Τάγμα του Ντόμπζινι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τάγμα του Ντόμπζινι
Dobrzynski braty.svg
Έμβλημα του Τάγματος του Ντόμπζινι.
Ίδρυσηπ. 1220
ΧώραΠρωσία
Τύποςιπποτικό τάγμα
ΥπαγωγήΤευτονικό Τάγμα
Διάλυση1235[α]
Διοίκηση
Αξιοσημείωτοι
διοικητές
Κορράδος Α΄ της Μαζοβίας

Το Τάγμα του Ντόμπζινι (πολωνικά: Zakon Dobrzyński), επίσης γνωστό ως Τάγμα του Ντόμπριν (γερμανικά: Orden von Dobrin), καθώς και ως Αδελφοί του Ντόμπζινι (πολωνικά: Bracia Dobrzyńscy), ήταν ιπποτικό στρατιωτικό τάγμα το οποίο ιδρύθηκε στην περιοχή των συνόρων μεταξύ της Μαζοβίας και της Πρωσίας (νυν Πολωνία) κατά την περίοδο της Λιβονικής Σταυροφορίας, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, με απώτερο σκοπό τον εκχριστιανισμό των ύστατων παγανιστικών περιοχών στην Ευρώπη, οι οποίες, σήμερα, αποτελούν μέρος των εδαφών των βαλτικών κρατών[1][2].

Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις απαρχές του 12ου αιώνα, οι Προύσοι ξεκίνησαν να πραγματοποιούν σειρά μεγάλων επιδρομών στις περιοχές της σημερινής Πομερανίας και Μαζοβίας, επιδεινώνοντας περαιτέρω την ήδη έκρυθμη πολιτική κατάσταση στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης, λόγω των ήδη προϋπαρχόντων πολεμικών συγκρούσεων[3]. Προκειμένου να περιοριστούν οι συγκεκριμένες επιδρομές, κρίθηκε αναγκαία η εγκαθίδρυση μόνιμης συνοριακής φρουράς, ιδιαιτέρως στην περιοχή της Μαζοβίας. Αρχικώς, για τον συγκεκριμένο ρόλο υπήρξε η ιδέα έκκλησης προς τους Αδελφούς του Ξίφους (επίσης γνωστοί ως Fratres militiae Cristi), οι οποίοι, από το 1202, βρίσκονταν εγκατεστημένοι στη Λιβονία, η οποία και αποτελούσε επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεών τους.[4].

Κατά την ίδια περίοδο, οι Αδελφοί του Ξίφους συμμετείχαν στη Λιβονική Σταυροφορία, η οποία λάμβανε χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Λιβονίας, της Εσθονίας και της Κουρλάνδης, με αποτέλεσμα, εκείνη την περίοδο, να αδυνατούν να παράσχουν την οποιαδήποτε μορφής βοήθεια προς τα νότια εδάφη. Παράλληλα, η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο δούκας Κορράδος Α΄ της Πολωνίας είχε καταστεί ακόμη περισσότερο δυσχερής, με τον ίδιο να έχει περιέλθει σε κατάσταση απογοήτευσης[5]. Συγκεκριμένα, οργανωμένες ομάδες Προύσων εξακολουθούσαν δίχως να συναντήσουν την οποιαδήποτε μορφής αντίσταση να λεηλατούν πολωνικά εδάφη, καθώς η οικονομική κατάσταση του Κορράδου ήταν δυσχερής. Η έλλειψη οικονομικών πόρων όχι μόνο τον απέτρεπε από την πραγματοποίηση επιθέσεων κατά των Προύσων, αλλά, ταυτόχρονα, τον απέτρεπε από το να τους αντιμετωπίσει προς υπεράσπιση των ίδιων των εδαφών του[6]. Δεδομένης της καταστάσεως, ο Κορράδος αποφάσισε, πιθανώς κατόπιν σχετικής συμβουλής του δούκα της Σιλεσίας, Ερρίκου Α΄ του Γενειοφόρου, να έρθει σε επαφή με τον Χόχμαϊστερ του Τευτονικού Τάγματος, Χέρμαν φον Ζάλτσα, ο οποίος, ωστόσο, έπειτα από την αποτυχία της παρουσίας του τάγματός του στην Ουγγαρία, αντιμετώπισε με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα το συγκεκριμένο αίτημα βοήθειας[3][6].

Καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών καθυστερούσαν και βλέποντας, ταυτόχρονα, πως το Τευτονικό Τάγμα δεν βιαζόταν προκειμένου να σπεύσει σε βοήθεια, ο Κορράδος της Μαζοβίας, τελικώς, απευθύνθηκε προς τον πρώτο Επίσκοπο της Πρωσίας, Χριστιανός της Ολίβα[7]. Προς επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, ο τελευταίος, αποφάσισε την ίδρυση δικού του ιπποτικού τάγματος, ακολουθώντας του παλαιότερο σχετικό παράδειγμα του Αλβέρτου της Ρίγας, ο οποίος, έπειτα από την αρχική αποτυχία της ειρηνικής απόπειρας εκχριστιανισμού των τοπικών πληθυσμών της περιοχής της Λιθουανίας και της Λετονίας, τελικώς, κατέληξε στην χρήση βίας προς επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού.[5][8] Το 1220, ολίγον καιρό έπειτα από την απόφαση ιδρύσεως των Αδελφών του Ντόμπζινι, ο Κορράδος της Μαζοβίας στρατολόγησε αριθμό ιπποτών προερχόμενων από την περιοχή της Κάτω Σαξονίας και του Μεκλεμβούργου, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει το Τάγμα των Αδελφών του Ξίφους, διαφωνώντας με την επεκτατική πολιτική η οποία ακολουθείτο από την ηγεσία, η οποία έδρευε στη Ρίγα[9][10]. Οι συγκεκριμένοι ιππότες, οι οποίοι προτιμούσαν μία μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων ως προς τις μετακινήσεις, φιλοξενήθηκαν από τον ίδιο τον δούκα έως την ολοκλήρωση της ανέγερσης του κάστρου του Ντόμπζινι (Ντόμπριν), το οποίο και βρισκόταν επί της δεξιάς όχθης του Βιστούλα.

Κατόπιν σχετικής πρόσκλησης του επισκόπου, μέλη του Τάγματος της Καλατράβα, προερχόμενα από την Ισπανία, μετέβησαν στη συγκεκριμένη τοποθεσία προκειμένου να εκπαιδεύσουν τα νέα μέλη του τάγματος[8][11].

Κύρια αποστολή των Αδελφών του Ντόμπζινι ήταν η υπεράσπιση των πολωνικών εδαφών. Ωστόσο, από την πλευρά του, ο Πέτρος του Ντούισμπουργκ, χρονικογράφος του Τευτονικού Τάγματος, αναφέρει πως ο Κορράδος της Μαζοβίας και οι ιππότες του Τάγματος του Ντόμπζινι είχαν μεταξύ τους συμφωνήσει την κατάκτηση ακόμη ουδέτερων εδαφών της Πρωσίας, τα οποία, στη συνέχεια, θα διαμοιράζονταν επί ίσοις όροις μεταξύ του τάγματος και του δούκα[12].

Το 1228, ημερομηνία κατά την οποία και ολοκληρώθηκε η ανέγερση του κάστρου του Ντόμπζινι, οι στρατιωτικοί διοικητές του τάγματος εγκαταστάθηκαν εντός των τειχών του, ενώ η στρατηγικής σημασίας θέση του αποτέλεσε το προπύργιο του αγώνα κατά των Προύσων[13]. Παράλληλα, το τάγμα έλαβε, επίσης, εδάφη στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Καμένιτσα και Χελμένιτσα, με αποτέλεσμα, πλέον, να είναι σε θέση να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Στρατιωτικές επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανοπλία ιππότη του Τάγματος του Ντόμπζινι, κατά τη διάρκεια ιστορικής αναπαράστασης στην Πολωνία.

