Μεγάλη Μοραβία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Μεγάλη Μοραβία στα τέλη του 9ου αιώνα. Σκούρο πράσινο αποδεδειγμένα εδάφη, Ανοικτό πράσινο πιθανολογούμενα εδάφη

Η Μεγάλη Μοραβία (Λατινικά: Regnum Marahensium, Τσεχικά: Velká Morava, Σλοβακικά: Veľká Morava, Πολωνικά: Wielkie Morawy), ή απλά Μοραβία[1][2][3] ήταν το πρώτο μεγάλο κράτος που ήταν κατά κύριο λόγο των Δυτικών Σλάβων και εμφανίστηκε στην περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης, [4] πιθανώς περιλαμβάνοντας εδάφη που αποτελούν σήμερα τμήμα της Τσεχίας, της Σλοβακίας, της Ουγγαρίας, της Αυστρίας, της Γερμανίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Σερβίας και της Ουκρανίας. Ο μόνος σχηματισμός που προηγήθηκε σε αυτές τις περιοχές ήταν η φυλετική ένωση του Σάμο που ήταν γνωστή μεταξύ 631 και 658 μ.Χ.

Η περιοχή του πυρήνα της είναι η περιοχή που τώρα ονομάζεται Μοραβία στο ανατολικό τμήμα της Τσεχίας κατά μήκος του Ποταμού Μοράβα,που έδωσε το όνομά του στο βασίλειο. Με το βασίλειο αναδύθηκε ο πρώτος σλαβικός λογοτεχνικός πολιτισμός στην Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική Γλώσσα και έγινε η διάδοση του Χριστιανισμού, πρώτα μέσω ιεραπόστολων από την Ανατολική Φραγκία, και αργότερα μετά την άφιξη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου το 863 και η δημιουργία του Γλαγολιτικού αλφάβητου, του πρώτου αλφάβητου αποκλειστικά για μια σλαβική γλώσσα, που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από ένα απλούστερο Κυριλλικό.

Αν και τα σύνορα της αυτοκρατορίας της δεν μπορούν να καθοριστούν επακριβώς, η Μοραβία έφτασε στη μεγαλύτερη εδαφική της έκταση υπό τον πρίγκιπα Σβάτοπλουκ Α' (Σλοβακικά: Svätopluk), που κυβέρνησε από το 870 έως το 894. Οι αποσχιστικές κινήσεις και οι εσωτερικές συγκρούσεις που αναδύθηκαν μετά το θάνατο του Σβάτοπλουκ συνέβαλαν στην πτώση της Μεγάλης Μοραβίας, που κατακλύσθηκε από τους Ούγγρους, που στη συνέχεια περιέλαβαν το έδαφος της σημερινής Σλοβακίας στις κτήσεις τους. Η ακριβής ημερομηνία της κατάρρευσης της Μοραβίας είναι άγνωστη, αλλά συνέβη μεταξύ 902 και 907.

Η Μοραβία γνώρισε σημαντική πολιτιστική ανάπτυξη υπό τον βασιλιά Ραστισλάβο, με την άφιξη το 863 της ιεραποστολής των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Μετά την απόρριψη του αιτήματός του για ιεραποστόλους από τη Ρώμη ο Ραστισλάβος ζήτησε από το Βυζαντινό αυτοκράτορα να στείλει ένα «δάσκαλο» (učiteľ) για να εισαγάγει την παιδεία και ένα νομικό σύστημα (pravьda) στη Μεγάλη Μοραβία. Το αίτημα έγινε δεκτό. Οι ιεραπόστολοι αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος εισήγαγαν ένα σύστημα γραφής (το γλαγολιτικό αλφάβητο) και τη Σλαβονική λειτουργία, που τελικά εγκρίθηκε επίσημα από τον Πάπα Αδριανό Β'.[5] Η γλαγολιτική γραφή πιθανότατα επινοήθηκε από τον ίδιο τον Κύριλλο και η γλώσσα που χρησιμοποιούσε για τις μεταφράσεις των ιερών γραφών και το αρχικό του λογοτεχνικό έργο βασίστηκε στη σλαβική διάλεκτο που γνώριζαν ο ίδιος και ο αδελφός του Μεθόδιος από τη γενέτειρά τους Θεσσαλονίκη. Η Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική, επομένως, διέφερε κάπως από την τοπική σλαβική διάλεκτο της Μεγάλης Μοραβίας που ήταν το προγονικό ιδίωμα των μεταγενέστερων διαλέκτων που ομιλούνταν στη Μοραβία και τη δυτική Σλοβακία.

Αργότερα οι μαθητές του Κυρίλλου και του Μεθόδιου εκδιώχθηκαν από τη Μεγάλη Μοραβία από το βασιλιά Σβάτοπλουκ Α', που επαναπροσανατόλισε την Αυτοκρατορία στο Δυτικό Χριστιανισμό. Ωστόσο η εκδίωξη αυτή είχε σημαντικό αντίκτυπο στις χώρες όπου εγκαταστάθηκαν οι μαθητές και από εκεί συνέχισαν τις ευαγγελικές αποστολές τους—ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, πρώτα στη Βουλγαρία από το 886 και αργότερα στην Ανατολική Ευρώπη. Φτάνοντας στην Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία οι μαθητές συνέχισαν το ιεραποστολικό τους έργο. Η Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική έγινε η επίσημη γραπτή γλώσσα στη Βουλγαρία πιθανότατα το 893, όπου τώρα μερικές φορές αναφέρεται ως Παλαιοβουλγαρική. Η γλαγολιτική γραφή αντικαταστάθηκε από την κυριλλική, που χρησιμοποιούσε μερικά από τα γράμματά της. Το πρώιμο κυριλλικό αλφάβητο αναπτύχθηκε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. στη Φιλολογική Σχολή της Πρεσλάβας στη Βουλγαρία και έγινε επίσημη για τη χώρα το 893 περίπου.[6][7][8][9] Η κυριλλική γραφή και οι μεταφράσεις της λειτουργίας διαδόθηκαν σε άλλες σλαβικές χώρες, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια και τη Ρωσία του Κιέβου, χαράσσοντας μια νέα πορεία στην πολιτιστική ανάπτυξη αυτών των σλαβικών εθνών και καθιερώνοντας τα κυριλλικά αλφάβητα όπως είναι τώρα γνωστά στη Βουλγαρία, τη Λευκορωσία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Μογγολία, το Μαυροβούνιο, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Ρωσία, τη Σερβία και την Ουκρανία.

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος ανακηρύχθηκαν συν-προστάτες της Ευρώπης από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' το 1980.[10]

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Blatnica sword
Σπαθί της Μεγάλης Μοραβίας από τη Μπλάτνιτσα, που ανασκάφηκε το 19ο αιώνα, αρχικά ερμηνεύτηκε ως ταφικό κτέρισμα από ένα «δουκικό» τύμβο

Μεγάλη Μοραβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νόημα του ονόματος της Μεγάλης Μοραβίας έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης.[11] Ο χαρακτηρισμός «Μεγάλη Μοραβία»[12]—πηγάζει από το έργο Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν που έγραψε ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος γύρω στο 950.[13][14] Ο αυτοκράτορας χρησιμοποιούσε το επίθετο μεγάλη μόνο σε σχέση με κάποιο κράτος όταν αναφερόταν σε γεγονότα που συνέβησαν μετά την πτώση του, υπονοώντας ότι θα έπρεπε μάλλον να εκληφθεί ως «παλιά» αντί για «μεγάλη».[15] Σύμφωνα με μια τρίτη θεωρία το επίθετο μεγάλη αναφέρεται σε μια περιοχή που βρίσκεται πέρα ​​από τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας..[16][17] Τέλος ο ιστορικός Λουμπομίρ Ε. Χάβλικ γράφει ότι οι βυζαντινοί μελετητές χρησιμοποιούσαν αυτό το επίθετο όταν αναφέρονταν σε πατρίδες νομαδικών λαών, όπως αποδεικνύεται από τον όρο «Μεγάλη Βουλγαρία».[18]

[Εκεί] είναι το Βελιγράδι, όπου βρίσκεται ο πύργος του αγίου και μεγάλου Κωνσταντίνου, του αυτοκράτορα. Στη συνέχεια πάλι, στην άκρη του ποταμού, βρίσκεται το περίφημο Σίρμιο με το όνομα, ένα ταξίδι δύο ημερών από το Βελιγράδι. και πιο πέρα ​​βρίσκεται η μεγάλη Μοραβία, η αβάπτιστη, την οποία οι [Ούγγροι] έχουν εξαλείψει, αλλά στην οποία βασίλευε παλαιότερα [ο Σβάτοπλουκ]. Αυτά είναι τα τοπόσημα και τα ονόματα κατά μήκος του ποταμού Δούναβη [...]|Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος: Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν[19]

Το έργο του Πορφυρογέννητου είναι η μοναδική σχεδόν πηγή της εποχής, που χρησιμοποιεί το επίθετο «μεγάλη» σε σχέση με τη Μοραβία.[18] Άλλα έγγραφα του 9ου και του 10ου αιώνα δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τον όρο σε αυτό το πλαίσιο.[20] Αντίθετα αναφέρουν το κράτος ως "βασίλειο της Μοραβίας" ή "βασίλειο των Μοραβών" (regnum Marahensium, terra Marahensium, regnum Marahavorum, regnum Marauorum, terra Marauorum ή regnum Margorum στα λατινικά και Moravьska oblastь στην Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική) ή απλώς "Μοραβία" (Marawa, Marauia και Maraha στα λατινικά, Morava, Marava ή Murava στην Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική και M.ŕawa.t στα αραβικά),[21] επίσης regnum Sclavorum (βασίλειο των Σλάβων) ή εναλλακτικό regnum Rastizi (βασίλειο του Ραστισλάβου) ή regnum Zuentibaldi (βασίλειο του Σβάτοπλουκ).

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Morava" είναι το τσεχικό και το σλοβακικό όνομα τόσο για τον ποταμό όσο και για τη χώρα, πιθανώς το όνομα του ποταμού είναι το κύριο και δίνει το όνομα στη γύρω χώρα. Η κατάληξη -ava, όπως και σε πολλούς άλλους ποταμούς της Τσεχίας και της Σλοβακίας, θεωρείται συχνότερα ως σλαβικοποίηση του αρχικά γερμανικού -ahwa (= σύγχρονο γερμανικό "Au" ή "-a"), συγγενές με το λατινικό aqua. Ορισμένοι μελετητές το συνδέουν πάλι, με το κελτικό -ab και το ινδοευρωπαϊκό *apa/*opa («νερό, θάλασσα»).[22] Η ρίζα mor- μπορεί επίσης να συνδεθεί με άλλες ινδοευρωπαϊκές λέξεις με τη σημασία του νερού, της λίμνης ή της θάλασσας (θάλασσα: σλαβικά more, λατινικά mare, ουαλικά môr, γερμανικά Meer· υγρασία: αγγλικά και γερμανικά Moor, σλαβικά mokr-). Συγκρίνετε επίσης άλλα ονόματα ποταμών όπως o Μουρ στην Αυστρία και ένας άλλος Μοράβας] στη Σερβία κ.λπ.).

Επικράτεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πυρήνας της Μεγάλης Μοραβίας

Μετά την πτώση της Μεγάλης Μοραβίας η κεντρική της επικράτεια μοιράστηκε σταδιακά μεταξύ των νεοανερχόμενων βασιλείων της Βοημίας και της Ουγγαρίας. Τα σύνορα αρχικά ορίστηκαν στον ποταμό Μοράβα. Ωστόσο από το 12ο αιώνα οι Τσέχοι βασιλιάδες κατάφεραν να κατακτούν όλο και περισσότερο την περιοχή στην ανατολική όχθη, κερδίζοντας τελικά ολόκληρο το τμήμα της ανατολικής επικράτειας από το Οχέρσκε Χράντιστε μέχρι το Στράζνιτσε, κατά μήκος των Λευκών Καρπαθίων. Ο αρχικός πυρήνας της Μεγάλης Μοραβίας, που σήμερα αποτελεί το ανατολικό τμήμα της Μοραβίας και βρίσκεται ανάμεσα στα Λευκά Καρπάθια και τα Ορη Χρίμπυ, έχει διατηρήσει τη μη τσεχική ταυτότητά της στην ονομασία της "Slovácko", που δείχνει κοινή προέλευση με το όνομα της γειτονικής Σλοβακίας — ένα δείγμα μιας προηγούμενης κοινής ταυτότητας στους χρόνους της Μεγάλης Μοραβίας. Αυτή η κεντρική περιοχή της Μεγάλης Μοραβίας κατά μήκος του ποταμού έχει διατηρήσει μια μοναδική κουλτούρα με πλούσια λαογραφική παράδοση: το προαναφερθέν "Slovácko" εκτείνεται, προς τα νότια (όπου ο ποταμός Μοράβας σχηματίζει τα τσεχοσλοβακικά σύνορα), σε δύο περιοχές—την περιοχή Zάλουζι στη δυτική (τσεχική) όχθη του Μοράβα και στο Zαχόριε στην ανατολική (σλοβακική) όχθη του. Το Zαχόριε μπορεί επίσης να υπερηφανεύεται για το μοναδικό σωζόμενο κτήριο από την εποχή της Μεγάλης Μοραβίας, το παρεκκλήσι στο Κόπτσανι, ακριβώς απέναντι από το Μοράβα από τον αρχαιολογικό χώρο του Μικούλτσιτσε (αυτά τα δύο σημαντικά μέρη της Μεγάλης Μοραβίας συνδέονται τώρα με μια γέφυρα). Ο πυρήνας της Μεγάλης Μοραβίας επεκτάθηκε, σύμφωνα με τα χρονικά, στις αρχές της δεκαετίας του 830, όταν ο Μοϊμίρ Α' της Μοραβίας κατέκτησε το γειτονικό πριγκιπάτο της Νίτρα (σημερινή δυτική Σλοβακία). Το πρώην πριγκιπάτο της Νίτρα χρησιμοποιήθηκε ως αυτό που αποκαλείται στα σλοβακικά údelné kniežatsvo, ή η περιοχή που δόθηκε να κυβερνηθεί στο διάδοχο του θρόνου, παραδοσιακά το γιο της αδερφής του kъnendzь (πρίγκιπα).

Πριγκιπάτα και χώρες εντός της Μεγάλης Μοραβίας

Ωστόσο η έκταση, ακόμη και η ίδια η τοποθεσία της Μεγάλης Μοραβίας ( ιστοριογραφικοί όροι, καθώς η αρχική επίσημη ονομασία της είναι άγνωστη) αποτελούν αντικείμενο συζήτησης.[11] Οι αντίπαλες θεωρίες τοποθετούν το κέντρο της νότια του Δούναβη (στο Μοράβα της Σερβίας) ή στη Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα.[23] Η ακριβής ημερομηνία ίδρυσης του κράτους της Μοραβίας αμφισβητείται επίσης, αλλά πιθανώς συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 830 υπό τον Πρίγκιπα Μοϊμίρ Α' (ρ. 820/830–846), τον πρώτο γνωστό ηγεμόνα της ενωμένης Μοραβίας. Ο Μοϊμίρ και ο διάδοχός του Ραστισλάβος ("Rostislav" στα Τσέχικα), που κυβέρνησαν από το 846 ως το 870, αρχικά αναγνώρισαν την επικυριαρχία των Καρολιδών μοναρχών, αλλά ο αγώνας της Μοραβίας για ανεξαρτησία προκάλεσε μια σειρά ένοπλων συγκρούσεων με την Ανατολική Φραγκία από τη δεκαετία του 840.

Παραδοσιακή άποψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς τα εδάφη του πυρήνα της Μοραβίας βρίσκονταν στην κοιλάδα του ποταμού Μοράβα, στη σημερινή Τσεχία και τη Σλοβακία.[24][25] Τα αρχαιολογικά ευρήματα μεγάλων πρώιμων μεσαιωνικών φρουρίων και το σημαντικό σύμπλεγμα οικισμών που αναπτύχθηκαν γύρω τους υποδηλώνουν ότι ένα σημαντικό κέντρο ισχύος εμφανίστηκε στην περιοχή αυτή τον 9ο αιώνα.[13][26] Πρώιμες πηγές (η μετάφραση της Ιστορίας του Κόσμου του Οροσίου από τον Αλφρέδο το Μέγα της εποχής, που ανέφερε τους γείτονες της Μοραβίας και η περιγραφή του ταξιδιού του Κύριλλου και του Μεθοδίου από τη Μοραβία στη Βενετία μέσω της Παννονίας στο Βίο του Κωνσταντίνου) τεκμηριώνουν επίσης την παραδοσιακή άποψη : [27]

Αυτοί οι Μοραβοί έχουν στα δυτικά τους τους Θουρίγγιους και μερικούς Βοημούς ... και νότια από την άλλη πλευρά του ποταμού Δούναβη βρίσκεται η χώρα Καρίνθια, που εκτείνεται νότια μέχρι τα βουνά που ονομάζονται Άλπεις. ... Στα ανατολικά της Καρίνθιας, πέρα ​​από την ακατοίκητη περιοχή, είναι η χώρα των Βουλγάρων και ανατολικά της είναι η χώρα των Ελλήνων. Στα ανατολικά της χώρας των Μοραβών βρίσκεται η χώρα του Βιστούλα και ανατολικά από αυτήν βρίσκονται οι ... που ήταν παλαιότερα Γότθοι.

