Γκέοργκ φον Κύχλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γκέοργκ–Καρλ Φρίντριχ Βίλχελμ φον Κύχλερ
Bundesarchiv Bild 183-R63872, Georg von Küchler.jpg
Georg von Küchler signature.svg
Ο Γκέοργκ φον Κύχλερ τον Αύγουστο του 1943
Γέννηση 30 Μαΐου 1881
Πύργος Φίλιππσρουε κοντά στο Χάναου της Έσσης
Θάνατος 25 Μαΐου 1968 (ετών 86)
Γκάρμις-Παρτενκίρχεν, Βαυαρία
Υπηκοότητα Flag of Germany.svg Γερμανική
Υπηρεσία/κλάδος Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
War Ensign of Germany 1903-1918.svg Ράιχσχερ (1900-1918)
Flag of Weimar Republic (war).svg Ράιχσβερ (1919-1935)
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ (1935-1945)
Όπλο Πυροβολικό
Εν ενεργεία 1900–1945
Βαθμός Στρατάρχης (Generalfeldmarschall)
Διοικήσεις 3η Στρατιά, 18η Στρατιά, Ομάδα Στρατιών «Βορράς»
Μάχες/πόλεμοι Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Διακρίσεις Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Φύλλα Δρυός

Ο Γκέοργκ–Καρλ Φρίντριχ Βίλχελμ φον Κύχλερ (γερμανικά: Georg–Karl Friedrich Wilhelm von Küchler)[1] (* 30 Μαΐου 1881 στον Πύργο Φίλιππσρουε κοντά στο Χάναου της Έσσης, † 25 Μαΐου 1968 στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν) ήταν Γερμανός αξιωματικός του Πυροβολικού, από το 1942 Στρατάρχης, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Καταγόμενος από οικογένεια ευγενών της Έσσης, ο Κύχλερ προορίστηκε από τη νεανική του ηλικία για στρατιωτικός[εκκρεμεί παραπομπή]. Από το Όπλο του Πυροβολικού κατόρθωσε να εισέλθει στο Γενικό Επιτελείο στο Βερολίνο,. Από τις τάξεις του επιτελείο αναδύθηκε σταθερά, εργάστηκε κατά το Μεσοπόλεμο στο Γραφείο Στρατευμάτων (Truppenamt), έγινε Επιθεωρητής των Στρατιωτικών Σχολών στη Γερμανία και Διοικητής των μονάδων Πυροβολικού της Στρατιωτικής Περιφέρειας Ι στο Κένιχσμπεργκ. Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία η σταδιοδρομία του εκτοξεύθηκε. Στην Πολωνική Εκστρατεία ήταν ήδη Στρατηγός του Πυροβολικού και διοικητής της 3ης Στρατιάς, με την οποία διακρίθηκε ιδιαίτερα. Το 1940 οι μονάδες του έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην κατατρόπωση της Ολλανδίας και εισήλθαν θριαμβευτικά στο Παρίσι.

Συμμετείχε στην γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση ως διοικητής της 18ης Στρατιάς και έφτασε ως τις πύλες του Λένινγκραντ, το οποίο πολιόρκησε συστηματικά, από τις αρχές Ιανουαρίου 1942 ως διοικητής της Ομάδας Στρατιών «Βορράς». Για την εκεί δράση του προήχθη σε Στρατάρχη και του απονεμήθηκαν τα Φύλλα Δρυός στον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού. Οι σοβιετικές επιθέσεις του χειμώνα του 1943 τον έφεραν σε ρήξη με τον Χίτλερ, ο οποίος αρνήθηκε να του επιτρέψει υποχώρηση σε ασφαλείς θέσεις, αντικαθιστώντας τον στα τέλη Ιανουαρίου 1944. Ο Κύχλερ δεν έλαβε καμία άλλη διοίκηση έκτοτε. Το 1945 συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα και προσήχθη στη Νυρεμβέργη, όπου και καταδικάστηκε σε εικοσαετή κάθειρξη το 1948, αλλά απελευθερώθηκε το 1952. Επέστρεψε στο σπίτι του στη Βαυαρία όπου και πέθανε το 1968.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκέοργκ φον Κύχλερ γεννήθηκε στις 30 Μαΐου 1881 στον Πύργο Φίλιππσρουε (Schloß Philippsruhe), τόπο εργασίας του πατέρα του, κοντά στην πόλη του Χάναου. Ήταν γόνος οικογένειας Ευαγγελικών ευγενών της Έσσης με μακραίωνη στρατιωτική παράδοση. Πατέρας του ήταν ο Καρλ Φρίντριχ Λούντβιχ Όττο φον Κύχλερ (Karl Friedrich Ludwig Otto von Küchler, 1831–1922) Συνταγματάρχης του Γερμανικού Στρατού, ο οποίος κατείχε τα αξιώματα του Υπασπιστή (Flügeladjunant) και του Αυλάρχη (Hofmarschall) στην υπηρεσία του βασιλικού οίκου της περιοχής. Ο παππούς του από την πλευρά του πατέρα του, Φρίντριχ (1785–1843), ο οποίος εισήλθε στις τάξεις των Εσσιανών ευγενών στις 23 Ιανουαρίου 1837, είχε και αυτός το βαθμό του Συνταγματάρχη, ενώ η μητέρα του Γκέοργκ φον Κύχλερ, Μαρί φον Σόλτεν (Mari von Scholten, 1851–1924) ήταν κόρη του Πρώσου Αντιστράτηγου Βίλχελμ φον Σόλτεν (1797–1868).[2][3] Είχε μια μεγαλύτερη αδελφή, τη Φρίντα (γενν. 1880), ενώ το 1884 γεννήθηκαν οι αδελφοί του Ερνστ Λούντβιχ Όττο και Έριχ Γκούσταφ Λέοπολντ (1884–1914).[2]

Με την οικογένειά του να απαρτίζεται από στρατιωτικούς, ο νεαρός Γκέοργκ ήταν επόμενο να ακολουθήσει και αυτός την ίδια σταδιοδρομία, για την οποία προορίστηκε από τη νεανική του ηλικία. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο «Λούντβιχ–Γκέοργκ» (Ludwig–Georg–Gymnasium)[4] τοποθετήθηκε σε κάποια Σχολή Δοκίμων (Kadettenschule) όπου και έλαβε την ανάλογη εκπαίδευση ώστε να εισέλθει στις τάξεις των Αξιωματικών του Αυτοκρατορικού Γερμανικού Στρατού (Reichsheer).Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Δοκίμων, ο δεκαεννιάχρονος Κύχλερ εισήλθε στο 1ο Πεδινό Σύνταγμα Πυροβολικού Μεγάλου Δούκα της Έσσης Νο. 25 (1. Großherzoglich-hessische Feld-Artillerie-Regiment Nr. 25) στο Ντάρμσταντ, στις 12 Μαρτίου 1900, ως δόκιμος αξιωματικός (Fahnenjunker). Αν και το πυροβολικό είχε, σε σχέση με τα υπόλοιπα όπλα του Αυτοκρατορικού Γερμανικού Στρατού, ιδίως το ιππικό, μεγαλύτερο ποσοστό αξιωματικών της μεσαίας τάξης, το εν λόγω σύνταγμα είχε ιστορία πάνω από δύο αιώνων και θεωρούνταν γενικά «πρώτης κλάσης».[4] Η είσοδός του σε αυτό ακολούθησε μια τυπική διαδικασία, η οποία μετά την αίτηση εισόδου σε κάποιο συγκεκριμένο Σύνταγμα, περιλάμβανε μια γραπτή εξέταση (Fähnrichsprüfung) και την ομόφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των Αξιωματικών του Συντάγματος για την είσοδο του υποψήφιου μέσω ψηφοφορίας. Με το υπόβαθρο που διέθετε δεν είχε πρόβλημα να εγκριθεί.[5]

Άποψη του Πύργου Φίλιππσρουε

Μετά το πέρας της βασικής εκπαίδευσης που καλούνταν να λάβουν όλοι οι δόκιμοι, στις 18 Οκτωβρίου έγινε Ανθυπασπιστής (Fähnrich). Ένα μήνα αργότερα τοποθετήθηκε στην Πολεμική Ακαδημία του Μετς (Kriegsschule Metz) στην οποία φοίτησε ως τον επόμενο Ιούλιο, ενώ στις 18 Αυγούστου 1901 ορκίστηκε Ανθυπολοχαγός.[6] Τα επόμενα χρόνια ο νεαρός αξιωματικός τα πέρασε υπηρετώντας στο Σύνταγμά του. Το «κλειδί» για την επίτευξη του στόχου αυτού δεν ήταν παρά η είσοδος στις τάξεις των αξιωματικών Επιτελείων.[Σημ. 1] Η υπηρεσία στο Επιτελείο κάποιας μονάδας μείζονος σημασίας, ιδιαίτερα στο «Μεγάλο Γενικό Επιτελείο» (Großer Generalstab) όπου υπηρετούσε η ελίτ των αξιωματικών της εποχής. Φυσικά, η είσοδος στο Επιτελείο κάθε άλλο παρά εύκολος στόχος ήταν. Τα κριτήρια επιλογής ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά και οι αξιωματικοί που σχεδίαζαν την είσοδό τους προετοιμάζονταν χρόνια πριν. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως από τους 29.000 άνδρες που στελέχωναν το σώμα των αξιωματικών της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, μόνο 650 ήταν αξιωματικοί Γενικού Επιτελείου.[7] Για την επίτευξη του στόχου αυτού ήταν απαραίτητη αφενός η παραμονή στις τάξεις του στρατού για οκτώ έτη, μετά το πέρας τον οποίων ο αξιωματικός, μέχρι τότε συνήθως Υπολοχαγός ή Λοχαγός, εάν το επιθυμούσε, μπορούσε να δώσει εξετάσεις γενικών γνώσεων, οι οποίες ήταν κατά κοινή ομολογία εξαιρετικά δύσκολες, ώστε να επιλεγεί για να εισέλθει στην Πολεμική Σχολή του Βερολίνου (Kriegsschule Berlin), η οποία αποτελούσε στην ουσία Ακαδημία εκπαίδευσης επιτελικών αξιωματικών.[8]

Στα πλαίσια της εν λόγω προετοιμασίας ο Κύχλερ προσπάθησε να ξεχωρίσει μέσα από τη διεύρυνση των στρατιωτικών του ασχολιών, αλλά κυρίως με την ενασχόλησή του με ρηξικέλευθα όπλα της εποχής, η οποία χάριζε αναμφίβολα μεγάλο κύρος στον αξιωματικό, καθώς οι τεχνικές γνώσεις και η εμπειρία στα νέα όπλα, όπως η Αεροπορία, ήταν περιζήτητες.[9] Έτσι, τον Οκτώβριο του 1907 ο Κύχλερ έλαβε μετάθεση στο Στρατιωτικό Ινστιτούτο Ιππασίας (Militär–Reitinstitut) στο Αννόβερο, στο οποίο παρέμεινε ως τον Αύγουστο του 1909.[4] Στις 18 Αυγούστου 1910 έγινε Υπολοχαγός. Την 1η Οκτωβρίου[10] ο ικανός Κύχλερ, έχοντας συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια υπηρεσίας, εισήλθε στην πρωσική Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, η οποία δεχόταν από το 1909 μόνο 160 αξιωματικούς ετησίως, επιλεγμένους με εξαιρετικά απαιτητικά κριτήρια προσωπικότητας, όπως και νοητικών και σωματικών ικανοτήτων.[11]

Η φοίτηση στην Πολεμική Ακαδημία ήταν τριετής, με περιόδους φοίτησης από τον Ιούλιο ως τον Οκτώβριο και αποτελούσε τη μοναδική ευκαιρία για είσοδο στην επιτελική σταδιοδρομία, τουλάχιστον εν καιρώ ειρήνης.[11] Ο Κύχλερ πέτυχε την εισαγωγή του σε μια περίοδο όπου ο όγκος των μαθημάτων γενικής φύσεως είχε μειωθεί αισθητά, καλύπτοντας πλέον το 36% της εκπαίδευσης από το 50% των προηγούμενων ετών. Εκεί διδάχτηκε μαθήματα ποικίλης φύσης, κυρίως Τακτική και Στρατιωτική Ιστορία, αλλά και Ιστορία, Φυσική, Χημεία, Γεωγραφία και ξένες γλώσσες. Ανήκε στο ένα τρίτο των εκείνων που αποφοίτησαν επιτυχώς και διέθεταν την προοπτική μετάθεσης στο επιτελείο κάποιας μονάδας στο άμεσο μέλλον. Για την ώρα, ο Κύχλερ εστάλη, όπως συνηθιζόταν, πίσω στο Σύνταγμά του.[12] Για ένα μήνα, από τον Ιούλιο ως το Σεπτέμβριο του 1913 βρισκόταν στο Τάγμα Αεροπλοίων Νο. 1, στα πλαίσια απόκτησης εμπειρίας στα νέα όπλα του εκσυγχρονισμένου γερμανικού στρατού.[13] Ακολούθησαν μερικοί μήνες στο 1ο Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού, ώσπου το Μάρτιο του 1914 εισήλθε στο Τμήμα Τοπογραφίας του Μεγάλου Γενικού Επιτελείου στο Βερολίνο και πραγματοποίησε με αυτό τοπογραφικές μελέτες στο Μαζούρεν της Πρωσίας (σημερινό Μαζούρια της βορειοανατολικής Πολωνίας). Κατόπιν μετατέθηκε στο Γενικό Επιτελείο του Στρατού Ξηράς (Generalstab des Feldheeres). Στη θέση αυτή βρισκόταν όταν ξέσπασε, τέλη Αυγούστου 1914, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος.[10]

