Δουκάτο των Αθηνών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δουκάτο των Αθηνών
Δουκᾶτον Ἀθηνῶν
Ducat d'Atenes (κατ.)
Υποτελές* διαφόρων κρατών, de facto αυτόνομο

1205 – 1458


Θυρεός του Δουκάτου υπό τους ντε λα Ρος

Χάρτης των κρατών που προέκυψαν μετά την Δ΄ Σταυροφορία.
Πρωτεύουσα Αθήνα, Θήβα
Γλώσσες Γαλλικά (μέχρι το 1311)
Καταλανικά (1311–88)
Ελληνικά ευρέως ομιλουμένη μη επίσημη και επίσημη μετά το 1388
Θρησκεία Ρωμαιοκαθολικισμός
Ελληνορθόδοξη Εκκλησία μη επίσημη
Πολίτευμα Φεουδαρχική μοναρχία
Ιστορική εποχή Μεσαίωνας
 -  Τέταρτη Σταυροφορία 1204
 -  Ίδρυση του Δουκάτου
 -  Κταλανική κατάκτιση 1311
 -  Διακυβέρνηση Ατσαγιόλι 1388
 -  Υποτελές στο Μορέα 1444
 -  Οθωμανική κατάκτηση
Νόμισμα Λίβρα της Τουρ
*Το δουκάτο ήταν υποτελές με τη σειρά των, Βασιλείου της Θεσσαλονίκης, Βασιλείου της Σικελίας, Στέμματος της Αραγονίας, Βενετίας, και του Δεσποτάτου του Μορέα.

Το Δουκάτο των Αθηνών ήταν κρατίδιο με έδρα την Αθήνα το οποίο δημιουργήθηκε το 1205 από τους Σταυροφόρους, μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης κατά την Δ΄ Σταυροφορία (1204), και διατηρήθηκε ως την κατάληψη των Αθηνών από τους Οθωμανούς, το 1456, έχοντας συμπληρώσει 251 έτη ζωής.[1]

Στα τέλη του 1204 ο Βονιφάτιος ο Μονφερατικός κατέλαβε την Αθήνα και οι Φράγκοι επιδόθηκαν στη λεηλασία της πόλης.[1] Ο ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας στον Παρθενώνα συλήθηκε και καταστράφηκε η μητροπολιτική βιβλιοθήκη με τα πολύτιμα χειρόγραφα, την οποία είχε δημιουργήσει ο λόγιος μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης.[1] Ο ίδιος, όπως και πολλοί από τους Αθηναίους, εγκατέλειψε την πόλη.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βονιφάτιος παραχώρησε την Αθήνα μαζί με τα Μέγαρα στον επιφανή ιππότη από τη Βουργουνδία Όθωνα ντε λα Ρος, στον οποίο είχε παραχωρήσει νωρίτερα και τη Θήβα.[1] Ο Όθων προσαγορεύτηκε «Κύριος των Αθηνών» (Dominus Athenarum, Sire d'Athenes).[1] Τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Γκυ ντε λα Ρος. Ο Γκυ αναγνωρίστηκε το 1260 από τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Θ΄ ως δούκας των Αθηνών. Ο οίκος των Ντε λα Ρος ηγεμόνευσε μέχρι το 1308, οπότε πέθανε άκληρος ο Γκυ Β΄.[1] Τον διαδέχτηκε ο εξάδελφός του Γκωτιέ του Μπριέν (de Brienne), κόμης του Λέτσε της Απουλίας. Το δουκάτο ήταν υποτελές στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης με βάση την φεουδαρχική ιεραρχία της Φραγκοκρατούμενης Ελλάδας αλλά μετά την κατάλυση του βασιλείου από τον ηγεμόνα της Ηπείρου Θεόδωρο Α΄ Δούκα, το πριγκιπάτο της Αχαΐας διεκδίκησε την επικυριαρχία πάνω στο δουκάτο, μια επικυριαρχία, η οποία αμφισβητήθηκε από τους δούκες Ντε λα Ρος κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ευβοϊκής διαδοχής. Μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βιτερμπο το 1267 ο δούκας της Αθήνας , όπως και οι λοιποί ηγεμόνες της Ρωμανίας αναγνώρισαν την επικυριαρχία του βασιλιά της Σικελίας, Καρόλου Α΄ Ανδεγαυού.[2]