— Αγγλοσαξονική έκδοση του Ορόσιου από το Βασιλιά Αλφρέδο[28][29]}} Τα σύνορα της Μοραβίας δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια λόγω της έλλειψης ακριβών πηγών της εποχής.[30][31] Για παράδειγμα οι μοναχοί που έγραφαν τα Χρονικά της Φούλντα τον 9ο αιώνα είχαν προφανώς περιορισμένη γνώση της γεωγραφίας μακρινών περιοχών της Κεντρικής Ευρώπης.[32] Επιπλέον οι μονάρχες της Μοραβίας υιοθέτησαν μια επεκτατική πολιτική τη δεκαετία του 830, επομένως τα σύνορα του βασίλειού τους άλλαζαν συχνά.[33]

Η Μοραβία έφτασε στο αποκορύφωμα της εδαφικής της επέκτασης υπό τον Σβάτοπλουκ Α' (β. 870–894).[34] Η Μικρή Πολωνία, η Παννονία και άλλες περιοχές αναγκάστηκαν να δεχτούν, τουλάχιστον τυπικά και συχνά μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, την επικυριαρχία του.[31][35] Από την άλλη πλευρά η ύπαρξη αρχαιολογικά τεκμηριωμένων κοινών πολιτιστικών περιοχών μεταξύ της Μοραβίας, της Μικράς Πολωνίας και της Σιλεσίας, δεν αποδεικνύουν ότι τα βόρεια όρια της Μοραβίας βρίσκονταν πάνω από αυτές τις περιοχές.[36] Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Μπέλα Μίκλος Σέκε το Πριγκιπάτο της Κάτω Παννονίας δεν ανήκε ποτέ στη Μοραβία.[37] Ούτε τα αρχαιολογικά ευρήματα ούτε οι γραπτές πηγές τεκμηριώνουν την παραδοσιακή άποψη περί μόνιμης προσάρτησης τεράστιων περιοχών κατά τη βασιλεία του.[37] Άλλοι μελετητές προειδοποιούν ότι είναι λάθος να χαράσσονται τα όρια των βασικών εδαφών επειδή η Μοραβία δεν έφτασε σε αυτό το επίπεδο ανάπτυξης.[38]

Αλλες θεωρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1784 ο Σλοβάκος ιστορικός Γιούραϊ Σκλέναρ αμφισβήτησε την παραδοσιακή άποψη για την τοποθεσία της Μοραβίας και τοποθέτησε την περιοχή του πυρήνα της στην περιοχή του Σίρμιου (σήμερα Σρέμσκα Μιτρόβιτσα της Σερβίας), αναφέροντας ότι επεκτάθηκε από αυτή την τοποθεσία προς τα βόρεια ως τις σημερινές Σλοβακία, Μοραβία και Βοημία.[39] Ομοίως, τη δεκαετία του 1820, ο Φρήντριχ Μπλουμενέργκερ τοποθέτησε τη Μεγάλη Μοραβία στα νότια στα σύνορα της Παννονίας με τη Μοισία.[39] Οι απόψεις τους παρέμειναν απομονωμένες μέχρι τη δεκαετία του 1970,[39] όταν ο Ίμρε Μπόμπα δημοσίευσε ξανά μια θεωρία ότι η βασική περιοχή της Μοραβίας πρέπει να βρισκόταν γύρω από το Σίρμιο, κοντά στον ποταμό Μεγάλο Μοράβα.[40][41][42] Ο Πέτερ Πουσπόκι Νάγκι υποστήριξε την ύπαρξη δύο Μοραβιών: μιας «Μεγάλη» Μοραβία στον νότιο ποταμό Μεγάλο Μοράβα στη σημερινή Σερβία και μια άλλη Μοραβία στο βόρειο ποταμό Μοράβα στη σημερινή Τσεχία και Σλοβακία.[43] Μια παρόμοια θεωρία δημοσιεύτηκε επίσης από τον Τόρου Σένγκα.[44] Τη δεκαετία του 1990 η νότια εκδοχή αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Τσαρλς Μπόουλς, που έγραψε ότι η Μοραβία εμφανίστηκε στην περιοχή των «συμβολών των ποταμών Δράβου, Σάβου, Δρίνος, Τίσα και (νότιου) Μεγάλου Μοράβα με το Δούναβη». [45]Ο Μπόουλς τόνισε ότι ο προσανατολισμός της συνοριακής οργάνωσης των Φράγκων ήταν εστιασμένη στα νοτιοανατολικά εδάφη, πράγμα που υποστηρίζει επίσης τη νότια θέση της Μεγάλης Μοραβίας.[11] Ο Μάρτιν Έγκερς υποστήριξε ότι η αρχική τοποθεσία της Μοραβίας εστιαζόταν γύρω από το σύγχρονο Βανάτο στη συμβολή των ποταμών Τίσα και Μούρες,[46][47] με περαιτέρω επεκτάσεις στα εδάφη της σημερινής Τσεχίας και Σλοβακίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλευση (πριν από το 800)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη αναφορά σε Σλαβικές φυλές που ζούσαν στην κοιλάδα του βόρειου ποταμού Μοράβα έγινε από το Βυζαντινό ιστορικό Προκόπιο.[48] Έγραψε για μια ομάδα Γερμανών Έρουλων που «πέρασαν από την επικράτεια όλων των Σκλαβηνίων» ενώ κινούνταν προς τη Δανία το 512.[49] Οι αρχαιολογικοί χώροι έχουν δώσει χειροποίητα κεραμικά[50] και παρόμοια αντικείμενα στη νότια Πολωνία και τη δυτική Ουκρανία έχουν εμφανιστεί στη συμβολή του βόρειου ποταμού Μοράβα και του Μέσου Δούναβη, που χρονολογούνται γύρω στο 550.[51]

Μεγάλες περιοχές στην Πεδιάδα της Παννονίας κατακτήθηκαν μετά το 568 από τους νομάδες Άβαρους που είχαν φτάσει από την Ευρασιατική στέπα.[48][52] Οι Σλάβοι αναγκάστηκαν να πληρώσουν φόρο υποτέλειας στους Αβάρους και να συμμετέχουν στις επιδρομές τους κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, των Φράγκων και των Λομβαρδών.[48] Παρόλο που η περιοχή εγκατάστασης των Άβαρων σταθεροποιήθηκε στον ποταμό Δούναβη την πρώιμη περίοδο του χαγανάτου (νότια σύνορα της σημερινής Σλοβακίας), ένα μικρότερο (το νοτιότερο) τμήμα τέθηκε υπό τον άμεσο στρατιωτικό τους έλεγχο μετά την πτώση της αυτοκρατορίας του Σάμο.[53] Στην όψιμη περίοδο του χαγανάτου οι Άβαροι είχαν ήδη στραφεί σε έναν πιο σταθερό τρόπο ζωής και η συνύπαρξή τους με τους ντόπιους Σλάβους μπορεί ήδη να χαρακτηριστεί ως κάποιο είδος πολιτιστικής συμβίωσης.[54][55][56][57]

Τον 7ο και τον 8ο αιώνα η ανάπτυξη των ντόπιων Σλάβων επιταχύνθηκε. Οι πρώτοι σλαβικοί οχυρωμένοι οικισμοί χτίστηκαν στη σημερινή Μοραβία ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 7ου αιώνα.[58] Από τα τέλη του 7ου αιώνα μπορεί να καταγραφεί η άνοδος μιας νέας κοινωνικής ελίτ στη Μοραβία, τη Σλοβακία και τη Βοημία - των πολεμιστών ιππέων.[59] Η κοινωνική οργάνωση των ντόπιων Σλάβων συνέχισε να αναπτύσσεται κατά τον 8ο αιώνα, κάτι που μπορεί να τεκμηριωθεί από την περαιτέρω οικοδόμηση και ανάπτυξη οχυρωμένων οικισμών. Στη Μοραβία αυτοί συγκεντρώνονται αναμφίβολα γύρω από τον ποταμό Μοράβα. Στη Σλοβακία οι παλαιότεροι σλαβικοί οχυρωμένοι οικισμοί τεκμηριώνονται στις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αιώνα. Βρίσκονταν αποκλειστικά σε περιοχές που δεν ήταν υπό την άμεση επιρροή των Αβάρων, αλλά πιθανότατα δεν χτίστηκαν μόνο ως προστασία εναντίον τους, επειδή μερικοί από αυτούς βρίσκονται και σε βόρεια εδάφη (Oράβα, Σπις). οι παραλλαγές στην κεραμική υποδηλώνει την ύπαρξη τουλάχιστον τριών φυλών που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή του βόρειου ποταμού Μοράβα στις αρχές του 9ου αιώνα. [60]Τα συγκροτήματα οικισμών της περιόδου αποκαλύφθηκαν, για παράδειγμα, κοντά στη σύγχρονη Μπρατισλάβα, το Μπρνο και το Όλομουτς.[60] Τα φρούρια που ανεγέρθηκαν στη Μπρατισλάβα, το Ράιχραντ, το Στάρε Μέστο και άλλα μέρη γύρω στο 800[26] μαρτυρούν την ανάπτυξη τοπικών κέντρων εξουσίας στις ίδιες περιοχές.[13]

Ο Καρλομάγνος ξεκίνησε μια σειρά από στρατιωτικές αποστολές εναντίον των Αβάρων την τελευταία δεκαετία του 8ου αιώνα, που προκάλεσε την κατάρρευση του Χαγανάτου των Αβάρων.[48][61][62] Τα Βασιλικά Φραγκικά Χρονικά αναφέρουν ότι οι Άβαροι που «δεν μπορούσαν να μείνουν στις προηγούμενες κατοικίες τους λόγω των επιθέσεων των Σλάβων»[63] πλησίασαν τον Καρλομάγνο στο Άαχεν το 805 και του ζήτησαν να τους επιτραπεί να εγκατασταθούν στα πεδινά κατά μήκος του ποταμού Ράμπα. [62][64]

Μετά την κατάρρευση του Χαγανάτου των Αβάρων τα ξίφη και άλλα στοιχεία του στρατιωτικού εξοπλισμού των Φράγκων έγιναν δημοφιλή σε εδάφη στα βόρεια του Μέσου Δούναβη.[26] Ένας νέος αρχαιολογικός ορίζοντας αναδύθηκε στην κοιλάδα του βόρειου ποταμού Μοράβα και στην ευρύτερη περιοχή του την ίδια περίοδο.[65] Αυτός ο ορίζοντας μεταλλοτεχνίας αντιπροσωπεύει μια σύνθεση της «Ύστερης Αβαρικής» και της Καρολίγγειας τέχνης.[13] Ένα από τα χαρακτηριστικά του στοιχεία είναι ένα ξίφος που βρέθηκε σε έναν τάφο στη Μπλάτνιτσα της Σλοβακίας,[26] που χρονολογείται στην περίοδο μεταξύ 825 και 850.[66] Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Φλόριν Κούρτα το ξίφος κατασκευάστηκε από ένα Φράγκο τεχνίτη από την Αυτοκρατορία των Καρολιδών.[26] Από την άλλη πλευρά ο Γιαν Ντέκαν αναφέρει ότι αντιπροσωπεύει τον τρόπο με τον οποίο οι Μοραβοί τεχνίτες επέλεξαν «στοιχεία από το διακοσμητικό περιεχόμενο της Καρολίγγειας τέχνης που ταίριαζαν στις αισθητικές ανάγκες και τις παραδόσεις τους».[67]

Ανάπτυξη της Μοραβίας (π. 800–846)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοσμήματα από πριγκιπικό ταφικό χώρο στο Koλίν (Τσεχία), π. 850–900 μ.Χ
Σφαιρικά ευρήματα από το Αρχαιολογικό Πάρκο Μικούλτσιτσε

Η Μοραβία, το πρώτο κράτος των Δυτικών Σλάβων, προέκυψε μέσω της ενοποίησης των σλαβικών φυλών που εγκαταστάθηκαν βόρεια του Δούναβη.[68] Ωστόσο ο σχηματισμός του σπάνια περιγράφεται από τις πηγές της εποχής.[69] Ο αρχαιολόγος Μπάρφορντ γράφει ότι η πρώτη αναφορά για το αναδυόμενο κράτος της Μοραβίας καταγράφηκε το 811. [13]Το φθινόπωρο του έτους αυτού, σύμφωνα με τα Βασιλικά Φραγκικά Χρονικά, οι άρχοντες των Άβαρων και οι δούκες ή «ηγέτες των Σλάβων που ζούσαν κατά μήκος του Δούναβη»[70] επισκέφτηκαν την αυλή του Αυτοκράτορα Λουδοβίκου του Ευσεβή (β. 814–840) στο Άαχεν.[71] Η παλαιότερη βέβαιη αναφορά σε Μοραβούς ή Μαραβούς χρονολογείται το 822, όταν ο αυτοκράτορας «έλαβε πρεσβείες και δώρα από όλους τους Ανατολικούς Σλάβους, δηλαδή από Οβοτρίτες, Σόρβους, Βίλζιους, Βοημούς, Μοραβούς και Πραιδενεσέντους, και από τους Αβάρους που ζούσαν στην Παννονία»[ 73] σε μια συνέλευση που έγινε στη Φραγκφούρτη.[35][72][73][74]

Χάρτης της Μοραβίας στην Ανατολική Φραγκία το 814

Το Conversio Bagoariorum et Carantanorum («Ο προσηλυτισμός των Βαυαρών και των Καραντανίων») του τέλους του 9ου αιώνα [75]κάνει την πρώτη αναφορά σε ένα Μοραβό ηγεμόνα.[35] Οι Καραντανοί (πρόγονοι των σημερινών Σλοβένων) ήταν ο πρώτος σλαβικός λαός που δέχτηκε το Χριστιανισμό από τη Δύση. Εκχριστιανίστηκαν κυρίως από Ιρλανδούς ιεραποστόλους που στάλθηκαν από την Αρχιεπισκοπή του Σάλτσμπουργκ, ανάμεσά τους και ο Μόδεστος, γνωστός ως «Απόστολος των Καραντανών». Αυτή η διαδικασία περιγράφηκε αργότερα στο Conversio Bagoariorum et Carantanorum, που αναφέρει ότι ο Moϊμίρ, «δούκας των Μοραβών», εξεδίωξε «κάποιον Πρίμπινα» ​​πέρα ​​από τον Δούναβη. [76][77]Ο Πρίμπινα κατέφυγε στον Ράτποτ, που διοικούσε τη Μεθοριακή επαρχία της Παννονίας από το 833 περίπου.[78] Το αν ο Πρίμπινα ήταν μέχρι εκείνη την εποχή ανεξάρτητος ηγεμόνας ή ένας από τους αξιωματούχους του Moϊμίρ είναι θέμα επιστημονικής συζήτησης. Για παράδειγμα ο Ούρμπαντσικ γράφει ότι ο Moϊμίρ και ο Πρίμπινα ήταν δύο από τους πολλούς Μοραβούς πρίγκιπες στις αρχές του 9ου αιώνα,[79] ενώ σύμφωνα με τους Χάβλικ,[80] Τρέστικ[81] και Βλάστο,[82] ο Πρίμπινα ήταν ο υποδιοικητής του Moϊμίρ στη Νίτρα. Οι ιστορικοί που προσδιορίζουν τον Πρίμπινα ως κυβερνήτη ενός αυτόνομου κράτους, του Πριγκιπάτου της Νίτρα—για παράδειγμα, Μπαρτλ,[48] Κιρσμπάουμ [83]και Ούρμπαντσικ [79]—προσθέτουν ότι η «Μεγάλη Μοραβία» αναδύθηκε μέσω της επιβληθείσας ενσωμάτωσης του Πριγκιπάτου του στη Μοραβία υπό τον Moϊμίρ.

Map of Moravia and Nitra
Χάρτης που παρουσιάζει τη θεωρία της συνύπαρξης δύο πριγκιπάτων (Μοραβίας και Νίτρα) πριν από τη δεκαετία του 830

Ο Κατάλογος των Φρουρίων και των Περιοχών του 9ου αιώνα στα βόρεια του Δούναβη —που απαριθμεί τους λαούς κατά μήκος των συνόρων της Ανατολικής Φραγκίας από βορρά προς νότο— αναφέρει ότι οι Μοραβοί ή Marharii[13][84] είχαν 11 φρούρια ή civitates.[85] Το έγγραφο εντοπίζει τους Marharii μεταξύ των Βοημών και των Βουλγάρων και αναφέρει επίσης τους Merehani και τα 30 φρούρια τους.[84] Σύμφωνα με τον Χάβλικ, που γράφει ότι το Conversio είναι μια ενοποιημένη εκδοχή σημειώσεων που έγιναν από πολλούς συγγραφείς σε διαφορετικά χρόνια, οι Μοραβοί αναφέρονται δύο φορές στο κείμενο: πρώτα ως Marhari και στη συνέχεια ως Merehani. Λέει ότι η αναφορά στους Marhari και τα 11 φρούρια τους έγινε μεταξύ 817 και 843 και η αναφορά στους Merehani δείχνει την πραγματική κατάσταση υπό τον Σβάτοπλουκ Α΄.[86] Σε αντίθεση με τον Χάβλικ ο Σταϊνχύμπελ μαζί με τους Τρέστικ και Βλάστο, ταυτίζουν τους Merehani με τους κατοίκους του Πριγκιπάτου της Nίτρα.[87][88][89] Μια τρίτη άποψη παρουσιάζεται από τους Πούσπεκι-Νάγκι και Σένγκα, που γράφουν ότι η αναφορά στους Merehanii, που προφανώς κατοικούσαν στις νότιες περιοχές της Μεγάλης Ουγγρικής Πεδιάδας στα βόρεια του Δούναβη, αλλά νότια των εδαφών όπου κυριαρχούσαν οι Βούλγαροι—και τα 30 φρούριά τους δείχνουν την ύπαρξη μιας άλλης Μοραβίας στην Κεντρική Ευρώπη :[84][90][91]

Μεταξύ των Βοημών υπάρχουν 15 φρούρια. Οι [Marharii] έχουν 11 φρούρια. Η περιοχή των Βουλγάρων είναι τεράστια. Αυτός ο πολυπληθής λαός έχει πέντε φρούρια, αφού το μεγάλο πλήθος τους δεν χρειάζεται φρούρια. Οι άνθρωποι που ονομάζονται [Merehanii] έχουν 30 φρούρια.