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και τη γενική κινητοποίηση των μονάδων του Αυτοκρατορικού Γερμανικού Στρατού, ο Γκέοργκ φον Κύχλερ είδε δράση στο Δυτικό Μέτωπο[ασαφές].[4] Στις 8 Οκτωβρίου έλαβε το βαθμό του Λοχαγού και τον ίδιο μήνα ανέλαβε καθήκοντα διοικητή Πυροβολαρχίας στο 43ο Εφεδρικό Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού, καθώς οι επιτελικοί αξιωματικοί προτιμούνταν για να διοικήσουν μονάδες στο Σύνταγμα στο οποίο υπάγονταν, ώστε να αποκτήσουν την ανάλογη τακτική εμπειρία στο πεδίο της μάχης.[8] Η περίοδος διοίκησής του ήταν εξαιρετικά σύντομη,[3] καθώς το Νοέμβριο έγινε 2ος Υπασπιστής της 43ης Εφεδρικής Μεραρχίας Πεζικού, ενώ τον Φεβρουάριο του 1915 ακολούθησε η μετάθεση στο Γενικό Επιτελείο της Επιθεώρησης των Μετόπισθεν (Generalstab der Etappeninspektion)[14] η οποία εξυπηρετούσε γενικά τη διαχείριση στρατιωτικού υλικού στα μετόπισθεν του εκάστοτε μετώπου.[15] Στο διάστημα που μεσολάβησε, ο Κύχλερ είχε τιμηθεί και με τις δύο τάξεις του Σιδηρού Σταυρού,[16] ενώ το 1914 έφερε και το πρώτο πλήγμα στην οικογένειά του, με τον θάνατο του μικρότερου αδελφού του Έριχ, που σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης.[2]

Από τις 7 Ιουνίου 1915 βρισκόταν στο Επιτελείο του IV Σώματος Στρατού και από τον Απρίλιο του 1916 σε αυτό του VIII Σώματος Στρατού. Ακολουθώντας σταθερή ανέλιξη, έλαβε τη θέση του Ia (πρώτου Επιτελικού Αξιωματικού, ή Αξιωματικού Επιχειρήσεων.[Σημ. 2][17] Το Φεβρουάριο του 1918 έγινε ο Ia της 9ης Εφεδρικής Μεραρχίας, θέση την οποία κατείχε ως τη συνθηκολόγηση των Κεντρικών Δυνάμεων στην Κομπιέν της Γαλλίας το Νοέμβριο του 1918 και την ήττα της πατρίδας του.[16]

Γενικά, στον πόλεμο αυτό η σταδιοδρομία του Κύχλερ δεν παρουσίασε κάτι το εξαιρετικό ή το εκπληκτικό: αποτελούσε απλώς τη σταδιοδρομία ενός επιτελικού αξιωματικού της εποχής. Σε αντίθεση με συναδέλφους του που πολεμούσαν ήδη στο μέτωπο και κατόπιν θα εξελίσσονταν σε υψηλόβαθμους στρατιωτικούς στη Ναζιστική Γερμανία, ο Κύχλερ δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα για κάποια πράξη του στο μέτωπο, στο οποίο ούτως ή άλλως δεν πολεμούσε, ούτε ήταν κάτοχος κάποιου υψηλού παρασήμου, όπως το φημισμένο Pour le Mérite. Για τον ίδιο ασφαλώς αποτελούσε στάδιο της ταχείας ανέλιξής του στις τάξεις των αξιωματικών. Η απουσία κάποιας κλάσης του Εμβλήματος Τραυμάτων του 1918 στη σειρά των διακρίσεών του καταδεικνύει πως δεν τραυματίστηκε, τουλάχιστον σοβαρά, στην πορεία του πολέμου. Εκτός από τους δύο Σιδερένιους Σταυρούς, από τις πολεμικές του διακρίσεις ξεχωρίζουν ο Σταυρός των Ιπποτών του Βασιλικού Πρωσικού Τάγματος του Οίκου των Χοεντσόλερν με Ξίφη. Ο Κύχλερ χρίσθηκε επίσης επίτιμος Ιππότης του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών.[10]

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον Αυτοκρατορικό Στρατό στη Ράιχσβερ (1919)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ήττα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στον Πόλεμο σήμανε κάτι παραπάνω από το τέλος του Αυτοκρατορικού Στρατού. Για τους περισσότερους εν υπηρεσία αξιωματικούς η εξέλιξη αυτή των πραγμάτων αποτελούσε ισχυρό κλονισμό, καθώς σηματοδοτούσε την κατάρρευση του κόσμου στον οποίο είχαν ανατραφεί και ορκιστεί να υπηρετούν. Το Μάρτιο του 1918 η συνθήκη του Μπρεστ–Λιτόφσκ και η συνθηκολόγηση της Ρωσίας είχαν ανακουφίσει την ηγεσία από τις μάχες στα ανατολικά και αναζωπυρώσει τις ελπίδες τους για μια γρήγορη νίκη στη Δύση. Η αποτυχία της τελευταίας μαζικής τους επίθεσης, η εμπλοκή των Αμερικανών και η φθορά των δυνάμεων της Αυτοκρατορίας σφράγισαν τις εξελίξεις. Ο Κάιζερ θεώρησε πως ο πόλεμος είχε πλέον χαθεί και συνθηκολόγησε, σε μια στιγμή όμως που τα γερμανικά στρατεύματα βρίσκονταν ακόμη επί εχθρικού εδάφους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εγχώρια έξαρση των κινημάτων που εμπνέονταν από την επικράτηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία γέννησαν την ιδέα του «πισώπλατου μαχαιρώματος» (Dolchstoß) των μαχόμενων στρατιωτών, «ανίκητων στο πεδίο της μάχης», από τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους Εβραίους και του Σοσιαλιστές.[18]

Η άποψη αυτή είναι πιθανό να επηρέασε και τον ίδιο των Κύχλερ, όπως και την πλειοψηφία του σώματος των αξιωματικών. Άλλοι, όπως ο Ταγματάρχης Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ, δεν είχαν την ίδια άποψη. Ο συγκεκριμένος, κατέχοντας επιτελική θέση σε Ομάδα Στρατιών, αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό την εκδοχή των γεγονότων. Έχοντας λόγω της θέσης του μια πιο ξεκάθαρη άποψη, μεμφόταν τα λάθη της ηγεσίας του Έριχ Λούντεντορφ. Ωστόσο λίγοι ήταν αυτοί που ήταν διαθέσιμοι να παραδεχτούν ίδια σφάλματα: ο μύθος του «πισώπλατου μαχαιρώματος» αποτελούσε πιο βολική εξήγηση. Έτσι αξιωματικοί σαν τον Λέεμπ έμειναν μειοψηφία.[19]

Η ανακωχή μπορεί να έφερε τέλος στις μάχες μεταξύ των χωρών, αλλά λίγοι ήταν σε θέση να αποτιμήσουν με κριτική διάθεση την έκβαση του πολέμου, καθώς στο εσωτερικό της χώρας σημειώνονταν επικίνδυνες αναταραχές, προϊόν του ιδεολογικού ρεύματος της Οκτωβριανής Επανάστασης που επηρέασε τη δυτική Ευρώπη. Οι συντηρητικοί πολίτες και οι στρατιωτικοί έρχονταν για πρώτη φορά σε επαφή με το δόγμα του «κινδύνου εξ ανατολής», την επικράτηση του Μπολσεβικισμού στη Γερμανία, που σύμφωνα με το δόγμα αυτό απειλούσε να ανατρέψει τις «πατροπαράδοτες αξίες», τη φιλοπατρία και την καθεστηκυία τάξη. Για την επανεπιβολή της τάξης στην ηττημένη Γερμανία, οι στρατιωτικοί αποφάσισαν να συγκροτήσουν μονάδες ειδικά επιφορτισμένες για αυτό το σκοπό, όπως τα Freikorps, και μονάδες διαφύλαξης των ανατολικών συνόρων.[20]

Ο Κύχλερ είχε υπηρετήσει στο Δυτικό Μέτωπο κατά τον πόλεμο. Έτσι η ιδέα του «κόκκινου κινδύνου» ήταν κατά πάσα πιθανότητα νέα σε αυτόν, έμελλε όμως να επηρεάσει τη νοοτροπία όχι μόνο του ίδιου αλλά και πολλών άλλων συναδέλφων του στα επόμενα χρόνια. Την ταραγμένη αυτή εποχή βρισκόταν, από το Φεβρουάριο του 1919, στο 25ο Σύνταγμα Πυροβολικού. Τον επόμενο μήνα επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, υπηρετώντας στη Διοίκηση της Φρουράς του Χάναου.[16]

Η εγγύτητα του Κόκκινου Στρατού στις περιοχές της Ανατολικής Πρωσίας επέβαλαν την αποστολή μονάδων στις χώρες της Βαλτικής, υπό την αιγίδα της νικήτριας Αντάντ. Τον Απρίλιο του 1919, ο Κύχλερ μετατέθηκε στα Freikorps, και συγκεκριμένα στο επιτελείο της Ταξιαρχίας «Κουρλάνδη» (Brigade Kurland). Οι επιτυχίες των Freikorps στο πεδίο της μάχης, με τη συμμετοχή και του Ρωσικού Λευκού Στρατού ήταν σαρωτικές[εκκρεμεί παραπομπή]. Μέχρι τον Μάιο του 1919 είχαν εξαναγκάσει τον Κόκκινο Στρατό σε υποχώρηση και ανακατέλαβαν τη Ρίγα. Δεν υπάρχουν ιδιόχειρες σημειώσεις του Κύχλερ για αυτή την περίοδο, παρ' όλα αυτά ο παραλληλισμός του με τις εμπειρίες του Χάιντς Γκουντέριαν, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην ίδια περιοχή ως Ib[ασαφές] της «Σιδηράς Μεραρχίας» μπορεί να δείξει πως επηρεάστηκε από τα γεγονότα, αποκρυσταλλώνοντας στο μυαλό του την ιδέα του «κόκκινου κινδύνου». Χωρίς αμφιβολία, ο Κύχλερ είχε την ευκαιρία να γίνει μάρτυρας των ακροτήτων που σημειώθηκαν κατά την περίοδο της κατοχής των περιοχών της Βαλτικής από τους Μπολσεβίκους, αλλά και των σφαγών των κομμουνιστών από τα Freikorps, στις οποίες κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει ιδιαίτερη σημασία.[21]

Από τη Ράιχσβερ στη Βέρμαχτ (1919–1935)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άντρες των Φράικορπς στο Βερολίνο

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία είχε υπογραφεί στις 28 Ιουνίου 1919 υποχρέωνε τη Γερμανία να μειώσει το στρατό της σε 100.000 άτομα. Αυτό σήμαινε μεταξύ άλλων και την μείωση των 38.118 αξιωματικών που βρίσκονταν εν ενεργεία όταν τελείωσε ο πόλεμος σε περίπου 4.000. Το νέο στρατό, την Ράιχσβερ ή τον «Στρατό των 100.000 ανδρών» η νέα στρατιωτική ηγεσία είχε την ευχέρεια να τον στελεχώσει με την ελίτ των αξιωματικών που διέθετε, και ο Γκέοργκ φον Κύχλερ ήταν ένας από αυτούς.[22] Ο Κύχλερ δεν παρέμεινε στη Βαλτική καθ' ολόκληρη τη διάρκεια των μαχών. Το θέρος του 1919, ενώ ο στρατός μειωνόταν σταδιακά, ανακλήθηκε από την «Ταξιαρχία Κουρλάνδη» και επέστρεψε στη Γερμανία, όπου ανέλαβε τον Ιούλιο Ia της 2ης Ταξιαρχίας της Ράιχσβερ στο Στετίν και τον Οκτώβριο μετατέθηκε στο Επιτελείο της Διοίκησης Στρατιωτικής Περιφέρειας Ι (Wehrkreis I) με έδρα το Κένιχσμπεργκ. Κατόπιν επέστρεψε στην Βαλτική τον Οκτώβριο, πλέον με το επιτελείο του VI Εφεδρικού Σώματος, όπως είχε μετονομαστεί η «Ταξιαρχία Κουρλάνδη»,[3] στη Λετονία και τη Λιθουανία, ενώ παράλληλα την ίδια εποχή υπηρετούσε και ως καθηγητής τακτικής στη Σχολή Πεζικού στο Μόναχο.[10][16]

Το τέλος των επιτυχιών των Freikorps, συμπεριλαμβανομένης της «Ταξιαρχίας Κουρλάνδη» ήρθε κατά τα τέλη 1919–αρχές 1920, όταν οι Γερμανοί εξαναγκάστηκαν να εκκενώσουν τη Βαλτική, λόγω πιέσεων από την Αντάντ. Ο Κύχλερ έπαιξε ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις με την Αντάντ, καθώς τον Οκτώβριο του 1919 έλαβε μετάθεση στη Διασυμμαχική Επιτροπή για την Εκκένωση της Βαλτικής (Interalliierte Kommission zur Räumung des Baltikums). Από τη θέση του αυτή επέστρεψε το Μάρτιο του 1920.[16] Στο εξής θα ανελισσόταν στην μικρή μερίδα των υψηλόβαθμων στρατιωτικών, ηγετών του νέου στρατού.

