Δουκάτο Νέων Πατρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δουκάτο Νέων Πατρών
12041390
Coat of Arms of the Duchy of Neopatras.svg
Έμβλημα
Ducado neopatria.png
Χώρα Ισπανία

Το Δουκάτο Νέων Πατρών ήταν ένα από τα κρατίδια που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την Δ' Σταυροφορία (Φραγκοκρατία), με κέντρο την πόλη των Νέων Πατρών, τη σημερινή Υπάτη, στην κοιλάδα του Σπερχειού, δυτικά της Λαμίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Έλληνας ηγεμόνας της Θεσσαλίας, Ιωάννης Β' Δούκας, πέθανε το 1318 χωρίς κληρονόμους, η Θεσσαλία περιέπεσε σε αναρχία. Οι Αλμογάβαροι της Καταλανικής Εταιρείας, αφού κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του Δουκάτου των Αθηνών, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να επεκταθούν προς τα βόρεια. Υπό τη ηγεσία του Αλφόνσο Φαδρίκ, οι Καταλανοί κατέλαβαν την πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, τις Νέες Πάτρες (σημ. Υπάτη) το 1319, και ως το 1325 είχαν επίσης καταλάβει το Ζητούνι (σημ. Λαμία), το Λιδωρίκι, το Σιδηρόκαστρο, και την Βιτρινίτσα (σημ. Τολοφώνας) καθώς και--προφανώς για μικρό διάστημα--τον Δομοκό, το Γαρδίκι (σημ. Πελασγία Φθιώτιδος) και τα Φάρσαλα.[1][2][3] Το κεντρικό και νότιο τμήμα της Θεσσαλίας παρέμειναν σε ελληνικά χέρια υπό μια σειρά τοπικών αρχόντων, ορισμένοι εκ των οποίων αναγνώριζαν την επικυριαρχία του Βυζαντίου, όπως ο Στέφανος Γαβριηλόπουλος στα Τρίκαλα. Άλλοι όμως, όπως η οικογένεια των Μαλιασηνών στην περιοχή του Βόλου, στράφηκαν στους Καταλανούς για υποστήριξη.[1][4]

Οι Έλληνες ηγεμόνες της Θεσσαλίας από καιρό, αν και λανθασμένα, ονομάζονταν "Δούκες των Νέων Πατρών" στις δυτικές πηγές, από την πρωτεύουσά τους, τη σημερινή Υπάτη. Αυτό ήταν αποτέλεσμα σύγχυσης μεταξύ του οικογενειακού επωνύμου «Δούκας» και του αξιώματος του «δούκα».[5][6] Ως εκ τούτου, η περιοχή που κατέλαβαν οι Καταλανοί οργανώθηκε ως το «Δουκάτο Νέων Πατρών» και διαιρέθηκε σε πέντε καπετανάτα.[2]

Οι Καταλανοί επέλεξαν τον Μανφρέδο, τον ανήλικο γιο του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκου Β΄, ως τον δούκα τους, αλλά πραγματική εξουσία βρισκόταν στα χέρια του τοπικού εκπρόσωπου του δούκα, του γενικού βικάριου, και του «μαρεσάλου του στρατού των δυο δουκάτων» (mariscalus exercitus ducatuum) της Αθήνας και των Νέων Πατρών, ως του εκλεγμένου επικεφαλής των μελών της Εταιρείας.[3] Η πλειοψηφία των καταλανικών κτήσεων στην θεσσαλία χάθηκαν όταν η περιοχή κατελήφθη από τους Σέρβους του Στεφάνου Δουσάν το 1348, εκτός από την ίδια την πόλη των Νέων Πατρών και τα περίχωρά της.[7] Το 1377, ο τίτλος του Δούκα των Αθηνών και των Νέων Πατρών περιήλθε στον Πέτρο Δ΄ της Αραγωνίας.[8] Αυτός ο τίτλος διατηρήθηκε από τους διαδόχους του, και συνέχισε να συμπεριλαμβάνεται στον πλήρη τίτλο των Ισπανών μοναρχών τουλάχιστον μέχρι την ανάληψη του ισπανικού θρόνου από τον Οίκο των Βουρβόνων.[9]

Το 1378-1379, οι Καταλανοί έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των κτήσεών τους στην Βοιωτία από την Εταιρεία των Ναβαρραίων, ενώ από τα νότια ο φιλόδοξος Φλωρεντίνος τυχοδιώκτης Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι, κύριος της Κορίνθου, κατέλαβε τα Μέγαρα το 1374 και άρχισε να απειλεί την Αθήνα.[8][10] Ως το 1380, μόνο οι δυο πρωτεύουσες της Αθήνας και των Νέων Πατρών, καθώς και η Κομητεία των Σαλώνων είχαν απομείνει στα χέρια των Καταλανών. Η Αθήνα κατελήφθη από τον Ατσαγιόλι το 1388, ο οποίος το 1389 κατέλαβε και τις Νέες Πάτρες. Ο Ατσαγιόλι υιοθέτησε τον τίτλο «Κύριος της Κορίνθου και του Δουκάτου των Αθηνών και Νέων Πατρών», αλλά ο θρίαμβός του ήταν βραχύβιος: το 1393/1394, οι Οθωμανοί κατέκτησαν τις Νέες Πάτρες και ολόκληρη την κοιλάδα του Σπερχειού.[11][12]

Εκκλησιαστικώς, το Δουκάτο των Νέων Πατρών βρισκόταν υπό την Λατινική Αρχιεπισκοπή των Νέων Πατρών (L'Arquebisbat de la pàtria), με έναν υπαγόμενο επίσκοπο, του Ζητουνίου.

Κατάλογος Δουκών Νέων Πατρών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατάλογος Γενικών Βικάριων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γενικοί βικάριοι ήταν οι τοπικοί αντιπρόσωποι και ανώτατοι κυβερνήτες των δουκών, αρχικά για το Στέμμα της Σικελίας, μετά το 1379 για το Στέμμα της Αραγωνίας:

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Nicol 2010, σελίδες 80, 101.
  2. 2,0 2,1 Fine 1994, σελ. 243.
  3. 3,0 3,1 Koder & Hild 1976, σελ. 74.
  4. Fine 1994, σελ. 246.
  5. Polemis 1968, σελ. 97, ειδικά σημ. 2.
  6. Ο πραγματικός τίτλος των ηγεμόνων της Θεσσαλίας ήταν «σεβαστοκράτωρ», ο οποίος θεωρητικά δεν ήταν κληρονομικός, αλλά απονεμόταν από τον εκάστοτε Βυζαντινό αυτοκράτορα. Polemis 1968, σελίδες 97–98
  7. Fine 1994, σελ. 398.
  8. 8,0 8,1 Koder & Hild 1976, σελ. 76.
  9. Setton 1975b, σελ. 187.
  10. Fine 1994, σελίδες 401–402.
  11. Koder & Hild 1976, σελίδες 76–77.
  12. Fine 1994, σελ. 404.
  13. Setton 1975b, σελίδες 173, 188–189.
  14. 14,0 14,1 Setton 1975b, σελίδες 190, 197.
  15. Setton 1975b, σελίδες 197–198.
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 Setton 1975b, σελ. 198.
  17. Setton 1975b, σελίδες 198–199.
  18. 18,0 18,1 Setton 1975b, σελ. 199.
  19. Setton 1975b, σελίδες 220–223, 235, 238, 240–241.
  20. Setton 1975b, σελίδες 235, 238, 240–242.
  21. Setton 1975b, σελίδες 241–242.
  22. Setton 1975b, σελίδες 243–244.
  23. Setton 1975b, σελίδες 241–245.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]