Τα εδάφη του Δουκάτου περιελάμβαναν την Αττική, τη Βοιωτία και ένα μέρος της νότιας Θεσσαλίας συνορεύοντας αρχικά με το λατινικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης και την μαρκιωνία της Βοδονίτσας στα βόρεια και την κομητεία των Σαλώνων και τη βυζαντινή ηγεμονία της Ηπείρου στα δυτικά. Επίσης οι δούκες ασκούσαν επιρροή και εξουσία σ' ένα τμήμα της Φραγκοκρατούμενης Εύβοιας. Οι δυο σημαντικότερες πόλεις του δουκάτου ήταν η Αθήνα και η Θήβα στις οποίες υπήρχαν τα παλάτια των δουκών και οι έδρες των δυο αρχιεπισκόπων.[3]

Μετά τη Μάχη της Κωπαΐδας, το 1311, όπου οι Φράγκοι νικήθηκαν από τους Καταλανούς και σκοτώθηκε ο δούκας της Αθήνας, το δουκάτο πέρασε στην κυριαρχία των Καταλανών, οι οποίοι προσέφεραν την ηγεμονία στους βασιλείς της Αραγωνίας.[1] Η κυριαρχία των Καταλανών καταλύθηκε το 1388 με την κατάληψη της Ακρόπολης από τον Φλωρεντινό τραπεζίτη και τυχοδιώκτη Νέριο Ατσαϊόλι (Acciaiuoli), ο οποίος από το 1385 είχε καταλάβει την πόλη της Αθήνας.[1] Με εξαίρεση μια βραχύχρονη βενετική κατοχή (1395-1403), ο οίκος των Ατσαγιόλι ηγεμόνευσε μέχρι το 1458, όταν οι Τούρκοι, που από το 1456 είχαν καταλάβει την Αθήνα, έγιναν κύριοι και της Ακρόπολης.[1]

Σε όλη αυτή την περίοδο, η Αθήνα αποτελούσε το καύχημα των δυτικών κυριάρχων. Ο βασιλιάς της Αραγωνίας και δούκας της Αθήνας Πέτρος Δ΄ της Αραγωνίας είχε χαρακτηρίσει την Ακρόπολη το 1380 ως «το πιο ακριβό στολίδι που υπάρχει στον κόσμο», ενώ οι Φλωρεντινοί δούκες με τη φιλορθόδοξη πολιτική και την ελληνότροπη συμπεριφορά τους προπαρασκεύαζαν τον εξελληνισμό του δουκάτου και θεωρούσαν μέγιστο αγαθό τη διαβίωσή τους στην πόλη αυτή.[1]

Η Λατινική Αρχιεπισκοπή των Αθηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λατινικός πύργος που χτίστηκε από τους Βουργούνδιους ή του Φλωρεντίνους στην Ακρόπολη των Αθηνών, κατεδαφίστηκε το 1874.

Η Αθήνα την εποχή που οι Σταυροφόροι κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη και δημιούργησαν την Λατινική Αυτοκρατορία (1204) ήταν έδρα Αρχιεπισκοπής που ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η θέση της ωστόσο ήταν αρκετά υποτιμημένη, βρισκόταν στην 28η θέση σε σειρά προτεραιότητας στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία.[4] Η υποτιμημένη θέση της δεν την εμπόδισε να βγάλει μια μεγάλη Ελληνική φυσιογνωμία των γραμμάτων εκείνη την εποχή, ήταν ο Άγιος Μιχαήλ Χωνιάτης ή Ακομινάτος. Την εποχή της κατάκτησης η Αθήνα ήταν μητροπολιτική έδρα που διοικούσε πολλές μικρότερες επισκοπές : Χαλκίδα, Δαύλεια, Κορώνεια Βοιωτίας, Ωρωπός, Σκύρος, Κάρυστος, Πορθμός, Αυλώνα, Σύρος, Σέριφος και Κύθνος. Η δομή της εκκλησίας των Αθηνών δεν άλλαξε με την Λατινική κατάκτηση, ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ κατοχύρωσε σαν πρώτο Λατίνο αρχιεπίσκοπο των Αθηνών τον Μπεράρ με όλα τα δικαιώματα και προνόμια που είχαν οι Έλληνες προκάτοχοι του. Τα έθιμα της εκκλησίας των Παρισίων μεταφέρθηκαν στην Αθήνα αλλά ελάχιστοι δυτικοί κληρικοί ήταν πρόθυμοι να υπηρετήσουν σε μια μακρινή ερημική περιοχή. Ο μοναδικός γνωστός Καταλανός αρχιεπίσκοπος ήταν ο Αντόνιο Μπαλλεστέρ.