Έχοντας περάσει προ πολλού τα 30 και όντας πλέον Λοχαγός, κριτήρια απαραίτητα για τον γάμο ενός αξιωματικού της εποχής,[23] νυμφεύτηκε το 1921 στο Ντάρμστατ την Ελίζαμπεθ («Λίζα»[16]) φον Ένκεφορτ (1888– 1966), κόρη του Πρώσου Υποστράτηγου Έντουαρντ φον Ένκεφορτ (1845–1924). Λίγα χρόνια αργότερα απέκτησε το πρώτο του παιδί, τον Ντίτερ (1926–1951) και το 1929 την κόρη του Ζυμπίλε.[Σημ. 3] Τα επόμενα χρόνια σημαδεύτηκαν ωστόσο από τον θάνατο των δύο γονιών του, καθώς στις 22 Αυγούστου 1922 απεβίωσε ο πατέρας του στο Ντάρμστατ. Αυτόν θα ακολουθούσε δύο χρόνια αργότερα η μητέρα του († 19 Οκτωβρίου 1924 στο Ντάρμστατ)[2] και ο πεθερός του.[3][24]

Την 1η Οκτωβρίου 1921[10] επελέγη για να υπηρετήσει στο Υπουργείο της Ράιχσβερ (Reichswehrministerium) στο Βερολίνο και συγκεκριμένα στο Γραφείο Στρατευμάτων (Truppenamt), διάδοχο του απαγορευμένου από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών Μεγάλου Γενικού Επιτελείου της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Στο τμήμα Εκπαίδευσης (Τ4) όπου εργάστηκε για τα επόμενα χρόνια είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με τους μελλοντικούς συναδέλφους του, υψηλόβαθμους αξιωματικούς της Βέρμαχτ, όπως τον Γκύντερ φον Κλούγκε, τον Βάλτερ Μόντελ, τον Φρίντριχ Πάουλους και τον Γκέοργκ–Χανς Ράινχαρτ. Η εργασία στο Υπουργείο της Ράιχσβερ ήταν θέση απαιτητική και σαν σκοπό είχε την εκ βάθρων αναδημιουργία του νέου στρατού της Γερμανίας, την εκπαίδευση, τον επανεξοπλισμό και την εκπόνηση νέων τακτικών, με την παράλληλη προσπάθεια να κρατά τις δραστηριότητές του κρυφές από τους Δυτικούς Συμμάχους.[25]

Από τη θέση αυτή έλαβε μια σύντομη απόσπαση στην 7η Μεραρχία της Ράιχσβερ στο Μόναχο[16] και την 1η Απριλίου 1923 ανέλαβε χρέη διοικητή της 5ης Πυροβολαρχίας του 5ου Συντάγματος Πυροβολικού με έδρα το Ουλμ. Στις 17 Μαρτίου 1924, μετά από δέκα χρόνια παραμονής στο βαθμό του Λοχαγού, έγινε Ταγματάρχης. Το Φεβρουάριο του 1926 βρέθηκε στο Διοικητήριο του Μύνστερ και την 1η Μαρτίου τοποθετήθηκε ση «Σχολή Πεζικού» (Όρντρουφ, και από το 1926 στη Δρέσδη), για την οποία έλαβε μετάθεση τον Φεβρουάριο του 1927.[16] Πέρασε εκεί τον επόμενο χρόνο ως εκπαιδευτής.[10] Την 1η Μαρτίου 1929 επέστρεψε στο Υπουργείο της Ράιχσβερ, στην Επιθεώρηση των Σχολών Όπλων (Inspekteur der Waffenschulen ή In 1).[26]

Στα πλαίσια της ανοικοδόμησης του Στρατού πολλοί από τους στρατιωτικούς που ξεχώρισαν με την εργασία τους στον υψηλό τομέα του Υπουργείο επελέγησαν για να μεταλαμπαδεύσουν την εμπειρία τους σε νεότερους αξιωματικούς. Η σύσταση των νέων στρατιωτικών σχολών, κατά παράβαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών περιλάμβανε επιτελική εκπαίδευση (αποκαλούμενη Führergehilfenausbildung, «Εκπαίδευση Βοηθών Ηγετών»), την οποία αναλάμβαναν να περατώσουν διακεκριμένοι στρατιωτικοί.[27] Έτσι την 1η Φεβρουαρίου 1932 εισήλθε στη Σχολή Πυροβολικού Γύτεμποργκ (Artillerieschule Jüteborg), όπου διεύθυνε κάποια σειρά μαθημάτων.[10] Προηγουμένως, την Πρωτοχρονιά του 1929 είχε φτάσει το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη και την 1η Μαΐου 1931 έγινε Συνταγματάρχης.[16] Την 1η Οκτωβρίου 1932 ονομάστηκε Ηγέτης Πυροβολικού Ι, άμεσα υπαγόμενος στην Στρατιωτική Περιφέρεια Ι.[10]

Εθνικοσοσιαλισμός (1933–1939)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνοδος του ακροδεξιού NSDAP του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία το 1933 είναι βέβαιο πως δημιούργησε ανάμικτες αντιδράσεις στη Γερμανία. Η μερίδα των στρατιωτικών της γενιάς του 1880 σε γενικές γραμμές καλωσόρισε την αναρρίχηση του Χίτλερ στον θώκο του Καγκελάριου. Ασφαλώς αντικομμουνιστής, ο Κύχλερ μάλλον θα συμφωνούσε με τις διώξεις των κομμουνιστών από το νέο καθεστώς. Άλλωστε, ο Χίτλερ είχε υποσχεθεί την αποδέσμευση της Γερμανίας από την μισητή συνθήκη των Βερσαλλιών και την αποκατάσταση του γερμανικού κύρους και της στρατιωτικής ισχύος στο παγκόσμιο στερέωμα, πράγμα που ήταν ασφαλώς αρκετό για να ωθήσει και τους πλέον σκεπτικιστές να αποβάλλουν το επικριτικό τους πνεύμα. Έτσι, πολλοί από αυτούς εναπόθεσαν τις ελπίδες τους – ίσως και τις φιλοδοξίες τους – στο νέο καθεστώς.[28] Παρά το γεγονός ότι πολλοί ιστορικοί περιγράφουν τον Κύχλερ ως φιλοναζιστή, έχει διατυπωθεί η άποψη πως στην πραγματικότητα δεν ήταν ιδιαίτερα θετικά διακείμενος προς το Ναζισμό.[29]

Ο Κύχλερ βρισκόταν και αυτός μέσα στον αριθμό των αξιωματικών που ωφελήθηκαν από τις κινήσεις του Χίτλερ και είδαν την σταδιοδρομία τους να απογειώνεται[εκκρεμεί παραπομπή]. Η δραματική αύξηση του νέου Στρατού (Wehrmacht), η υποχρεωτική θητεία, η συγκρότηση νέων μονάδων, ο ριζικός εκσυγχρονισμός του στρατού απαιτούσαν τη διεύρυνση του σώματος των αξιωματικών. Αυτό σήμαινε φυσικά για τους γηραιότερους νέες, υψηλότερες θέσεις, προαγωγές, όπως και διάφορα ηθικά και υλικά οφέλη.[30] Ο Χίτλερ γνώριζε πως με αυτό τον τρόπο μπορούσε να προσεταιριστεί τους επιφανέστερους υψηλότερους αξιωματικούς της Ράιχσβερ, και όντως τα γεγονότα τον επαλήθευσαν.[31]

Προαχθείς σε Υποστράτηγο την 1η Απριλίου 1934, τον Οκτώβριο ανέλαβε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού στο Κένιχσμπεργκ. Την 1η Απριλίου του 1934 έλαβε Επιθεωρητής των Σχολών Όπλων στο Υπουργείο Πολέμου του Ράιχ (Reichskriegsministerium) στο Βερολίνο. Έγινε Αντιστράτηγος την 1η Δεκεμβρίου 1935 και από τον Αύγουστο του 1936 ως την 1η Απριλίου 1937 αναπληρωτής Πρόεδρος του Πολεμικού Δικαστηρίου του Ράιχ.[10][16] Η 1η Απριλίου 1937 αποτέλεσε σταθμό στην καριέρα του, καθώς ο Χίτλερ τον ανακήρυξε Διοικούντα Στρατηγό του Ι Σώματος Στρατού και Ανώτατο Διοικητή στη Στρατιωτική Περιφέρεια Ι. Στις 20 Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, προήχθη από τον ίδιο σε Στρατηγό του Πυροβολικού.[32] Τη θέση αυτή κατείχε όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος το Σεπτέμβριο του 1939.

Ο Κύχλερ ήταν αρκετά ευχαριστημένος με τη νέα του θέση, καθώς θεωρούσε πως στο χώρο της ανατολής βρισκόταν το επαγγελματικό του μέλλον. Κατά την εποχή της ειρήνης, το σπίτι του στο Κένιχσμπεργκ αποτελούσε εστία συγκέντρωσης της αριστοκρατίας και της διανόησης της περιοχής, με ώρες συζητήσεων πάνω σε μια ποικιλία θεμάτων. Σε αυτές τις συζητήσεις συμμετείχε και η σύζυγος του Κύχλερ, η οποία χαρακτηριζόταν από την αντίθεσή της στο καθεστώς, κάτι που προφανώς το ζεύγος δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψει, σε σημείο τέτοιο ώστε στους κόλπους του Ναζιστικού Κόμματος γινόταν λόγος για «Κλίκα του Κύχλερ».[33]

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμφίβολα, για την Πολωνική Εκστρατεία, ο Κύχλερ ήταν ένας από τους καταλληλότερους διοικητές για να ηγηθεί μιας Στρατιάς. Όντας στρατιωτικός με πολυετή εμπειρία και υπηρεσία στην Στρατιωτική Περιφέρεια Ι, η οποία συνόρευε με την Πολωνία, είχε αποκτήσει γνώση της περιοχής.[34] Στα πλαίσια της προετοιμασίας για την εισβολή στην Πολωνία, στις 22 Αυγούστου 1939 δημιουργήθηκε η Ανώτερη Διοίκηση Στρατιάς Ασκήσεων 3 (Übungs-Armeeoberkommando 3) στην Στρατιωτική Περιφέρεια Ι με διοικητή τον Ανώτατο Διοικητή της Περιφέρειας. Στις 28 Αυγούστου ο σχηματισμός έλαβε το όνομα 3η Στρατιά.[35]

Διάταξη Μάχης της 3ης Στρατιάς στην Πολωνική Εκστρατεία (1939)[36]

Flag of the NSDAP (1920–1945).svg 3η Στρατιά (Στρατηγός του Πυροβολικού Γκέοργκ φον Κύχλερ)
Επιτελάρχης: Υποστράτηγος Χέρμπερτ φον Μπέκμαν


1Υπήχθη στην 3η Στρατιά στις 8 Αυγούστου 1939
2Υπήχθη στην 3η Στρατιά στις 16 Αυγούστου 1939
3Υπήχθη στην 3η Στρατιά στις 17 Αυγούστου 1939

Το γερμανικό σχέδιο ήταν σε γενικές γραμμές απλό. Η 3η Στρατιά, μαζί με τη 10η του Βάλτερ φον Ράιχεναου θα εφορμούσαν από τη Δυτικό Πρωσία προς νότον, τη Βαρσοβία και το Σιέλντσε, με την βοήθεια της 4ης Στρατιάς του Γκύντερ φον Κλούγκε, με την οποία θα έπρεπε να συναντηθεί στο Γκράουντεντς της Πομερανίας.[37] Ο κυριότερος στόχος της Στρατιάς ήταν η κατάληψη της περιοχής ανατολικά της Βαρσοβίας. Τις υπόλοιπες κινήσεις θα τις περαίωναν οι υπόλοιπες Στρατιές. Κατά τα τέλη Αυγούστου ο Κύχλερ ξεκίνησε να συγκεντρώνει τις δυνάμεις του στο τόξο ΟστερόντεΝάιντεμπουργκΑλλενστάιν, με σκοπό να επιτεθεί στις οχυρωμένες πολωνικές θέσεις πέρα από τον ποταμό Μλάβα και να διαβεί τους ποταμούς Νάρεβ και Μπουγκ προς τη Βαρσοβία.[38]

