ, σημαντικό οχυρό του δουκάτου της Σαβοΐας. Με τη συνθήκη της Ουτρέχτης, η Γαλλία προσάρτησε το 1713 την κοιλάδα του Υμπάιγ με την ευκαιρία της ανταλλαγής εδαφών με τη Σαβοΐα.

Εδραίωση της επικράτειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι οχυρώσεις Βωμπάν

Στο τέλος της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, φαίνεται να υπάρχει κάποια ισορροπία. Οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν ήταν πλέον πρόθυμες να δεχθούν περαιτέρω επέκταση και ήταν έτοιμες να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιταχθούν. Τα σύνορα της Γαλλίας απομακρύνθηκαν από την πρωτεύουσα και πλέον προστατεύονταν από ένα δίκτυο σύγχρονων απόρθητων φρουρίων, τις οχυρώσεις του Βωμπάν, που περιέζωσαν τη χώρα.

Από το 1632, η Γαλλία κατείχε το δουκάτο της Λωρραίνης σε περίοδο πολέμου, χωρίς να το έχει προσαρτίσει: μάλιστα, είχε πάρει τον έλεγχο ενός διαδρόμου που το διέσχιζε για να  συνδέσει την Καμπανία με την Αλσατία. Ο δούκας Κάρολος Δ΄ της Λωρραίνης, σύμμαχος της Αυστρίας και της Βαυαρίας, είχε επιλέξει μια πολιτική εχθρική προς την Γαλλία και μάλιστα ο ίδιος και ο ανιψιός του Κάρολος Ε΄ της Λωρραίνης είχαν υπηρετήσει στον αυστριακό αυτοκρατορικό στρατό. Η ευνοϊκή ευκαιρία και το αποφασιστικό κίνητρο για την προσάρτηση της Λωρραίνης παρουσιάστηκε αργότερα: ο γάμος του Φραγκίσκου της Λωρραίνης το 1736 με την κληρονόμο του Αυστριακού Οίκου, αρχιδούκισσα Μαρία Θηρεσία, σε μια εποχή που η Αυστρία ήταν αποδυναμωμένη. Η Συνθήκη της Βιέννης (1738) απέδωσε τη Λωρραίνη στον Λουδοβίκο ΙΕ΄ που την παραχώρησε στον πεθερό του, Στάνισλας Λεστσίνσκι, μετά το θάνατο του οποίου, το 1766 προσαρτήθηκε επίσημα στη Γαλλία.

Από εχθρότητα εναντίον των Αψβούργων, η Γαλλία ενεπλάκη στον πόλεμο της αυστριακής διαδοχής. Ωστόσο, μετά τη νίκη του Φοντενουά, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ υπαναχώρησε από όλες τις νέες κατακτήσεις του στις Κάτω Χώρες: η συνθήκη της Αιξ-λα-Σαπέλ έθεσε τέλος το 1748 στην αντιπαλότητα της γαλλικής και αυστριακής μοναρχίας.

Την παραμονή της Επανάστασης, το Εξάγωνο είχε σχηματιστεί. Αλλά η πολυπλοκότητα του φεουδαρχικού πλαισίου που καθόριζε την πολιτική οργάνωση υπό το παλαιό καθεστώς εξηγεί την επιβίωση ενός αριθμού ξένων θυλάκων, ειδικά στις περιοχές της τελευταίας επέκτασης: Αλσατία, Φρανς-Κοντέ και Λωρραίνη, πρόβλημα που επιλύθηκε με τοπικές συμφωνίες που απλοποίησαν τα ζητήματα κυριαρχίας.

Στο νότο, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ ενίσχυσε τη θέση της Γαλλίας στη Μεσόγειο. Με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η Δημοκρατία της Γένοβας εκχώρησε προσωρινά τη διοίκηση του νησιού της Κορσικής (ανεξάρτητη de facto από το 1755) στο Βασίλειο της Γαλλίας, με αντάλλαγμα την ακύρωση του χρέους των Γενουατών. Το νησί υποτάχθηκε στη συνέχεια στρατιωτικά από τα στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΕ΄ κατά τη διάρκεια της μάχης του Πόντε-Νόβο το 1769 και ποτέ δεν επεστράφη στους Γενουάτες.