— Κατάλογος των Φρουρίων και των Περιοχών του 9ου αιώνα στα βόρεια του Δούναβη[92]

Σύμφωνα με μια πηγή του 13ου αιώνα, την Ιστορία των Επισκόπων του Πάσσαου και των Δουκών της Βαυαρίας,[93] ο Επίσκοπος Ρέγκινχαρ του Πάσσαου (β. 818–838) βάφτισε «όλους τους Μοραβούς» [94]το 831. [82][95]Δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για τις συνθήκες αυτού του μαζικού προσηλυτισμού.[95] Ο Βλάστο[82] γράφει ότι ο Moϊμίρ είχε τότε ασπασθεί το Χριστιανισμό. Σύμφωνα με τον Πετρ Σόμμερ και άλλους ιστορικούς βαφτίστηκε και αυτός με την ευκαιρία αυτή.[95] Παρόλα αυτά ο Βίος του Μεθόδιου αναφέρει ότι χριστιανοί ιεραπόστολοι είχαν φτάσει στη Μοραβία τη δεκαετία του 860 «από τους Ιταλούς, τους Έλληνες και τους Γερμανούς» που τους δίδαξαν «[[Σχίσμα του 1054|με διάφορους τρόπους]».[96][97] Ο Βίος του Κωνσταντίνου προσθέτει ότι οι ιεραπόστολοι από την Ανατολική Φραγκία δεν απαγόρευσαν «την προσφορά θυσιών σύμφωνα με τα αρχαία έθιμα»,[98] που δείχνει ότι οι ειδωλολατρικές τελετές συνεχίστηκαν για δεκαετίες ακόμη και μετά το 831.[95]

Σύμφωνα με τα Χρονικά της Φούλντα γύρω στις 15 Αυγούστου 846 ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός, Βασιλιάς της Ανατολικής Φραγκίας (β. 843–876) εξαπέλυσε εκστρατεία «κατά των Σλάβων της Μοραβίας, που σχεδίαζαν να αυτομολήσουν».[99][100] Οι ακριβείς συνθήκες της εκστρατείας του είναι ασαφείς. Για παράδειγμα ο Βλάστο αναφέρει ότι ο Φράγκος μονάρχης εκμεταλλεύτηκε την εσωτερική διαμάχη που ακολούθησε το θάνατο του Μοϊμίρ [101], ενώ σύμφωνα με τον Κίρσμπαουμ ο Μοιμίρ αιχμαλωτίστηκε και εκθρονίστηκε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας.[102] Ωστόσο είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός διόρισε τον ανιψιό του Μοϊμίρ Ραστισλάβο νέο δούκα της Μοραβίας κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας.[100]

Αγώνες για την ανεξαρτησία (846–870)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραστισλάβος (β. 846–870), που αρχικά αποδέχτηκε την επικυριαρχία του Λουδοβίκου του Γερμανικού, εδραίωσε τη θέση του εντός της Μοραβίας[66] και επέκτεινε τα σύνορα του βασιλείου του.[13] Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Κιρσμπάουμ, προσάρτησε την περιοχή των Λόφων Σλάνσκε στο ανατολικό τμήμα της σημερινής Σλοβακίας.[103] Ο Μπάρφορντ γράφει μάλιστα ότι η ανάπτυξη του κράτους που αναφέρεται ως «Μεγάλη Μοραβία» από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο ξεκίνησε την εποχή του Ραστισλάβου.[13]

Rostislav
Σύγχρονη απεικόνιση του Ραστισλάβου ως Ορθόδοξου αγίου

Στράφηκε κατά της Ανατολικής Φραγκίας και υποστήριξε την εξέγερση του Ράτποτ, έκπτωτου διοικητή της Μεθοριακής επαρχίας της Παννονίας, εναντίον του Λουδοβίκου του Γερμανικού το 853.[103][104] Ο Φράγκος μονάρχης ανταπέδωσε εισβάλλοντας στη Μοραβία το 855.[105] Σύμφωνα με τα Χρονικά της Φούλντα οι Μοραβοί «αμύνθηκαν με ισχυρές οχυρώσεις»[106] και οι Φράγκοι αποχώρησαν χωρίς να τους νικήσουν,[107][108] αν και οι μάχες κράτησαν μέχρι τη σύναψη μιας συνθήκης ειρήνης το 859.[109] Η ανακωχή απέδειξε την αυξανόμενη ισχύ του βασιλείου του Ραστισλάβου.[110] Οι συγκρούσεις μεταξύ της Μοραβίας και της Ανατολικής Φραγκίας συνεχίστηκαν για χρόνια.[111] Για παράδειγμα ο Ραστισλάβος υποστήριξε το γιο του Λουδοβίκου του Γερμανικού Καρλομάνο στην εξέγερσή του κατά του πατέρα του το 861.[112] Η πρώτη καταγραφή μιας επιδρομής των Μαγυάρων στην Κεντρική Ευρώπη φαίνεται να συνδέεται με αυτά τα γεγονότα.[113] Σύμφωνα με τα Χρονικά του Αγίου Μπερτίνου «οι εχθροί που ονομάζονταν Ούγγροι»[114] ρήμαξαν το βασίλειο του Λουδοβίκου του Γερμανικού το 862, γεγονός που υποδηλώνει ότι υποστήριζαν τον Καρλομάνο.[113]

Ο Ραστισλάβος ήθελε να αποδυναμώσει την επιρροή στο βασίλειό του των Φράγκων ιερέων, που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Ανατολικής Φραγκίας.[115] Έστειλε για πρώτη φορά απεσταλμένους στον Πάπα Νικόλαο Α' το 861 και του ζήτησε να στείλει στη Μοραβία ιεραποστόλους που να κατέχουν τη σλαβική γλώσσα.[111] Αφού δεν έλαβε καμία απάντηση από τη Ρώμη ο Ραστισλάβος απευθύνθηκε στο Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' με το ίδιο αίτημα.[111] Καθιερώνοντας σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη επιθυμούσε επίσης να αντιμετωπίσει μια συμμαχία κατά της Μοραβία που είχε συναφθεί πρόσφατα μεταξύ Φράγκων και Βουλγάρων.[115] Μετά το αίτημα του ο αυτοκράτορας έστειλε στη Μοραβία το 863 δύο αδέρφια, τον Κωνσταντίνο και τον Μεθόδιο —τους μελλοντικούς Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο— που μιλούσαν τη σλαβική διάλεκτο της περιοχής της Θεσσαλονίκης.[103] Ο Βίος του Κωνσταντίνου περιγράφει τη δημιουργία του πρώτου σλαβικού αλφάβητου και τη μετάφραση του Ευαγγελίου στην Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική περίπου εκείνη την εποχή.[116][117]

Ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός διέσχισε το Δούναβη και εισέβαλε ξανά στη Μοραβία τον Αύγουστο του 864.[111][118] Πολιόρκησε το Ραστισλάβο «σε μια ορισμένη πόλη, που στη γλώσσα αυτού του λαού ονομάζεται Ντόβινα»,[119] σύμφωνα με τα Χρονικά της Φούλντα.[118] Αν και οι Φράγκοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το φρούριο, ο Ραστισλάβος συμφώνησε να δεχτεί την επικυριαρχία του Λουδοβίκου του Γερμανικού.[120] Ωστόσο συνέχισε να υποστηρίζει τους αντιπάλους του Φράγκου μονάρχη. [121]Για παράδειγμα ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός στέρησε κάποιο Κόμη Βέρνερ «από τα δημόσια αξιώματα του»,[124] επειδή υποπτευόταν ότι είχε συνωμοτήσει με τον Ραστισλάβο εναντίον του.[121]

Οι Βυζαντινοί αδελφοί Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος επισκέφτηκαν τη Ρώμη το 867.[111] Στο τέλος του έτους ο Πάπας Αδριανός Β΄ (867–872) ενέκρινε τις μεταφράσεις τους των λειτουργικών κειμένων και χειροτόνησε έξι από τους μαθητές τους ιερείς.[111][122] Ο πάπας ενημέρωσε τρεις εξέχοντες Σλάβους ηγεμόνες — το Ραστισλάβο, τον ανιψιό του Σβάτοπλουκ και τον Κότσελ, που διοικούσε την Κάτω Παννονία — για την έγκρισή του για τη χρήση της δημοτικής γλώσσας στη λειτουργία με επιστολή του 869.[123] Το 869 ο Μεθόδιος στάλθηκε από τον πάπα στο Ραστισλάβο, το Σβάτοπλουκ και τον Κότσελ, αλλά ο Μεθόδιος επισκέφτηκε μόνο τον Κότσελ, που τον έστειλε πίσω στον πάπα. Στη συνέχεια ο Αδριανός έχρισε το Μεθόδιο αρχιεπίσκοπο με τον τίτλο του Μητροπολίτη του Σιρμίου στην «έδρα του Αγίου Ανδρόνικου»[124], δηλαδή του Σιρμίου.[125] Στις αρχές του 9ου αιώνα πολλοί Καραντανοί (Σλάβοι των Άλπεων), πρόγονοι των σημερινών Σλοβένων, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κάτω Παννονίας,[126] γνωστή και ως Πριγκιπάτο του Μπάλατον, που στις λατινικές πηγές αναφέρεται ως Carantanorum regio ή «Η χώρα των Καραντανών». Το όνομα Καραντανοί (Quarantani) ήταν σε χρήση μέχρι το 13ο αιώνα. Η απόφαση του Κότσελ να υποστηρίξει το Μεθόδιο αντιπροσώπευε μια πλήρη ρήξη με τη φιλοφράγκικη πολιτική του πατέρα του.[126] Ο Σβάτοπλουκ διοικούσε εκείνη την εποχή το Πριγκιπάτο της Nίτρα, υπό την επικυριαρχία του θείου του Ραστισλάβου, αλλά τα έγγραφα της εποχής δεν αποκαλύπτουν την ακριβή τοποθεσία της επικράτειας του Σβάτοπλουκ.[127] Τα φράγκικα στρατεύματα εισέβαλαν τόσο στο βασίλειο του Ραστισλάβου όσο και του Σβάτοπλουκ τον Αύγουστο του 869.[111][128] Σύμφωνα με τα Χρονικά της Φούλντα οι Φράγκοι κατέστρεψαν πολλά οχυρά, νίκησαν τα στρατεύματα της Μοραβίας και άρπαξαν λάφυρα.[128] Ωστόσο δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το κύριο φρούριο του Ραστισλάβου και αποχώρησαν.[111][128]

[Ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός] διέταξε τους Βαυαρούς να βοηθήσουν τον Καρλομάνο, που ήθελε να πολεμήσει εναντίον του [Σβάτοπλουκ] ανιψιού του [Ραστισλάβου]. Ο ίδιος κράτησε τους Φράγκους και τους Αλαμάνους μαζί του για να πολεμήσουν εναντίον του [Ραστισλάβου]. Όταν ήταν ήδη η ώρα να ξεκινήσει αρρώστησε και αναγκάστηκε να αφήσει την ηγεσία του στρατού στον Κάρολο, το μικρότερο γιο του, και να περιμένει το αποτέλεσμα από το Θεό. Ο Κάρολος, όταν έφτασε με το στρατό που του είχαν εμπιστευτεί την τεράστια οχύρωση [του Ραστισλάβου], τελείως διαφορετική από οποιαδήποτε χτισμένη στα παλιά χρόνια, με τη βοήθεια του Θεού έκαψε όλα τα τειχισμένα οχυρά της περιοχής, άρπαξε τους θησαυρούς που είχαν κρυφτεί στο δάσος ή είχαν θαφτεί στα χωράφια και σκότωσε ή πολέμησε όλους όσοι έρχονταν εναντίον του. Ο Καρλομάνος ερήμωσε επίσης την επικράτεια του [Σβάτοπλουκ], ανιψιού του [Ραστισλάβου], με φωτιά και πόλεμο. Όταν ολόκληρη η περιοχή είχε ερημωθεί οι αδελφοί Κάρολος και Καρλομάνος συναντήθηκαν και συνεχάρησαν ο ένας τον άλλο για τις νίκες που τους χάρισε ο ουρανός.

Χρονικά της Φούλντα[129]

Η Βασιλεία του Σβάτοπλουκ (870–894)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Σβάτοπλουκ Α΄ στο κάστρο της Μπρατισλάβας, στη Σλοβακία

Ο Σβάτοπλουκ συμμάχησε με τους Φράγκους και τους βοήθησε να συλλάβουν το Ραστισλάβο το 870.[130] Ο Καρλομάνος προσάρτησε το βασίλειο του Ραστισλάβου και διόρισε δύο Φράγκους άρχοντες, τον Γουλιέλμο και τον Ένγκελσαλκ, να το διοικούν.[131] Φράγκοι στρατιώτες συνέλαβαν τον Αρχιεπίσκοπο Μεθόδιο ενώ επέστρεφε από τη Ρώμη στη Μοραβία στο τέλος του έτους.[130][131] Ο Σβάτοπλουκ, που συνέχισε να διοικεί το δικό του βασίλειο μετά την πτώση του θείου του, κατηγορήθηκε για προδοσία και συνελήφθη από τον Καρλομάνο με εντολή του Λουδοβίκου του Γερμανικού το 871..[131][132] Οι Μοραβοί εξεγέρθηκαν ενάντια στους δύο Φράγκους κυβερνήτες και εξέλεξαν δούκα ένα συγγενή του Σβάτοπλουκ, τον Σλαβομίρ.[120][131][132] Ο Σβάτοπλουκ επέστρεψε στη Μοραβία, ανέλαβε τη διοίκηση των εξεγερθέντων και έδιωξε τους Φράγκους από τη Μοραβία.[120] Σύμφωνα με τον Τσέχο ιστορικό Ντούσαν Τρέστικ η εξέγερση του 871 οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου σλαβικού κράτους.[133]

Ο Λουδοβίκος ο Γερμανός έστειλε το στρατό του εναντίον της Μοραβίας το 872.[134] Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα λεηλάτησαν την ύπαιθρο, αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το «εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο» όπου κατέφυγε ο Σβάτοπλουκ.[134] Ο Μοραβός ηγεμόνας πέτυχε ακόμη και να συγκεντρώσει στρατό που νίκησε τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, αναγκάζοντας τους Φράγκους να αποσυρθούν από τη Μοραβία.[131][134]Ο Σβάτοπλουκ ξεκίνησε σύντομα διαπραγματεύσεις με το Λουδοβίκο το Γερμανικό, που έληξαν με μια συνθήκη ειρήνης που συνήφθη στο Φορχάιμ το Μάιο του 874.[131] Σύμφωνα με τα Χρονικά της Φούλντα εκεί ο απεσταλμένος του Σβάτοπλουκ υποσχέθηκε ότι εκείνος «θα παρέμενε πιστός» στο Λουδοβίκο το Γερμανικό «όλες τις ημέρες της ζωής του»[135] και ο Μοραβός ηγεμόνας υποχρεώθηκε επίσης να πληρώνει ετήσιο φόρο υποτέλειας στην Ανατολική Φραγκία.[131][136]

Στο μεταξύ ο Αρχιεπίσκοπος Μεθόδιος, που είχε απελευθερωθεί μετά από απαίτηση του Πάπα Ιωάννη Η' (π. 872–882) το 873, επέστρεψε στη Μοραβία[132] Ο Βίος του Μεθόδιου αναφέρει ότι κατά την άφιξή του «ο Πρίγκιπας Σβάτοπλουκ και όλοι οι Μοραβοί» αποφάσισαν να αναθέσουν «σε αυτόν όλες τις εκκλησίες και τους κληρικούς σε όλες τις πόλεις» [137]της Μοραβίας.[138] Στη Μοραβία ο Μεθόδιος συνέχισε το μεταφραστικό έργο που ξεκίνησε ο αδελφός του.[139][140]Για παράδειγμα μετέφρασε «όλες τις Γραφές, εκτός από τους Μακκαβαίους»,[137] σύμφωνα με το Βίο του.[139][140] Ωστόσο Φράγκοι ιερείς στη Μοραβία αντιτάχθηκαν στη σλαβική λειτουργία και μάλιστα κατηγόρησαν το Μεθόδιο ως αιρετικό.[141] Αν και η Αγία Έδρα ποτέ δεν αρνήθηκε την ορθοδοξία του Μεθοδίου, το 880 ο Πάπας διόρισε τον κύριο αντίπαλό του Βίχινγκ επίσκοπο της Νίτρα μετά από αίτημα του Σβάτοπλουκ, που προτιμούσε το λατινικό τελετουργικό.[131][142]

The papal bull "Industriae tuae"
Η παπική βούλα Scire vos volumus του 879 απευθυνόμενη στον Σβάτοπλουκ

Μια επιστολή γραμμένη περί το 900 από τον Αρχιεπίσκοπο Τέοτμαρ του Σάλτσμπουργκ (α. 873–907) και τους επισκόπους του αναφέρει ότι ο πάπας έστειλε τον Βίχινγκ σε «έναν πρόσφατα βαφτισμένο λαό» τον οποίο ο Σβάτοπλουκ «είχε νικήσει σε πόλεμο και μεταστρέψει από τον παγανισμό στο Χριστιανισμό».[143] Άλλες πηγές αποδεικνύουν επίσης ότι ο Σβάτοπλουκ επέκτεινε σημαντικά τα σύνορα του βασιλείου του.[144] Για παράδειγμα, σύμφωνα με το Βίο του Μεθόδιου, η Μοραβία «άρχισε να επεκτείνεται πολύ περισσότερο σε όλες τις χώρες και να νικά τους εχθρούς της με επιτυχία»[137] την περίοδο που άρχισε περί το 874.[132] Η ίδια πηγή γράφει για έναν «πολύ ισχυρό ειδωλολάτρη πρίγκιπα εγκατεστημένο στο Βιστούλα»[145] στη σημερινή Πολωνία, που καταδίωξε τους Χριστιανούς στη χώρα του, αλλά δέχθηκε επίθεση και καταλήφθηκε από τον Σβάτοπλουκ.[146]

Κατόπιν αιτήματος του Μεθόδιου τον Ιούνιο του 880 ο Πάπας Ιωάννης εξέδωσε τη βούλα Industriae tuae για τον Σβάτοπλουκ,[131]τον οποίο αποκάλεσε «ένδοξο κόμη» (gloriosus comes).[147] Στη βούλα ο πάπας αναφέρεται στον Σβάτοπλουκ ως «μοναδικό γιο» (unicus fillius) της Αγίας Έδρας, εφαρμόζοντας έτσι έναν τίτλο που μέχρι εκείνη την εποχή χρησιμοποιούταν μόνο στην παπική αλληλογραφία με αυτοκράτορες και υποψήφιους για αυτοκρατορικό βαθμό.[14][132] Ο πάπας παραχώρησε ρητά την προστασία της Αγίας Έδρας στο μονάρχη της Μοραβίας, τους αξιωματούχους και τους υπηκόους του. [132] Επιπλέον η βούλα επιβεβαίωσε επίσης τη θέση του Μεθοδίου ως επικεφαλής της εκκλησίας στη Μοραβία με δικαιοδοσία πάνω σε όλους τους κληρικούς, συμπεριλαμβανομένων των Φράγκων ιερέων, στο βασίλειο του Σβάτοπλουκ[120][132] και η Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική αναγνωρίστηκε ως η τέταρτη λειτουργική γλώσσα μαζί με τα λατινικά, τα ελληνικά και τα εβραϊκά..[148]

