Μάρτιν Μπόρμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάρτιν Μπόρμαν

Ο Μάρτιν Μπόρμαν (17 Ιουνίου, 19002 Μαΐου, 1945;) ήταν επιφανές μέλος των Ναζί. Επικεφαλής της Καγγελαρίας ως εκπρόσωπος του κόμματος και ιδιαίτερος γραμματέας του Αδόλφου Χίτλερ, ο Μπόρμαν κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε καταφέρει να αναρριχηθεί στη θέση του δεύτερου τη τάξει στο Ράιχ, αμέσως ύστερα από τον ίδιο τον Χίτλερ.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάρτιν Μπόρμαν γεννήθηκε στο Χάλμπερστατ (Halberstadt) της Γερμανίας στις 17 Ιουνίου του 1900. Ο πατέρας του, Τέοντορ, εργαζόταν ως ταχυδρομικός υπάλληλος. Ο Τέοντορ είχε ξαναπαντρευτεί και ήδη είχε δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Η μητέρα του, Αντονί Μπερναρντίν Μεννόνγκ (Antonie Bernhardine Mennong), είχε δύο ακόμη αγόρια με τον Τέοντορ, ένα από τα οποία πέθανε σε βρεφική ηλικία. Ο Τέοντορ πέθανε όταν ο Μάρτιν ήταν μόλις τριών ετών και η μητέρα του παντρεύτηκε τον σύζυγο της αδελφής της, Άλμπερτ, η οποία είχε πεθάνει προ διετίας. Ο Άλμπερτ είχε ήδη πέντε παιδιά, με αποτέλεσμα το οικογενειακό περιβάλλον του Μάρτιν να απαρτίζεται από ετεροθαλή αδέλφια και ξαδέλφια. Ο πατριός του Μάρτιν ήταν διευθυντής ενός τοπικού υποκαταστήματος τραπέζης. Όταν η οικογένεια μετακόμισε στη Βαϊμάρη, ο Μάρτιν ήταν εννέα ετών. Φοίτησε στο τοπικό σχολείο αλλά οι επιδόσεις του ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μέτριες και το σχολείο δεν έδειξε να του ασκεί καμία επίδραση.

Στη Βαϊμάρη, όπως άλλωστε σε ολόκληρη τη Γερμανία της εποχής, ο εθνικισμός αποτελούσε το κύριο θέμα σε όλα τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και οι διδάσκοντες φρόντιζαν να "περνούν" στους μαθητές τους την υπεροχή της γερμανικής κουλτούρας απέναντι στις αντίστοιχες των υπόλοιπων λαών. Κάποιος από τους φιλόλογους καθηγητές του στη Βαϊμάρη φρόντιζε να απαλλάσσει τη γερμανική ποίηση από τις εβραϊκές επιδράσεις και μία ομάδα φανατικών θαυμαστών του Ρίχαρντ Βάγκνερ αγωνιζόταν να απαλλάξει από τις ίδιες επιδράσεις τη γερμανική μουσική. Συμπεραίνεται ότι εδώ ο Μάρτιν δέχτηκε τις πρώτες αντισημιτικές επιδράσεις.

Όταν ο Μάρτιν ήταν 14 ετών, ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η ατμόσφαιρα σε ολόκληρη τη Γερμανία ήταν αρχικά πανηγυρική και οι απλοί άνθρωποι συγκροτούσαν θριαμβευτικές πορείες. Ο πατριός του Μάρτιν έμενε αμέτοχος στις εκδηλώσεις αυτές, αλλά, αντίθετα, φρόντιζε να συγκεντρώνει, λόγω της εργασίας του, χρήματα από τα πολεμικά δάνεια. Ο Μάρτιν αγανακτούσε με αυτό και τον αποκαλούσε εκμεταλλευτή και κερδοσκόπο.

