Λούγδουνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λούγδουνο
Roman theatre in Lyon.jpg
Το ρωμαϊκό αμφιθέατρο στη Λυών
Λούγδουνο βρίσκεται στο τόπο Γαλλία
Λούγδουνο
τοποθεσία στη Γαλλία
Τοποθεσία Λυών, Γαλλία
Περιοχή Γαλατία
Συντεταγμένες 45°45′35″N 4°50′32″E / 45.759723°N 4.842223°E / 45.759723; 4.842223
Είδος Ρωμαϊκή πόλη
Ιστορία
Ίδρυση 43 π.Χ.
Περίοδοι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Το Λούγδουνο, (λατινικά: Lugdunum, πλήρες όνομα Colonia Copia Claudia Augusta Lugudunum) ήταν μια σημαντική ρωμαϊκή πόλη στη Γαλατία, η σημερινή Λυών στη Γαλλία. Η πόλη ιδρύθηκε το 43 π.Χ. από τον Ρωμαίο αξιωματικό Λούκιο Μουνάτιο Πλάνκο. Ήταν πρωτεύουσα μιας από τις τρεις επαρχίες της Γαλατίας και σημαντική πόλη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για αιώνες. Δύο αυτοκράτορες, ο Κλαύδιος και ο Καρακάλλας, γεννήθηκαν στην πόλη. Στην περίοδο 69-192 μ.Χ. ο πληθυσμός της πόλης πιθανόν να ανέρχονταν σε 200.000 κατοίκους.[1]

Η αρχική ρωμαϊκή πόλη βρισκόταν δυτικά της συμβολής των ποταμών Ροδανού και Σον, στο λόφο Φουρβιέρ. Σταδιακά η πόλη επεκτάθηκε στους πρόποδες του λόφου, στην κοιλάδα του ποταμού Σον.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιθανότερη προέλευση του σύνθετου ονόματος Lugdunum είναι από το Lug, που αναφέρεται στον κελτικό θεό Λουγκ (Lugh) και από το dunum, που στα κελτικά παραπέμπει σε ένα ύψωμα, λόφο ή ακρόπολη. Ωστόσο, οι ιστορικοί δεν συμφωνούν σχετικά με την ακριβή έννοια του ονόματος. Η ρίζα του «lug» μπορεί επίσης να προέρχεται από το λατινικό «lux», δηλαδή «φως». Άλλοι ιστορικοί ενστερνίζονται τη θέση του Ψευδοπλούταρχου στο έργο De Fluvii, όπου η πόλη ονομάζεται Λουγκούντουνο, με τη λέξη «Λούγκο» να σημαίνει «κοράκι». [2]

Οι προρωμαϊκοί οικισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιολογικά ευρήματα [3] αποκάλυψαν ότι το Λούγδουνο ήταν ένας προ-γαλατικός οικισμός από τη νεολιθική εποχή που εξελίχθηκε σε γαλατικό οικισμό με συνεχή κατοίκηση από τον 4ο αιώνα π.Χ. Βρισκόταν στο λόφο Φουρβιέρ πάνω στον ποταμό Σον. Είχε αναπτύξει εμπορικές συναλλαγές με την Καμπανία, κυρίως εμπορεύονταν κεραμικά, κρασί και κάποια οικιακά χρηστικά αντικείμενα, ήδη πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Η περιοχή ανήκε στη φυλή των Αλλοβρίγων, των οποίων η πρωτεύουσα ήταν η κοντινή Βιέν.

Η Γαλατία κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους υπό τον Ιούλιο Καίσαρα μεταξύ 58 και 52 π.Χ. Το έργο του Απομνημονεύματα περί του γαλατικού πολέμου, είναι η κύρια γραπτή πηγή γνώσης της προ-Ρωμαϊκής Γαλατίας, αλλά δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά σε αυτήν την περιοχή.