Η πληρέστερη έκδοση των Χρονικών του Σάλτσμπουργκ αναφέρει μια επιδρομή των Μαγυάρων και των Kαβάρων στην Ανατολική Φραγκία το 881.[149] Σύμφωνα με τον Γκιούλα Κρίστο[150] και άλλους ιστορικούς,[151] ο Σβάτοπλουκ ξεκίνησε αυτή την επιδρομή, επειδή οι σχέσεις του με τον Αρνούλφο —γιο του Καρλομάνου, βασιλιά της Ανατολικής Φραγκίας (β. 876–881)- που διοικούσε τη Μεθοριακή επαρχία Παννονίας— έγιναν τεταμένες.[120] Ο Αρχιεπίσκοπος Τέοτμαρ του Σάλτσμπουργκ κατηγόρησε ξεκάθαρα τους Μοραβούς ότι μίσθωσαν «ένα μεγάλο αριθμό Ούγγρων» και τους έστειλαν εναντίον της Ανατολικής Φραγκίας σε απροσδιόριστο χρόνο.[152]

Εικόνα του Αγίου Γκόραζντ, μαθητή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, Μοραβικής καταγωγής, που είχε οριστεί διάδοχο του Αρχιεπισκόπου Μεθόδου

Κατά τον "Πόλεμο των Γουλιελμιδών" —έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ δύο φατριών ντόπιων ευγενών στη Μεθοριακή επαρχία Παννονίας που διήρκεσε από το 882 ως το 884—ο Σβάτοπλουκ «μάζεψε στρατεύματα από όλα τα σλαβικά εδάφη»[153] και εισέβαλε στην Παννονία.[14][154] Σύμφωνα με τη Βαυαρική εκδοχή των Χρονικών της Φούλντα η εισβολή των Μοραβών «οδήγησε στην καταστροφή της Παννονίας»[155] στα ανατολικά του ποταμού Ράμπα.[14][156] Ωστόσο ο Regino του Prüm αναφέρει ότι ο Αρνούλφος της Καρινθίας διατήρησε τον έλεγχο της Παννονίας το 884.[157] Ο Σβάτοπλουκ είχε μια συνάντηση με τον Αυτοκράτορα Κάρολο τον Παχύ (β. 881–888) στο Τουλν αν ντερ Ντόναου της Βαυαρίας το 884. [158]Στη συνάντηση ο «dux» Σβάτοπλουκ έγινε υποτελής του αυτοκράτορα και «ορκίστηκε πίστη σε αυτόν»,[158] υποσχόμενος ότι δεν θα επιτεθεί ποτέ στο βασίλειό του.[158]

Ο Αρχιεπίσκοπος Μεθόδιος πέθανε στις 6 Απριλίου 885.[144] Με επικεφαλής τον επίσκοπο Βίχινγκ της Νίτρα οι αντίπαλοι του Μεθόδιου εκμεταλλεύτηκαν τον θάνατό του και έπεισαν τον Πάπα Στέφανο Ε' (π. 885–891) να περιορίσει τη χρήση της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβονικής στη λειτουργία με τη βούλα Quia te zelo.[158][159][160] Ο επίσκοπος Βίχινγκ έπεισε ακόμη και τον Σβάτοπλουκ να εκδιώξει όλους τους μαθητές του Μεθόδιου από τη Μοραβία το 886, [97][158] αμαυρώνοντας έτσι την πολλά υποσχόμενη λογοτεχνική και πολιτιστική άνθηση των Σλάβων της Κεντρικής Ευρώπης – οι Σλοβάκοι χρειάστηκαν σχεδόν χίλια χρόνια για να αναπτύξουν μια νέα δική τους λογοτεχνική γλώσσα .

Ο Πάπας Στέφανος απηύθυνε τη βούλα Quia te zelo στον Zventopolco regi Sclavorum ("Σβάτοπλουκ, Βασιλιά των Σλάβων"), προτείνοντας μέχρι το τέλος του 885 να έχει στεφθεί βασιλιάς.[160][161] Ομοίως τα Φράγκικα χρονικά αναφέρονταν κατά καιρούς στον Σβάτοπλουκ ως βασιλιά σε σχέση με γεγονότα που συνέβησαν αυτή την περίοδο.[160] Το Χρονικό του Ιερέα της Διόκλειας —μια πηγή του τέλους του 12ου αιώνα με αμφισβητήσιμη αξιοπιστία[162]—αφηγείται ότι ένας «Σβέντοπελκ» στέφθηκε βασιλιάς παρουσία ενός παπικού λεγάτου.[161]

Η Μοραβία έφτασε στη μέγιστη εδαφική της έκταση στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Σβάτοπλουκ.[158] Σύμφωνα με τον Ρετζίνο του Προυμ ο βασιλιάς Αρνούλφος της Ανατολικής Φραγκίας «έδωσε τη διοίκηση των Βοημών στον βασιλιά Τσβέντιμπαλντ των Σλάβων της Μοραβίας» [163]το 890.[167] Ο Μπαρτλ και άλλοι Σλοβάκοι ιστορικοί γράφουν ότι ο Σβάτοπλουκ «πιθανώς» προσάρτησε επίσης τη Σιλεσία και τη Λουσατία στις αρχές της δεκαετίας του 890.[164] Σύμφωνα με τα Χρονικά της Φούλντα ο βασιλιάς Αρνούλφος πρότεινε μια συνάντηση στον Σβάτοπλουκ το 892, «αλλά ο τελευταίος με τον συνήθη τρόπο του αρνήθηκε να πάει στον βασιλιά και πρόδωσε την πίστη του και όλα όσα είχε υποσχεθεί πριν».[165][166] Σε απάντηση ο Αρνούλφος εισέβαλε στη Μοραβία το 892, αλλά δεν μπόρεσε να νικήσει τον Σβάτοπλουκ, αν και οι ιππείς των Μαγυάρων υποστήριξαν επίσης το μονάρχη της Ανατολικής Φραγκίας.[120][166]

Παρακμή και πτώση (894–πριν το 907)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σβάτοπλουκ Α΄ με τρεις βέργες και τους τρεις γιους του - Mόιμιρ Β΄, Σβάτοπλουκ Β΄ και Πρέντσλαβ

Ο Σβάτοπλουκ—«ένας άνθρωπος πιο συνετός μεταξύ του λαού του και πολύ πονηρός από τη φύση του»,[167] σύμφωνα με τον Ρετζίνο του Προυμ—πέθανε το καλοκαίρι του 894.[158] Τον διαδέχθηκε ο γιος του, Mόιμιρ Β΄,[168][169] αλλά η αυτοκρατορία του διαλύθηκε σύντομα, επειδή οι φυλές που είχαν υποταχθεί στην κυριαρχία του Σβάτοπλουκ με τη βία άρχισαν να απαλλάσσονται από την κυριαρχία της Μοραβίας.[117] Για παράδειγμα οι δούκες της Βοημίας (με έδρα στην περιοχή της Πράγας) αποδέχθηκαν την επικυριαρχία του Βασιλιά Aρνούλφου τον Ιούνιο του 895 και ο Mόιμιρ Β΄ προσπάθησε να αποκαταστήσει την κυριαρχία του επί αυτών χωρίς επιτυχία τα επόμενα δύο χρόνια.[158][170][171] Από την άλλη πέτυχε να αποκαταστήσει την οργάνωση της Εκκλησίας στη Μοραβία, πείθοντας τον Πάπα Ιωάννη Θ' (π. 898–900) να στείλει τους λεγάτους του στη Μοραβία το 898.[172] Οι λεγάτοι εγκατέστησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα έναν αρχιεπίσκοπο και «τρεις επισκόπους του»[173] στη Μοραβία.[174]

Οι συγκρούσεις που ανεφάνησαν μεταξύ του Mόιμιρ Β΄ και του νεότερου αδελφού του Σβάτοπλουκ Β΄ έδωσαν στο βασιλιά Aρνούλφο την αφορμή για να στείλει τα στρατεύματά του στη Μοραβία το 898 και το 899..[168][171][172] Τα Χρονικά της Φούλντα αναφέρουν ότι το «αγόρι» Σβάτοπλουκ Β΄ διασώθηκε από τις βαυαρικές δυνάμεις «από το μπουντρούμι της πόλης στο οποίο κρατείτο με τους άνδρες του» [175] το 899.[176] Σύμφωνα με τον Μπαρτλ, που έγραψε ότι ο Σβάτοπλουκ Β΄ είχε κληρονομήσει το «Πριγκιπάτο της Nίτρα» από τον πατέρα του, οι Βαυαροί κατέστρεψαν επίσης το φρούριο της Nίτρα με αυτή την ευκαιρία.[172]

Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές της εποχής οι Ούγγροι έπαιξαν κύριο ρόλο στην πτώση της Μοραβίας.[177] Για παράδειγμα ο Ρετζίνο του Προυμ αναφέρει ότι οι γιοι του Σβάτοπλουκ Α΄ «κράτησαν το βασίλειό του για ένα σύντομο και χωρίς τύχη διάστημα, επειδή οι Ούγγροι κατέστρεψαν ολοσχερώς τα πάντα σε αυτό». [167][177]Οι Ούγγροι ξεκίνησαν την κατάκτηση της Λεκάνης των Καρπαθίων μετά την ήττα τους στα δυτικότερα εδάφη της Ποντιακής στέπας γύρω στο 895 από ένα συνασπισμό Βουλγάρων και Πετσενέγων.[178] Μόνο μια μεταγενέστερη πηγή, ο Ιωάννης Αβεντίνος του 16ου αιώνα, γράφει ότι οι Ούγγροι εκείνη την εποχή έλεγχαν μεγάλες εκτάσρεις στα ανατολικά των ποταμών Χρον και Δούναβη στη Λεκάνη των Καρπαθίων.[179]

Μια επιστολή του Τέοτμαρ του Σάλτσμπουργκ και των επισκόπων του αποδεικνύει ότι γύρω στο 900 οι Μοραβοί και οι Βαυαροί αλληλοκατηγορούνταν ότι είχαν συνάψει συμμαχίες, ακόμη και με όρκους «με τη βοήθεια ενός σκύλου και ενός λύκου και με άλλα αποτρόπαια και παγανιστικά έθιμα»,[180] με τους Ούγγρους.[181] Σύμφωνα με τον Λιουτπράνδο της Κρεμόνας οι Ούγγροι «διεκδίκησαν ήδη για τους εαυτούς τους το έθνος των Μοραβών, που ο βασιλιάς Αρνούλφος είχε υποτάξει με τη βοήθεια και της δικής τους δύναμης»[182] κατά στέψη του γιου του Αρνούλφου, Λουδοβίκου του Παιδιού, το 900.[183] Τα Χρονικά του Γκράντο προσθέτουν ότι ένας μεγάλος Ουγγρικός στρατός «επιτέθηκε κατά» των Μοραβών το 900. [184]Αντιμετωπίζοντας την απειλή περαιτέρω ουγγρικών επιθέσεων ο Mόιμιρ Β΄ σύναψε συνθήκη ειρήνης με το Λουδοβίκο το Παιδί το 901.[171][185]

Λόγω της έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων το έτος κατά το οποίο έπαψε να υπάρχει η Μοραβία δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα.[186] Ο Ρόνα-Τας[187] αναφέρει ότι οι Ούγγροι κατέλαβαν τη Μοραβία το 902, ο Βίλτορ Σπίνεϊ [186] ότι αυτό συνέβη το 903 ή το 904, ενώ σύμφωνα με τον Σπις, το κράτος της Μοραβίας έπαψε να υπάρχει το 907.[168] Οι Τελωνειακοί Κανονισμοί του Ραφελστέτεν, που γράφτηκαν τα έτη 903–906,[188] εξακολουθούν να αναφέρεται στις «αγορές των Μοραβών», υποδηλώνοντας ότι η Μοραβία υπήρχε ακόμα εκείνη την εποχή.[177] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καμία Μοραβική δύναμη δεν πολέμησε στη μάχη του Πρέσμπουργκ, όπου οι Ούγγροι κατατρόπωσαν μια μεγάλη Βαυαρική δύναμη το 907.[177]

Η χώρα της Μοραβίας, σύμφωνα με την προφητεία του αγίου αρχιεπισκόπου Μεθοδίου, τιμωρήθηκε αμέσως από το Θεό για την ανομία και την αίρεση της, για την εξορία των ορθοδόξων πατέρων και για τα μαρτύρια στα οποία υπέβαλαν τους τελευταίους οι αιρετικοί με τους οποίους συμβιβάστηκαν. Σε λίγα χρόνια ήρθαν οι Μαγυάροι, ένας λαός της Παιονίας, λεηλάτησαν τη γη τους και την ερήμωσαν. Αλλά [οι μαθητές του Μεθόδιου] δεν συνελήφθησαν από τους Μαγυάρους γιατί κατέφυγαν στους Βούλγαρους. Ωστόσο η χώρα παρέμεινε έρημη υπό την κυριαρχία των Μαγυάρων.

-Πρώτος θρύλος του Αγίου Ναούμ [189]

Κράτος και κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γραπτές πηγές του 9ου αιώνα δεν περιέχουν σχεδόν καμία πληροφορία για τις εσωτερικές υποθέσεις της Μοραβίας.[14] Μόνο δύο νομικά κείμενα—ο Νομοκανών και ο Δικαστικός Νόμος για το Λαό—έχουν διασωθεί.[14][142] Το πρώτο είναι μετάφραση μιας συλλογής βυζαντινού εκκλησιαστικού δικαίου, ενώ το δεύτερο βασίζεται στον κώδικα βυζαντινού δικαίου του 8ου αιώνα, γνωστό ως Εκλογή.[142][143] Και τα δύο ολοκληρώθηκαν από το Μεθόδιο λίγο πριν το θάνατό του το 885.[142]

Εκτός από τη μελέτη των πρώιμων μεσαιωνικών χρονικών και χαρτών η αρχαιολογική έρευνα συνέβαλε στην κατανόηση του κράτους και της κοινωνίας της Μοραβίας.[193] Τα κέντρα της Μοραβίας στο Μικούλτσιτσε, το Πόχανσκο και το Στάρε Μέστο ανασκάφηκαν διεξοδικά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960.[193] Ωστόσο, όπως γράφει ο Μάχατσεκ, «οι αποκτηθέντες τεράστιοι όγκοι ευρημάτων και δεδομένων πρέπει ακόμη να υποβληθούν σε κατάλληλη επεξεργασία».[193]

Δομή των οικισμών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανακατασκευή μιας μεγάλης πύλης και προπύργιου της Μοραβίας στο Τουνάου αμ Καμπ της Αυστρίας

Οι πυρήνες της δομής των οικισμών της Μεγάλης Μοραβίας ήταν καλά προστατευμένοι οχυρωμένοι οικισμοί που χτίστηκαν από τους ντόπιους Σλάβους τόσο σε υψηλές θέσεις όσο και σε πεδινές περιοχές όπως έλη και νησιά ποταμών. Τα περισσότερα κάστρα της Μεγάλης Μοραβίας ήταν μάλλον μεγάλα οχυρά λόφων, τοιχισμένα με ξύλινες φράχτες από πασσάλους, πέτρινους τοίχους και σε ορισμένες περιπτώσεις, τάφρους. Οι τυπικές επάλξεις της Μεγάλης Μοραβίας συνδύαζαν έναν εξωτερικό τοίχο από ξερολιθιά με μια εσωτερική ξύλινη κατασκευή γεμάτη με χώμα.Οι οχυρώσεις αποτελούσαν συνήθως αρκετούς συνεχόμενους περιβόλους, με τα κτίρια της ελίτ συγκεντρωμένα στο κέντρο και των τεχνιτών στους εξωτερικούς περιβόλους.[190] Τα περισσότερα κτίρια ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, αλλά τα εκκλησιαστικά κτίρια και οι κατοικίες ήταν κατασκευασμένα από πέτρα. Σε πολλές περιπτώσεις ενσωματώθηκαν και προϊστορικές οχυρώσεις. Οι πόλεις της Μεγάλης Μοραβίας, ειδικά στη Μοραβία, αλλά και στα πεδινά της Σλοβακίας, ήταν συχνά μακριά από το μέρος όπου εξορυσσόταν η πέτρα και τα υλικά μεταφέρονταν από δεκάδες χιλιόμετρα.[191]

Οι οικισμοί της Μεγάλης Μοραβίας μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις κύριες κατηγορίες. Οι πιο σημαντικοί είχαν κεντρικές λειτουργίες όπως το Μικούλτσιτσε-Βάλι, το Στάρε Μέστο – Ούχερσκε Χράντιστε και η Nίτρα, όπου αρκετά κάστρα και οικισμοί αποτελούσαν έναν τεράστιο οχυρωμένο (προ)αστικό οικισμό. Μαζί με τα κύρια κέντρα το σύστημα των οχυρωμένων οικισμών περιλάμβανε οχυρούς περιφερειακούς διοικητικούς κόμβους, οχυρά με κύρια λειτουργία την άμυνα και καταφύγια που δεν κατοικούνταν μόνιμα αλλά χρησιμοποιούνταν σε περίπτωση κινδύνου. Τα μεγαλύτερα οχυρά συνήθως προστατεύονταν από μια αλυσίδα μικρότερων οχυρών. Μικρότερα οχυρά χτίστηκαν επίσης για την προστασία των εμπορικών δρόμων και για την παροχή καταφυγίου στους αγρότες σε περίπτωση επίθεσης. Τεκμηριώνεται επίσης η ύπαρξη αυλών ευγενών, όπως στο Ντούκοβε και σε άλλα μέρη. Η μορφή τους ήταν πιθανώς εμπνευσμένη από τα κτήματα των Καρολιδών που ονομάζονταν curtis.[192]

Στο Μικούλτσιτσε του 9ου αιώνα η κεντρική οχυρή περιοχή, ή Ακρόπολη, βρισκόταν σε ένα νησί του Μοράβα και περιβαλλόταν από ένα πέτρινο τείχος που περιέκλειε μια έκταση έξι εκταρίων[193] (ο εκτεταμένος εκτός των τειχών οικισμός 200 εκταρίων ήταν ανοχύρωτος). [194]Αν και η τοποθεσία της πρωτεύουσας της Μεγάλης Μοραβίας «Βέλιγκραντ» δεν έχει εντοπιστεί, το Μικούλτσιτσε με το παλάτι και τις 12 εκκλησίες του είναι η ευρύτερα πιθανολογούμενη..[195][196] Σημαντικός οικισμός ήταν ένα μεγάλο σύνολο στο Πόχανσκο κοντά στο Μπρέτσλαβ. Η Νίτρα, το κέντρο του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, διοικείτο αυτόνομα από το διάδοχο της δυναστείας.[197][198] Η Νίτρα αποτελείτο από αρκετούς μεγάλους οχυρωμένους οικισμούς με διάφορες λειτουργίες και περίπου είκοσι εξειδικευμένα χωριά τεχνιτών, καθιστώντας την πραγματική μητρόπολη της εποχής της. Οι χειροτεχνίες περιλάμβαναν παραγωγή πολυτελών ειδών, όπως κοσμήματα και γυαλί. Ο οικισμός περιβαλλόταν από μια σειρά από μικρότερα οχυρά.