Στην ηλικία των 18 ο Μπόρμαν υπηρέτησε στον στρατό (δεν είναι βέβαιο αν στρατεύθηκε εθελοντικά ή κλητεύτηκε), εντασσόμενος στο 55ο Σύνταγμα πεδινού πυροβολικού. Επειδή ο πόλεμος βρισκόταν ήδη προς το τέλος του, ο Μπόρμαν δεν έλαβε μέρος σε μάχες, αναλαμβάνοντας ως "ορντινάντσα" ενός ανώτερου αξιωματικού. Αυτό που αποκόμισε από τη στρατιωτική του θητεία ήταν κάτι που του είπε κάποιος από τους εκπαιδευτές του: "Ο έξυπνος άνθρωπος ξέρει πώς να χειρίζεται κάποιον ισχυρότερό του". Αυτή τη φράση τη χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στην άνοδό του προς την εξουσία.

Με το τέλος του πολέμου ο Μπόρμαν δεν επέστρεψε ούτε στο σπίτι του ούτε στις σπουδές. Τον Φεβρουάριο του 1919 προσελήφθη σε ένα αγρόκτημα στο Μέκλενμπουργκ (Mecklenburg) και, σύμφωνα με τον ίδιο, το 1920 είχε καταφέρει να γίνει ο γενικός διευθυντής στο αγρόκτημα [1].

Το 1922 έγινε μέλος της οργάνωσης Rossbach Freikorps. Η οργάνωση αυτή ήταν ακροδεξιά με αντισημιτική και αντιδημοκρατική ιδεολογία, ενώ τα μέλη της ονειρεύονταν μια "Μεγάλη Γερμανία". Το 1923 ο Μπόρμαν ανέλαβε τα καθήκοντα του ταμία της οργάνωσης και η συμμετοχή του σε αυτήν τον ενέπλεξε, το 1923, στη δολοφονία του Βάλτερ Κάντοβ (Walther Kadow), πρώην δασκάλου του στο Δημοτικό. Η ειδεχθής αυτή δολοφονία διαπράχθηκε με το αιτιολογικό ότι ο Κάντοβ είχε προδώσει στις γαλλικές δυνάμεις κατοχής του Ρουρ τον (θεωρούμενο ως μάρτυρα από τους κατοπινούς ναζιστές) Λέο Σλάγκετερ (Leo Schlageter), ο οποίος είχε διαπράξει δολιοφθορές στα ανθρακωρυχεία της περιοχής. Ο ρόλος του σε αυτή την πράξη, στην οποία συμμετείχε και ο Ρούντολφ Ες (Rudolf Höß), ήταν αυτός που διαδραμάτιζε σε όλη του τη σταδιοδρομία: Παρέμενε στο παρασκήνιο, καθοδηγώντας από εκεί τις καταστάσεις. Ο Μπόρμαν συνελήφθη και, τον Μάρτιο του 1924, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους, καθώς δεν ήταν αυτός ο δολοφόνος του Κάντοβ. Όταν εξέτισε την ποινή του, επέστρεψε στο αγρόκτημα που εργαζόταν.

Το 1927 έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος με αριθμό μέλους 60508. Ασκούσε τα καθήκοντα του επικεφαλής τύπου για το Γκάου της Θουριγγίας και σύντομα έγινε επικεφαλής της Περιφέρειας και αρχηγός των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Γκάου. Το Νοέμβριο του 1928 προάχθηκε στην Ανώτατη Διοίκηση των SA (Sturmabteilung) και τον Απρίλιο του 1930 τίθεται επικεφαλής του οικονομικού αγώνα του Ναζιστικού Κόμματος, όχι για τη συγκέντρωση χρημάτων, αλλά για την οικονομική ενίσχυση των οικογενειών των μελών του που τραυματίζονταν ή σκοτώνονταν στους "αγώνες" (μάχες στην πραγματικότητα) του κόμματος στους δρόμους με τις αντίπαλες παρατάξεις. Κατά την περίοδο αυτή ο Μπόρμαν κατάφερε να κάνει πολλούς αξιωματούχους του κόμματος να του έχουν σημαντική υποχρέωση.[2].