Παρά το γεγονός πως, αρχικώς, το τάγμα αριθμούσε μόνον 15 ιππότες μαζί με τους ιπποκόμους τους, ωστόσο, σταδιακά, ο αριθμός τους άρχισε να αυξάνεται με αποτέλεσμα να καταστούν ως υπολογίσιμη δύναμη[14]. Οι ιππότες ξεκίνησαν τις επιχειρήσεις χαίροντας της υποστήριξης του Τάγματος των Κιστερκιανών, μέσω του επισκόπου Μπρούνβαρτ του Σβερίν, ο οποίος και λειτουργούσε ως μεσάζων μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο, εξαρχής, οι αδελφοί ήσαν σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχείς ως προς το έργο τους, παρά το γεγονός πως, αρχικώς, πέτυχαν να εκδιώξουν τους Προύσους από τα εδάφη της περιοχής του Χέουμνο. Σε καθεμία των επιθέσεων, οι τοπικοί πληθυσμοί ήσαν σε θέση να αντιδράσουν άμεσα και σε σύντομο χρονικό διάστημα, χάρη σε συνεχόμενες επιδρομές. Ολίγον καιρό αργότερα, οι Προύσοι συγκέντρωσαν μεγάλο αριθμητικά στρατό και κατευθύνθηκαν προς το Ντόμπζινι. Κατά τη διάρκεια της μάχης η οποία ακολούθησε, η πλειονότητα εκ των ιπποτών του τάγματος σκοτώθηκαν, ενώ οι επιζώντες αναζήτησαν καταφύγιο εντός των τειχών του κάστρου. Ως αποτέλεσμα, οι Προύσοι επεχείρησαν να αλώσουν το κάστρο, δίχως επιτυχία όμως. Καθ'όλη τη διάρκεια του 12ου αιώνα, ανάλογες απόπειρες κατάληψης του κάστρου επαναλήφθηκαν, όμως, εκ νέου, δίχως επιτυχία.

Το 1223, η πλειονότητα εκ των Γερμανών και Πολωνών σταυροφόρων εγκατέλειψαν την περιοχή, με αποτέλεσμα οι Προύσοι να προβούν σε εκ νέου λεηλασίες του Χέουμνο και της Μαζοβίας, υποχρεώνοντας τον δούκα Κορράδο να αναζητήσει καταφύγιο εντός των τειχών του κάστρου του Πουότσκ[15][16]. Παράλληλα, οι τοπικοί πληθυσμοί, μέσω των επιδρομών τους, πέτυχαν να φτάσουν ως τις ακτές της Βαλτικής Θάλασσας, ενώ, από την πλευρά τους, οι Προύσοι πέτυχαν να φτάσουν ως την Βαλτική Θάλασσα και, πιο συγκεκριμένα, την πόλη του Ντάντσιχ, στην Ανατολική Πομερανία.

Διάλυση του τάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1224, ο δούκας Κορράδος προχώρησε στην εκ νέου στρατολόγηση ιπποτών στο πλαίσιο του αγώνα κατά των Προύσων. Ωστόσο, οι τελευταίοι, απωθήθηκαν εκ νέου, ενώ η αντεπίθεση των Προύσων ήταν σε τέτοιο βαθμό επιτυχημένη, ώστε οδήγησε τους στρατιωτικούς διοικητές του τάγματος προς την Πομερανία, περιοχή η οποία βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Σβιέτοπελκ Β΄.

Οι εναπομείναντες ύστερα από τα συγκεκριμένα γεγονότα ιππότες, ιδιαιτέρως ολιγάριθμοι, με αναφορές να κάνουν λόγο για συνολικό αριθμό μόλις 35 ιπποτών, ενσωματώθηκαν στο Τευτονικό Τάγμα προς το 1235, κατόπιν σχετικής εγκρίσεως του Ποντίφικα, μέσω της εκδόσεως της Χρυσής Βούλας του Ριέτι.