Θεμέλια μιας προρομανικής ροτόντας στην αυλή της Μεγάλης Μοραβίας στο Ντούκοβε

Το Κάστρο της Μπρατισλάβας είχε ένα πέτρινο διώροφο παλάτι και μια ευρύχωρη τρίκλιτη βασιλική, που χτίστηκε στα μέσα του 9ου αιώνα. Οι ανασκαφές του νεκροταφείου που βρίσκεται δίπλα στη βασιλική αποκάλυψαν δείγματα κοσμημάτων της Μεγάλης Μοραβίας, παρόμοια σε στυλ και ποιότητα με αυτά από το Μικούλτσιτσε.[199] Το όνομα του κάστρου καταγράφηκε για πρώτη φορά το 907, κατά την πτώση της Μεγάλης Μοραβίας, ως Μπρεζαλάουσπουρτς..[200] Αυτό το όνομα επί λέξει σημαίνει είτε «Το Κάστρο του Πρέντσλαβ» από το όνομα ενός γιου του Σβάτοπλουκ Α' που αναφέρεται στο Cividale del Friuli, ή «Κάστρο του Μπράσλαβ» από τον Μπράσλαβ της Παννονίας, που ήταν κόμης διορισμένος από το βασιλιά Αρνούλφο (Αρνούλφο της Καραντάνιας) της Ανατολικής Φραγκίας.[200][201] Ενα σύνολο αρκετών οχυρωμένων οικισμών αποκαλύφθηκε στη Μπόινα της Σλοβακίας, φέρνοντας στο φως σημαντικά αντικείμενα που σχετίζονται με τον εκχριστιανισμό της χώρας. Πολλά κάστρα χτίστηκαν στους λόφους γύρω από τις κοιλάδες των ποταμών Βαχ Νίτρα, καθώς και σε άλλες περιοχές (π.χ. Ντέτβα, Ζέπλιν, Τσίνγκοβ), αλλά κανένα στη νοτιοανατολική Σλοβακία.

Το οχυρό Κάστρο Ντεβίν, κοντά στη Μπρατισλάβα, προστάτευε τη Μεγάλη Μοραβία από επιθέσεις από τη Δύση.[202] Αν και ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι χτίστηκε μεταγενέστερα ως προπύργιο των Βασιλέων της Ουγγαρίας,[203][204] οι ανασκαφές έφεραν στο φως έναν παλαιότερο σλαβικό οχυρωμένο οικισμό που ιδρύθηκε τον 8ο αιώνα.[202] Κατά την περίοδο της Μεγάλης Μοραβίας το Κάστρο Ντεβίν ήταν έδρα ενός τοπικού άρχοντα, του οποίου οι ακόλουθοι είχαν ταφεί γύρω από μια πέτρινη χριστιανική εκκλησία.[206] Αυτά τα δύο κάστρα ενισχύθηκαν από μικρότερες οχυρώσεις στο Ντέβινσκα Νόβα Βες, στο Σβέτι Γιουρ και αλλού. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το φρούριο στο Τούναου αμ Καμπ κοντά στο Γκαρς αμ Καμπ, με θέα στον ποταμό Kαμπ στην Κάτω Αυστρία. Οι οχυρώσεις εκεί επαναχρησιμοποίησαν παρόχθιες οχυρώσεις της Εποχής του Χαλκού και ήταν μόνο λίγο μικρότερες (διακόσια στρέμματα) από εκείνες του Φράγκου Αυτοκράτορα της εποχής στο Ρέγκενσμπουργκ.[205]

Ο αριθμός των οχυρών που αποκαλύφθηκαν υπερβαίνει τον αριθμό που καταγράφεται στις πηγές (11 κέντρα Μοραβών και 30 κέντρα «άλλων Μοραβών» ή Merehanos, οι απόψεις διίστανται ως προς τον τρόπο ερμηνείας της αναφοράς στους Merehanos). Αν και τα μόνα κάστρα που αναφέρονται ονομαστικά σε γραπτά κείμενα είναι το Νίτραβα (828, ταυτίζεται με τη Νίτρα), το Ντόβινα (864, μερικές φορές ταυτίζεται με το Κάστρο Ντεβίν) και ίσως το Μπρεζαλάουσπουρτς (907, μερικές φορές ταυτίζεται με το Κάστρο της Μπρατισλάβας),[206][207][208][209] ορισμένες πηγές υποστηρίζουν ότι το Ούζχοροντ στην Ουκρανία (903) ήταν επίσης ένα φρούριο της Μοραβίας. Το Κάστρο Ντέβιν ταυτίζεται μερικές φορές με ένα «φρούριο του πρίγκιπα Ραστισλάβου» που αναφέρεται στα Χρονικά της Φούλντα.[197][210]

Moνάρχες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Svatopluk I's depicted in the Chronicle of Dalimil
Ο Σβάτοπλουκ Α' μεταμφιεσμένος σε μοναχό στην αυλή του Αρνούλφου, Βασιλιά της Ανατολικής Φραγκίας (από το Χρονικό του Νταλιμίλ του 14ου αιώνα)

Η Μοραβία διοικείτο από μονάρχες με μια «ευρύτερη συγγένεια»[211] γνωστή ως Οίκος του Μοϊμίρ.[212] Ο θρόνος σπάνια περνούσε από πατέρα σε γιο.[31] Στην πραγματικότητα ο Σβάτοπλουκ Α' ήταν ο μόνος ηγεμόνας, που τον διαδέχθηκε ο γιος του.[31] Ο Ραστισλάβος ανέβηκε στο θρόνο με την παρέμβαση του μονάρχη της Ανατολικής Φραγκίας [31]και ο Σλάβομιρ εξελέγη δούκας όταν οι Φράγκοι συνέλαβαν το Σβάτοπλουκ το 871.[211] Η τελευταία περίπτωση αποκαλύπτει την ισχυρή διεκδίκηση του θρόνου της δυναστείας των Μοϊμίρ, επειδή ο Σλάβομιρ ήταν χειροτονημένος ιερέας την εποχή της εκλογής του.[211] Οι μονάρχες της Μοραβίας ονομάζονταν κανονικά ducis ("δούκες"), ενίοτε regis ("βασιλείς") ή maliks ("βασιλείς") στα έγγραφα του 9ου αιώνα.[211] Τάφοι μέσα σε εκκλησία έχουν ανακαλυφθεί μόνο στο Μικούλτσιτσε, υπονοώντας ότι οι βασιλιάδες είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα να ταφούν σε ένα τόσο διάσημο μέρος.[213]

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Χρονικά της Φούλντα δεν αναφέρονται ποτέ στους Μοραβούς μονάρχες ως ηγεμόνες ενός κράτους, αλλά ως αρχηγούς ενός λαού — dux Maravorum («δούκας των Μοραβών»).[214] Αντίστοιχα ο Μάχατσεκ γράφει ότι «η Μεγάλη Μοραβία δεν οργανώθηκε κυρίως σε εδαφική βάση [...], αλλά πιθανότατα στη βάση πραγματικών ή πλασματικών δεσμών συγγένειας εντός της φυλετικής δομής». [214]Από την άλλη πλευρά ο Χάβλικ λέει ότι η Μοραβία χωρίστηκε σε κομητείες καθεμία με επικεφαλής "πλούσιους και έντιμους ευγενείς" τους οποίους χαρακτηρίζει ζουπάνους, προσθέτει μάλιστα ότι ο αριθμός των κομητειών αυξήθηκε από 11 σε 30 στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα.[212] Ο Στέφαν προσθέτει ότι η ύπαρξη διάσπαρτων ομάδων αγροτών πολεμιστών, που υποδηλώνεται από την αρχαιολογική έρευνα, συνεπάγεται την ύπαρξη διοικητικών εδαφικών ενοτήτων, γιατί χωρίς ένα τέτοιο σύστημα οι μονάρχες δεν μπορούσαν να οργανώσουν τις εκστρατείες τους.[215]

Ο Σβάτοπλουκ ενσωμάτωσε μια σειρά από σλαβικές φυλές (συμπεριλαμβανομένων των Βοημών και των Βιστούλων) στην αυτοκρατορία του.[132][120] Οι υποταγμένες φυλές διοικούντο από υποτελείς πρίγκιπες ή κυβερνήτες[132], αλλά διατήρησαν την αυτονομία τους, γεγονός που συνέβαλε στη γρήγορη αποσύνθεση της Μοραβίας του Σβάτοπλουκ μετά τον θάνατό του.[120] Σύμφωνα με τους Μπαρτλ, [16] Κίρσμπαουμ, [120] Στέφαν [211] και άλλους ιστορικούς [66][216] η Μεγάλη Μοραβία είχε δύο κέντρα. Σύμφωνα με τον Χάβλικ οι όροι «Μοραβικά εδάφη» (Moravьskskyję strany), «Άνω Μοραβία» (vyšnьnii Moravě, vyšnьneję Moravy) και «Μοραβικά βασίλεια» (regna Marahensium, regna Marauorum) που χρησιμοποιήθηκαν σε δυαδικά έγγραφα του 9ου αιώνα αναφέρονται στη δυαδική του Μοραβικού κράτους, αποτελούμενου από το «Βασίλειο του Ραστισλάβου» (regnum Rastizi) και το «Βασίλειο του Σβάτοπλουκ» (regnum Zwentibaldi). Αυτός και άλλοι ιστορικοί[211] ταυτίζουν το πρώτο με τη σημερινή Μοραβία στην Τσεχία και το δεύτερο με το Πριγκιπάτο της Νίτρα στη σημερινή Σλοβακία.[21] Ωστόσο αυτή η άποψη δεν είναι καθολικά αποδεκτή: το βασίλειο του Σβάτοπλουκ έχει επίσης ταυτιστεί με την ευρύτερη περιοχή του Στάρε Μέστο [127] ή με τα εδάφη μεταξύ του Δούναβη και του Τίσα[217] ή ανατολικά του Τίσα.[218]

Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γνωστές πηγές περιέχουν αρχεία για περίπου 65 γεγονότα που σχετίζονται με τον πόλεμο και τη Μεγάλη Μοραβία. Οι πιο λεπτομερείς είναι οι φραγκικές πηγές επί Σβάτοπλουκ.[219] Η δομή του στρατού της Μεγάλης Μοραβίας βασιζόταν κυρίως σε μια πρώιμη φεουδαρχική αντίληψη για τη στρατιωτική θητεία, που εκτελείτο κυρίως από τις άρχουσες ελίτ.

Ο πυρήνας του στρατού της Μεγάλης Μοραβίας ήταν μια πριγκιπική ακολουθία αποτελούμενη από επαγγελματίες πολεμιστές, που ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή των φόρων και την τιμωρία των παραβατών (družina).[190] Η družina αποτελείτο από μέλη της αριστοκρατίας («πρεσβύτερη ακολουθία») και μέλη των πριγκιπικών στρατιωτικών ομάδων («νεότερη ακολουθία»).[219] Μερικά από τα μέλη της σχημάτιζαν μόνιμη ένοπλη φρουρά για τον πρίγκιπα, ενώ τα υπόλοιπα φρουρούσαν σε φρούρια ή σε άλλα στρατηγικά σημεία. Η družina ήταν πιθανώς σχετικά νομιμόφρων και παρείχε σταθερή υποστήριξη στον πρίγκιπα, καθώς δεν υπάρχουν γνωστά στοιχεία για δυσαρέσκεια ή για κάποια εξέγερση εναντίον του. Το μόνιμο τμήμα του στρατού είχε σαφώς χαρακτήρα ιππικού.[220] Το βαρύ ιππικό της Μεγάλης Μοραβίας μιμήθηκε τους Φράγκους προκατόχους των ιπποτών της εποχής, με τον ακριβό εξοπλισμό που μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα [221](ένας Άραβας περιηγητής της εποχής, ο Αχμάντ ιμπν Φαλντάν, ανέφερε ότι ο Σβάτοπλουκ Α΄ είχε πολλά άλογα για το ιππικό του[221])). Το συνολικό μέγεθος της družina υπολογίζεται από τον Ρούτκαϊ σε 3.000–5.000 άνδρες.[220] Στην περίπτωση μεγαλύτερων κινητοποιήσεων το ιππικό ενισχυότανε από πρόσθετες μικρότερες μονάδες που στρατολογούντο από την ακολουθία τοπικών αρχόντων και από παραδοσιακές κοινότητες (občina). Το δεύτερο στοιχείο του στρατού (pohotovosť) αποτελείτο από κατώτερες τάξεις ελεύθερων πολιτών που δεν ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, επαγγελματίες πολεμιστές. Ωστόσο χάρη στο μεγάλο αριθμό τους και τη γνώση των διαδεδομένων τύπων όπλων αντιπροσώπευαν μια σοβαρή στρατιωτική δύναμη και έπαιζαν καθοριστικό ρόλο κυρίως στην άμυνα του εδάφους της Μεγάλης Μοραβίας. Η συμμετοχή τους σε επεκτατικούς πολέμους ήταν σπανιότερη.[220] Επικεφαλής του στρατού ήταν ο πρίγκιπας ή, εν απουσία του, ένας αρχιστράτηγος που ονομαζόταν βοεβόδας.[222] Το μέγιστο μέγεθος του στρατού υπολογίζεται σε 20.000–30.000 άνδρες.[220] Σε περίπτωση εξωτερικής απειλής απλοί άνθρωποι συμμετείχαν σε ενέργειες άμυνας και αντιπερισπασμών. Σημαντικό στοιχείο της άμυνας της Μεγάλης Μοραβίας ήταν ένα σύστημα ισχυρών οχυρώσεων, που ήταν δύσκολο να πολιορκηθούν με τις επικρατούσες τότε μορφές στρατιωτικής οργάνωσης. Για παράδειγμα ένας Φράγκος χρονικογράφος έγραψε με δέος για το μέγεθος του φρουρίου του Ραστισλάβου («firmissimum, ut feritur, vallum»).[193]

Το τυπικό όπλο ενός Δυτικού Σλάβου πεζού στρατιώτη ήταν ένα τσεκούρι συγκεκριμένου σχήματος, που ονομαζόταν bradatica. Τα δόρατα χρησιμοποιούντο καθολικά τόσο από το πεζικό όσο και από το ιππικό. Οπλα που σχετίζονται με μια νομαδική (των Αβάρων) κουλτούρα, όπως σπαθιά, τόξα και συγκεκριμένοι τύποι λογχών λείπουν. Από την άλλη ο στρατιωτικός εξοπλισμός επηρεάστηκε περισσότερο από δυτικούς και νέους τύποι όπλων όπως τα δίκοπα ξίφη (σπάνια πριν τον 9ο αιώνα), που έγιναν δημοφιλή. Οι τοξότες, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, ήταν ήδη μέρος του πεζικού.[223]

Αριστοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ύπαρξη μιας τοπικής αριστοκρατίας είναι καλά τεκμηριωμένη: οι σύγχρονες πηγές αναφέρονται σε «ηγέτες»[224] (optimates ή primates)[225] και nobiles viri ή principes.[211] Ωστόσο αυτά τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν τη βάση της εξουσίας των Μοραβών αρχηγών.[211] Πλούσια διακοσμημένοι τάφοι —με εξαίρεση εκείνο στη Μπλάτνιτσα, που είναι «ένα παλιό και αμφισβητούμενο εύρημα», [213]σύμφωνα με τον Στέφαν— έχουν ανακαλυφθεί μόνο στο Μικούλτσιτσε και σε άλλες μεγάλες οχυρώσεις που ελέγχονταν από τους μονάρχες.[226] Ο Στέφαν γράφει ότι η συγκέντρωση αγαθών κύρους στις πόλεις δείχνει ότι «η άμεση επαφή με τον κυρίαρχο, που σίγουρα ταξίδευε μεταξύ των κέντρων, ήταν προφανώς η καλύτερη στρατηγική νίκης για την κορυφαία ελίτ».[213] Από την άλλη οι optimates είχαν σημαντικό ρόλο στην κυβέρνηση: οι μονάρχες δεν έπαιρναν σημαντικές αποφάσεις χωρίς να τις συζητήσουν σε ένα συμβούλιο που σχημάτιζαν οι Μοραβοί «δούκες».[212][214]

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεγάλη Μοραβία κατοικήθηκε από την υποομάδα των Δυτικών Σλάβων της μεγαλύτερης σλαβικής εθνογλωσσικής ομάδας. Οι Δυτικοί Σλάβοι έχουν την καταγωγή τους από τις πρώιμες σλαβικές φυλές που εγκαταστάθηκαν στην Κεντρική Ευρώπη αφότου τα Ανατολικά Γερμανικά φύλα εγκατέλειψαν σε μεγάλο βαθμό αυτή την περιοχή κατά την περίοδο των μεταναστεύσεων,[227] ενώ οι Δυτικοί Σλάβοι «αφομοίωσαν τους εναπομείναντες κελτικούς και γερμανικούς πληθυσμούς» της περιοχής.[228]

Οι Μοραβοί είχαν ισχυρούς πολιτιστικούς δεσμούς με τους δυτικούς γείτονές τους, τους Φράγκους, με ορισμένα αντικείμενα να αποδεικνύουν την επιρροή των Καρολιδών. Τα αρχαιολογικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο υλικός πολιτισμός του 9ου αιώνα που βρέθηκε στη σύγχρονη Μοραβία ανήκε σε μεγάλο βαθμό στη σφαίρα των Φράγκων και παρουσιάζει μικρή βυζαντινή επιρροή.[229][230][231]

Η επιρροή των Καρολιδών επηρέασε όλους τους τομείς της ζωής στη Μεγάλη Μοραβία. Μετά τη διαίρεση της Αυτοκρατορίας των Καρολιδών η Οθωνική δυναστεία ανέλαβε, συνέχισε και καλλιέργησε τις παραδόσεις των Καρολιδών. Δεν είναι τυχαίο ότι τα νεοσύστατα μεσαιωνικά Δυτικά Σλαβονικά κράτη δανείστηκαν από την παράδοση των Καρολιδών μέσω της Αυτοκρατορίας των Οθωνιδών.[232]