Η πρώτη επαφή του με τον Χίτλερ έγινε το 1929, όταν ο Μπόρμαν νυμφεύθηκε την Γκέρντα Μπουχ (Gerda Buch), της οποίας ο πατέρας ήταν ο πρόεδρος του Πειθαρχικού του κόμματος και, φυσικά, ένας από τους πλέον ισχυρούς κομματικούς παράγοντες. Ο Χίτλερ ήταν μάρτυρας στον γάμο και οι Μπόρμαν βάπτισαν τον πρώτο τους γιο Άντολφ για να τιμήσουν το νονό του, Χίτλερ. Τον Ιούλιο του 1933 ο Μπόρμαν προάγεται αναλαμβάνοντας επικεφαλής του Γραφείου του Αρχηγού του Ράιχ (Reichsleiter) και αρχηγός του πολιτικού επιτελείου του γραμματέα του Χίτλερ, Ρούντολφ Ες (Rudolf Heß)), θέση που του δόθηκε λόγω της εκτίμησης που είχε αποκτήσει στο κόμμα με την εμπλοκή του στην υπόθεση Κάντοβ. Αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμενε ο Μπόρμαν: Εκμεταλλεύθηκε τη θέση του για να αναλάβει τη διαχείριση των δικαιοδοσιών και σχεδίων των παλαιότερων ηγετικών στελεχών του κόμματος, μειώνοντας έτσι την επιρροή τους στον Φύρερ, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του (ανυποψίαστου) Ες. Οι αρμοδιότητές του παρέμειναν αποκλειστικά διοικητικές στο εσωτερικό του Κόμματος, ενώ, ως Reichsleiter, λογοδοτούσε αποκλειστικά και απευθείας στον ίδιο τον Χίτλερ. Αυτό που ο Μπόρμαν είχε αντιληφθεί είναι ότι η μόνη πραγματική εξουσία στο Ράιχ ήταν ο Χίτλερ και μόνο. Κατάστρωσε, λοιπόν, ένα σχέδιο, ώστε να κατορθώσει να του γίνει απαραίτητος, προκειμένου να παραμεριστούν όλα τα εμπόδια μεταξύ αυτού, του Χίτλερ και της εξουσίας. Οι πράξεις του Μπόρμαν κατάφεραν να υποσκελίσουν ακόμη και τον Ες ως προς την επιδεικνυόμενη από τον Χίτλερ εύνοια.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του Μπόρμαν, που απέσπασε την προσοχή του Χίτλερ, ήταν ότι, ως γραμματέας του Ες, έδωσε εντολή στα κρατικά ταχυδρομεία να καταβάλουν δικαιώματα χρήσης για κάθε γραμματόσημο που έφερε την εικόνα του Φύρερ, πράγμα που του απέφερε εκατομμύρια μάρκα. Ο Μπόρμαν εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το γεγονός ότι ο Χίτλερ απεχθανόταν κάθε τύπου διοικητική εργασία, βρίσκοντας ακόμη και τη διαχείριση των προσωπικών του οικονομικών βαρετή και κοπιαστική. Σαν συνέπεια, απέκτησε το δικαίωμα διαχείρισης των συγγραφικών δικαιωμάτων από το βιβλίο του Χίτλερ, Mein Kampf ("Ο Αγών μου"), και ορισμένων χρηματικών πόρων του Χίτλερ, τμήμα των οποίων διέθεσε ως αρωγή για την προμήθεια έργων τέχνης για το μουσείο που ονειρευόταν να ανεγείρει ο Φύρερ στο Λιντς (Linz) της Αυστρίας, το "Μουσείο του Φύρερ", στο οποίο θα στέγαζε το σύνολο των μεγάλων δημιουργημάτων της Τέχνης. Κατάφερε, επίσης, να αποσπάσει από τη Γερμανική βιομηχανία μια τεράστια επιχορήγηση "εθελοντικών συνεισφορών" από μέρους των ανώτατων στελεχών της προς τον Φύρερ, την οποία αναδιένειμε υπό μορφή δωρεών σε όλους σχεδόν τους ανώτατους αξιωματούχους του Κόμματος.