Η επίθεση στην Πολωνία ξεκίνησε τα ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939. Οι μονάδες του Κύχλερ πέρασαν τα σύνορα και αποπειράθηκαν να καταλάβουν την πόλη του Μλάβα, ωστόσο συνάντησαν ισχυρή αντίσταση από τους υπερασπιστές της, οι οποίοι καθήλωσαν τις μεραρχίες μέχρι τις 2 Σεπτεμβρίου. Ο Κύχλερ αντιλήφθηκε πως η κατά μέτωπο επίθεση δεν ωφελούσε, και έτσι αποφάσισε να ελιχθεί. Τη νύχτα της 2ας προς την 3η Σεπτεμβρίου, οι μηχανοκίνητοι σχηματισμοί της Στρατιάς αναπτύχθηκαν ανατολικότερα και κινήθηκαν κατόπιν στα νώτα των Πολωνών, καταλαμβάνοντας τον κρίσιμης σημασίας οδικό κόμβο του Πρζατσνύζ το απόγευμα της ημέρας. Απειλούμενοι πλέον με περικύκλωση, οι Πολωνοί αναγκάστηκαν σε αναδίπλωση και υποχώρησαν προς τη Βαρσοβία.[39] Μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου οι δυνάμεις του Κύχλερ είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν ρήγμα στην αμυντική διάταξη των Πολωνών κατά μήκος του Νάρεβ. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά έλαβε σημαντικές ενισχύσεις (23η Μεραρχία Πεζικού και 3η Μεραρχία Πάντσερ) ώστε να επιτεθεί προς το Μπρεστ-Λιτόφσκ. Οι μεραρχίες άρχισαν να μετακινούνται προς την Ανατολική Πρωσία κατά τη νύχτα της 5ης προς 6η Σεπτεμβρίου.[40]

Πίσω στον Νάρεβ, ο Κύχλερ δοκίμαζε και πάλι την επιτυχημένη τακτική του. Αντί να πολεμήσει κατά μέτωπο τους Πολωνούς, διέταξε τις μεραρχίες του να διαβούν τον Νάρεβ και να κινηθούν προς το Σιέντλτσε. Ο Νάρεβ ήταν η τελευταία αμυντική γραμμή των Πολωνών πριν την πρωτεύουσα. Όταν οι Γερμανοί πέρασαν τον ποταμό στις 7 Σεπτεμβρίου, η μοίρα της πόλης σφραγίστηκε.[41] Μετά από αυτά, περικύκλωσαν την Βαρσοβία, την οποία απέκοψαν οριστικά στις 14 του μήνα.[42] Οι Γερμανοί, έχοντας απόλυτη αεροπορική υπεροχή, βομβάρδισαν την οχυρωμένη με 150.000 περίπου στρατιώτες πόλη από όλες τις πλευρές, με πυροβολικό και αεροπορία. Στις 25 Σεπτεμβρίου, αεροσκάφη της «Μεραρχίας Ειδικής Χρήσης» του Υποπτεράρχου Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν, έριξαν 632 τόνους εμπρηστικών βομβών και βομβών υψηλής εκρηκτικότητας, προκαλώντας περίπου 7.000 θύματα στον άμαχο πληθυσμό.[43] Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, η διοίκηση της πόλης αποφάσισε να συνθηκολογήσει. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1939 η φρουρά της πόλης και της γειτονικής Μοντλίν παραδόθηκε στους Γερμανούς, αν και ορισμένες μονάδες συνέχισαν τον μάταιο αγώνα τους ως τις 5 Οκτωβρίου.[44]

Η Πολωνική Εκστρατεία υπήρξε αναμφίβολα η πρώτη επιτυχία της Βέρμαχτ, αν και επισκιάστηκε από τις 43.000 περίπου απώλειες (πάνω από 10.000 νεκροί, 30.000 τραυματίες και 3.000 αγνοούμενοι).[45] ο Κύχλερ ήταν από τους πρώτους που έλαβαν τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού από τον ίδιο τον Χίτλερ στην Καγκελαρία του Ράιχ στις 30 Σεπτεμβρίου 1939.[1][10]

Τριβές με την ηγεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκστρατεία, εκτός από την πρώτη πολεμική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας του πολέμου, υπήρξε επίσης και θέατρο εφαρμογής της φυλετικής πολιτικής των Ναζί. Μονάδες ασφαλείας των SS που ακολουθούσαν κατά πόδας τις μάχιμες μονάδες της Βέρμαχτ αναλάμβαναν την «εκκαθάριση» των «ανεπιθύμητων στοιχείων» στα μετόπισθεν – η κατηγορία αυτή περιλάμβανε Εβραίους, τσιγγάνους, νοητικά καθυστερημένους, ομοφυλόφιλους αλλά και απλούς πολίτες.[46] Κάποιες ακρότητες των Πολωνών εναντίον του Γερμανικού πληθυσμού όσο πριν τόσο και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας παρακίνησαν πολλούς διοικητές να εκδώσουν διαταγές για ανηλεή πάταξη της αντίστασης στα κατεχόμενα εδάφη, καθιερώνοντας συλλογικά αντίποινα εναντίον αμάχων. Αυτές οι τακτικές στοίχισαν μέχρι το τέλος του 1939 τη ζωή σε 50.000 Πολωνούς, μέσα σε αυτούς 7.000 περίπου Εβραίους.[47]

Γερμανοί στρατιώτες των Einsatzgruppen εκτελούν Πολωνούς ομήρους (1939)

Η πολιτική εκκαθάρισης των Εβραίων στα μετόπισθεν βρήκε αντίθετους πολλούς από τους ανώτατους διοικητές[εκκρεμεί παραπομπή]. Στις 10 Σεπτεμβρίου, άνδρες του συντάγματος Πυροβολικού των SS που υπαγόταν στον τομέα ευθύνης της 3ης Στρατιάς, μαζί με ένα στρατιώτη της Βέρμαχτ σκότωσαν στο Ροζάν χωρίς λόγο πενήντα περίπου Εβραίους. Το στρατοδικείο της Μεραρχίας Πάντσερ Κεμπφ έδωσε μια αρκετά ελαφριά ποινή στους στρατιώτες, καταδικάζοντάς τους σε ένα χρόνο κάθειρξη, το θέμα δεν έληξε παρ' όλα αυτά εκεί.[48] Μόλις ο Κύχλερ πληροφορήθηκε το συμβάν, ήρε την ποινή και προσπάθησε να επιβάλλει πολύ βαρύτερη τιμωρία. Πηγαίνοντας ακόμα ένα βήμα μακρύτερα, μίλησε ιδιαίτερα υποτιμητικά για τους διοικητές των SS, αποκάλεσε το σώμα «κηλίδα [Schandfleck] του Στρατού» και υπέβαλε αίτηση στην OKH[Σημ. 4] για την εκδίωξη των μονάδων από την περιοχή ευθύνης του. Ανάλογα κατέβαλε προσπάθειες για την επιβολή σκληρών ποινών στους άντρες του Einsatzgruppe V, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για δολοφονίες Εβραίων στο Μλάβα.[49] Η στάση του αυτή τον έφερε μοιραία σε σύγκρουση με τον Reichsführer των SS Χάινριχ Χίμλερ και τον Γκαουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, όπως και τον επικεφαλής της Sicherheitspolizei Ράινχαρντ Χάιντριχ, η δολοφονική πολιτική των οποίων αποτελούσε και επίσημη γραμμή της ηγεσίας.[50] Οι προσπάθειες του Κύχλερ απέβησαν άκαρπες, καθώς σύντομα ο Χίμλερ αναίρεσε την απόφαση τόσο του στρατοδικείου όσο και του Κύχλερ και οι άνδρες έμειναν ατιμώρητοι.[48]

Η δεύτερη περίπτωση σύγκρουσης ήρθε κατά τις 22 Σεπτεμβρίου, όταν ο προσωπικός του φίλος Βέρνερ φον Φριτς σκοτώθηκε από εχθρικά πυρά κοντά στο Πράγκα. Ο Κύχλερ ανέλαβε να εκφωνήσει τον επικήδειο στην εκκλησία του Στρούγκα. Εκεί έκανε λόγο για την «αναίσχυντη εκστρατεία δυσφήμισης» που είχε γίνει εναντίον του Φριτς το 1938. Αναφερόταν προφανώς στο σκάνδαλο Φριτς-Μπλόμπεργκ, στο οποίο ο Φριτς είχε πέσει θύμα συνωμοσίας των Ναζί, κατηγορηθεί ψευδώς για ομοφυλοφιλικές σχέσεις και αποτάχθηκε μαζί με τον Στρατάρχη Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, για να αποκατασταθεί τυπικά το Μάρτιο του 1938.[51] Οι αιχμές που άφησε για την ηγεσία ήταν αντιληπτές στο σύνολο των αξιωματικών που παρίσταντο.[52]

Παραδόξως, οι ενέργειές του αυτές δεν στοίχισαν απολύτως τίποτα στον Κύχλερ.[53] Στις 21 Οκτωβρίου 1939 άφησε τη διοίκηση της 3ης Στρατιάς.[10] Τον επόμενο μήνα τον πέρασε ως Ανώτατος Διοικητής του Συνοριακού Τμήματος Βορρά και της Στρατιωτικής Περιφέρειας I,[16] και στις 4 Νοεμβρίου 1939 ανέλαβε την ηγεσία της νεοσύστατης 18ης Στρατιάς.[10]

Ολλανδία και Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία σηματοδότησε την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία να κηρύσσουν τον πόλεμο στο Ράιχ. Ο Χίτλερ επεδίωκε να αποφύγει ένα διμέτωπο πόλεμο, καθώς μακροπρόθεσμος στόχος ήταν η εισβολή στη σύμμαχο Σοβιετική Ένωση. Έτσι αποφασίστηκε η εισβολή στη Δύση, με πρώτο κύριο αντίπαλο τον παραδοσιακό εχθρό της Γερμανίας, τη Γαλλία. Το σχέδιο που εκπονήθηκε για τη λεγόμενη «Δυτική Εκστρατεία» έφερε το κωδικό όνομα «Κίτρινη Περίπτωση» (Fall Gelb) και οι Γερμανοί επιτελείς είχαν αρχίσει να εργάζονται πάνω σε αυτό ήδη από τον Οκτώβριο του 1939. Η 18η Στρατιά του Κύχλερ μετακινήθηκε στα δυτικά σύνορα του Ράιχ, με απώτερο σκοπό να καταλάβει το «Οχυρό Ολλανδία», ήσσονος σημασίας μέτωπο από τη στιγμή που το κύριο βάρος της προέλασης θα ρίχνονταν στο κέντρο, προς το Σεντάν. Την εποχή αυτή η 18η στερήθηκε τη σύμπραξη της ισχυρότερης 6ης Στρατιάς, που θα περαίωνε την κατάληψη του Βελγίου.[54]

Τα ερείπεια του Ρότερνταμ μετά τον βομβαρδισμό

Ο Κύχλερ δεν είχε πολλούς λόγους να είναι ευχαριστημένος με τη σύνθεση της Στρατιάς του. Λόγω του ήσσονος σημασίας σκοπού που έπρεπε να επιτύχει, ήταν η πλέον αδύναμη από τις Στρατιές που θα λάμβαναν μέρος στην Εκστρατεία, καθώς αποτελείτο κατά κύριο λόγο από μεραρχίες του «τρίτου κύματος» με ελλιπή εκπαίδευση που είχαν συσταθεί το 1939 και μονάδες Landesschützen, βετεράνων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά την αριθμητική της υπεροχή έναντι του Ολλανδικού Στρατού, η αποστολή της ήταν επισφαλής. Για το λόγο αυτό ενισχύθηκε με την 1η Μεραρχία Ιππικού, η οποία θα επιτίθετο με συνοδεία πεζικού εναντίον των ελαφρά φρουρούμενου τομέα του ποταμού Ίσελ και να περάσει τη διώρυγα Αφσλούιντικ. Οι προσπάθειές της θα υποστηρίζονταν επιπλέον από μονάδες των SS και αλεξιπτωτιστές.[55]

Η επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 10ης Μαΐου 1940. Οι Γερμανοί προωθήθηκαν ως τις 14 Μαΐου, οπότε βρέθηκαν μπροστά στο υδάτινο κώλυμα του Μάας, τον οποίο σχεδίασαν να διαβούν στο Ρότερνταμ, χρησιμοποιώντας την 9η Μεραρχία Πάντσερ και την επίλεκτη μονάδα Leibstandarte SS Adolf Hitler. Λόγω έλλειψης μέσων, της πιθανότητας Βρετανικών ενισχύσεων και του φόβου η 9η να καθηλωθεί στην γεμάτη κανάλια περιοχή, άρχισε να σκέφτεται τη χρήση δραστικότερων μέσων.[56] Ο Κύχλερ έγραψε χαρακτηριστικά πως η αντίσταση έπρεπε να λυγίσει «με όλα τα μέσα» και «αν κριθεί απαραίτητο, η πόλη να απειληθεί με καταστροφή [Vernichtung] και αυτή να πραγματοποιηθεί».[57] Οι Γερμανοί παρέδωσαν στην διοίκηση της πόλης τελεσίγραφο κατά τις 9, απειλώντας να καταστρέψουν την πόλη με βομβαρδισμό εάν οι Ολλανδοί αρνούνταν να παραδοθούν. Η έναρξη των διαπραγματεύσεων παρέτεινε τη διορία, αλλά λόγω κακού συντονισμού η πόλη εν τέλει βομβαρδίστηκε, με θύματα πάνω από 800 πολίτες.[57][58]