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αποτελείτο από ελεύθερους πολίτες, που ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν ετήσιο φόρο.[222] Καταγράφεται επίσης δουλεία και δουλοπαροικία.[222][233]

Η ανάλυση των πρώιμων μεσαιωνικών νεκροταφείων στη Μοραβία δείχνει ότι το 40 τοις εκατό των ανδρών και το 60 τοις εκατό των γυναικών πέθαναν πριν συμπληρώσουν την ηλικία των 40 ετών.[234] Περισσότερο από το 40 τοις εκατό των τάφων περιείχαν τα λείψανα παιδιών ηλικίας ενός ως δώδεκα ετών.[234] Ωστόσο τα νεκροταφεία τεκμηριώνουν επίσης πλούσια διατροφή και προηγμένη υγειονομική περίθαλψη.[108] Για παράδειγμα το ένα τρίτο των σκελετών που εξετάστηκαν δεν είχαν τερηδόνα ή απώλεια δοντιών και κατάγματα επουλωμένα χωρίς εξάρθρωση.[108]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μεγάλα φρούρια του 9ου αιώνα που αποκαλύφθηκαν στο Μικούλτσιτσε και σε άλλα μέρη βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή της συμβολής των ποταμών Moράβα και Δούναβη.[235] Δύο σημαντικοί εμπορικοί δρόμοι διέσχιζαν την περιοχή αυτή την περίοδο, ο Δούναβης και ο αρχαίος Δρόμος του κεχριμπαριού, πράγμα που υποδηλώνει ότι αυτοί οι οικισμοί, όλοι πάνω σε ποτάμια, ήταν σημαντικά εμπορικά κέντρα.[235] Ευρήματα εργαλείων, πρώτων υλών και ημικατεργασμένων προϊόντων[236] δείχνουν ότι σε αυτούς τους οικισμούς υπήρχαν και συνοικίες που κατοικούνταν από τεχνίτες.[237] Τα μεγάλα φρούρια περιβάλλονταν από πλήθος μικρών χωριών όπου οι ντόπιοι ασχολούνταν με τη γεωργία.[238] Καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, κεχρί και άλλα δημητριακά και εκτρέφανε βοοειδή, χοίρους, πρόβατα και άλογα.[239] Τα ζώα τους ήταν σχετικά μικρά: για παράδειγμα τα άλογά τους δεν ήταν μεγαλύτερα από τα σύγχρονα άλογα Πρζεβάλσκι.[240]

Η ύπαρξη ενός γενικού μέσου ανταλλαγής στη Μοραβία δεν έχει αποδειχθεί:[235] δεν υπάρχει κανένα σημάδι τοπικής νομισματοκοπίας[241] και τα ξένα νομίσματα σπανίζουν.[242] Σύμφωνα με την Μπιαλέκοβα και άλλους αρχαιολόγους οι ράβδοι σε σχήμα τσεκούρι (grivnas) που ανακαλύφθηκαν σε μεγάλο αριθμό σε φρούρια χρησίμευαν ως «προνομισματικά νομίσματα». Αυτή η θεωρία δεν έχει γίνει αποδεκτή καθολικά, γιατί αυτά τα αντικείμενα έχουν επίσης ερμηνευτεί ως «ενδιάμεσα προϊόντα που προορίζονταν για περαιτέρω επεξεργασία». Σύμφωνα με τον Μάχατσεκ η έλλειψη νομισμάτων σήμαινε ότι οι μονάρχες της Μοραβίας δεν μπορούσαν «να εισπράξουν αποτελεσματικά φόρους, δασμούς και πρόστιμα», γεγονός που αποδυνάμωνε τη διεθνή τους θέση.[214]

Η μεταλλουργία και η σιδηρουργία ήταν οι σημαντικότεροι κλάδοι της τοπικής βιομηχανίας. Ένα παράδειγμα υψηλής ανεπτυγμένης παραγωγής εργαλείων είναι τα ασύμμετρα άροτρα. [97]Δεν υπάρχουν ίχνη από ορυχεία αργύρου, χρυσού, χαλκού ή μολύβδου στη Μοραβία, αλλά κοσμήματα και όπλα παράγονταν τοπικά.[235] Αντίστοιχα τις πρώτες ύλες τους τις αποκτούσαν ως λάφυρα ή δώρα ή μεταφέρονταν στη Μοραβία από εμπόρους.[243] Η αρχαιολογική έρευνα αποδεικνύει επίσης την εισαγωγή αγαθών κύρους, όπως μεταξωτών, μπροκάρ και γυάλινων αγγείων.[235] Σύμφωνα με τον Στέφαν[235] και τον Μάχατσεκ [214]οι Μοραβοί παρείχαν κυρίως σκλάβους, που αποκτούσαν ως αιχμάλωτους πολέμου κατά τις επιδρομές τους στις γειτονικές περιοχές, σε αντάλλαγμα για αυτά τα είδη πολυτελείας. Για παράδειγμα ο Αρχιεπίσκοπος Τέοτμαρ του Σάλτσμπουργκ κατηγόρησε τους Μοραβούς ότι «έφεραν ευγενείς άνδρες και έντιμες γυναίκες στη σκλαβιά»[180] ​​κατά τις εκστρατείες τους στην Παννονία.[235] Το δουλεμπόριο είναι επίσης καλά τεκμηριωμένο: ο Πρώτος Θρύλος του Ναούμ αναφέρει ότι πολλοί από τους μαθητές του Μεθόδιου «πουλήθηκαν για χρήματα στους Εβραίους»[244] μετά το 885 και οι Τελωνειακοί Κανονισμοί του Ραφελστέτεν κάνουν λόγο για σκλάβους που παραδόθηκαν από τη Μοραβία προς τα δυτικά. [235]

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Αγίας Μαργαρίτας της Αντιόχειας στο Kόπτσανι της Σλοβακίας, ένα από τα εναπομείναντα κτίρια τα προερχόμενα από τη Μεγάλη Μοραβία

Οι απόψεις για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Μεγάλης Μοραβίας άλλαξαν θεαματικά κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Αρχικά οι ερευνητές υπέθεταν ότι αυτή περιοριζόταν σε απλές ξύλινες εκκλησίες, όπως αυτές που είναι γνωστές στο γερμανικό χώρο, που χρονολογούνται από τον 7ο και τον 8ο αιώνα.[245] Αυτές οι ξύλινες εκκλησίες ήταν κατάλληλες για τις αρχικές ιεραποστολικές δραστηριότητες λόγω της εύκολης διαθεσιμότητας των υλικών, της γρήγορης κατασκευής και της έλλειψης ανάγκης για καθαγιασμό.[245] Αυτή η άποψη αναθεωρήθηκε το 1949 μετά από ανασκαφές στο Στάρε Μέστο. Από τη δεκαετία του 1960 πέτρινες εκκλησίες έχουν επίσης ανασκαφεί στη Σλοβακία. Το 2014 περισσότερα από 25 θρησκευτικά κτίρια έχουν εντοπιστεί με ασφάλεια στην περιοχή του πυρήνα της Μεγάλης Μοραβίας (Μοραβία και Δυτική Σλοβακία).[246] Τα ερείπια των πρώτων εκκλησιών που αποκαλύφθηκαν ήταν μόνο «αρνητικά» (τάφροι γεμάτες με δευτερεύον υλικό μετά την αφαίρεση των αρχικών θεμελίων), αλλά αργότερα η έρευνα αποκάλυψε και υπολείμματα κτιρίων με αυθεντικά θεμέλια. Ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη των τάφων της Μεγάλης Μοραβίας κοντά στην εκκλησία στο Kόπτσανι η πιθανή προέλευση από τη Μεγάλη Μοραβία πολλών εκκλησιών στη Σλοβακία (δηλαδή σε Kόπτσανι, Νιτριάνσκα Μπλάτνιτσα, Κοστόλανι ποντ Τρίμπεκομ ήταν για άλλη μια φορά ένα ανοιχτό ερώτημα. Η ακριβής χρονολόγηση είναι ένας στόχος συνεχιζόμενης έρευνας που βασίζεται στην ραδιοχρονολόγηση άνθρακα και τη δενδροχρονολόγηση.[247]

Η μεγάλη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Μοραβίας αντιπροσωπεύεται από μια πλούσια ποικιλία τύπων, από τρίκλιτες βασιλικές (Μικούλτσιτσε III, Μπρατισλάβα), τρίκογχα (Ντεβίν), απλή ροτόντα χωρίς αψίδες (Μικούλτσιτσε VII), διάψιδη ροτόντα (Μικούλτσιτσε VI), τετρακόγχη ροτόντα (Μικούλτσιτσε IX) και μια ολόκληρη ομάδα μονόχωρων εκκλησιών και ροτοντών με μία αψίδα. Ο μεγαλύτερος αριθμός εκκλησιών έχει βρεθεί στη νοτιοανατολική Μοραβία. Το Μικούλτσιτσε, με δώδεκα εκκλησίες, κυριαρχεί σαφώς μεταξύ όλων των άλλων τοποθεσιών με τις πρώτες πέτρινες εκκλησίες, που χτίστηκαν γύρω στο 800 [196](μια πιθανή δέκατη τρίτη εκκλησία είναι στο Kόπτσανι, στη σλοβακική πλευρά των συνόρων). Η τρίκλιτη βασιλική του Μικούλτσιτσε, που έχει εσωτερικές διαστάσεις 35 m επί 9 m και ένα ξεχωριστό βαπτιστήριο, είναι το μεγαλύτερο θρησκευτικό κτίριο που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα.[195][210] Η υψηλή συγκέντρωση εκκλησιών στο Μικούλτσιτσε ξεπέρασε τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού και έτσι πιστεύεται ότι πρόκειται για ιδιόκτητες εκκλησίες (Eigenkirchen), γνωστές επίσης στη Φραγκία.[247] Οι μεγάλες εκκλησίες ήταν επίσης σημαντικά εκκλησιαστικά κέντρα. Η σημερινή χρονολόγηση πολλών εκκλησιών προηγείται της βυζαντινής ιεραποστολής. Οι εκκλησίες ήταν διακοσμημένες κυρίως με τοιχογραφίες, αλλά τεκμηριώνεται και η χρήση του φρέσκο-σέκο.[248] Οι αρχιτέκτονες ήταν πιθανώς ξένοι καλλιτέχνες από τη Γαλλία και τη βόρεια Ιταλία[253] (η τελευταία υποδηλώνεται, για παράδειγμα, από τη χημική σύνθεση των πινάκων στη Μπρατισλάβα και στο Ντεβίν[249])).

Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Μεγάλης Μοραβίας πιθανότατα επηρεάστηκε από τη Φράγκικη,τη Δαλματική-Ιστριακή,τη Βυζαντινή και την κλασική αρχιτεκτονική. Δύο υπαίθρια μουσεία, στο Μόντρα κοντά στο Ούχερσκε Χράντιστε και στο Ντούκοβε, είναι αφιερωμένα στην αρχιτεκτονική της Μεγάλης Μοραβίας.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέτρινα θεμέλια εκκλησίας στο Βάλι ου Μίκουλτσιτς της Τσεχίας
Έκθεση Γιαστις φυλές και το κράτος. Δωμάτιο με πρώιμη μεσαιωνική πριγκιπική ταφή από το Κόλιν (Στάρι Κόλιν), 850–900 μ.Χ.

Όπως και άλλοι Σλάβοι, οι Σλάβοι της Μεγάλης Μοραβίας ασκούσαν αρχικά μια πολυθεϊστική θρησκεία με λατρεία των προγόνων. Εχουν βρεθεί αρκετοί χώροι λατρείας που χρησιμοποιούντο πριν από τον εκχριστιανισμό της Μοραβίας (Μικούλτσιτσε και Πόχανσκο). Ωστόσο δεν γνωρίζουμε τι σήμαιναν για τους Μοραβούς αυτά, όπως μια δακτυλιοειδής τάφρος με φωτιά, μια θυσία αλόγου ή ανθρώπινα μέλη θαμμένα τελετουργικά σε ένα νεκροταφείο..[250] Ένα υποτιθέμενο αντικείμενο λατρείας στο Μικούλτσιτσε φέρεται να χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον προσηλυτισμό της ελίτ της Μοραβίας στα μέσα του 9ου αιώνα και είδωλα στο Πόχανσκο τοποθετήθηκαν στο χώρο μιας κατεδαφισμένης εκκλησίας κατά τη διάρκεια της παγανιστικής επαναφοράς το 10ο αιώνα.[250] Το μόνο σλαβικό ειδωλολατρικό ιερό που βρέθηκε στη σημερινή Σλοβακία είναι εκείνο στο Moστ πρι Μπρατισλάβε, αφιερωμένο πιθανώς στο θεό του πολέμου και των καταιγίδων Περούν. Το ιερό εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 9ου αιώνα και δεν αναστηλώθηκε ποτέ.[251]

Η εξάπλωση του Χριστιανισμού είχε πολλά στάδια και εξακολουθεί να είναι ένα ανοιχτό ερευνητικό ερώτημα. Σε παλαιότερες δημοσιεύσεις οι πρώτες οργανωμένες ιεραποστολές αποδίδονταν κυρίως σε ιεραποστόλους από την Ιρλανδία και τη Σκωτία, αλλά τα σύγχρονα έργα είναι πιο δύσπιστα σχετικά με την άμεση επιρροή τους.[252] Η επικράτεια της Μεγάλης Μοραβίας αρχικά προσηλυτίστηκε από ιεραποστόλους που προέρχονταν από τη Φραγκική Αυτοκρατορία ή από τους Βυζαντινούς θύλακες στην Ιταλία και τη Δαλματία από τις αρχές του 8ου αιώνα και σποραδικά νωρίτερα.[210][253] Ίχνη μιας αποστολής από την Ακυληία και τη Δαλματία βρίσκονται στην αρχιτεκτονική και τη γλώσσα της Μεγάλης Μοραβίας.[252] Στη βορειοϊταλική επιρροή πιστώνεται επίσης οι χρυσές πλάκες με χριστιανικά μοτίβα από το Μπόινα [254](πιθανώς από φορητή αγία τράπεζα), που ανήκουν στα σημαντικότερα χριστιανικά τεχνουργήματα που χρονολογούνται πριν από την ιεραποστολή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Ειδικά μετά την ήττα των Αβάρων στα τέλη του 8ου αιώνα οι Φράγκοι ιεραπόστολοι αποτέλεσαν το σημαντικότερο κομμάτι των οργανωμένων ιεραποστολών. Η πρώτη χριστιανική εκκλησία των Δυτικών και Ανατολικών Σλάβων γνωστή από γραπτές πηγές χτίστηκε το 828 από τον Πρίμπινα στη Νίτρα και καθαγιάστηκε από τον επίσκοπο Ανταλραμ του Σάλτσμπουργκ. Το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας εκχριστιανίστηκε μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνα.[257] Παρά την επίσημη αποδοχή του από τις ελίτ ο Χριστιανισμός της Μεγάλης Μοραβίας χαρακτηριζόταν από πολλά παγανιστικά στοιχεία μέχρι και το 852.[190] Κτερίσματα, όπως τρόφιμα, βρέθηκαν ακόμη και σε νεκροταφεία εκκλησιών.[210] Η οργάνωση της Εκκλησίας στη Μεγάλη Μοραβία εποπτευόταν από το Βαυαρικό κλήρο μέχρι την άφιξη των Βυζαντινών ιεραποστόλων Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου το 863..[255]

Το 880 ο πάπας χειροτόνησε ένα Σουηβό μοναχό, τον Βίχινγκ, ως επίσκοπο της νεοσύστατης έδρας της Νίτρα ("sancta ecclesia Nitriensis").[261] Ορισμένοι ειδικοί (π.χ. ο Σέκε Μπέλα Μίκλος) υποστηρίζουν ότι η τοποθεσία της έδρας της επισκοπής του 9ου αιώνα είναι διαφορετική από τη σημερινή Νίτρα.[262]

Λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράδειγμα γλαγολιτικής γραφής που δημιουργήθηκε από τον Άγιο Κύριλλο για την ιεραποστολή στη Μεγάλη Μοραβία (Baščanska ploča από την Κροατία). Η ενεπίγραφη πέτρινη πλάκα καταγράφει τη δωρεά ενός τεμαχίου γης από τον Κροάτη βασιλιά Ζβόνιμιρ σε ένα αβαείο Βενεδικτίνων την εποχή του ηγούμενου Ντρζίχα.[256]

Ο αντίκτυπος της αποστολής του Κυρίλλου και του Μεθοδίου επεκτάθηκε πέρα ​​από τη θρησκευτική και πολιτική σφαίρα. Η Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική έγινε η τέταρτη λειτουργική γλώσσα του χριστιανικού κόσμου. Ωστόσο μετά το θάνατο του Μεθόδιου (885) όλοι οι οπαδοί του εκδιώχθηκαν από τη Μεγάλη Μοραβία. Συνεπώς η χρήση της σλαβικής λειτουργίας στη Μεγάλη Μοραβία διήρκεσε μόνο 22 περίπου χρόνια..[257] Η ύστερη μορφή της παραμένει η λειτουργική γλώσσα των Ουκρανικών, της Ρωσικής, της Βουλγαρικής, της Μακεδονικής, της Σερβικής και της Πολωνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Κύριλλος επινόησε επίσης το γλαγολιτικό αλφάβητο, κατάλληλο για τις σλαβικές γλώσσες, και μετέφρασε για πρώτη φορά την Αγία Γραφή σε σλαβική γλώσσα, μαζί με το Μεθόδιο, που αργότερα ολοκλήρωσε το έργο.

Ο Μεθόδιος έγραψε τον πρώτο Σλαβικό νομικό κώδικα, συνδυάζοντας το τοπικό εθιμικό δίκαιο με το προηγμένο βυζαντινό. Ομοίως ο κώδικας ποινικού δικαίου της Μεγάλης Μοραβίας δεν ήταν απλώς μια μετάφραση από τα λατινικά, αλλά τιμωρούσε επίσης μια σειρά αδικημάτων που αρχικά ήταν ανεκτά από τα προχριστιανικά σλαβικά ήθη, αλλά απαγορεύονταν από το Χριστιανισμό (που σχετίζονται κυρίως με τη σεξουαλική συμπεριφορά).[258] Το κανονικό δίκαιο υιοθετήθηκε απλώς από βυζαντινές πηγές.

