Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (626)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Απεικόνιση της πολιορκίας από το Χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή

Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 626 από τους Σασσανίδες Πέρσες και τους Αβάρους, βοηθούμενοι από μεγάλους αριθμούς συμμάχων τους, Σλάβων, κατέληξε σε μια στρατηγική νίκη για τους Βυζαντινούς. Η αποτυχία της πολιορκίας έσωσε την αυτοκρατορία από την κατάρρευση, και, σε συνδυασμό με άλλες νίκες που πέτυχε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641) το προηγούμενο έτος και το 627, το Βυζάντιο κατάφερε να επανακτήσει τα εδάφη του και τον τερματισμό των καταστροφικών Βυζαντινοπερσικών πολέμων με επιβολή ευνοϊκής συνθήκης και με σύνορα σταθερά.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 602 ο στρατηγός Φωκάς ανέτρεψε τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-602), και καθιέρωσε μια βασιλεία τρόμου και ανικανότητας, οδηγώντας την αυτοκρατορία σε αναρχία[1]. Θρησκευτικοί και διοικητικοί κακοί χειρισμοί άφησαν την αυτοκρατορία σε θλιβερή κατάσταση, όταν ο Σασσανίδης βασιλιάς Χοσρόης Β΄ (590 - 628) επιτέθηκε, χρησιμοποιώντας το πραξικόπημα ως πρόσχημα για πόλεμο. Αρχικά, ο πόλεμος πήγε καλά για τους Πέρσες, μέχρι που μόνο η Ανατολία παρέμεινε σε βυζαντινά χέρια. Αργότερα, ο Φωκάς ανατράπηκε από τον γιο του τότε Έξαρχου της Αφρικής, Ηράκλειο[1]. Με περιορισμένη εμπειρία, ο Ηράκλειος άρχισε την αποκατάσταση του κράτους από τις καταστροφικές ενέργειες του Φωκά[1]. Ωστόσο, παρά τις επιθέσεις του στη Μεσοποταμία ο Ηράκλειος δεν μπόρεσε να σταματήσει τους Πέρσες από το να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη, όπου από τη Χαλκηδόνα ήταν σε θέση να ξεκινήσουν την επίθεσή τους. Από τις 14 έως τις 15 Μάιος 626, έγιναν ταραχές στην Κωνσταντινούπολη κόντρα στον Ιωάννη Σεισμό επειδή ήθελε να ακυρώσει τις μερίδες ψωμί της σχολής της αυτοκρατορικής φρουράς και να αυξήσει το κόστος του ψωμιού σε 3-8 φόλλους. Ωστόσο, παρά την απομάκρυσή του υπήρξαν και άλλες αναταραχές στην πόλη[2].

Πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 626 που απεικονίζεται στις τοιχογραφίες της Μονής Μολντοβίτα, Ρουμανία

Ο Χοσρόης, βλέποντας ότι χρειαζόταν μία αποφασιστική αντεπίθεση για να νικήσει τους Βυζαντινούς[3] άφησε τον Σαχίν με 50.000 άνδρες στην Μεσοποταμία και την Αρμενία για να απασχολεί τον βυζαντινό στρατό, κι με ένα μικρότερο στρατό έφτασε και στρατοπέδευσε στα τείχη της Χαλκηδόνας, στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Ο Χοσρόης είχε συμμαχήσει με τον χαγάνο των Αβάρων, έτσι ώστε να ξεκινήσει μια συντονισμένη επίθεση κατά της Κωνσταντινουπόλεως τόσο από την ευρωπαϊκή όσο και την ασιατική πλευρά. Ο περσικός στρατός στρατοπέδευσε στη Χαλκηδόνα, ενώ οι Άβαροι με τους Σλάβους στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης όπου και κατέστρεψαν το υδραγωγείο του Ουάλη[4]. Λόγω του βυζαντινού ναυτικού ελέγχου στο στενό του Βοσπόρου, όμως, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να στείλουν στρατεύματα στην ευρωπαϊκή πλευρά για να βοηθήσουν τους σύμμαχους τους[5][6]. Αυτό μείωσε την αποτελεσματικότητα της πολιορκίας , επειδή οι Πέρσες ήταν έμπειροι σε πολιορκίες[7]. Επιπλέον, οι Πέρσες και οι Άβαροι είχαν δυσκολίες επικοινωνίας σε όλο τον φυλασσόμενο Βόσπορο, αν και αναμφίβολα, υπήρχε κάποια επικοινωνία μεταξύ των δύο δυνάμεων[6][8].