Ο Παρθενώνας που είχε γίνει το Βυζάντιο η Ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας της Αθηναιώτισσας μετατράπηκε από τους Λατίνους στην Καθολική εκκλησία της Αγίας Μαρίνας Αθηνών. Η Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία διατηρήθηκε στην Αθήνα και από τους Λατίνους αλλά χωρίς επίσημα κυβερνητικά προνόμια. Οι Αθηναίοι κληρικοί ήταν οι περισσότεροι αμόρφωτοι ακόμα και πριν την κατάκτηση, η υποτίμηση που δέχτηκαν από τους Λατίνους χειροτέρεψε την κατάσταση τους.[5] Η Αρχιεπισκοπή των Θηβών βρισκόταν μέσα στο Δουκάτο των Αθηνών αλλά δεν είχε υποτελείς επισκοπές.[6] Η θέση του Λατίνου αρχιεπισκόπου των Αθηνών ανέδειξε σημαντικές φυσιογνωμίες όπως ο Σίμον Ατουμάνο που μετέφερε την έδρα του στην μετέπειτα πρωτεύουσα του Δουκάτου την Θήβα. Οι Καταλανοί δημιούργησαν 13 υποτελείς επισκοπές αλλά μονάχα οι επισκοπές στα Μέγαρα, την Δαύλεια, τα Σαλώνα και το Μαρκιζάτο της Βοδονίτσας βρίσκονταν μέσα στα όρια του Δουκάτου. Τα αρχιεπισκοπικά αξιώματα των Αθηνών και των Θηβών διατηρήθηκαν από τους Φράγκους μέχρι τον 14ο αιώνα, την εποχή της Καταλανικής κυριαρχίας οι περισσότερες θέσεις είχαν καταληφθεί με Καταλανούς και Αραγωνέζους.

Κατάλογος των Δουκών των Αθηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φράγκοι Δούκες, Οίκος ντε Λα Ρος [1][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θυρεός των Ντε Λα Ρος.

Καταλανοί Δούκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βικάριοι Καταλανών Δουκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γενικοί βικάριοι ήταν οι τοπικοί αντιπρόσωποι και ανώτατοι κυβερνήτες των δουκών.

Φλωρεντιανοί Δούκες, Οικογένεια Ατσαγιόλι[1][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θυρεός των Ατσαϊόλι.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 Καθημερινή, ένθετο 7 ημέρες, Το Δουκάτο της Αθήνας, οι φράγκικες δυναστείες από το 1204 ως την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς
  2. Setton, Kenneth (1976). The Papacy and the Levant v. I The thirteenth and fourteenth centuries. Philadelphia, σελ. 433-434. 
  3. Miller, William (1990 Β΄ έκδοση). Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα (1204-1566). Αθήνα, σελ. 109-110. 
  4. Setton 1975a, σ. 91.
  5. Setton 1975a, σ. 92.
  6. Setton 1975a, σ. 93.
  7. Setton 1975b, σελίδες 190, 197.
  8. Setton, Kenneth M. (1975), βλ. πηγές σελ. 197-198
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 Setton, Kenneth M. (1975), βλ. πηγές σελ. 198
  10. Setton, Kenneth M. (1975), βλ. πηγές σελ. 198-199
  11. 11,0 11,1 Setton, Kenneth M. (1975), βλ. πηγές σελ. 199

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]