Δεν υπάρχουν πολλά λογοτεχνικά έργα που μπορούν να αναγνωριστούν με σαφήνεια ότι γράφτηκαν πρωτότυπα στη Μεγάλη Μοραβία. Ένα από αυτά είναι ο Πρόγλας, ένα καλλιεργημένο ποίημα στο οποίο ο Κύριλλος υπερασπίζεται τη σλαβική λειτουργία. Τα Vita Cyrilli (που αποδίδεται στον Κλήμη της Αχρίδας) και Vita Methodii (πιθανότατα γραμμένο από το διάδοχο του Μεθόδιου Γκόραζντ) είναι βιογραφίες με πολύτιμες πληροφορίες για τη Μεγάλη Μοραβία υπό τον Ραστισλάβο και τον Σβάτοπλουκ Α'.

Τα αδέρφια ίδρυσαν επίσης μια ακαδημία, αρχικά με επικεφαλής το Μεθόδιο, που παρήγαγε εκατοντάδες Σλάβους κληρικούς. Μια καλά μορφωμένη τάξη ήταν απαραίτητη για τη διοίκηση όλων των πρώιμων φεουδαρχικών κρατών και η Μεγάλη Μοραβία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η Vita Methodii αναφέρει ότι ο επίσκοπος της Nίτρα υπηρέτησε ως καγκελάριος του Σβάτοπλουκ Α' και ακόμη και ο πρίγκιπας Kότσελ του Πριγκιπάτου του Μπάλατον λέγεται ότι κατείχε καλά τη γλαγολιτική γραφή..[253] Η τοποθεσία της Ακαδημίας της Μεγάλης Μοραβίας δεν έχει εντοπιστεί, αλλά πιθανές τοποθεσίες περιλαμβάνουν το Μικούλτσιτσε (όπου έχουν βρεθεί γραφίδες σε ένα εκκλησιαστικό κτίριο), το Κάστρο Ντέβιν (με ένα κτίριο που προσδιορίζεται ως πιθανό σχολείο) και η Νίτρα (με την επισκοπική της βασιλική και μοναστήρι). Όταν οι μαθητές του Μεθόδιου εκδιώχθηκαν από τη Μεγάλη Μοραβία από τον Σβάτοπλουκ Α' το 885, διέδωσαν τις γνώσεις τους (συμπεριλαμβανομένης της γλαγολιτικής γραφής) σε άλλες σλαβικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Κροατία και η Βοημία. Δημιούργησαν την κυριλλική γραφή, που έγινε το επίσημο αλφάβητο των Ρωσία του Κιέβου (σημερινή Ρωσία, Ουκρανία και Λευκορωσία). Η πολιτιστική κληρονομιά της Μεγάλης Μοραβίας επιβίωσε στις βουλγαρικές θεολογικές σχολές, ανοίγοντας το δρόμο για τον εκχριστιανισμό των Ρως του Κιέβου.

Η πολιτιστική αποστολή των Κυρίλλου και Μεθοδίου είχε σημαντικό αντίκτυπο στις περισσότερες σλαβικές γλώσσες και συνέπεσε με την αρχή του σύγχρονου κυριλλικού αλφαβήτου, που δημιουργήθηκε τον 9ο αιώνα μ.Χ. στη Βουλγαρία από Βούλγαρους μαθητές του Κύριλλου και του Μεθοδίου (Ναούμ τhw Πρεσλάβας, Κλήμης της Αχρίδας και άλλοι).[8][259][260]

Τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασημένιος σταυρός από το Mικούλτσιτσε

Στο πρώτο μισό του 9ου αιώνα οι μεγάλοι τεχνίτες της Μοραβίας εμπνεύστηκαν από τη σύγχρονή τους τέχνη των Καρολιδών.[210] Στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα τα κοσμήματα της Μεγάλης Μοραβίας επηρεάστηκαν από την τεχνοτροπία του Βυζαντίου, της Ανατολικής Μεσογείου και της Αδριατικής.[210] Ωστόσο, σύμφωνα με τα λόγια του Τσέχου αρχαιολόγου Γιόσεφ Ποίλικ, «αυτές οι νέες μορφές και τεχνικές δεν αντιγράφηκαν παθητικά, αλλά μετασχηματίστηκαν στο τοπικό ιδίωμα, καθιερώνοντας με αυτό τον τρόπο τις ρίζες του ξεχωριστού στυλ κοσμημάτων της Μεγάλης Μοραβίας».[210] Τα κοσμήματα της Μοραβίας περιλάμβαναν ασημένια και χρυσά σκουλαρίκια διακοσμημένα με λεπτόκοκκο κέντημα, καθώς και ασημένια και επιχρυσωμένα μπρούτζινα κουμπιά καλυμμένα με φυλλοειδή στολίδια.[195]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μεγάλα κέντρα της Μοραβίας (π.χ. Μπρατισλάβα (Πόζονι, Πρέσμπουργκ), Nίτρα, Tέκοβ (Μπαρς) και Zέμπλιν διατήρησαν τις λειτουργίες τους μετά την πτώση της Μεγάλης Μοραβίας, αν και δεν είναι γενικά αποδεκτή η ταύτιση της Μπρατισλάβας, του Tέκοβ και του Zέμπλιν ως κάστρων της Μεγάλης Μοραβίας. Αρκετές πηγές υποστηρίζουν ότι οι Ούγγροι ηγεμόνες ακολούθησαν τα σύγχρονά τους γερμανικά ή βουλγαρικά πρότυπα, όταν καθιέρωσαν το νέο διοικητικό σύστημα στο βασίλειό τους, ή εισήγαγαν ένα νέο σύστημα.[261]

Η κοινωνική διαφοροποίηση στη Μεγάλη Μοραβία έφτασε στην κατάσταση της πρώιμης φεουδαρχίας, δημιουργώντας την κοινωνική βάση για την ανάπτυξη μεταγενέστερων μεσαιωνικών κρατών στην περιοχή.[262] Το ερώτημα τι συνέβη στις οικογένειες ευγενών της Μεγάλης Μοραβίας μετά το 907 είναι ακόμα υπό συζήτηση. Από τη μία πλευρά πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος της τοπικής αριστοκρατίας παρέμεινε λίγο πολύ ανενόχλητο από την πτώση της Μεγάλης Μοραβίας και οι απόγονοί τους έγιναν ευγενείς στο νεοσύστατο Βασίλειο της Ουγγαρίας.[221][222][263] Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ισχυρές οικογένειες των Χουντ και Πάζμαν.[263] Από την άλλη τόσο ο Ανώνυμος όσο και ο Σίμων της Κέζα, δύο χρονικογράφοι της πρώιμης ιστορίας της Ουγγαρίας, κατέγραψαν ότι οι εξέχουσες οικογένειες ευγενών του βασιλείου προέρχονταν είτε από ηγέτες των Ουγγρικών φυλών είτε από μετανάστες, και δεν συνέδεαν κανέναν από αυτούς με τη Μεγάλη Μοραβία. Για παράδειγμα οι πρόγονοι της φάρας Χουντ-Πάζμαν, της οποίας η καταγωγή από τη Μεγάλη Μοραβία έχει προβληθεί από Σλοβάκους μελετητές,[263] αναφέρεται από το Σίμωνα της Κέζα ότι είχαν φτάσει από το Δουκάτο της Σουαβίας στα τέλη του 10ου αιώνα.[264][265][266]

Οι περιοχές που αναφέρονται ως «Tercia pars regni» (σ.σ. «το ένα τρίτο μέρος του Βασιλείου της Ουγγαρίας») στις μεσαιωνικές πηγές αναφέρονται ως «Δουκάτο» στα ουγγρικά επιστημονικά έργα και ως «Πριγκιπάτο της Νίτρας» στις σλοβακικές ακαδημαϊκές πηγές. Αυτά τα εδάφη διοικούνταν αυτόνομα από μέλη της δυναστείας των Άρπαντ που κατοικούσαν στο Μπιχάρ (σήμερα Μπιχαρέα της Ρουμανίας) ή στη Νίτρα—μια πρακτική που θυμίζει το σύστημα της Μεγάλης Μοραβίας, αλλά και παρόμοια με εκείνη ορισμένων άλλων δυναστειών στον Πρώιμο Μεσαίωνα (π.χ. , οι Ρουρικίδες στους Ρως του Κιέβου).[267][268] Η ύπαρξη μιας αυτόνομης πολιτικής μονάδας με επίκεντρο τη Νίτρα θεωρείται συχνά από τους Σλοβάκους μελετητές παράδειγμα πολιτικής συνέχειας από την περίοδο της Μεγάλης Μοραβίας.[269]

Η Μεγάλη Μοραβία αποτέλεσε επίσης εξέχον θέμα του τσεχικού και σλοβακικού ρομαντικού εθνικισμού του 19ου αιώνα.[270] Ο βυζαντινός διπλός σταυρός, που πιστεύεται ότι έφεραν ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, υπάρχει σήμερα στο εθνόσημο της Σλοβακίας και το Σύνταγμα της Σλοβακίας αναφέρεται στη Μεγάλη Μοραβία στο προοίμιό του. Το ενδιαφέρον για εκείνη την περίοδο αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της εθνικής αναγέννησης τον 19ο αιώνα. Η ιστορία της Μεγάλης Μοραβίας έχει θεωρηθεί ως πολιτιστική ρίζα πολλών σλαβικών εθνών στην Κεντρική Ευρώπη και χρησιμοποιήθηκε σε προσπάθειες δημιουργίας μιας ενιαίας τσεχοσλοβακικής ταυτότητας τον 20ό αιώνα.

Αν και η προαναφερθείσα και άλλες πηγές αναφέρουν ότι η Μεγάλη Μοραβία εξαφανίστηκε χωρίς ίχνη και ότι οι κάτοικοί της έφυγαν προς τη Βουλγαρία, μετά την ήττα τους από τους Κροάτες και τους Μαγυάρους, η αρχαιολογική έρευνα και τα τοπωνύμια υποδηλώνουν τη συνέχεια του σλαβικού πληθυσμού στις κοιλάδες των ποταμών των Εσω Δυτικών Καρπαθίων.[271][272] Επιπλέον υπάρχουν σποραδικές αναφορές στη Μεγάλη Μοραβία και τα μεταγενέστερα χρόνια: το 924/925, τόσο ο Φόλκουιν στο Gesta abb. Lobiensium όσο και ο Ρούοτγκερ στο Archiepiscopi Coloniensis Vita Brunonis[273] αναφέρουν τη Μεγάλη Μοραβία. Το 942 πολεμιστές των Μαγυάρων που αιχμαλωτίστηκαν κατά την επιδρομή τους στην Ισπανία ανέφεραν ότι η Μοραβία είναι ο βόρειος γείτονας του λαού τους. Η τύχη των βόρειων και δυτικών τμημάτων της πρώην Κεντρικής Ευρώπης το 10ο αιώνα είναι επομένως σε μεγάλο βαθμό ασαφής.