Η άμυνα της Κωνσταντινούπολης ήταν υπό την αρχηγία του Πατριάρχη Σέργιου και των πατρικίων. Κατόπιν ο Ηράκλειος χώρισε τον στρατό του σε τρία μέρη παρόλο που ο ίδιος έκρινε ότι η πόλη ήταν σχετικά ασφαλής, ο ίδιος ζήτησε ενισχύσεις στην Κωνσταντινούπολη για να ενισχύσει κυρίως το ηθικό των αμυνομένων. Ένα άλλο μέρος του στρατού ήταν υπό την αρχηγία του αδελφού του Θεοδώρου και στάλθηκε για να ασχοληθεί με τον Σαχίν, ενώ το τρίτο και μικρότερο μέρος θα παράμενε υπό τον έλεγχό του, με σκοπό μία επιδρομή στο Περσικό βασίλειο[3].

Στις 29 Ιουνίου 626, άρχισε μια συντονισμένη επίθεση κατά των τειχών. Μέσα στα τείχη, βρισκόταν 12.000 καλά εκπαιδευμένο Βυζαντινό ιππικό και πεζοί που με την βοήθεια των κατοίκων υπερασπίστηκαν την πόλη ενάντια στις δυνάμεις περίπου 80.000 Αβάρων και Σλάβων[3][9]. Οι Πέρσες είχαν αφιχθεί στη Χαλκηδόνα πριν ανατραπεί ο Φωκάς. Παρά τις συνεχείς επιθέσεις στα τείχη με βολές πολιορκητικών μηχανών για ένα μήνα, το ηθικό ήταν υψηλό μέσα από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, λόγω του Πατριάρχη Σεργίου που με θρησκευτική θέρμη και πομπές, κατά μήκος των τειχών με την εικόνα της Παναγίας, κρατούσε ψηλά το ηθικό με την πεποίθηση ότι οι Βυζαντινοί ήταν υπό θεϊκή προστασία[3][10]. Επιπλέον, οι κραυγές του πατριάρχη για το θρησκευτικό ζήλο ανάμεσα στην αγροτιά γύρω από την Κωνσταντινούπολη έγινε ολοένα και πιο αποτελεσματική από το γεγονός ότι αντιμετώπιζαν ειδωλολάτρες[3]. Κατά συνέπεια, κάθε επίθεση ήταν μια καταδικασμένη προσπάθεια. Όταν ο στόλος των Αβαροσλάβων και ο περσικός στόλος βυθίστηκαν σε δύο διαφορετικές ναυμαχίες, οι επιτιθέμενοι τράπηκαν σε φυγή εγκαταλείποντας την πολιορκία προφανώς υπό την πεποίθηση ότι η θεϊκή παρέμβαση είχε κερδίσει για το Βυζάντιο[3].

Στις 7 Αυγούστου, ένας στόλος από περσικές σχεδίες με στρατεύματα διαπεραίωναν το Βόσπορο αλλά περικυκλώθηκαν και καταστράφηκαν από τον βυζαντινό στόλο. Οι Σλάβοι προσπάθησαν να επιτεθούν στα θαλάσσια τείχη από τον Κεράτιο κόλπο, ενώ ο κύριος όγκος των Αβάρων επιτέθηκαν τα χερσαία τείχη. Οι βυζαντινές γαλέρες κατέστρεψαν τις Σλαβικές βάρκες που κατευθύνονταν στα θαλάσσια τείχη, ενώ η Αβαρική επίθεση στα χερσαία τείχη από τις 6 έως τις 7 Αυγούστου απέτυχε[11]. Με την είδηση ότι ο Θεόδωρος είχε τελεσίδικα θριαμβεύσει κατά του Σαχίν (υποτίθεται ότι η ήττα οδήγησε τον Σαχίν να πεθάνει από κατάθλιψη), οι Άβαροι υποχώρησαν στην βαλκανική ενδοχώρα μέσα σε δύο ημέρες, λύνοντας ουσιαστικά την πολιορκία. Ακόμα κι αν ο περσικός στρατός ακόμα στρατοπέδευσε στη Χαλκηδόνα, η απειλή για την Κωνσταντινούπολη είχε εκλείψει[3]. Η άρση της πολιορκίας αποδόθηκε στη θεϊκή προστασία της Παναγίας, και γράφτηκε από άγνωστο συγγραφέα ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος, ενδεχομένως να τον έγραψε και ο Πατριάρχης Σέργιος ή ο Γεωργίος Πισιδίας[12][13][14].