Η ύστερη νεότερη εποχή: η εθνική επικράτεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επαναστατική περίοδος (1789-1815)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μετασχηματισμός που προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Επανάσταση η έννοια της επικράτειας άλλαξε ριζικά. Η Γαλλία έπαψε να είναι μια σειρά πριγκιπάτων, που είχαν έναν ιδιαίτερο δεσμό υποταγής στον βασιλιά, ο οποίος σε αντάλλαγμα εγγυόταν τα προνόμια και τα δικαιώματά τους. Η επικράτεια εθεωρείτο πλέον ως ένα αδιαίρετο σύνολο στη διάθεση του έθνους, της κυρίαρχης κοινότητας των πολιτών. Σε αυτή τη λογική οι επαρχίες καταργήθηκαν και η χώρα χωρίστηκε σε διοικητικές μονάδες με ομοιόμορφο νομικό καθεστώς: τους νομούς.

Στο ίδιο πνεύμα, καταργήθηκαν οι ξένοι θύλακες στη γαλλική επικράτεια. Η Συμβατική Εθνοσυνέλευση τους προσάρτησε οριστικά στη Γαλλία, παρά τα δικαιώματα των πριγκίπων που τους κατείχαν.

Τα σύνορα το 1815[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ το 1815, όλες οι κατακτήσεις της Γαλλικής Επανάστασης και της Αυτοκρατορίας, με μερικές εξαιρέσεις, χάθηκαν και τα σύνορα επανήλθαν ως είχαν το 1790.

Η προσάρτηση της Σαβοΐας και της Νίκαιας (1860)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1858 ο πρωθυπουργός του βασιλείου του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας Καμίλο Καβούρ, ηγετικό πρόσωπο του αγώνα για την ιταλική ενοποίηση, υποσχέθηκε στον Ναπολέοντα Γ΄ το δουκάτο της Σαβοΐας και την κομητεία της Νίκαιας, σε αντάλλαγμα για τη γαλλική στρατιωτική στήριξη στην πολιτική ενοποίηση της Ιταλίας - Risorgimento - με επικεφαλής τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Β΄ της Σαβοΐας.


Μετά τις νίκες των Γάλλων επί της Αυστρίας το 1859 (Ματζέντα και Σολφερίνο), η ανακωχή της Βιλλαφράνκα και έπειτα η εκχώρηση της Λομβαρδίας από την Αυστρία στη Γαλλία, (που την επέστρεψε στο Πεδεμόντιο), ο Ναπολέων Γ΄ ζήτησε τη Σαβοΐα και τη Νίκαια. Με τη Συνθήκη του Τορίνο, το 1860, ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ συμφώνησε να παραχωρήσει το δουκάτο της Σαβοΐας και την κομητεία της Νίκαιας, μετά από δημοψήφισμα που διεξήχθη τον Απρίλιο του 1860.

Από τότε, η κομητεία της Νίκαιας ξαναέγινε ο νομός Αλπ-Μαριτίμ, όπως είχε ονομαστεί στην Επανάσταση.

Αλσατία-Μοζέλα: η γαλλο-γερμανική διαμάχη (1871-1919)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870-71  έληξε με τη ενοποίηση της Γερμανίας, της οποίας οι στρατιές κατέλαβαν το βόρειο τμήμα του Λίγηρα, μετά τη συνθηκολόγηση των γαλλικών στρατευμάτων στο Σεντάν και Μετς. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Φρανκφούρτης, του 1871, η Αλσατία, εκτός του εδάφους του Μπελφόρ, και τα εδάφη που αποτελούν τον σημερινό νομό Μοζέλα προσαρτήθηκαν στη Γερμανία.

Αυτές οι περιοχές, οι οποίες αντιπροσώπευαν 1.694 κοινότητες και 1.597.000 κατοίκους, ανακτήθηκαν από τη Γαλλία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σύμφωνα με το άρθρο 27 της Συνθήκης των Βερσαλλιών της 28ης  Ιουνίου 1919 που επιβλήθηκε στη Γερμανία. Το 1925 η Δημοκρατία της Βαϊμάρης επικύρωσε τις συμβάσεις της Συνθήκης του Λοκάρνο, με τις οποίες οριοθετούνταν τα νέα γαλλογερμανικά σύνορα.