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις και αντιμετωπίζοντας ολοκληρωτική ήττα, για να δώσει τέλος σε επιπλέον απώλειες η Ολλανδική ηγεσία αποφάσισε να συνθηκολογήσει.[59] Ο Κύχλερ κάλεσε τον στρατηγό Χένρι Βίνκελμαν στο Ρότερνταμ για να συζητήσει τους όρους της παράδοσης. Ο Βίνκελμαν προσφέρθηκε να παραδώσει τις δυνάμεις του Στρατού Ξηράς, του Ναυτικού και της Αεροπορίας, αλλά αρνήθηκε την πρόταση του Κύχλερ να αντιμετωπιστούν οι Ολλανδοί πιλότοι που πολεμούσαν με τους Συμμάχους ως francs–tireurs, έξω από τους κανόνες του πολέμου. Πέρα από αυτό οι δύο πλευρές έκαναν συμβιβασμούς και η παράδοση υπεγράφη στις 10:15 της ημέρας.[59] Μέχρι τις 27 Μαΐου η Ολλανδία είχε καταληφθεί εξ ολοκλήρου.[60]

Μετά από αυτά η 18η Στρατιά προχώρησε στη Γαλλία. Κατά τα τέλη Μαΐου, Ο Κύχλερ διατάχθηκε να φτάσει στη Δουνκέρκη και να αιχμαλωτίσει τους χιλιάδες Βρετανούς και Γάλλους που είχαν εγκλωβιστεί εκεί. Για το σκοπό αυτό τέθηκαν υπό τις διαταγές του σημαντικοί μηχανοκίνητοι σχηματισμοί: μέσα σε αυτούς περιλαμβάνονταν τόσο η Leibstandarte SS Adolf Hitler όσο και η επίλεκτη Großdeutschland. Η 18η έπρεπε να ξεκινήσει την επίθεσή της στις 31 Μαΐου, αλλά ξόδεψε την ημέρα αναδιαρθρώνοντας τις γραμμές επικοινωνίας.[61] Τελικά, οι επιθέσεις του πεζικού, με υποστήριξη από το πυροβολικό και την αεροπορία εκδηλώθηκαν στην περίμετρο της Δουνκέρκης, αλλά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την εκκένωση του μεγαλύτερου μέρος των Συμμάχων στρατιωτών στη Μεγάλη Βρετανία.[62]

Η ήττα των Γάλλων υπήρξε συντριπτική. Η 18η Στρατιά εισήλθε θριαμβευτικά στο Παρίσι στις 14 Ιουνίου 1940.[32] Ο ίδιος ο Κύχλερ επιθεώρησε τα στρατεύματά του στο Σανς Ελιζέ.[63] Σε αναγνώριση της επιτυχημένης του ηγεσίας, προήχθη σε Αρχιστράτηγο στις 19 Ιουλίου 1940.[10]

Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την κατάληψη της δύσης να έχει ολοκληρωθεί, ο Χίτλερ έστρεψε πλέον το βλέμμα του στην Ανατολή. Με τη νίκη επί της Σοβιετικής Ένωσης ο Χίτλερ επεδίωκε την εκπλήρωση της βασικής του ιδεολογίας: την απόκτηση «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) για το Γερμανικό λαό στις αχανείς εκτάσεις της Ανατολής και την καταστροφή του «Εβραιομπολσεβικισμού» που ενσάρκωνε η κομμουνιστική ηγεσία της ΕΣΣΔ.[64] Ο πρώτος από τους ανώτατους διοικητές που έλαβε γνώση για τα σχέδια του Χίτλερ ήταν ο Κύχλερ. Τέλη Ιουνίου 1941 η 18η Στρατιά μεταφέρθηκε στην Πολωνία για να προετοιμαστεί σταδιακά για την εισβολή. Ήταν ο πρώτος σχηματισμός τέτοιου μεγέθους που μεταφερόταν στα ανατολικά. Ο Κύχλερ με τον επιτελάρχη του, Υποστράτηγο Έριχ Μαρκς, ξεκίνησαν να εργάζονται πάνω στα σχέδια της εισβολής.[65] Είναι αμφισβητίσιμο το αν ο Χίτλερ του έδωσε δωρεά κάποιων χιλιάδων μάρκων όταν έκλεισε τα εξηκοστά του γενέθλια το Μάιο του 1941, όπως έγινε με άλλους συναδέλφους του υψηλόβαθμους αξιωματικούς.[46]

Εν τω μεταξύ, στην Πολωνία συνεχίζονταν ακατάπαυστα οι διώξεις εναντίον των Εβραίων και του πληθυσμού. Αυτή τη φορά, ο Κύχλερ αντέδρασε εκ διαμέτρου αντίθετα απ' ότι το 1939. Δικαιολογώντας τον «αγώνα του λαού [Volkstumskamp]» στην κατεχόμενη χώρα, «όπως για παράδειγμα την αντιμετώπιση των πολωνικών μειονοτήτων, των Εβραίων και του καθολικού κλήρου», απαγορεύοντας παρέμβαση ή κριτική στο «έργο» αυτό.[66]

Η στάση του αυτή αποτελούσε μικρό δείγμα για το πώς ακριβώς θα διεξαγόταν η επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Λίγους μήνες πριν την εισβολή, στις 25 Απριλίου 1941, ανακοίνωσε στα στρατεύματά του:

Μια βαθιά άβυσσος μας χωρίζει, ιδεολογικά και φυλετικά, από τη Ρωσία. Η Ρωσία είναι κατά κύριο λόγο, έστω και από εδαφική και μόνο άποψη, ασιατικό κράτος. Ο Φύρερ δεν θέλει να μεταθέσει την ευθύνη της ύπαρξης της Γερμανίας σε μια μεταγενέστερη γενιά: αποφάσισε να αναγκάσει τη Ρωσία να τον αντιμετωπίσει πριν από το τέλος του χρόνου. Αν η Γερμανία επιθυμεί να ζήσει ειρηνικά για πολλές γενιές, ασφαλής από τον απειλητικό κίνδυνο εξ' ανατολών, δεν μπορεί να το κάνει απωθώντας για λίγο — ή ακόμα και εκατοντάδες χιλιόμετρα — τη Ρωσία˙ Σκοπός της πρέπει να είναι ο αφανισμός της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, η διάλυση του ασιατικού κράτους στην Ευρώπη.
— ΓΚΕΟΡΓΚ ΦΟΝ ΚΥΧΛΕΡ[67]

Ο Κύχλερ ήταν πρόθυμος να εφαρμόσει τις πλέον ακραίες διαταγές του Χίτλερ, συμπεριλαμβανομένης και της «Διαταγής των Κομισαρίων» της 6ης Ιουνίου 1941, η οποία διέταζε την εκτέλεση των Σοβιετικών πολιτικών επιτρόπων αμέσως μετά τη σύλληψή τους, χωρίς δίκη.[68] Σχετικά με το μέτρο αυτό, ο Κύχλερ δήλωσε πως οι κομισάριοι ήταν «εγκληματίες» που έπρεπε «να οδηγηθούν στα δικαστήρια και να καταδικαστούν σε θάνατο». Όπως υποστήριζε, τα μέτρα αυτά θα έσωζαν τις ζωές πολλών στρατιωτών και θα επιτάχυναν την προέλαση στη Ρωσία.[69] Αυτό ήταν το ιδεολογικό υπόβαθρο που συνόδευε τους Γερμανούς στρατιωτικούς ηγέτες: θα οδηγούσε στον πλέον πολυαίμακτο πόλεμο της ανθρωπότητας και θα προκαλούσε εκατομμύρια αθώων θυμάτων εκατέρωθεν.

Στις πύλες του Λένινγκραντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκέοργκ φον Κύχλερ στο Ταλίν της Εσθονίας (θέρος 1941)

Ως μέρος της Ομάδας Στρατιών «Βορράς» του Στρατάρχη Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ, η 18η Στρατιά του Κύχλερ μαζί με την 16η του Ερνστ Μπους, συνεπικουρούμενη από την Ομάδα Πάντσερ 4 του Αρχιστράτηγου Έριχ Χέπνερ. Έπρεπε να περάσει τον ποταμό Ντβίνα, το φυσικό εμπόδιο μεταξύ των συνόρων Γερμανίας — ΕΣΣΔ και να διασπάσει την οχυρωματική γραμμή «Στάλιν».[70] Η Ομάδα Στρατιών θα έφτανε μέχρι το Λένινγκραντ, την πόλη – σύμβολο της Οκτωβριανής Επανάστασης, την οποία και θα έθετε υπό τον έλεγχό της.

Η Επιχείρηση ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ, το κωδικό όνομα της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση, ξεκίνησε τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου 1941. Ο Λέεμπ αποφάσισε να χωρίσει τα Πάντσερ του σε δύο μονάδες: η μία θα αντιμετώπιζε τις μονάδες που οι Σοβιετικοί είχαν απερίσκεπτα παρατάξει στα σύνορα και η άλλη θα κατευθυνόταν προς τον Ντβινά για να εξασφαλίσει τις μείζονος σημασίας γέφυρές του.[71] Η 16η και η 18η Στρατιές θα αναλάμβαναν να ακολουθούν κατά πόδας τα Πάντσερ του Χέπνερ, που λόγω ταχύτητας και ισχύος θα οδηγούσαν την προέλαση.[72] Οι γέφυρες του Ντβίνα κατελήφθησαν με τέχνασμα, από Γερμανούς που φορούσαν ρωσικές στολές σε φορτηγά, κατά τις 8:00 το πρωί της 26ης Ιουνίου. Μέχρι τότε η Ομάδα Στρατιών είχε καλύψει πάνω από 300 χιλιόμετρα μέσα στο εχθρικό έδαφος.[73] Οι μονάδες του Χέπνερ προχώρησαν μέσα από τη Βαλτική, περνώντας μέσα από τη Γραμμή «Στάλιν».

Τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια έφτασαν στις 14 Ιουλίου. Η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» απείχε κάτι περισσότερο από 100 μόνο χιλιόμετρα από το Λένινγκραντ. Η 18η Στρατιά όμως ήταν αδύνατο να ακολουθήσει το ραγδαίο ρυθμό των μηχανοκίνητων μονάδων της Ομάδας Πάντσερ 4 και συνάντησε ισχυρή αντίσταση στη Νάρβα, βόρεια της Λίμνης Πέιπους. Σαν να μην ήταν αρκετό αυτό, το βαλτώδες έδαφος που επικρατούσε δυσχέραινε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Οι Σοβιετικοί εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, εκτοξεύοντας σφοδρές επιθέσεις στα πλευρά των απροετοίμαστων Γερμανών. Τελικώς η κρίση αποσοβήθηκε χάρη στην ιδιοφυΐα του Έριχ φον Μάνσταϊν, αλλά κατά τις 18–19 Ιουλίου η Ομάδα Πάντσερ 4 σταμάτησε στο προγεφύρωμα που είχε δημιουργήσει στον ποταμό Λούγκα, για να περιμένει τη 18η Στρατιά.[74] Η προώθηση ξεκίνησε εκ νέου στις αρχές Αυγούστου, αλλά η 18η Στρατιά δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις. Σταδιακά το Λένινγκραντ περικυκλώθηκε και στις 8 Σεπτεμβρίου κατελήφθη το Σλύσελμπουργκ στα ανατολικά της πόλης.[75] Η «πολιορκία των 900 ημερών» μόλις ξεκινούσε.

