Βασίλειο των Βουργουνδών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Πρώτο Βασίλειο των Βουργουνδών μετά την εγκατάσταση στη Σαβοΐα από το 443.

Το Βασίλειο των Βουργουνδών (411-534) ή Πρώτο Βασίλειο της Βουργουνδίας ήταν ένα βασίλειο που ιδρύθηκε από βουργουνδούς Γερμανικής καταγωγής στην Ρηνανία και κατόπιν στην Σαβοΐα τον 5ο αιώνα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προηγούμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βουργουνδοί ήταν Ανατολική Γερμανική φυλή που πιστεύεται ότι είχε μεταναστέψει στο λεκανοπέδιο του Βιστούλα από το Σκανδιναβικό νησί Μπόρνχολμ τον 3ο αιώνα μετά Χριστόν. Ο πρώτος καταγεγραμμένος, αλλά όχι ιστορικά επιβεβαιωμένος βασιλιά των Βουργουνδών ήταν ο Gebicca, ο οποίος έζησε στα τέλη του 4ου αιώνα.

Το 406 οι Αλανοί, οι Βάνδαλοι, οι Σουηβοί και πιθανόν και οι Βουργουνδοί διέσχισαν τον Ρήνο και εισέβαλαν στην Γαλατία. Οι Βουργουνδοί εγκαταστάθηκαν ως foederati στην Ρωμαϊκή επαρχία της Germania Secunda (Τζερμάνια Σεκούντα) κατά μήκος του Μέσου Ρήνου.

Βασίλειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 411 μ.Χ. ο Βουργουνδός βασιλιάς Γκούνθερ σε συνεργασία με τον βασιλιά των Αλανών Γκόαρ, έβαλε στο θρόνο ως αυτοκράτορα μαριονέτα τον Ιοβίνο. Με το πρόσχημα της αυτοκρατορικής εξουσιοδότησης, ο Γκούνθερ εγκαταστάθηκε στην δυτική (δηλαδή τη Ρωμαϊκή) όχθη του Ρήνου, μεταξύ των ποταμών Lauter και Nahe, καταλαμβάνοντας τους οικισμούς του Borbetomagus (σημερινό Βορμς), Σπάιερ και Στρασβούργου. Προφανώς στα πλαίσια ανακωχής, ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ονώριος τους "παραχώρησε" αργότερα αυτά τα εδάφη. Η Βουργουνδοί εγκατέστησαν την πρωτεύουσά τους στο Borbetomagus. Ο Ολυμπιόδωρος ο Θηβαίος επίσης αναφέρει κάποιον Guntiarios ο οποίος αποκαλούταν "ηγέτης των Βουργουνδων" στα πλαίσια του σφετερισμού της Τζερμάνια Σεκούντα από τον Ιοβίνο το 411 (Prosper, a. 386).

Παρά το νέο τους στάτους ως foederati, οι Βουργουνδικές επιδρομές στην Ρωμαϊκή άνω Gallia Belgica (Γκάλια Μπέλγκικα) έφτασαν σε σημείο που έγιναν ανυπόφορες από τους Ρωμαίους, και τερματίστηκαν με βία όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Φλάβιος Αέτιος κάλεσε Ούνους μισθοφόρους που κατέλαβαν το βασίλειο το 437. Ο Γκούνθερ σκοτώθηκε στη μάχη, απ’ ό, τι αναφέρεται με την πλειοψηφία των Βουργουνδών[1]. Η εκστρατεία αυτή ήταν η πηγή του μεσαιωνικού ποιήματος Nibelungenlied'.

Τον Γκούνθερ τον διαδέχθηκε ως βασιλιάς ο Γκουντέριχος το 437. Μετά το 443 οι υπόλοιποι Βουργουνδοί εγκαταστάθηκαν από τον Αέτιο στην περιοχή της Sapaudia (Σαβοΐα), σήμερα περιοχή της κεντρικής Γαλλίας, πάλι ως foederati, στην Ρωμαϊκή επαρχία της Maxima Sequanorum (Μάξιμα Σεκβανόρουμ), όπου και εγκατέστησαν την πρωτεύουσά τους στο Λούγδουνο (σημερινή Λυών). Η προσπάθειά τους να επεκτείνουν το βασίλειό τους προς τα κάτω στον ποταμό Ροδανό τους έφερε σε σύγκρουση με το Βησιγοτθικό Βασίλειο στα νότια. Το 451 ο Γκουντέριχος ένωσε τις δυνάμεις του με τον Αέτιο εναντίον του Αττίλα, των βασιλιά των Ούνων, στη μάχη Μάχη των Καταλαυνικών πεδίων.

