Παναγία η Αθηνιώτισσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Παναγία η Αθηνιώτισσα ήταν χριστιανικός ναός στην Αθήνα. Λειτουργούσε στον Παρθενώνα της Ακρόπολης.

Περιγραφή του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παρθενώνας για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες χριστιανικού ναού επέστη ουσιώδεις μεταλλαγές. Η ανατολική είσοδος του αρχαίου ιερού κλείστηκε, και ο πρόναος που έγινε το άγιο βήμα υψώθηκε κατά ένα σκαλοπάτι πάνω από το παλαιό έδαφος. Επάνω από αυτό κατασκευάστηκε μαρμάρινη αψίδα βυζαντινού ρυθμού. Στις δυο πλευρές της μεγάλης κόγχης του ιερού κτίστηκαν άλλες δύο μικρότερες, προς βορρά για την προσκομιδή των τιμίων δώρων, ενώ προς νότο για τα σκευοφυλάκια στα οποία εναποτίθονταν τα ιερά σκεύη, άμφια και λειτουργικά βιβλία. Ο αρχαίος οπισθόδομος μετασχηματίστηκε σε νάρθηκα της εκκλησίας. Η παλαιά και ευρεία είσοδος διατηρήθηκε ως μεγάλη πύλη.

Ήταν στολισμένος με μάρμαρο, εικόνες και ψηφιδωτά. Την αγία τράπεζα βάσταζαν τέσσερις κολόνες από πορφυρίτη. Αλλού έστεκαν κολόνες από ίασπι. Η χρυσή εικόνα της Παναγίας έστεκε σε μια κόγχη, στολισμένη με χιλιάδες ψηφίδες, τις λεγόμενες χρυσόπετρες. Στους τοίχους του οπισθόδομου σώζονται ακόμα και σήμερα αμυδρά λείψανα βυζαντινών εικόνων. Στην εκκλησία αυτή έκαιγε λυχνία άσβεστη, η οποία υπήρχε στο ναό από την αρχαία εποχή, για την οποία ο Παυσανίας αναφέρει ότι έκαιγε μπροστά στο άγαλμα της Αθηνάς.[εκκρεμεί παραπομπή] Επάνω από την αγία τράπεζα αιωρείτο χρυσή περιστερά που παρίστανε το Άγιο Πνεύμα.

Η χρυσή εικόνα της Παναγίας ήταν κρεμασμένη μέσα σε κόγχη επάνω από το ιερό. Η αγία τράπεζα ήταν σκεπασμένη με πεντελικό μάρμαρο και στηριζόταν επάνω σε τέσσερις μικρούς κίονες από πορφυρίτη με μαρμάρινα και επίχρυσα κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είναι γνωστό πότε μετατράπηκε ο Παρθενώνας σε χριστιανικό ναό. Επί Ιουστινιανού Α΄ πάντως καθαγιάστηκε και ορίστηκε να λέγεται «καθολική εκκλησία Αθηνών». Σε ανώνυμη χειρόγραφη περιήγηση του 15ου αιώνα που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βιέννης αναφέρεται ότι «ο ναός της Θεομήτορος που βρίσκεται στην Ακρόπολη οικοδομήθηκε από τον Απολλώντα και τον Ευλύγιο»[εκκρεμεί παραπομπή], οι οποίοι όπως ξέρουμε ήταν σύγχρονοι του Ιουστινιανού και Τιβερίου Β΄ αντίστοιχα. Από τα τέλη του 6ου αιώνα και έπειτα άρχισαν να κηδεύονται γύρω από το ναό οι νεκροί των κληρικών, επισκόπων και άλλων. Σε ανασκαφές που έγιναν το 1836 βρέθηκαν πολλά μνήματα χριστιανικού κοιμητηρίου και μια μαρμάρινη επιγραφή «της αγιωτάτης εκκλησίας των Αθηνών», καθώς και χάλκινα νομίσματα των βασιλέων Ιουστινιανού και Ιουστίνου Β΄, και μερικά χρυσά του Τιβερίου Β΄ του Θρακός. Το έτος 946 ο Όσιος Λουκάς, σε παιδική ηλικία προσκύνησε στο ιερό της Θεοτόκου στην Ακρόπολη, και παρέμεινε στην Αθήνα ενδυθείς το μοναχικό σχήμα. Αναφέρεται επίσης ότι ο όσιος Νίκων το έτος 980 στην περιοδεία του από την Αθήνα ανέβηκε στην Ακρόπολη και έκανε κήρυγμα από το ναό αυτό. Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος μετά τις νίκες του εναντίον των Βουλγάρων επισκέφθηκε την Αθήνα το 1019 και προσκύνησε την Παναγία, εκόσμησε δε την εκκλησία με λαμπρά και πολυτελή αναθήματα. Κατά την Άλωση των Αθηνών από τους Λατίνους η εκκλησία συλήθηκε και μετατράπηκε σε καθολική εκκλησία, υπό την ονομασία «Σάντα Μαρία ντι Ατένε». Τελικά έγινε μωαμεθανικό τζαμί.

Στο βάθος της αψίδας και στο μέσο της ημικύκλιας εξέδρας υψώνονταν ο επισκοπικός μαρμάρινος θρόνος.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Συντεταγμένες: 37°58′17″N 23°43′35″E / 37.9714°N 23.7263°E / 37.9714; 23.7263