Το μέτωπο σταθεροποιήθηκε κατά το Σεπτέμβριο και παρέμεινε σχετικά ήρεμο για ένα μεγάλο διάστημα. Από την OKH ελήφθη η απόφαση, η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» να μην καταλάβει το Λένινγκραντ με έφοδο. Αντίθετα, προτεινόταν ο συστηματικός στραγγαλισμός της πόλης. Απλώς οι κάτοικοι θα αφήνονταν να λιμοκτονήσουν. Λόγω του φόβου μετάδοσης ασθενειών κάτοικοι που θα προσπαθούσαν να φύγουν από την πόλη θα χτυπιούνταν με άμεσες βολές πυροβολικού. Αργά ή γρήγορα η πείνα θα τους εξανάγκαζε να παραδοθούν — οι Γερμανοί υπολόγιζαν πως αυτό θα γινόταν το πολύ μέχρι την άνοιξη του 1942 — και τότε θα καταλάμβαναν την πόλη αμαχητί και θα την ισοπέδωναν ολοκληρωτικά, εξαφανίζοντας από τον χάρτη την πόλη των 3.000.000 κατοίκων.[76] Μονάδες της SD και της Αστυνομίας θα αναλάμβαναν τη μεταφορά των «ανεπιθύμητων στοιχείων» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η 18η Στρατιά μεταβλήθηκε έτσι σε στρατό στατικής πολιορκίας.[77]

Κατοχική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της πολιορκίας του Λένινγκραντ

Ο παράγοντας της πείνας καθόρισε κατά πολύ την πολιτική του Κύχλερ στα εδάφη γύρω από το Λένινγκραντ. Με την 16η Στρατιά να έχει αποτραβηχτεί νοτίως της λίμνης Ίλμεν, ο Κύχλερ επωμιζόταν την αποστολή να καταστήσει ασφαλή την περιοχή για τα στρατεύματά του. Ο ίδιος ο Κύχλερ ασχολήθηκε με το πρόβλημα των χιλιάδων πολιτών που βρίσκονταν στις κατεχόμενες περιοχές κοντά στο μέτωπο. Κατέληξε στο συμπέρασμα πως αποτελούσαν σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια των ανδρών, λόγω π.χ. της συμμετοχής τους σε αντιστασιακές οργανώσεις και την μεταφορά λοιμωδών νοσημάτων, αλλά και την ακεραιότητα του πολεμικού υλικού — όπως των τηλεπικοινωνιών — και η λύση που προώθησε ήδη από τις 28 Σεπτεμβρίου ήταν η σύλληψη όλων των ανδρών από 15 ως 50 χρονών και η μεταφορά τους στα μετόπισθεν. Το ποιος και το πώς θα συντηρούνταν στη ζωή με τα απαραίτητα εφόδια έμεινε χωρίς απάντηση. Παρ' όλα αυτά διέταξε την εκκένωση του προαστίου του Λένινγκραντ Πούσκιν τον Οκτώβριο. Οι 20.000 κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στα μετόπισθεν και αφέθηκαν χωρίς κατάλυμα και τροφή στο χιόνι της βαλτώδους και ανθυγιεινής περιοχής. Ως το Μάιο του 1942 ο αριθμός έφτασε τις 75.000. Η απόφαση του Κύχλερ να διατάξει τους στρατιώτες να απομακρύνουν τους ενοίκους κάθε καταλύματος αφού το επέτασσαν, η απαγόρευση της χρήσης στρατιωτικών μέσων για τη μεταφορά τους και γενικά ο διακοπή των σχέσεων μεταξύ του στρατού και του πληθυσμού έκανε τα πράγματα χειρότερα.[78]

Η πείνα είχε ήδη αρχίσει να κάνει αισθητή την εμφάνισή της στην πόλη. Η απόφαση των αρχών της να συγκεντρώσουν όλα τα αποθέματα τροφίμων σε ένα μόνο σημείο της πόλης ήταν ολέθριο σφάλμα. Το απόγευμα της 8ης Σεπτεμβρίου η Luftwaffe βομβάρδισε εσκεμμένα τις αποθήκες Μπαντάγεφ, καταστρέφοντας όλα τα τρόφιμα της πόλης με ένα και μόνο χτύπημα.[79] Πλέον, η μόνη οδός ανεφοδιασμού που έμενε ήταν μέσω της λίμνης Λαντόγκα, ο αποκαλούμενος «Δρόμος της Ζωής». Από την πείνα και το κρύο το λιγότερο 632.000 κάτοικοι θα έβρισκαν το θάνατο.[80]

Απαντώντας στην ερώτηση ενός διοικητή των μετόπισθεν για τη συντήρηση των αμάχων, ο Συνταγματάρχης Γενικού Επιτελείου Βόλφγκανγκ Μπούχερ, διαχειριστής υλικού της 18ης Στρατιάς δήλωσε πως «όλα τα μέτρα για τη συντήρηση του πληθυσμού του Λένινγκραντ έχουν απορριφθεί» και συνέχισε με την κυνική διατύπωση πως ήταν προτιμότερο «οι δικοί μας στρατιώτες να έχουν κάτι να φάνε και οι Ρώσοι να πεινάσουν. Αλλά και η μεταφορά εφοδίων από την Ουκρανία απαγορεύεται».[81] Αυτά εξέφραζαν πλήρως το πνεύμα του Κύχλερ, που απέρριπτε μετά βδελυγμίας την ιδέα του εφοδιασμού σοβιετικών πολιτών χρησιμοποιώντας το παραμικρό μέσο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει για τον εφοδιασμό των δικών του στρατευμάτων, επιθεωρώντας προσωπικά τα στρατεύματά του για να σιγουρευτεί πως οι διαταγές του εκτελούνταν.[82]

Το ίδιο σκληρή ήταν και η αντιμετώπιση των σοβιετικών ανταρτών — «παρτιζάνων» — που δρούσαν στα μετόπισθεν του μετώπου, επιτιθέμενοι σε φάλαγγες ανεφοδιασμού, μεμονωμένες μονάδες και διαταράσσοντας τις τηλεπικοινωνίες. Η πολιτική αντιμετώπισης της Βέρμαχτ συνίστατο κυρίως στις συνοπτικές εκτελέσεις πολιτών ως αντίποινα, και η περιοχή ευθύνης της 18ης Στρατιάς δεν παρουσίαζε σημαντική διαφορά. Ο Κύχλερ διέταξε τους στρατιώτες του να αφιερωθούν με «όλη την ενέργεια και σκληρότητα» στα αντίμετρα εναντίον τόσο των παρτιζάνων όσο και των πολιτών. Οι απαγχονισμοί και οι εκτελέσεις αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο, όπου η ηθική δεν είχε θέση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η διαταγή του Κύχλερ τον Ιούλιο του 1941. Ως αντίποινα για τη δολοφονία 15 στρατιωτών από τους παρτιζάνους, «όλοι οι Ρώσοι, οι οποίοι συνελήφθησαν στη Ρίγα, να τουφεκιστούν».[83]

Αντιπροσωπευτικό περιστατικό και μεγάλης σημασίας, καθώς συνέβαλε στην καταδίκη του Κύχλερ στη Νυρεμβέργη, υπήρξε το περιστατικό της Κλινικής Μακαρέφσκαγια Πουστίν κοντά στο Σλύσελμπουργκ. Στις 26 Δεκεμβρίου 1941 η 18η Στρατιά ενέκρινε την πρόταση του XXVIII Σώματος Στρατού να θανατωθούν από την SD οι άρρωστες από σύφιλη και επιληψία γυναίκες που νοσηλεύονταν εκεί, με το σκεπτικό πως αποτελούσαν κίνδυνο για την υγεία των στρατευμάτων και «υπάρξεις ανάξιες ζωής». Παρομοίως δύο μήνες νωρίτερα, οι 1.200 περίπου ψυχικά ασθενείς του ασύλου Κατσένκο στο Νικόλσκογιε κρίθηκε αναγκαίο να «εκκενωθούν» (sic, ευφημισμός) μέσω της SD, επειδή η Στρατιά θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το άσυλο για στρατιωτικό νοσοκομείο. Ο Κύχλερ αντιπρότεινε τη μεταφορά τους στα μετόπισθεν, ώστε να απαλλαγεί από την ευθύνη της θανάτωσής τους. Τελικά στις 10.30 της 15ης Νοεμβρίου αναφέρθηκε πως η συντήρησή τους δεν ήταν πλέον δυνατή. Μισή ώρα αργότερα ο Κύχλερ ενέκρινε την «παράδοση» των ασθενών στην SD. Στις 20 Νοεμβρίου 800–900 από αυτούς εκτελέστηκαν με θανατηφόρο ένεση και ρίχτηκαν σε όρυγμα σε κάποιο παρακείμενο χωριό. Τέσσερις μέρες αργότερα ο Κύχλερ επιθεώρησε ο ίδιος την εγκατάσταση.[84]

Αλλαγή ηγεσίας: Επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών «Βορράς»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκέοργκ φον Κύχλερ (δεύτερος από δεξιά) μαζί με τον Λέεμπ σε συνομιλία με αξιωματικούς

Τον Οκτώβριο ο Λέεμπ διέταξε την κατάληψη του Τιχβίν, 120 χιλιόμετρα ανατολικά του Λένινγκραντ, και του παρακείμενου Βολχόβ, ώστε να αποκόψει την πρόσβαση του Κόκκινου Στρατού στη Λαντόγκα και να αποκόψει την τελευταία δίοδο επικοινωνίας του Λένινγκραντ με τον έξω κόσμο.[85] Είχε ήδη αρχίσει να πέφτει ο χειμώνας, και οι ελλιπώς προετοιμασμένοι Γερμανοί είχαν απώλειες από το κρύο, και επιπλέον δυσκολίες στον χειρισμό των όπλων τους, που δυσκολεύονταν να λειτουργήσουν στις θερμοκρασίες δεκάδων βαθμών υπό το μηδέν που επικρατούσαν. Οι μάχες στην περιοχή συνεχίστηκαν για όλο το χειμώνα, αλλά τελικά η κατάληψη του Τιχβίν δεν επετεύχθη.[86] Αν και σημαντικά αποδυναμωμένοι, οι Σοβιετικοί πολέμησαν με γενναιότητα και κατάφεραν να κρατήσουν τη δίοδο στη Λαντόγκα. Η πίεση που ασκούνταν στην Ομάδα Στρατιών «Βορράς» ήταν πλέον αφόρητη. Η σοβιετική επίθεση στις 7 Ιανουαρίου στοίχισε στους Γερμανούς επιπλέον νεκρούς από τις χιλιάδες που είχε χάσει ως τότε. Ο Λεεμπ, που ήταν τότε 66 χρονών, είχε εξαντληθεί ψυχικά και σωματικά με τον πόλεμο και με την πολιτική της μη–οπισθοχώρησης του Χίτλερ, που απειλούσε τις μονάδες του με περικύκλωση και έκανε διπλωματικά αίτηση για την απαλλαγή του από τη διοίκηση στις 15 Ιανουαρίου 1942.[87] Την επόμενη κιόλας μέρα ο Κύχλερ ανέλαβε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών «Βορράς».[10]

Το μέτωπο παρέμεινε σχετικά ήσυχο καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, με εξαίρεση τις αποτυχημένες εαρινές επιθέσεις των Σοβιετικών και την απόπειρα για άρση της πολιορκίας τον Οκτώβριο του 1942.[88] Αυτή την περίοδο, οι Γερμανοί οχύρωσαν συστηματικά το προγεφύρωμα του Σλύσελμπουργκ ανατολικά της πόλης. Αυτό συνδεόταν μέσω ενός στενού διαδρόμου με τις γερμανικές γραμμές και έγινε γνωστό ως «ο λαιμός του μπουκαλιού». Στα νότια, νοτιοδυτικά της λίμνης Ίλμεν, γερμανικές δυνάμεις κρατούσαν μια εξέχουσα με κέντρο το Ντεμιάνσκ απέναντι σε υπέρτερες σοβιετικές δυνάμεις. Ο Κύχλερ, που είχε προαχθεί εν τω μεταξύ σε Στρατάρχη στις 30 Ιουνίου 1942,[10] αμφισβητούσε τη χρησιμότητα του θύλακα, από τη στιγμή που δεν σχεδιάζονταν άλλες μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις για να χρησιμοποιηθεί ως ορμητήριο, και πρότεινε την εκκένωσή του. Το ΙΙ Σώμα Στρατού ερχόταν αντιμέτωπο με το φάσμα της περικύκλωσης, αλλά ο Χίτλερ θεώρησε πως επειδή ο θύλακας δέσμευε σημαντικές σοβιετικές δυνάμεις, ήταν σκόπιμο να διατηρείται. Τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο οι Γερμανοί εκτόξευσαν περιορισμένες επιθέσεις για να διευρύνουν το διάδρομο προς το Ντεμιάνσκ. Έπειτα άρχισαν να προετοιμάζονται για τις μάχες που έπονταν.[88]

Η αδράνεια παρέμεινε το κυρίαρχο στοιχείο στις αρχές του 1943. Το καλοκαίρι ξέσπασαν μάχες κοντά στην πόλη Μγκα, στις οποίες η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» είχε το πλεονέκτημα, αλλά η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» αποδυναμωνόταν σταδιακά: το Σεπτέμβριο είχε μόλις 7 τεθωρακισμένα επιχειρησιακά και εκτελούνταν μισές αναγνωριστικές πτήσεις απ' όσες έκαναν οι Σοβιετικοί.[89] Για τις επιδόσεις του στις αμυντικές μάχες του θέρους, ο Κύχλερ τιμήθηκε ως ο 273ος στρατιώτης της Βέρμαχτ με τα Φύλλα Δρυός στον Σταυρό των Ιπποτών από τον ίδιο τον Χίτλερ.[1][10]