Όταν ο Γκουντέριχος πέθανε το 473, το βασίλειο μοιράστηκε μεταξύ των τεσσάρων γιων του: των Gundobad (473-516 στη Λυόν, βασιλιάς όλων των Βουργουνδών από το 480), Chilperic Β΄ (473-493 στη Βαλένς), Gundomar (473-486 στη Βιέν) και Godegisel (473-500, στη Βιεν και τη Γενεύη).

Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476, ο Βασιλιάς Gundobad συμμάχησε με τον ισχυρό Φράγκο βασιλιά Κλόβι Α΄ εναντίον της απειλής του Οστρογότθου Θευδέριχου του Μέγα. Έτσι, μπόρεσε να εξασφαλίσει τις Βουργουνδικές του κτήσεις, και να εκδώσει επίσης τον Lex Burgundionum, έναν αρχαίο γερμανικό νομικό κώδικα. Αργότερα, όταν η Ρώμη δεν μπορούσε πλέον να προστατέψει τους κατοίκους της Γαλατίας, η Σεκουάνοι ενσωματώθηκαν στο νεοϊδρυθέν Βασίλειο της Βουργουνδίας[2].

Σύμφωνα με τον Γρηγόριο της Τουρώνης (538–594), το 493 ο Gundobad σκότωσε τον αδελφό του Chilperic Β΄ και εξόρισε την κόρη του Κλοτίλδη, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Μεροβίγγειο Κλόβι Α΄, Βασιλιά των Φράγκων, ο οποίος είχε μόλις κατακτήσει την βόρεια Γαλατία. Η παρακμή του βασιλείου άρχισε όταν δέχτηκε επίθεση από τους πρώην Φράγκους συμμάχους του. Το 523 οι γιοι του βασιλιά Κλόβι Α΄ εκστράτευσαν στα Βουργουνδικά εδάφη, παρακινούμενοι από την μητέρα τους Κλοτίλδη, σε εκδίκηση της θανάτωσης του πατέρα της από τον Gundobad. Το 532 οι Βουργουνδοί δέχτηκαν αποφασιστική ήττα από τους Φράγκους στη Μάχη του Αουτουν, όταν και σκοτώθηκε ο βασιλιάς Godomar, και η Βουργουνδία ενσωματώθηκε στο Φραγκικό Βασίλειο το 534.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Prosper; Chronica Gallica 452; Hydatius; and Sidonius Apollinaris.
  2. Chisholm 1911.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bury, J.B. The Invasion of Europe by the Barbarians. London: Macmillan and Co., 1928.
  • Dalton, O.M. The History of the Franks, by Gregory of Tours. Oxford: The Clarendon Press, 1927.
  • Drew, Katherine Fischer. The Burgundian Code. Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 1972.
  • Guichard, Rene, Essai sur l'histoire du peuple burgonde, de Bornholm (Burgundarholm) vers la Bourgogne et les Bourguignons, 1965, published by A. et J. Picard et Cie.
  • Murray, Alexander Callander. From Roman to Merovingian Gaul. Broadview Press, 2000.
  • Musset, Lucien. The Germanic Invasions: The Making of Europe AD 400-600. University Park, Pennsylvania: The Pennsylvania State University Press, 1975.
  • Rolfe, J.C., trans, Ammianus Marcellinus. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1950.
  • Wood, Ian N. ‘Ethnicity and the Ethnogenesis of the Burgundians’. In Herwig Wolfram and Walter Pohl, editors, Typen der Ethnogenese unter besonderer Berücksichtigung der Bayern, volume 1, pages 53–69. Vienna: Denkschriften der Österreichische Akademie der Wissenschaften, 1990.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kingdom of the Burgundians της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).