Το ανατολικό τμήμα του πυρήνα της Μεγάλης Μοραβίας (σημερινή Σλοβακία) πέρασε στην κυριαρχία της ουγγρικής δυναστείας των Άρπαντ. Τα βορειοδυτικά σύνορα του Πριγκιπάτου της Ουγγαρίας έγιναν ως επί το πλείστον ακατοίκητη ή αραιοκατοικημένη γη. Αυτό ήταν το ουγγρικό gyepűelve και μπορεί να θεωρηθεί ως μια πορεία που ουσιαστικά διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 13ου αιώνα.[274] Τα υπόλοιπα παρέμειναν υπό την κυριαρχία της τοπικής σλαβικής αριστοκρατίας[263] και σταδιακά [198]ενσωματώθηκαν στο Βασίλειο της Ουγγαρίας με μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε το 14ο αιώνα..[274][275] Το 1000 ή το 1001 όλη η σημερινή Σλοβακία καταλήφθηκε από την Πολωνία υπό τον Μπολέσλαφ Α΄ και μεγάλο μέρος της προσαρτήθηκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας το 1031.[274][276]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bowlus 1994, σελ. 1.
  2. Barford 2001, σελίδες 108-112.
  3. Curta 2006, σελίδες 124-133.
  4. Drulák 2012, σελ. 91.
  5. Elvins, Mark Twinham (1994). Towards a People's Liturgy: The Importance of Language. ISBN 9780852442579. 
  6. Auty, R. Handbook of Old Church Slavonic, Part II: Texts and Glossary. 1977.
  7. Dvornik, Francis (1956). The Slavs: Their Early History and Civilization. Boston: American Academy of Arts and Sciences. σελ. 179. The Psalter and the Book of Prophets were adapted or "modernized" with special regard to their use in Bulgarian churches, and it was in this school that glagolitic writing was replaced by the so-called Cyrillic writing, which was more akin to the Greek uncial, simplified matters considerably and is still used by the Orthodox Slavs. 
  8. 8,0 8,1 Curta 2006, σελίδες 221—222.
  9. J. M. Hussey, Andrew Louth (2010). «The Orthodox Church in the Byzantine Empire». Oxford History of the Christian Church. Oxford University Press. σελ. 100. ISBN 978-0191614880. 
  10. https://www.catholicireland.net/saintoftheday/patrons-of-europe-sts-cyril-and-methodius/ Feb 14 – Ss Cyril and Methodius – Patrons of Europe
  11. 11,0 11,1 11,2 Rogers 2010, σελ. 293.
  12. Constantine Porphyrogennetos: De Administrando Imperio (ch. 13., 38., 40.), pp. 64-65., 172-173., 176-177.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 13,7 Barford 2001, σελ. 109.
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Štefan 2011, σελ. 333.
  15. Bowlus 1995, σελ. =10.
  16. 16,0 16,1 Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 237.
  17. Goldberg 2006, σελ. 138.
  18. 18,0 18,1 Havlík 2004, σελ. 227.
  19. Constantine Porphyrogenitus: De Administrando Imperio (ch. 40), p. 177.
  20. Bowlus 2009, σελ. 312.
  21. 21,0 21,1 Havlík 2013, σελ. 354-355.
  22. Lutterer, Ivan; Majtán, Ivan; Šrámek, Rudolf (1982), Zeměpisná jména Československa. Slovník vybraných zeměpisných jmen s výkladem jejich původu a historického vývoje (trans: Geographic Names of Czechoslovakia), Mladá Fronta 
  23. Collins 2010, σελ. 402.
  24. Macháček 2009, σελ. 261.
  25. Curta 2006, σελίδες 126-128.
  26. 26,0 26,1 26,2 26,3 26,4 Curta 2006, σελ. 130.
  27. Betti 2013, σελίδες 144-145.
  28. King Alfred's Anglo-Saxon Version of Orosius (ch. 1.1.12), pp. 35–37.
  29. Betti 2013, σελ. 145.
  30. Kirschbaum 2005, σελ. 35.
  31. 31,0 31,1 31,2 31,3 31,4 Macháček 2012, σελ. 11.
  32. Curta 2006, σελ. 128.
  33. Barford 2001, σελίδες 109-110.
  34. Barford 2001, σελ. 110.
  35. 35,0 35,1 35,2 Poulík 1978, σελ. 160.
  36. Berend, Urbanczyk & Wiszewski 2013, σελ. 89.
  37. 37,0 37,1 Szőke 2007, σελ. 412.
  38. Berend, Urbanczyk & Wiszewski 2013, σελ. 59.
  39. 39,0 39,1 Marsina 2000, σελ. 157.
  40. Bowlus 2009, σελίδες 312-313.
  41. Macháček 2009, σελ. 261-262.
  42. Curta 2006, σελίδες 126, 128-129.
  43. Püspöki-Nagy 1978, σελίδες 60-82.
  44. Senga 1983, σελίδες 307-345.
  45. Bowlus 1995, σελ. 32.
  46. Bowlus 2009, σελ. 313.
  47. Macháček 2009, σελ. 262.
  48. 48,0 48,1 48,2 48,3 48,4 Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 18.
  49. Barford 2001, σελίδες 53, 291.
  50. Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 17.
  51. Barford 2001, σελίδες 53, 63-64.
  52. Curta 2006, σελίδες xii, 62-63.
  53. Zábojník 2009· Galuška 1991, σελ. 60.
  54. Čaplovič 1998, σελίδες 69-73,134.
  55. Ruttkay 2002, σελ. 45.
  56. Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 19.
  57. Galuška 1991, σελ. 21.
  58. Měřínský 2002, σελ. 246.
  59. Měřínský 2002, σελ. 564.
  60. 60,0 60,1 Barford 2001, σελ. 108.
  61. Kirschbaum 2005, σελ. 20.
  62. 62,0 62,1 Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 19.
  63. Royal Frankish Annals (year 805), p. 84.
  64. Bowlus 1995, σελ. 57.
  65. Barford 2001, σελίδες 108-109.
  66. 66,0 66,1 66,2 Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 20.
  67. Dekan 1981, σελ. 10.
  68. Angi 1997, σελ. 360.
  69. Poulík 1978, σελ. 159.
  70. Royal Frankish Annals (year 811), p. 94.
  71. Bowlus 1995, σελίδες 60-61.
  72. Havlík 1992, σελ. 229.
  73. Vlasto 1970, σελίδες 24, 326-327.
  74. Bowlus 2009, σελίδες 314-315.
  75. Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 310.
  76. Bowlus 2009, σελίδες 106-107.
  77. Curta 2006, σελίδες 133-134.
  78. Bowlus 2009, σελίδες 101, 104.
  79. 79,0 79,1 Urbańczyk 2005, σελ. 145.
  80. Havlík 2013, σελ. 103.
  81. Třeštík 2010, σελ. 131.
  82. 82,0 82,1 82,2 Vlasto 1970, σελ. 24.
  83. Kirschbaum 2005, σελ. 25.
  84. 84,0 84,1 84,2 Bowlus 1995, σελ. 11.
  85. Goldberg 2006, σελίδες 135-136.
  86. Havlík 2013, σελ. 109.
  87. Steinhübel 2011b, σελ. 54.
  88. Třeštík 2010, σελίδες 132-35.
  89. Vlasto 1970, σελ. 20.
  90. Püspöki-Nagy 1978, σελ. 15.
  91. Senga 1983, σελίδες 318.
  92. Goldberg 2006, σελ. 136.
  93. Opačić, Zoë, Great Moravia, http://christianization.hist.cam.ac.uk/regions/bohemia/great-moravia.html, ανακτήθηκε στις 2014-10-12 
  94. Bowlus 1995, σελ. 159.
  95. 95,0 95,1 95,2 95,3 Sommer και άλλοι 2007, σελ. 221.
  96. The Life of Methodius (ch. 5.), p. 111.
  97. 97,0 97,1 97,2 Poulík 1978, σελ. 161.
  98. The Life of Constantine (ch. 15.), p. 69.
  99. The Annals of Fulda (year 846), p. 25.
  100. 100,0 100,1 Goldberg 2006, σελ. 140.
  101. Vlasto 1970, σελ. 25.
  102. Kirschbaum 2005, σελ. 26.
  103. 103,0 103,1 103,2 Kirschbaum 2005, σελ. 27.
  104. Goldberg 2006, σελ. 242.
  105. Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 20-21.
  106. The Annals of Fulda (year 855), p. 37.
  107. Škvarna και άλλοι 2002, σελίδες 19-20.
  108. 108,0 108,1 108,2 Barford 2001, σελ. 115.
  109. Mahoney 2011, σελ. 25.
  110. Budd, Joseph P. (2009). «We do know English: Philadelphia's Czechoslovak Presbyterian Church of Jan Hus, 1926-1967» (PDF). University of Delaware. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. 
  111. 111,0 111,1 111,2 111,3 111,4 111,5 111,6 111,7 Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 20.
  112. Bowlus 1995, σελ. 126.
  113. 113,0 113,1 Kristó 1996, σελ. 133.
  114. The Annals of St-Bertin (year 862), p. 102
  115. 115,0 115,1 Obolensky 1994, σελ. 44.
  116. Vlasto 1970, σελ. 37-39.
  117. 117,0 117,1 Kirschbaum 2005, σελ. 30.
  118. 118,0 118,1 Bowlus 1995, σελ. 140.
  119. The Annals of Fulda (year 864), p. 51.
  120. 120,0 120,1 120,2 120,3 120,4 120,5 120,6 120,7 120,8 Kirschbaum 2005, σελ. 29.
  121. 121,0 121,1 Bowlus 1995, σελ. 155.
  122. Vlasto 1970, σελίδες 55-56.
  123. Vlasto 1970, σελ. 66.
  124. The Life of Methodius (ch. 8.), p. 117.
  125. Vlasto 1970, σελ. 67.
  126. 126,0 126,1 The Land Between: A History of Slovenia. Second, revised edition 2nd Edition (Edited by Otto Luthar), Peter Lang GmbH, Frankfurt am Main, 2013. (ISBN 978-3631628775)
  127. 127,0 127,1 Goldberg 2006, σελ. 284.
  128. 128,0 128,1 128,2 Bowlus 1995, σελ. 161.
  129. The Annals of Fulda (year 869), p. 60.
  130. 130,0 130,1 Kirschbaum 2005, σελ. 31.
  131. 131,0 131,1 131,2 131,3 131,4 131,5 131,6 131,7 131,8 Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 21.
  132. 132,0 132,1 132,2 132,3 132,4 132,5 132,6 132,7 132,8 Havlík 2004, σελ. 232.
  133. Goldberg & Macháček 2009, σελ. 257.
  134. 134,0 134,1 134,2 Goldberg 2006, σελ. 312.
  135. The Annals of Fulda (year 874), p. 75.
  136. Goldberg 2006, σελ. 325.
  137. 137,0 137,1 137,2 The Life of Methodius (ch. 10.), p. 119.
  138. Poulík 1978, σελίδες 161-162.
  139. 139,0 139,1 Curta 2006, σελ. 126.
  140. 140,0 140,1 Vlasto 1970, σελ. 78.
  141. Poulík 1970, σελίδες 71-73.
  142. Poulík 1970, σελίδες 71, 73-74.
  143. Bowlus 1995, σελίδες 194, 337.
  144. 144,0 144,1 Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 24.
  145. The Life of Methodius (ch. 11.), p. 119.
  146. Curta 2006, σελίδες 129-130.
  147. Bowlus 1995, σελίδες 192, 194.
  148. «Sts. Cyril and Methodius | Sts. Cyril and Methodius Parish». cyrilmetod.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιανουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2017. 
  149. Kristó 1996, σελίδες 150, 175.
  150. Kristó 1996, σελ. 150.
  151. Bowlus 1995, σελ. 238.
  152. Bowlus 1995, σελίδες 238, 338.
  153. The Annals of Fulda (Regensburg version, year 884), p. 109.
  154. Bowlus 1995, σελίδες 208-216.
  155. The Annals of Fulda (Regensburg version, year 884), p. 110.
  156. Bowlus 1995, σελ. 212.
  157. MacLean 2003, σελ. 135.
  158. 158,0 158,1 158,2 158,3 158,4 158,5 158,6 Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 22.
  159. Havlík 2004, σελ. 234.
  160. 160,0 160,1 160,2 Vlasto 1970, σελ. 81.
  161. 161,0 161,1 Bowlus 1995, σελ. 189.
  162. Curta 2006, σελ. 14.
  163. The Chronicle of Regino of Prüm (year 890), p. 207.
  164. Bowlus 1995, σελ. 222.
  165. The Annals of Fulda (year 892), p. 123.
  166. 166,0 166,1 Kristó 1996, σελ. 175.
  167. 167,0 167,1 The Chronicle of Regino of Prüm (year 894), p. 218.
  168. 168,0 168,1 168,2 Spiesz & Caplovic 2006, σελ. 25.
  169. Vlasto 1970, σελ. 83.
  170. Barford 2001, σελ. 253.
  171. 171,0 171,1 171,2 Kirschbaum 2005, σελ. 34.
  172. 172,0 172,1 172,2 Škvarna και άλλοι 2002, σελ. 23.
  173. Bowlus 1995, σελ. 337.
  174. Sommer και άλλοι 2007, σελ. 324.
  175. The Annals of Fulda (year 899), p. 159.
  176. Bowlus 1995, σελ. 243.
  177. 177,0 177,1 177,2 177,3 Štefan 2011, σελ. 344.
  178. Curta 2006, σελίδες xviii, 178-179.
  179. Kristó 1996, σελίδες 175-176.
  180. 180,0 180,1 Bowlus 1995, σελ. 338.
  181. Kristó 1996, σελίδες 178, 198.
  182. Liudprand of Cremona: Retribution (2.2), p. 75.
  183. Kristó 1996a, σελ. 200.
  184. Bowlus 1995, σελ. 246.
  185. Bowlus 1995, σελ. 250.
  186. 186,0 186,1 Spinei 2003, σελ. 69.
  187. Róna-Tas 1999, σελ. 338.
  188. Havlík 2013, σελ. 297.
  189. Petkov 2008, σελίδες 106-107.
  190. 190,0 190,1 190,2 Barford 2001.
  191. Galuška 1991, σελ. 56.
  192. Štefanovičová 1989, σελ. 96, 100.
  193. 193,0 193,1 Goldberg 2006, σελ. 245.
  194. Galuška 1991, σελ. 72.
  195. 195,0 195,1 195,2 Bruce-Mitford, Rupert Leo Scott· Poulík, Josef· Holmqvist, Wilhelm (1975). Recent Archaeological Excavations in EuropeFree registration required. London: Routledge & Kegan Paul. ISBN 978-0-7100-7963-3. 
  196. 196,0 196,1 Poulík, Josef (1975). Mikulčice: Sídlo a pevnost knížat velkomoravských. Praha: Academia. 
  197. 197,0 197,1 Čaplovič, Dušan· Viliam Čičaj· Dušan Kováč· Ľubomír Lipták· Ján Lukačka (2000). Dejiny Slovenska. Bratislava: AEP. 
  198. 198,0 198,1 Marsina 1997, σελίδες 15–23.
  199. Štefanovičová 1989, σελ. 89-90.
  200. 200,0 200,1 Kristó, Gyula (1993). A Kárpát-medence és a magyarság régmultja (1301-ig) (The ancient history of the Carpathian Basin and the Hungarians - till 1301). Szeged: Szegedi Középkorász Műhely. ISBN 978-963-04-2914-6. 
  201. Havlík 2013, σελ. 301.
  202. 202,0 202,1 Štefanovičová 1989, σελ. 92.
  203. Kristó 1994, σελ. 167
  204. Engel, Pál (1996). Magyarország világi archontológiája (1301-1457) I. Budapest: História - MTA Történettudományi Intézete. σελ. 300. ISBN 978-963-8312-44-0. 
  205. Goldberg 2006, σελ. 122.
  206. Bartoňková Dagmar· και άλλοι., επιμ. (1969). «Libellus de conversione Bagoariorum et Carantanorum (i.e. Conversio)». Magnae Moraviae fonts historic III. Praha: Statni pedagogic nail. 
  207. Kristó 1994, σελ. 553
  208. Annales Fuldenses, sive, Annales regni Francorum orientalis ab Einhardo, Ruodolfo, Meginhardo Fuldensibus, Seligenstadi, Fuldae, Mogontiaci conscripti cum continuationibus Ratisbonensi et Altahensibus / post editionem G.H. Pertzii recognovit Friderious Kurze; Accedunt Annales Fuldenses antiquissimi. Hanover: Hahn. 1978. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Μαρτίου 2007. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009. 
  209. Špiesz, Anton (2001). Bratislava v stredoveku. Bratislava: Perfekt. 
  210. 210,0 210,1 210,2 210,3 210,4 210,5 210,6 Poulík 1978
  211. 211,0 211,1 211,2 211,3 211,4 211,5 211,6 211,7 Štefan 2011, σελ. 334.
  212. 212,0 212,1 212,2 Havlík 2004, σελ. 233.
  213. 213,0 213,1 213,2 Štefan 2011, σελ. 335.
  214. 214,0 214,1 214,2 214,3 214,4 Macháček 2012, σελ. 12.
  215. Štefan 2011, σελ. 339.
  216. Marsina 1997, σελ. 15.
  217. Senga 1983, σελ. 321.
  218. Püspöki-Nagy 1978, σελ. 9.
  219. 219,0 219,1 Ruttkay 1997, σελ. 177.
  220. 220,0 220,1 220,2 220,3 Ruttkay 1997, σελ. 181.
  221. 221,0 221,1 221,2 Dvořáková, Daniela (2007). Kôň a človek v stredoveku: K spolužitiu človeka a koňa v Uhorskom kráľovstve. Budmerice: Rak. 
  222. 222,0 222,1 222,2 222,3 Havlík, Lubomír E. (1989). «Great Moravia between the Franconians, Byzantium and Rome». Στο: Champion, T. Centre and Periphery: Comparative Studies in Archaeology. London, Boston: Routledge. σελίδες 227–237. 
  223. Ruttkay 1997, σελ. 184.
  224. The Annals of Fulda (years 864 and 901), pp. 51., 142.
  225. Bowlus 1995, σελίδες 140, 248.
  226. Macháček 2012, σελ. 13.
  227. Kobyliński, Zbigniew (1995). «The Slavs». Στο: McKitterick, Rosamond. The New Cambridge Medieval History: Volume 1, C.500-c.700. The New Cambridge Medieval History. 1, C.500-c.700. Cambridge University Press. σελ. 531. ISBN 9780521362917. 
  228. Rick Fawn, Jiří Hochman. Historical Dictionary of the Czech State. Page xix. Rowman & Littlefield. 2010. (ISBN 978-0810856486). (ISBN 0810856484).
  229. Hlobil, K. (2009). Before You. Insomniac Press. σελ. 116. ISBN 9781926582474. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2017. 
  230. Berend, Urbanczyk & Wiszewski 2013, σελ. 58.
  231. Bowlus 1995, σελ. 16.
  232. СAROLINGIAN INFLUENCES ON THE WEST SLAVS' ARMS AND ARMOUR rcin.org.pl
  233. Dvornik, Francis (1956). The Slavs: their early history and civilization. Boston: American Academy of Arts and Sciences. 
  234. 234,0 234,1 Barford 2001, σελ. 114.
  235. 235,0 235,1 235,2 235,3 235,4 235,5 235,6 235,7 Štefan 2011, σελ. 342.
  236. Macháček 2009, σελ. 252.
  237. Barford 2001, σελ. 185.
  238. Štefan 2011, σελ. 340.
  239. Barford 2001, σελίδες 155, 157.
  240. Barford 2001, σελ. 157.
  241. Barford 2001, σελ. 182.
  242. Macháček 2012, σελίδες 12, 15.
  243. Macháček 2012, σελ. 15.
  244. Petkov 2008, σελ. 106.
  245. 245,0 245,1 Botek 2014a, σελ. 40.
  246. Botek 2014b, σελ. 8.
  247. 247,0 247,1 Botek 2014a, σελ. 61.
  248. Botek 2014a, σελ. 44.
  249. Štefanovičová 1989, σελ. 119.
  250. 250,0 250,1 Sommer, Petr· Dusan Trestik· Josef Zemlicka (2007). «Bohemia and Moravia». Στο: Berend, Nora. Christianization and the rise of Christian monarchy : Scandinavia, Central Europe and Rus' c. 900-1200. Cambridge, UK ; New York: Cambridge University Press. σελίδες 214–262. 
  251. Turčan 2003.
  252. 252,0 252,1 Botek 2014a, σελ. 23.
  253. 253,0 253,1 Stanislav, Ján (1934). Životy slovanských apoštolov Cyrila a Metoda. Panonsko-moravské legendy. Bratislava, Praha: Vydané spoločne nakladateľstvom Slovenskej ligy a L. Mazáča. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009. 
  254. Botek 2014a, σελ. 24.
  255. Philip Schaff. History of the Christian Church, Volume IV: Mediaeval Christianity. A.D. 590-1073. CCEL. σελίδες 161–162. ISBN 978-1-61025-043-6. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2013. 
  256. Naklada Naprijed, The Croatian Adriatic Tourist Guide, pg. 114, Zagreb (1999), (ISBN 953-178-097-8)
  257. Milan Strhan, David P. Daniel, Slovakia and the Slovaks: a concise encyclopedia, Encyclopedical Institute of the Slovak Academy of Sciences, 1994, p. 229
  258. Miroslav Lysý (2019). Christian Morals and the Ideal of Chastity as reflected in Medieval Hungarian Sources. Beiträge zur Rechtsgeschichte Österreichs, σελ. 50–51. http://austriaca.at/0xc1aa5576%200x003aaabf.pdf. Ανακτήθηκε στις 17 September 2021. 
  259. Dvornik, Francis (1956). The Slavs: Their Early History and CivilizationFree access subject to limited trial, subscription normally required. Boston: American Academy of Arts and Sciences. σελ. 179. The Psalter and the Book of Prophets were adapted or "modernized" with special regard to their use in Bulgarian churches and it was in this school that the Glagolitic script was replaced by the so-called Cyrillic writing, which was more akin to the Greek uncial, simplified matters considerably and is still used by the Orthodox Slavs. 
  260. Hussey, J. M.· Louth, Andrew (2010). «The Orthodox Church in the Byzantine Empire». Oxford History of the Christian Church. Oxford University Press. σελ. 100. ISBN 978-0-19-161488-0. 
  261. Kristó 1988, σελίδες 21–100
  262. Kučera, Matúš (1974). Slovensko po páde Veľkej Moravy. Bratislava: Veda. 
  263. 263,0 263,1 263,2 263,3 Lukačka, Ján (2002). Formovanie vyššej šľachty na západnom Slovensku. Bratislava: Mistrál. 
  264. Kristó 1988, σελ. 269
  265. Fügedi, Erik (1986). Ispánok, bárók, kiskirályok (Counts, barons and petty kings). Budapest: Magvető Könyvkiadó. σελίδες 12, 24. ISBN 978-963-14-0582-8. 
  266. Benda, Gyula· Bertényi, Iván· Pótó, János (editors) (2004). Anonymus: A magyarok cselekedetei – Kézai Simon: A magyarok cselekedetei (Anonymous: The Deeds of the Hungarians – Simon of Kéza: The Deeds of Hungarians). Budapest: Osiris. σελίδες 120–122. ISBN 978-963-389-606-8. CS1 maint: Extra text: authors list (link)
  267. Kristó 1994, σελίδες 103, 261
  268. Heller, Mihail (2000). Orosz történelem - Az Orosz Birodalom története (Russian History - A History of the Russian Empire). Budapest: Osiris Kiadó. σελ. 37. ISBN 963-379-243-6. 
  269. Ján, Steinhübel (2004). Nitrianske kniežatstvo: Počiatky stredovekého Slovenska. Budmerice: Rak. ISBN 978-80-224-0812-7. 
  270. Kirschbaum 2005, σελ. 130.
  271. Kristó 1996a, σελίδες 131–132, 141
  272. Kniezsa 2000, σελ. 26
  273. «dMGH | Suche». dmgh.de. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2017. 
  274. 274,0 274,1 274,2 Tibenský, Ján (1971). Slovensko: Dejiny. Bratislava: Obzor. 
  275. Pástor, Zoltán (2000). Dejiny Slovenska: Vybrané kapitoly. Banská Bystrica: Univerzita Mateja Bela. 
  276. Kirschbaum 2005, σελ. 58.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bowlus, Charles R. (1994). Franks, Moravians and Magyars: The Struggle for the Middle Danube, 788–907. University of Pennsylvania Press. ISBN 0-8122-3276-3. 
  • Barford, P. M. (2001). The Early Slavs: Culture and Society in Early Medieval Eastern Europe. Cornell University Press. ISBN 0-8014-3977-9. 
  • Bartl, Július· Čičaj, Viliam· Kohútova, Mária· Letz, Róbert· Segeš, Vladimír· Škvarna, Dušan (2002). Slovak History: Chronology & Lexicon. Bolchazy-Carducci Publishers, Slovenské Pedegogické Nakladatel'stvo. ISBN 0-86516-444-4. 
  • Collins, Roger (2010). Early Medieval Europe, 300-1000. Palgrave Macmillan. ISBN 978-113-7014-28-3. 
  • Curta, Florin (2006). Southeastern Europe in the Middle Ages, 500-1250. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-89452-4. 
  • Rogers, Clifford, επιμ. (2010). The Oxford Encyclopedia of Medieval Warfare and Military Technology, Volume 3. Oxford University Press. ISBN 978-019-5334-03-6. 
  • Štefan, Ivo (2011). «Great Moravia, Statehood and Archaeology: The "Decline and Fall" of One Early Medieval Polity». Στο: Macháček, Jiří· Ungerman, Šimon. Frühgeschichtliche Zentralorte in Mitteleuropa. Bonn: Verlag Dr. Rudolf Habelt. σελίδες 333–354. ISBN 978-3-7749-3730-7. Ανακτήθηκε στις 27 Αυγούστου 2013.