Νέβελ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Λέεμπ με τον Κύχλερ επισκέπτονται προωθημένες θέσεις παρατηρητών στο μέτωπο του Λένινγκραντ. Ο Κύχλερ παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου εξαιρετικά δημοφιλής στους στρατιώτες του, καθώς σε πολλές περιπτώσεις εξέθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο για να σώσει τραυματισμένους στρατιώτες του[48]

Οι Σοβιετικοί στις 6 Οκτωβρίου 1943 επιτέθηκαν στο όριο μεταξύ της περιοχής ευθύνης των Ομάδων Στρατιών «Βορράς» και «Κέντρο» κοντά στο Νέβελ. Ο Κύχλερ επιστράτευσε τις τρεις μεραρχίες που κρατούσε ως εφεδρεία για να κλείσει το ρήγμα, αλλά μόνο μία κατάφερε να φτάσει εγκαίρως λόγω της καταστροφής του σιδηροδρόμου από τους παρτιζάνους. Και αυτή αντιμετώπισε σφοδρές επιθέσεις και αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Κύχλερ δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει ενισχύσεις, χάνοντας το Νέβελ.[90] Παράλληλα, οι Σοβιετικοί άρχιζαν να συγκεντρώνουν δυνάμεις βορειότερα, στο Νοβοσοκολνίκι. Ανήσυχος για τις εξελίξεις, ο Κύχλερ απέρριψε την πρόταση του διοικητή της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» Κλούγκε για κοινή προσπάθεια επανάκτησης του Νέβελ στις 19 Οκτωβρίου.[91]

Οι Σοβιετικοί συνέχισαν την επίθεση. Στις 2 Νοεμβρίου επιτέθηκαν στην 3η Στρατιά Πάντσερ, απειλώντας το βόρειο πλευρό της 16ης Στρατιάς. Ο Κύχλερ αναγκάστηκε να μεταφέρει ενισχύσεις και να σταθεροποιήσει το μέτωπο προσωρινά. Ο Χίτλερ δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος από τις εξελίξεις και διέταξε τον Κύχλερ να κλείσει το ρήγμα μαζί με την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο», που βρισκόταν υπό την ηγεσία του Μπους. Ο Κύχλερ αρνήθηκε. Η θερμοκρασία στο Λένινγκραντ ήταν πολύ χαμηλή και ευνοϊκή για μια επίθεση των Σοβιετικών, έτσι προτιμούσε να κρατήσει διαθέσιμες εφεδρείες σε περίπτωση που τις χρειαζόταν εκεί, αλλά ο Χίτλερ ήταν αμετάπειστος, δίνοντας διορία στον Κύχλερ να ετοιμάσει αντεπίθεση ως το τέλος του μήνα.[92]

Οι μονάδες της 3ης Στρατιάς Πάντσερ του Μπους ξεκίνησαν στις 9 Νοεμβρίου και κέρδισαν 5 χιλιόμετρα εδάφους. Ο Κύχλερ αντίθετα προτίμησε να μην επιτεθεί, με τη δικαιολογία πως όλες οι δυνάμεις του ήταν καθηλωμένες. Ο Χίτλερ εξοργίστηκε και τον διέταξε να σταματήσει τις δικαιολογίες και να ξεκινήσει την επίθεσή του. Τα 7 μόνο τάγματα που συγκέντρωσε ο Κύχλερ αντιμετώπισαν σφοδρό μπαράζ πυροβολικού και εξαναγκάστηκαν σε οπισθοχώρηση. Οι σοβιετικοί συνέχιζαν να ελίσσονται πίσω από το δεξί πλευρό της Ομάδας Στρατιών «Νότος». Το μόνο που κατάφερε ο Κύχλερ μετά από μία εβδομάδα διαπραγματεύσεων ήταν το δικαίωμα να σταματήσει τους Σοβιετικούς εκεί και μετά να κατευθυνθεί προς το Νέβελ. Το ρήγμα συνέχισε να διευρύνεται, αναγκάζοντας τον Μπους να αποσύρει την 3η Στρατιά Πάντσερ. Ο Κύχλερ επιτέθηκε με καθυστέρηση σχεδόν μίας εβδομάδας στο πλευρό του την 1η Δεκεμβρίου, αλλά δεν σημείωσε σημαντική πρόοδο, λόγω αντίξοων καιρικών συνθηκών. Ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει, πιστεύοντας πως οι Ρώσοι θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στον ανεφοδιασμό τους, αλλά ο Χίτλερ απαίτησε την επίθεση στο Νέβελ.[92] Η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» απέτυχε να σταματήσει τους Σοβιετικούς, φέρνοντας τον Χίτλερ προ τετελεσμένου γεγονότος, καθώς αναγκάστηκε να εγκρίνει την υποχώρηση στα ανατολικά, έτσι ώστε το μέτωπο να ευθυγραμμιστεί και να αποφευχθεί η περικύκλωση. Πράγματι, η υποχώρηση είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του Ιανουαρίου, αλλά ο Κύχλερ είχε αρχίσει να πέφτει σε δυσμένεια.[93]

Η απελευθέρωση του Λένινγκραντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Γκέοργκ φον Κύχλερ κατά το 1942/43

Η κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί τον Ιανουάριο του 1944 ήταν εξαιρετικά επισφαλής για την Ομάδα Στρατιών «Βορράς». Είχε αναγκαστεί να «σπάσει» τις δυνάμεις της για να ισχυροποιήσει τα άκρα της, και ήταν ευάλωτη εάν οι Σοβιετικοί επιχειρούσαν νέες επιθέσεις. Ο Κύχλερ ήθελε να υποχωρήσει πίσω από την οχυρωματική Γραμμή ΠΑΝΘΗΡ, πίσω από τη λίμνη Πέιπους, αλλά ο Χίτλερ αρνείτο να του το επιτρέψει. Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου, ο διοικητής της Ομάδας Στρατιών «Βορράς» διαμαρτυρήθηκε για την αφαίρεση των ικανών μεραρχιών που διέθετε η Ομάδα Στρατιών, αλλά ο επιτελάρχης της OKH Στρατηγός Κουρτ Τσάιτσλερ τον έπεισε πως ο Χίτλερ θα τον διέταζε να εκτελέσει την υποχώρηση στην Γραμμή ΠΑΝΘΗΡ)(Επιχείρηση ΜΠΛΕ) σύντομα, κάτι που αποδείχτηκε ευσεβής πόθος. Ο Χίτλερ καθησυχάστηκε από τις αναφορές του Στρατηγού Γκέοργκ Λίντεμαν για την καλή κατάσταση της 18ης Στρατιάς του, αναγκάζοντας τον Κύχλερ να του απευθυνθεί χωρίς αποτέλεσμα.[94]

Η σοβιετική επίθεση ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου εναντίον των γερμανικών θέσεων με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Ο Κύχλερ αιτήθηκε υποχώρηση πίσω από τη Λαντόγκα, στη θέση ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ, αλλά αυτό του απαγορεύθηκε. Ο Λίντεμαν επιστράτευε ήδη τις τελευταίες εφεδρείες του και το μέτωπο κατέρρεε. Μόλις στις 19 ο Χίτλερ ενέκρινε την υποχώρηση στη θέση ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ, αλλά ακόμα και τότε ήταν πολύ αργά για να σταματήσει τους Σοβιετικούς. Ο Λίντεμαν αναγκάστηκε να υποχωρήσει στα νότια του Λένινγκραντ και ο Κύχλερ υπέβαλε αίτηση στον Χίτλερ τουλάχιστον να του επιτραπεί η υποχώρηση προς τον ποταμό Λούγκα, για να λάβει την συνηθισμένη απάντηση για «αντίσταση μέχρις εσχάτων».[95]

Παρά το κρίσιμο της κατάστασης, ο Κύχλερ παραβρέθηκε στο Εθνικοσοσιαλιστικό Συνέδριο στο Κένιχσμπεργκ, όπου είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Χίτλερ. Προειδοποίησε πως αν ο Λίντεμαν δεν υποχωρούσε πίσω από τον Λούγκα, θα περικυκλωνόταν σύντομα. Ο Χίτλερ αγνόησε τα επιχειρήματά του και απαγόρευσε οποιαδήποτε εκούσια υποχώρηση. Επικαλούμενος το συναίσθημα, ο Κύχλερ ισχυρίστηκε πως η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» είχε βαρύτατες απώλειες και πολεμούσε με όλες τις δυνάμεις τις, μόνο για να λάβει την αμφισβήτηση του Χίτλερ. Όντας στις πύλες της κατάρρευσης, ο επιτελάρχης του Κύχλερ, Αντιστράτηγος Έμπερχαρτ Κίντσελ, παρακίνησε το διοικητή του να μεταφέρει στον Χίτλερ ένα υπόμνημα με το οποίο εξέθετε την κατάσταση, προειδοποιώντας πως δεν μπορούσε να κρατήσει πλέον τίποτα μπροστά από τον Λούγκα. Η υποχώρηση εγκρίθηκε στις 30 Ιανουαρίου με τον όρο να αποκαταστήσει ένα συμπαγές μέτωπο και να αγκιστρωθεί πάνω στον ποταμό χωρίς περεταίρω υποχωρήσεις. Αλλά το σχέδιο αυτό είχε ήδη ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Οι Σοβιετικοί είχαν ήδη διαβεί τον ποταμό και προωθούνταν ασταμάτητοι στα ανατολικά. Ο Χίτλερ ένιωσε προφανώς προδομένος και κάλεσε τον Κύχλερ στο αρχηγείο του στις 31 Ιανουαρίου. Εκεί του ανακοινώθηκε στην απογευματινή σύσκεψη πως ο Στρατάρχης απαλλάσσονταν από τα καθήκοντά του.[96]

Στην «Εφεδρεία του Φύρερ»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από την απαλλαγή του, ο Κύχλερ δεν έλαβε καμία άλλη διοίκηση και επέστρεψε στο σπίτι του στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν στη Βαυαρία. Εκεί προσεγγίστηκε από τον Δρα. Καρλ Γκέρντελερ, σημαίνον μέλος της Αντίστασης κατά του Χίτλερ, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να συμμετάσχει στο σχεδιαζόμενο πραξικόπημα. Ο Κύχλερ αρνήθηκε διπλωματικά, απαντώντας πως θαύμαζε τη στάση τους, αλλά δεν ήταν έτοιμος να συμμετέχει. Αντίθετα με άλλους συναδέλφους του, έμεινε αλώβητος από τις διώξεις των συνωμοτών μετά την απόπειρα της 20ής Ιουλίου.[97]

Μεταπολεμικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κύχλερ συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα που κατέλαβαν τη Βαυαρία στις 8 Μαΐου 1945.[10] Αρχικά εργάστηκε με την «Μεραρχία Ιστορίας» του Αμερικανικού Στρατού για τη συγγραφή της ιστορίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά σύντομα φυλακίστηκε και προσήχθη μαζί με 11 άλους στρατηγούς στη Νυρεμβέργη, στη λεγόμενη «Δίκη της OKW» για εγκλήματα πολέμου.[98] Η δίκη αυτή, γνωστή και ως «Υπόθεση XII» των Δικών της Νυρεμβέργης, ξεκίνησε στις 30 Δεκεμβρίου 1947.[10]

Ο Κύχλερ αντιμετώπισε αρκετές κατηγορίες, όπως αυτές για εκτελέσεις πολιτών με την κατηγορία συμμετοχής στην αντίσταση, χρησιμοποίηση αιχμαλώτων πολέμου για εκκαθάριση ναρκοπεδίων, την εφαρμογή της «Διαταγής των Κομισαρίων», τις εκτελέσεις Εβραίων σύμφωνα με τη Διαταγή Ράιχεναου, τις εκτελέσεις ασθενών στη Μακαρέφσκαγια και τις εκτελέσεις Τσιγγάνων στο Νοβορζέφ τον Ιούνιο του 1942.[68] Προσπάθησε είτε να αρνηθεί τις κατηγορίες είτε να ανάγει τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνταν σε στρατιωτική αναγκαιότητα. Η ψευδής ομολογία του π.χ. για την άγνοιά του περί της ύπαρξης της διαταγής των Κομισαρίων κατέρρευσε από τη στιγμή που οι Αμερικανοί είχαν πρόσβαση σε έγγραφα των μονάδων του. Στο τέλος της δίκης αναφέρθηκε πως ο πρώην Στρατάρχης παρουσίαζε «μια θλιβερή εικόνα».[99]

Η ποινή του ανακοινώθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1948. Ο Κύχλερ καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και πέρασε τα επόμενα χρόνια στη φυλακή. Την 1η Φεβρουαρίου 1951[3] η ποινή μειώθηκε σε 12 χρόνια και στις 18 Φεβρουαρίου 1952 αφέθηκε ελεύθερος, έχοντας εκτίσει κάτι περισσότερο από τρία μόλις χρόνια.[10]