Στον Μπόρμαν οφείλεται, επίσης, η αγορά του "καταφυγίου" του Χίτλερ, Μπέργκχοφ, και του περί αυτού συμπλέγματος στο Ομπερσάλτσμπεργκ - Μπερχτεσγκάντεν (Αυστρία), στο οποίο κατέφευγε συχνά ο Χίτλερ, τόσο για συναντήσεις του με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της πολιτικής, όσο και για να συγκεντρωθεί και να λάβει σημαντικές αποφάσεις. Με τον τρόπο αυτό, όμως, κατάφερε να ελέγχει τον τρόπο και τις συνθήκες ζωής του Χίτλερ και των άμεσων συνεργατών του, αλλά και των Γκαουλάιτερ και Ραϊχσλάιτερ[3].

Η βαρβαρότητα, η τραχύτητα και η έλλειψη καλλιέργειας, σε συνδυασμό με τη φαινομενική του ασημαντότητα, έκαναν την ηγεσία του κόμματος και τους "παλατίνους" του Χίτλερ να υποτιμήσουν τη δυνατότητά του να γίνει απαραίτητος στον Φύρερ του. Η πτήση του Ρούντολφ Ες στη Βρετανία στις 12 Μαΐου 1941 ήταν κυριολεκτικά θεόσταλτη ευκαιρία για τον Μπόρμαν: Ανέλαβε όλες του τις αρμοδιότητες και μεθοδικά άρχισε να παίρνει τα ηνία του κόμματος, υποσκελίζοντας όλους τους αντιπάλους του. Μέχρι το τέλος του πολέμου, ο αφανής Μπόρμαν, που παρέμενε στην ανωνυμία μέσα στο ασήμαντο γραφείο του, αποδείχθηκε κυρίαρχος στις δολοπλοκίες, τους ενδοκομματικούς χειρισμούς και ανταγωνισμούς, καταφέρνοντας να γίνει το δεξί χέρι του Φύρερ. Επιπλέον, ήταν ο υπέρμαχος της ναζιστικής "ορθοδοξίας", με τις σταθερές αντισημιτικές και ρατσιστικές του θέσεις και με αυτό τον τρόπο εξασφάλισε την κομματική κυριαρχία, τόσο απέναντι στη Βέρμαχτ, όσο και στην SS.

Είχε διαρκώς αυξανόμενη συμμετοχή τόσο στα ζητήματα ασφάλειας του καθεστώτος και τις νομοθετικές ρυθμίσεις, όσο και στους διορισμούς και τις προαγωγές στελεχών. Αυτός ήταν που εγκαθίδρυσε τη στρατιωτική κατασκοπεία, προάγοντας νέους αξιωματικούς που αναλάμβαναν να κατασκοπεύσουν τις πολιτικές πεποιθήσεις των ανωτέρων τους. Το 1942 απέστειλε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα στους Γκαουλάιτερ του Ράιχ, στο οποίο τόνιζε ότι "η εξουσία των Εκκλησιών πρέπει να καταλυθεί ολοσχερώς και οριστικά", πράγμα που επέφερε σύγκρουση Ναζιστών και εκκλησιαστικών κύκλων. Πράγματι, η ναζιστική ιδεολογία ήταν ολοσχερώς ασυμβίβαστη με όσα πρεσβεύει ο Χριστιανισμός, η επίδραση του οποίου αποτελούσε, κατά τον Μπόρμαν, σοβαρό εμπόδιο στην επιβολή της. Έγινε, έτσι, ο φανατικότερος διώκτης του Κλήρου και ξεκίνησε τον "πόλεμο κατά των Εκκλησιών", κάτι που ο Χίτλερ επιθυμούσε να αναβάλει μέχρι να τερματιστεί ο πόλεμος, για λόγους τακτικής.