Ωστόσο, ορισμένοι αδελφοί αρνήθηκαν την ενοποίηση μεταξύ των δύο ταγμάτων. Ως αποτέλεσμα, το 1237, οι εναπομείνασες στρατιωτικές δυνάμεις του τάγματος μετατοπίστηκαν στο Ντροχίτσιν, με απώτερο σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή της Ανατολικής Πολωνίας. Οι Αδελφοί του Ντόμπριν αναφέρονται για τελευταία φορά εντός επίσημων εγγράφων το 1240, κατά την κατάληψη του Ντροχίτσιν από τον Πρίγκιπα της Γαλικίας και Βολινίας, με αποτέλεσμα το καθήκον υπεράσπισης της ευρύτερης περιοχής να ανατίθεται, στη συνέχεια, στους Τεύτονες Ιππότες, καθώς και στους Ναΐτες Ιππότες[17].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ενσωμάτωση των μελών του στο Τευτονικό Τάγμα, κατόπιν σχετικού παπικού διατάγματος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Ιταλικά) Dvornik, Francis (1985). Gli slavi nella storia e nella civiltà europea. Edizioni Dedalo. σελ. 37. ISBN 978-88-22-00504-5. 
  2. (Ιταλικά) Valentini, Enzo (2016). Le grandi battaglie delle crociate. Newton Compton. ISBN 978-88-54-19945-3. 
  3. 3,0 3,1 (Ιταλικά) «Storia dei Fratelli di Dobrzyń». Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2020. 
  4. (Ιταλικά) Urban, William (2006). I cavalieri teutonici. Storia militare delle crociate del nord. LEG. σελ. 111. ISBN 978-88-86-92899-1. 
  5. 5,0 5,1 (Αγγλικά) Riley-Smith, Jonathan Simon Christopher (2005). The Crusades. A&C Black. σελ. 196. ISBN 978-08-26-47269-4. 
  6. 6,0 6,1 (Αγγλικά) Fischer, Mary, επιμ. (2016). The Chronicle of Prussia by Nicolaus von Jeroschin. Routledge. σελ. 4. ISBN 978-13-17-03841-2. 
  7. (Αγγλικά) Curta, Florin (2019). Eastern Europe in the Middle Ages (500-1300). 2. BRILL. σελ. 360. ISBN 978-90-04-39519-0. 
  8. 8,0 8,1 (Αγγλικά) Milliman, Paul (2013). The Slippery Memory of Men. BRILL. σελ. 39. ISBN 978-90-04-24380-4. 
  9. (Αγγλικά) Davies, Norman (2012). Vanished Kingdoms. Penguin. ISBN 978-11-01-54534-8. 
  10. (Αγγλικά) The Mongol Conquests (3η έκδοση). Time-Life Books. 1989. σελ. 120. ISBN 978-08-09-46438-8. 
  11. (Αγγλικά) Mallia-Milanes, Victor (2017). The Military Orders. 3. Routledge. σελ. 13. ISBN 978-13-51-54253-1. 
  12. (Αγγλικά) Forey, Alan (1992). The Military Orders from the Twelfth to the Early Fourteenth Centuries. Macmillan International Higher Education. σελ. 37. ISBN 978-13-49-21888-2. 
  13. (Αγγλικά) Hunyadi, Zsolt· Laszlovszky, József (2001). The Crusades and the Military Orders: Expanding the Frontiers of Medieval Latin Christianity. Central European University Press. σελ. 435. ISBN 978-96-39-24142-8. 
  14. (Ιταλικά) Arnell, Peter Louis (2018). I Cantori di Magonza. Youcanprint. σελ. 422. ISBN 978-88-27-83989-8. 
  15. (Ιταλικά) «Ordine di Dobrzyń». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. Ανακτήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2021. 
  16. (Ιταλικά) di Colloredo, Pierluigi Romeo (2015). I cavalieri della croce nera. 1. Soldiershop Publishing. σελ. 4. ISBN 978-88-99-15864-4. 
  17. (Ιταλικά) Demurger, Alain (2007). I cavalieri di Cristo. Μτφρ. Lana, Emanuele. Garzanti Libri. σελ. 73. ISBN 978-88-11-67931-8. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολυμέσα σχετικά με το θέμα στο Wikimedia Commons