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των περιχώρων της Κωνσταντινούπολης κατά τους Βυζαντινούς χρόνους

Η αποτυχία της πολιορκίας ήρθε αμέσως μετά την είδηση της νίκης των Βυζαντινών, όπου ο αδελφός του Ηράκλειου, Θεοδώρος σημείωσε επίσης νίκη κατά του Πέρση στρατηγού Σαχίν[15]. Έπειτα ο Περσικός στρατός εγκατέλειψε την Χαλκηδόνα και αποσύρθηκε στην Συρία, ακόμα, με την εξουδετέρωση των πιο ειδικευμένων στρατηγών του Χοσρόη, ο Ηράκλειος στέρησε από τον εχθρό του, μερικά από τα καλύτερα και πιο έμπειρα στρατεύματά του, διασφαλίζοντας παράλληλα τα πλευρά του, πριν την εισβολή του στην Περσία[16]. Την επόμενη χρονιά, ο Ηράκλειος ηγήθηκε της εισβολής στη Μεσοποταμία για άλλη μια φορά, νικώντας ένα άλλο περσικό στρατό στη Νινευή. Στη συνέχεια, ο ίδιος βάδισε προς τον Κτησιφώντα, όπου Πέρσης βασιλιάς ανατράπηκε από έναν άλλο. Τελικά, με υπογραφή συνθήκης, οι Πέρσες ήταν υποχρεωμένοι να αποσύρουν όλες τις ένοπλες δυνάμεις τους και να επιστρέψουν στην Αίγυπτο και το Λεβάντε με τα αυτοκρατορικά εδάφη της Μεσοποταμίας και της Αρμενίας επέστρεψαν σε Βυζαντινά χέρια κατά τον χρόνο της προγενέστερης συνθήκη ειρήνης του 595. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, ούτε οι Πέρσες ούτε οι Βυζαντινοί θα ξαναπολεμήσουν πάλι μέχρι την αραβοισλαμική εισβολή έσπασε τη συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών.

Αξιολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη
Byzantine Constantinople-el.svg
330 Ίδρυση της πόλης
413 Ολοκλήρωση των Θεοδοσιανών Τειχών
474 Μεγάλη πυρκαγιά
532 Στάση του Νίκα
537 Ολοκλήρωση της Αγίας Σοφίας
626 Πολιορκία από τους Άβαρους
674-78 Α´ αραβική πολιορκία
717-18 Β´ αραβική πολιορκία
1204 Σταυροφορική άλωση
1261 Επανάκτηση της πόλης
από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο
1453 Οθωμανική άλωση


Η πολιορκία του 626 απέτυχε γιατί οι Άβαροι δεν είχαν την υπομονή ή την τεχνολογία για να κατακτήσουν την πόλη. Αν και οι Πέρσες ήταν εμπειρογνώμονες στην πολιορκία, τα τείχη της Κωνσταντινούπολης αποδείχτηκε ότι μπόρεσαν να αντέξουν εύκολα τους πολιορκητικούς πύργους και τις άλλες μηχανές, εξαιτίας του ότι δεν θα μπορούσαν οι πολιορκητές να μετακινήσουν εξοπλισμό πολιορκίας στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου όπου οι Άβαροι και οι Σλάβοι σύμμαχοι τους είχαν αρχικά τοποθετηθεί. Επιπλέον, οι Πέρσες και οι Σλάβοι δεν είχαν αρκετά ισχυρό ναυτικό για να αγνοήσουν τα θαλάσσια τείχη και να δημιουργήσουν ένα κανάλι επικοινωνίας. Η έλλειψη των προμηθειών για τους Αβάρους τελικά τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την πολιορκία[17].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Norwich 1997, σελ. 90
  2. Kaegi 2003, σελ. 133.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Norwich 1997, σελ. 93
  4. Treadgold 1997, σελ. 297
  5. Kaegi 2003, σελ. 133
  6. 6,0 6,1 Kaegi 2003, σελ. 140
  7. Dodgeon, Greatrex & Lieu 2002, σελίδες 179–181
  8. Kaegi 2003, σελ. 134
  9. Norwich 1997, σελ. 92
  10. Kaegi 2003, σελ. 136
  11. Kaegi 2003, σελ. 137
  12. Kimball 2010, σελ. 176
  13. Ekonomou 2008, σελ. 285
  14. Gambero 1999, σελ. 338
  15. Kaegi 2003, σελ. 148
  16. Kaegi 2003, σελ. 151
  17. Kaegi 2003, σελ. 140

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Siege of Constantinople (626) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).