Ήταν, επίσης, ο θερμότερος υποστηρικτής των εξαιρετικά σκληρών και δραστικών μέτρων που λαμβάνονταν εναντίον των Εβραίων, αλλά και κατά των πληθυσμών των κατακτημένων ανατολικών χωρών και των αιχμαλώτων πολέμου. Στις 9 Οκτωβρίου 1942 υπέγραψε ένα διάταγμα στο οποίο αναφερόταν ότι "η οριστική εξάλειψη των Εβραίων από τα εδάφη του Μείζονος Ράιχ δεν μπορεί πλέον να επιτευχθεί με τη μέθοδο της μετανάστευσης, αλλά με την χρήση ωμής βίας στα ειδικά στρατόπεδα των ανατολικών εδαφών". Επιπλέον, την 1η Ιουλίου 1943, με άλλο διάταγμα, έδωσε απόλυτη εξουσία στον Άντολφ Άιχμαν επί των Εβραίων, οι οποίοι υπάγονταν πλέον αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Γκεστάπο.

Τα υπομνήματά του, που αφορούσαν στους Σλάβους, εμφαίνουν με σαφήνεια ότι τους θεωρούσε ως "σοβιετοποιημένη μάζα υπανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν καμία δυνατότητα διεκδίκησης εθνικής ανεξαρτησίας". Σε ένα από τα πλέον κτηνώδη του υπομνήματα, της 19ης Αυγούστου 1942, έγραφε: "Οι Σλάβοι υπάρχουν μόνο για να δουλεύουν για λογαριασμό μας. Όταν δεν τους χρειαζόμαστε πλέον, μπορούμε να τους αφήνουμε να πεθαίνουν. Η γονιμότητα στους Σλάβους δεν είναι επιθυμητή." Μέχρι το τέλος του 1942 ο Μπόρμαν ήταν, πρακτικά, ο βοηθός του Χίτλερ και ο στενότερος από τους συνεργάτες του, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις ιδιομορφίες και τις αδυναμίες του χαρακτήρα του Φύρερ. Ήταν πάντα κοντά στον Χίτλερ, όπου κι αν αυτός πήγαινε, εκτελώντας όλες τις κουραστικές διοικητικές εργασίες για λογαριασμό του και επιδέξια στρέφοντάς τον να εγκρίνει ό,τι ο ίδιος έκρινε σκόπιμο, ενώ παράλληλα ήλεγχε και την πρόσβαση προς τον Φύρερ στενότατων συνεργατών του, όπως οι Γκέρινγκ, Γκέμπελς, Σπέερ και Χίμλερ. Ο Μπόρμαν φρόντιζε να απλουστεύει τα πάντα σε μορφές τέτοιες ώστε να απαλλάσσει τον Φύρερ του από τη γραφειοκρατική διοίκηση, ενώ, παράλληλα, διαχειριζόμενος την "ατζέντα" του Χίτλερ, αποφάσιζε ποιους θα δει και ποιους όχι. Ακόμη και όταν ο πόλεμος βρισκόταν στο τέλος του, ο Μπόρμαν κατάφερε να κάνει τον Χίτλερ να καθαιρέσει τον Γκέρινγκ και να ρίψει σε δυσμένεια τον Χίμλερ. Ο Χίτλερ αντάμειψε τις υπηρεσίες του με την εμπιστοσύνη του προς αυτόν που κάποτε αποκαλούσε "ο πιο πιστός μου σύντροφος στο Κόμμα", ονομάζοντάς τον συνεχιστή του έργου του.