Η ρωμαϊκή πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κύριες οδικές αρτηρίες που κατασκευάστηκαν από τους Ρωμαίους στη Γαλατία

Η ίδρυση το 43 π.Χ. του Λούγδουνου από τον Λούκιο Μουνάτιο Πλάνκο, τότε διοικητή της Γαλατίας, έγινε στην ταραγμένη περίοδο μετά τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στις 15 Μαρτίου του προηγούμενου έτους.

Η Ρώμη βρισκόταν σε πλήρη εμφύλιο πόλεμο, με κύριους αντιπάλους τον Μάρκο Αντώνιο και τη Σύγκλητο. Ο ιστορικός Δίων Κάσσιος αναφέρει ότι το 43 π.Χ., η Ρωμαϊκή Σύγκλητος ανέθεσε στον Μουνάτιο Πλάνκο και στον Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο, διοικητές της κεντρικής και της Ναρβωνικής Γαλατίας αντίστοιχα, να ιδρύσουν την πόλη για να εγκατασταθεί μια ομάδα Ρωμαίων προσφύγων που είχαν εκδιωχθεί από τη Βιέν από τους Αλλόβριγες και είχαν κατασκηνώσει στη συμβολή των ποταμών Σον και Ροδανού. Σύμφωνα με τον Δίωνα τον Κάσσιο, αυτό συνέβη για να κρατήσει τους δύο αξιωματούχους και τα στρατεύματά τους σε απόσταση από τον Μάρκο Αντώνιο, εναντίον του οποίου η Σύγκλητος μάχονταν.

Μέσα σε 50 χρόνια το Λούγδουνο αυξήθηκε σε μέγεθος και σημασία, και έγινε διοικητικό κέντρο της Ρωμαϊκής Γαλατίας. Φαίνεται να είχε πληθυσμό έως και 200.000 κατοίκους τους πρώτους δύο αιώνες μ.Χ. [1], καθώς το υδραγωγείο του Monts d'Or, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 20 π.Χ., ήταν ένα από τα τουλάχιστον τέσσερα υδραγωγεία που τροφοδοτούσαν με νερό την πόλη.

Ο Στράβωνας ανέφερε ότι το Λούγδουνο προς το τέλος της κυριαρχίας του Οκταβιανού ήταν η διασταύρωση τεσσάρων μεγάλων οδών (Via Agrippa) που συνέδεαν την πόλη: νότια με τη Ναρβωνική, τη Μασσαλία και την Ιταλία, βόρεια με τον ποταμό Ρήνο και τη Γερμανία, βορειοδυτικά με τη Μάγχη και δυτικά με την Ακουιτανία.

Η γειτνίαση με τα σύνορα με τη Γερμανία κατέστησε το Λούγδουνο στρατηγικά σημαντικό για τους επόμενους τέσσερις αιώνες για την περαιτέρω επέκταση της Ρώμης στη Γερμανία, καθώς και πρωτεύουσα και διοικητικό κέντρο των γαλλικών επαρχιών. Ο μεγάλος πληθυσμός του το έκανε εμπορικό και οικονομικό κέντρο της Γαλατίας. Το αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο δημιούργησε εκεί παράρτημα το 15 π.Χ. κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Οκταβιανού και παρήγαγε νομίσματα για τους επόμενους τρεις αιώνες.

Πρωτεύουσα της Γαλατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Odéon (Ωδείο)