Οι αλλαγές στα σύνορα με το Μονακό (1861)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1848, οι κοινότητες Μεντόν και Ροκμπρύν, που τότε ανήκαν στο Πριγκιπάτο του Μονακό, ανακηρύχθηκαν ελεύθερες πόλεις. Μετά την παραχώρηση από το βασίλειο του Πιεμόντε-Σαρδηνίας του Δουκάτου της Σαβοΐας και της κομητείας της Νίκαιας στη Γαλλία το 1860, οι κάτοικοι αυτών των πόλεων, ως μέρος της κομητείας της Νίκαιας, αποφάσισαν με δημοψήφισμα υπέρ της προσχώρησής τους στη Γαλλία.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1861, ο πρίγκιπας Κάρολος Γ΄ και ο Ναπολέων Γ΄ στο Παρίσι, υπέγραψαν μια συνθήκη με την οποία με το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων φράγκων, ο πρίγκιπας παραιτήθηκε στο διηνεκές, για τον εαυτό του και για τους διαδόχους του υπέρ της Αυτής Μεγαλειότητας τον Αυτοκράτορα των Γάλλων, από όλα τα άμεσα ή έμμεσα δικαιώματά του πάνω σε αυτές τις δύο κοινότητες.

Όσοι κάτοικοι προτίμησαν να διατηρήσουν την ιθαγένεια του Μονακό, στη συνέχεια και για ένα χρόνο από την επικύρωση της συνθήκης, είχαν τη δυνατότητα να εγκατασταθούν στο πριγκιπάτο και να διατηρήσουν την προηγούμενη ιθαγένειά τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. De la mer du Nord à la Méditerranée. Francia media. Une région au cœur de l’Europe (c. 840-c. 1050), Michèle Gaillard, Michel Margue, Alain Dierkens, Hérold Pettiau, Luxembourg, CLUDEM, 2011, 600p., (ISBN 2-919979-20-5).
  2. Το φραγκικό έθιμο, που βασίζονταν στην κατανομή της κληρονομιάς μεταξύ όλων των κληρονόμων, εφαρμόστηκε για τελευταία φορά μετά το θάνατο του Λουδοβίκου του Τραυλού το 879: οι δύο γιοι του (Λουδοβίκος Γ΄ και Καρλομάν Β΄) μοιράστηκαν τη Δυτική Φραγκία, που επανενοποιήθηκε με το θάνατο του Λουδοβίκου Γ΄ το 882 και την αναγνώριση του Καρλομάν ως μοναδικού βασιλιά των Δυτικών Φράγκων.
  3. Pierre Riché,Les Carolingiens, une famille qui fit l’Europe , Hachette, 1983(ISBN 9782012788510)
  4. Grand Atlas de l'Histoire de France aux Éditions Autrement
  5. σύμφωνα με τα φεουδαλικά έθιμα
  6. Paul Jeulin (« L’hommage de la Bretagne en droit et dans les faits » dans Annales de Bretagne, tome 41, numéro 3-4, 1934, p. 408 et 409)
  7. « La prise de Barcelone par Al-Mansûr et la naissance de l’historiographie catalane » dans L’Historiographie en Occident du Ve au XVe siècle par Michel Zimmermann, 1977, Annales de Bretagne et des pays de l’Ouest, pages 214 et 215.
  8. Martin Aurell,L’Empire des Plantagenêt 1154-1224 , Éditions Perrin, 2004(ISBN 978-2-262-02282-2)
  9. Στην Ακουιτανία αρνήθηκαν να δεχτούν την κυριαρχία του νέου συζύγου της Ελεονώρας
  10. John W. Baldwin (trad. Béatrice Bonne, préf. Jacques Le Goff), Philippe Auguste et son gouvernement. Les fondations du pouvoir royal en France au Moyen Âge, Fayard, 1991(ISBN 9782213026602)
  11. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ16, σελ 101
  12. Michel Roquebert, , Histoire des Cathares , éditions Perrin, 1999 (réimpr. Collection de poche Tempus 2002) (ISBN 2-262-01894-4)
  13. Bertrand Schnerb,L'État bourguignon , Perrin, 2005 (ISBN 978-2-262-02360-7)
  14. Armagnacs et Bourguignons par Bertrand Schnerb aux Éditions Perrin
  15. L'invention des Pyrénées, par José Cubero Publié par Editions Cairn, 2013 [archive](ISBN 978-2-35068-136-8)
  16. Pierre Tucoo-Chala,Petite Histoire du Béarn , éditions des régionalismes, 2013(ISBN 978-2-82400-061-9)
  17. Henry Bertram Hill, The Political Testament of Cardinal Richelieu