Οι τελευταίες ώρες του στο Καταφύγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν έγινε πλέον ξεκάθαρο ότι κάθε περαιτέρω αγώνας εναντίον των Δυτικών Συμμάχων και των Σοβιετικών ήταν μάταιος, ο Χίτλερ υπαγόρευσε την πολιτική του διαθήκη, την οποία προσυπέγραψε ο Μπόρμαν. Στο γάμο του Χίτλερ με την Εύα Μπράουν ο Μπόρμαν υπογράφει, επίσης, ως μάρτυρας και βλέπει το ζεύγος Χίτλερ να αυτοκτονεί (30 Απριλίου 1945). Καγκελάριος του Ράιχ έχει οριστεί από τον Χίτλερ ο Γκαίμπελς, αλλά η παραμονή του στην "εξουσία" είναι πολύ σύντομη: Το ίδιο βράδυ, στις 8:30, αφού σκότωσαν τα πέντε παιδιά τους με υδροκυάνιο, το ζεύγος Γκέμπελς αυτοκτονεί (σωστότερα εκτελείται από άνδρες των SS ύστερα από διαταγή τους).

Ο Μπόρμαν έχει παραμείνει στο Καταφύγιο με σαφή εντολή από τον Χίτλερ να διασωθεί και να συνεχίσει το κοινό έργο τους. Στο Καταφύγιο βρίσκεται ένα ετερόκλητο πλήθος ανδρών και γυναικών: Γραμματείς, μάγειροι, στρατιωτικοί, αξιωματούχοι του Κόμματος και άτομα "της προσκολλήσεως", που προετοιμάζουν μαζική απόδραση από το Καταφύγιο. Τυπικά επικεφαλής είναι ο Μπόρμαν, ως διάδοχος του Φύρερ. Σχεδιάζουν να ακολουθήσουν στοές που ξεκινούν από την Καγγελαρία και καταλήγουν στις στοές του μετρό. Από εκεί θα βγουν στο σταθμό της Φρήντριχστράσσε (Friedrichstrasse), όπου θα ενωθούν με την ταξιαρχία του Μόνκε, ελπίζοντας να διασπάσουν τις σοβιετικές γραμμές και να διαφύγουν.

Η έξοδος αρχίζει τη νύχτα της 1ης Μαΐου. Χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, οι έγκλειστοι του καταφυγίου μετακινούνται υπόγεια προσπαθώντας να φτάσουν στο σταθμό Φρήντριχστράσσε. Το κατορθώνουν, αλλά μόλις βγαίνουν στην επιφάνεια αντικρύζουν ένα Βερολίνο ολοσχερώς ερειπωμένο, μέσα στις φλόγες, όπου ακόμη και η αναπνοή είναι δύσκολη. Η πρώτη ομάδα καταφέρνει να διασχίσει τον ποταμό Σπρέε (Spree) από μια ανέπαφη ακόμη μεταλλική πεζογέφυρα, αλλά οι υπόλοιπες ομάδες σαστίζουν και αποπροσανατολίζονται. Δοκιμάζουν να φθάσουν στη γέφυρα Βάιντεντάμερ (Weidendammer), αλλά εκεί βρίσκουν την οδό διαφυγής αποκλεισμένη από αντιαρματικά εμπόδια και σφοδρό σοβιετικό πυρ.