Ευρισκόμενη σε στρατηγικό σημείο, κέντρο ποτάμιας και οδικής συγκοινωνίας, η πόλη έγινε από τον Οκταβιανό πρωτεύουσα της Γαλατίας χάρη σε τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πρώτον, η φιλοδοξία του Αυγούστου, το 20 π.Χ., να κατακτήσει τη Γερμανία. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, το Λούγδουνο βρισκόταν σε ιδανική τοποθεσία, και γρήγορα κατασκευάστηκε ένα οδικό δίκτυο που την έφερε στο επίκεντρο της Γαλατίας και έτσι έγινε το κέντρο επιχειρήσεων για τα βόρεια εδάφη. Δεύτερον, κατά τις πρώτες δεκαετίες της ίδρυσης της πόλης, η διοικητική οργάνωση της Γαλατίας δεν ήταν πλήρης και οι διοικητές παρείχαν γενική εποπτεία και διαχείριση από το Λούγδουνο σε ολόκληρη την περιοχή. Και τρίτον, η ετήσια συνάντηση των Γαλατών αρχηγών στη συμβολή των ποταμών που πραγματοποιούνταν στην περιοχή, ενίσχυε την πολιτική θέση της πόλης.[4]

Εκχριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αμφιθέατρο

Κατά το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, στην πόλη εμφανίστηκαν ιεραπόστολοι και διέδωσαν τον Χριστιανισμό, ήταν κυρίως Έλληνες της Μικράς Ασίας που είχαν εγκατασταθεί στο Λούγδουνο.

Το 177 μ.Χ. κατά τη διάρκεια χριστιανικών διωγμών 48 άτομα μαρτύρησαν στο αμφιθέατρο της συνοικίας Κρουά-Ρους, μεταξύ των οποίων ο Άγιος Πόθεινος, πρώτος επίσκοπος της πόλης. Η εκκλησία, ωστόσο, ανέκαμψε γρήγορα, και ο Ειρηναίος, ο διάδοχος του Πόθεινου, έγινε ο πρώτος μεγάλος χριστιανός θεολόγος.

Τον 5ο αιώνα αυτή η πνευματική παράδοση διατηρήθηκε από έναν άλλο καταγόμενο από το Λούγδουνο, τον Σιδώνιο Απολλινάριο.[5]και η πόλη έγινε ένα από τα πνευματικά κέντρα της Χριστιανοσύνης.

Παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον εμφύλιο πόλεμο της Ρώμης ανάμεσα στον Κλαύδιο Αλβίνο και τον Σεπτίμιο Σεβήρο, το Λούγδουνο τάχθηκε στο πλευρό του Αλβίνου. Μετά την επικράτηση του Σεβήρου το 197 μ.Χ., η πόλη λεηλατήθηκε και ερημώθηκε, η οικονομική της δραστηριότητα εξασθένησε και έπαψε να είναι πρωτεύουσα. Η πόλη πάνω στο λόφο Φουβριέρ εγκαταλείφθηκε και περιορίσθηκε σε έναν οχυρωμένο οικισμό στις όχθες του ποταμού Σον. Κατά την περίοδο της παρακμής και λίγο πριν την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατελήφθη από τους Βουργουνδούς το 457 και αργότερα, το 500, από τους Φράγκους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 . «The Roman Remains of Northern and Eastern France: A Guidebook, p. 388, at Google Books». 
  2. Patrice Béghain, Bruno Benoit, Gérard Corneloup et Bruno Thévenon,Dictionnaire historique de Lyon , Lyon, Stéphane Bachès, 2009, 1501 p. (ISBN 2-915266-65-4, notice BnFno FRBNF42001687)
  3. Mathieu Poux, Hugues Savay-Guerraz, Lyon avant Lugdunum, Infolio éditions, 2003, 151 p. (ISBN 2-88474-106-2)
  4. André Pelletier, Histoire de Lyon : De la capitale des Gaules à la métropole européenne; De -10 000 à + 2007 , Lyon, Éditions lyonnaises d'art et d'histoire, 2007, 143 p.(ISBN 978-2-84147-188-1)
  5. André Pelletier, Jacques Rossiaud, Françoise Bayard et Pierre Cayez, Histoire de Lyon : des origines à nos jours, Lyon, Éditions lyonnaises d'art et d'histoire, 2007, 955 p.(ISBN 2-841-47190-X et 978-2-841-47190-4