Οι απόψεις για το τέλος του Μπόρμαν από το σημείο αυτό είναι διχασμένες. Σύμφωνα με τον Άρτουρ Άξμαν, αρχηγό της Χιτλερικής Νεολαίας, που ήταν στην ίδια ομάδα με τον Μπόρμαν, συνάντησαν μια μικρή ομάδα γερμανικών θωρακισμένων και αλοκούθησαν το πρώτο άρμα καλυπτόμενοι από αυτό. Σε κάποιο σημείο το άρμα κτυπήθηκε από οβίδα και η έκρηξη έριξε τον Μπόρμαν αναίσθητο, ενώ τραυμάτισε ελαφρά τον Άξμαν. Όταν συνήλθαν επέστρεψαν προς τη γέφυρα και άρχισαν να ακολουθούν τις ράγες του (υπέργειου σε αυτό το σημείο) μετρό μέχρι το σταθμό Λέρτερ (Lehrter). Εκεί ο Μπόρμαν αποφάσισε να πάει ανατολικά, ενώ ο Άξμαν δυτικά. Έπεσε, όμως, πάνω σε σοβιετική περίπολο και αναγκάσθηκε να αλλάξει δρόμο, ακολουθώντας τον Μπόρμαν. Δεν άργησε να τον βρει, ξαπλωμένο ανάσκελα και νεκρό. Επειδή γύρω του δεν υπήρχαν εμφανή ίχνη έκρηξης, συμπέρανε ότι είχε πυροβοληθεί πισώπλατα ή ότι είχε αυτοκτονήσει. Ο Άξμαν κατάφερε να διαφύγει από το Βερολίνο και κατέφυγε στις βαυαρικές Άλπεις, όπου και συνελήφθη ύστερα από έξι μήνες[4].

Σύμφωνα με τον οδηγό του Χίτλερ, Έριχ Κέμπκα, όμως, ο Μπόρμαν σκοτώθηκε στην πρώτη έκρηξη του άρματος που ακολοθούσε καλυπτόμενος πίσω του, όταν αυτό κτυπήθηκε. Ο ίδιος ο Κέμπκα υπέστη προσωρινή τύφλωση από την έκρηξη και, όταν κατάφερε να δει ξανά, διέκρινε το πτώμα του Μπόρμαν. Πολλοί, ωστόσο, πίστευαν ότι οι αυτόπτες μάρτυρες κατέθεταν ψευδώς, θέλοντας να καλύψουν τη διαφυγή του διαδόχου του Φύρερ.

Το 1946 αναφέρθηκε ότι είχε θεαθεί σε ένα μοναστήρι του Νότιου Τιρόλου στη βόρεια Ιταλία, όπου πέθανε από καρκίνο η σύζυγός του, Γκέρντα, έχοντας, όμως, κατάφερε να διασώσει και τα δέκα παιδιά τους. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο Μπόρμαν είχε καταφέρει να διαφύγει στη Νότια Αμερική, μέσω Ιταλίας και εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή, ενώ τον "είδαν" μερικές φορές στη Βραζιλία και τη Χιλή. Οι φήμες δεν επαληθεύτηκαν ποτέ[5].

Η μη ανεύρεση του πτώματός του, ωστόσο, δεν εμπόδισε την ερήμην καταδίκη του σε θάνατο στη Δίκη της Νυρεμβέργης.

Ανακάλυψη της σορού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1963 ένας συνταξιούχος υπάλληλος του ταχυδρομείου, ο Albert Krumnow, ανέφερε στην αστυνομία ότι περί τις 8 Μαΐου 1945 οι Σοβιετικοί είχαν διατάξει αυτόν και τους συναδέλφους του να θάψουν δύο πτώματα που είχαν βρεθεί κοντά στην σιδηροδρομική γέφυρα κοντά στο σταθμό Λέρτερ. Ένας από τους νεκρούς φορούσε στολή της Βέρμαχτ, και ο άλλος μόνο το εσώρουχό του[6]. Ο συνάδελφος του Krumnow's, ονόματι Wagenpfohl, βρήκε ένα σημειωματάριο γιατρού στο δεύτερο πτώμα, που τον αναγνώριζε ως τον Δρ. Ludwig Stumpfegger.

Οι ανασκαφές στις 20-21 Ιουλίου 1965 στο σημείο που είχαν υποδείξει ο Krumnow και ο Άξμαν, δεν είχαν αποτέλεσμα την εύρεση των πτωμάτων[7]. Όμως, στις 7 Δεκεμβρίου 1972, εργάτες που δούλευαν κοντά στο σταθμό Λέρτερ στο Δυτικό Βερολίνο, μόλις 12 μέτρα από το σημείο που ο Krumnow είχε ισχυριστεί ότι είχε θάψει τα πτώματα, βρέθηκαν ανθρώπινα υπολείμματα λειψάνων[8]. Στην νεκροψία, βρέθηκαν θραύσματα γυαλιού και στα σαγόνια και των δύο σκελετών, κατί που υποδηλώνει ότι τα άτομα αυτοκτόνησαν με κάψουλα υδροκυανίου για την αποφυγή της σύλληψης[9]. Τα οδοντιατρικά αρχεία που ανακατασκεύασε από μνήμης το 1945 ο Δρ. Hugo Blaschke αναγνώρισαν έναν από τους σκελετούς ως αυτόν του Μπόρμαν, ενώ ζημιά στην κλείδα συμφωνούσε με τις αναφορές των γιων του για αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε το 1939[8]. Οι εγκληματολόγοι προσδιόρισαν ότι το μέγεθος του σκελετού και του κρανίου ήταν πανομοιότυπα με του Μπόρμαν[9]. Ομοίως, ο δεύτερος σκελετός αποδόθηκε στον Stumpfegger, καθώς ήταν ίδιων διαστάσεων με αυτές που ήταν γνωστές πριν πεθάνει[8]. Η αντιπαραβολή εικόνων των κρανίων τους με φωτογραφίες τους, ήταν απόλυτα ταυτόσημη[9]. Στις αρχές του 1973 έγινε ανάπλαση των δύο κρανίων για την ταυτοποίηση των πτωμάτων[10]. Την ίδια χρονιά αργότερα η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας ανακήρυξε τον Μπόρμαν επίσημα νεκρό. Στην οικογένειά του δεν δόθηκε η άδεια να αποτεφρωθεί η σωρός, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν περαιτέρω εξέταση[11].

Τα υπολείμματα αναγνωρίστηκαν με βεβαιότητα ως αυτά του Μπόρμαν το 1998, όταν οι γερμανικές αρχές διάταξαν γενετική εξέταση σε θραύσματα από το κρανίο. Οι εξετάσεις έγιναν από τον Wolfgang Eisenmenger, καθηγητή Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου[12]. Το τεστ DNA από συγγενή του ταύτισε ότι το κρανίο ανήκε στο Μπόρμαν[12][13] [14]. Η σωρός του αποτεφρώθηκε και η στάχτες σκορπίστηκαν στην Βαλτική στις 16 Αυγούστου 1999[12].

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Martin Bormann της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Σημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο άρθρο αναφέρονται δύο άτομα με το όνομα Ρούντολφ Ες: Ο ένας, Rudolf Walter Richard Heß, ήταν προσωπικός φίλος και γραμματέας του Χίτλερ μέχρι το 1941. Ο άλλος, Rudolf Franz Ferdinand Höß, ήταν διοικητής του Στρατοπέδου του Άουσβιτς.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lang, Jochen von (1979). The Secretary. Martin Bormann: The Man Who Manipulated Hitler. New York: Random House. ISBN 978-0-394-50321-9. 
  • Whiting, Charles (1996) [1973]. The Hunt for Martin Bormann: The Truth. London: Pen & Sword. ISBN 0-85052-527-6. 
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Layla Halfhill, Παν/μιο Αιόβα (PDF)
  2. Wistrich, Robert S. Who's Who in Nazi Germany, Routledge, 1997
  3. Jewish virtual Library
  4. [1]
  5. Bormann Biography
  6. Lang 1979, σ. 417.
  7. Lang 1979, σσ. 421–422.
  8. 8,0 8,1 8,2 Whiting 1996, σσ. 217–218.
  9. 9,0 9,1 9,2 Lang 1979, σ. 432.
  10. Lang 1979, σ. 436.
  11. Lang 1979, σσ. 410, 437.
  12. 12,0 12,1 12,2 Miller 2006, σ. 154.
  13. Karacs 1998.
  14. BBC News]