Μετά την απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωσή του ο Κύχλερ επέστρεψε στο Γκάρμις–Παρτενκίρχεν.[46] Στο μεσοδιάστημα, το 1951, ο γιός του είχε πεθάνει.[24] Ο Στρατάρχης ε.α. έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αφάνεια. Αρνήθηκε προτάσεις να συγγράψει τα απομνημονεύματά του, λέγοντας χαρακτηριστικά πως οι στρατηγοί της γενιάς του έπρεπε να σιωπήσουν, αφού «δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την καταστροφή της Γερμανίας».[3] Στις 25 Μαΐου 1968, δύο χρόνια μετά τον θάνατο της γυναίκας του,[24] ο Γκέοργκ φον Κύχλερ απεβίωσε ήσυχα στο Γκάρμις–Παρτενκίρχεν, πέντε ημέρες πριν συμπληρώσει τα 86 του χρόνια.[16]

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρατίθενται οι διακρίσεις (παράσημα, μετάλλια και λοιπές ηθικές διακρίσεις) που απονεμήθηκαν στον Κύχλερ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας:

Σύνοψη βαθμών[10]
Γερμανικός Βαθμός Ελληνικό αντίστοιχο Ημερομηνία
Fähnrich Δόκιμος Αξιωματικός 19 Οκτωβρίου 1900
Leutnant Ανθυπολοχαγός 18 Αυγούστου 1901
Oberleutnant Υπολοχαγός 18 Αυγούστου 1910
Hauptmann Λοχαγός 08 Οκτωβρίου 1914
Major Ταγματάρχης 01 Φεβρουαρίου 1924
Oberstleutnant Αντισυνταγματάρχης 01 Ιανουαρίου 1929
Oberst Συνταγματάρχης 01 Μαΐου 1931
Generalmajor Υποστράτηγος 01 Απριλίου 1934
Generalleutnant Αντιστράτηγος 01 Δεκεμβρίου 1935
General der Artillerie (Στρατηγός του Πυροβολικού)[Σημ. 5] 01 Απριλίου 1937
Generaloberst Αρχιστράτηγος 19 Ιουλίου 1940
Generalfeldmarschall Στρατάρχης 30 Ιουνίου 1942

Μνείες στην Αναφορά της Βέρμαχτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ημερομηνία Πρωτότυπο κείμενο Μετάφραση
21 Οκτωβρίου 1941 (έκτακτη) Hand in Hand mit dieser Operationen stieß die Armee des Generaloberst von Küchler westlich des PEIPUS–SEES in breiter Front bis zum Küste des FINNISCHEN MEERES vor.[100] Χέρι με χέρι μαζί με αυτές τις επιχειρήσεις η Στρατιά του Αρχιστράτηγου φον Κύχλερ προωθήθηκε σε ευρύ μέτωπο δυτικά της λίμνης Πέιπους ως τις όχθες του Φιννικού Κόλπου.
12 Αυγούστου 1943 In der dritten Schlacht südlich des Ladogasees haben die unter Führung des Generalfeldmarschalls Küchler, des Generalobersten Lindemann und des Generals der Infanterie Wöhler stehenden deutschen Truppen, unterstützt von den durch General der Flieger Korten geführten Luftwaffenverbänden, in der Zeit vom 22. Juli bis 6. August den Ansturm der 8. und 67. sowjetischen Armee in heldenmütigen Kämpfen abgeschlagen und damit die Durchbruchsabsichten des Feindes vereitelt.[101] Στην τρίτη μάχη νότια της λίμνης Λαντόγκα τα υπό την ηγεσία του Στρατάρχη Κύχλερ, του Στρατηγού Λίντεμαν και του Στρατηγού Πεζικού Βέλερ, τα εκεί ευρισκόμενα γερμανικά στρατεύματα, υποστηριζόμενα από τις διοικούμενες από τον Στρατηγό της των Ιπταμένων Κόρτεν μονάδες της Luftwaffe, κατά την περίοδο από τις 22 Ιουλίου ως τις 6 Αυγούστου, να αποκρούσουν την επίθεση της 8ης και της 67ης Σοβιετικών Στρατιών μετά από ηρωικής γενναιότητας μάχες και έτσι ο σκοπός εισχώρησης του εχθρού εμποδίστηκε.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οι επιτελικοί αξιωματικοί (μέχρι το βαθμό του Συνταγματάρχη) έφεραν μετά το βαθμό τους τη συντομογραφία i.G. (im Generalstab, δηλ. «στο Γενικό Επιτελείο» π.χ. Oberstleutnant i.G., «Συνταγματάρχης Γενικού Επιτελείου»
  2. Οι τάξεις των Επιτελικών αξιωματικών μιας στρατιωτικής μονάδας μεγάλου μεγέθους, π.χ. μεραρχίας ή ανώτερου σε μέγεθος σχηματισμού, ήταν οι: Ia (Αξιωματικός Επιχειρήσεων), Ib (Διαχείριση Υλικού), Ic (Αντικατασκοπεία) Id (Εκπαίδευση) IIa (1ος Υπασπιστής ). Ακολουθούσαν οι ΙΙb (2οι Υπασπιστές) και οι Αξιωματικοί των Σωμάτων. Ο Ia ονομαζόταν «Πρώτος Αξιωματικός Γενικού Επιτελείου», ο Ib «Δεύτερος Αξιωματικός Γενικού Επιτελείου» και ούτω καθ' εξής.
  3. Κατά τον Hürter (Hitlers Heerfüher) το όνομα της κόρης του Κύχλερ ήταν Φελίσιτας, αλλά αυτό δεν υποστηρίζεται από τις υπόλοιπες πηγές (Neue Deutsche Biographie και Hessische Biographie)
  4. Αρκτικόλεξο των λέξεων Oberkommando des Heeres, «Ανώτατη Διοίκηση Στρατού»
  5. Ο βαθμός αυτός δεν υπάρχει οργανικά στον Ελληνικό Στρατό. Τα Generalleutnant και General der... [Όπλο/Σώμα] (π.χ. Στρατηγός του Πεζικού [Infanterie], Ιπταμένων [Flieger], Ιππικού [Kavallerie], Τεθωρακισμένων [Panzertruppe], Αλεξιπτωτιστών [Fallschirmtruppe], Ορεινών Στρατευμάτων [Gebirgstruppe] κ.λπ.) αποδίδονται ενίοτε ως «Αντιστράτηγος / Αντιπτέραρχος Β' Τάξης» (ανάλογα τον κλάδο) και «Αντιστράτηγος / Αντιπτέραρχος Α' Τάξης» αντίστοιχα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 273. Eichenlaubträger Georg von Küchler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939–1945
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 „Küchler, Carl Friedrich Ludwig Otto Gustav von“, στο: Hessische Biografie (γερμανικά)
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Meyer, Georg: „Küchler, Georg von“, στο: Neue Deutsche Biographie 13 (1982), σ. 180 [Ηλεκτρονική Έκδοση] (γερμανικά)
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Hürter, Johannes (2006): Hitlers Heerführer. Die deutschen Oberbehlshaber im Krieg gegen die Sowjetunion. R. Oldenburg Verlag, Μόναχο 2007, σ. 640 (γερμανικά)
  5. Corum, James S. (2008): Wolfram von Richthofen. Master of the German Air War. University Press of Kansas, Λόρενς, Κάνσας 2008, σ. 40–41 (Αγγλικά)
  6. Hürter (2006), σ. 48
  7. Hürter (2006), σ. 52–55
  8. 8,0 8,1 Corum (2008), σ. 40
  9. Hürter (2006), σ. 53
  10. 10,00 10,01 10,02 10,03 10,04 10,05 10,06 10,07 10,08 10,09 10,10 10,11 10,12 10,13 10,14 10,15 10,16 10,17 10,18 10,19 Miller, Michael D. και Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Georg von Küchler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (Αγγλικά)
  11. 11,0 11,1 Hürter (2006), σ. 55
  12. Hürter (2006), σ. 56–57
  13. Hürter (2006), σ. 53–54 και 640
  14. Hürter (2006), σ. 640–641
  15. Cron, Hermann: Die Organisation des deutschen Heeres im Weltkriege. E. S. Mittler und Sohn, Βερολίνο 1923, (Forschungen und Darstellungen aus dem Reichsarchiv Φύλλο 5, σ. 149) (γερμανικά)
  16. 16,00 16,01 16,02 16,03 16,04 16,05 16,06 16,07 16,08 16,09 16,10 16,11 16,12 Hürter (2006), σ. 641
  17. Hürter (2006), σ. 673, σημείωση στο παράρτημα συντομογραφιών
  18. Hürter (2006), σ. 86–87
  19. Hürter (2006), σ. 86
  20. Hürter (2006), σ. 88–89
  21. Hürter (2006), σ. 90–91
  22. Hürter (2006), σ. 91
  23. Corum (2008), σ. 45
  24. 24,0 24,1 24,2 „Küchler, Georg von“, στο: Hessische Biografie (γερμανικά)
  25. Hürter (2006), σ. 104
  26. Hürter (2006), σ. 104–105
  27. Hürter (2006), σ. 107–108
  28. Hürter (2006), σ. 127
  29. Για μια εμβάθυνση στο θέμα αυτό πβ. Hürter, Johannes: Konservative Mentalität, militärischer Pragmatismus, ideologisierte Kriegführung: Das Beispiel des Generals Georg von Küchler, στο: Hirschfeld, Gerhard / Jersak, Tobias (εκδ.): Karrieren im Nationalsozialismus: Funktionseliten zwischen Mitwirkung und Distanz. Campus Verlag, 2004, σ. 239–255 (γερμανικά)
  30. Hürter (2006), σ. 144–145
  31. Hürter (2006), σ. 147
  32. 32,0 32,1 McCannon, John: Generalfeldmarschall Georg von Küchler, στο: Gerd R. Ueberschär (εκδ.): Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe. 2η έκδοση. Primus Verlag, Ντάρμστατ 2011, σ. 138 (γερμανικά)
  33. Hürter (2004), σ. 241
  34. The Campaign in Poland 1939. Department of Military Art and Engineering. United States Military Academy, West Point, New York 1945. Ψηφιοποίηση μέσω του Combined Arms Research Library, Φορτ Λίβενγουορθ, Κάνσας, 2010, σ. 12 (Αγγλικά)
  35. 3. Armee. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  36. Οι πληροφορίες για τη σύσταση και τους διοικητές αντλήθηκαν από τα κάτωθι άρθρα από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht: 3. Armee, I. Armeekorps, XXI. Armeekorps, 11. Infanterie-Division, 21. Infanterie-Division, 61. Infanterie-Division, 217. Infanterie-Division, 228. Infanterie-Division (γερμανικά)
  37. The Campaign in Poland 1939, σ. 9–10
  38. The Campaign in Poland 1939, σ. 13
  39. The Campaign in Poland 1939, σ. 13–14
  40. The Campaign in Poland 1939, σ. 14
  41. The Campaign in Poland 1939, σ. 17
  42. The Campaign in Poland 1939, σ. 21
  43. Corum (2008), σ. 172–174
  44. The Campaign in Poland 1939, σ. 25
  45. The Campaign in Poland 1939, σ. 26
  46. 46,0 46,1 46,2 McCannon (1998), σ. 139
  47. Hürter (2006), σ. 179–180
  48. 48,0 48,1 48,2 McCannon (1998), σ. 140
  49. Hürter (2006), σ. 183
  50. Hürter (2006), σ. 182–183
  51. Generaloberst Werner Freiherr von Fritsch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  52. Hürter (2004), σ. 241–242
  53. Hürter (2004), σ. 242
  54. Amersfoort, Herman, Kamphuis, Piet (εκδ.) (2005): Mei 1940 — De Strijd op Nederlands grondgebied, Sdu Uitgevers, Χάγη, σ. 138 (Ολλανδικά)
  55. Amersfoort (2005), σ. 139–140
  56. De Jong, Lou (1970), Het Koninkrijk der Nederlanden in de Tweede Wereldoorlog, Deel 3: Mei '40, Rijksinstituut voor Oorlogsdocumentatie, Άμστερνταμ, σ. 335 (Ολλανδικά)
  57. 57,0 57,1 Hürter (2006), σ. 193
  58. De Jong (1970), σ. 349–351
  59. 59,0 59,1 Amersfoort (2005), σ. 183
  60. Amersfoort (2005), σ. 253
  61. Dildy, Doug (2010): Dunkirk 1940: Operation Dynamo. Osprey Publishing, σ. 61 (Αγγλικά)
  62. Doug (2010), σ. 76
  63. Jones, Michael (2008): Λένινγκραντ. Η Πολιορκία 1941–1944. Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2008, σ. 48
  64. Hürter (2006), σ. 206
  65. Hürter (2006), σ. 207
  66. Hürter (2006), σ. 189
  67. Jones (2008), σ. 47–48
  68. 68,0 68,1 McCannon (1998), σ. 141
  69. Jones (2008), σ. 49
  70. Jones (2008), σ. 53–54
  71. Jones (2008), σ. 54
  72. Hürter (2006), σ. 287
  73. Jones (2008), σ. 57–58
  74. Jones (2008), σ. 67–72
  75. Jones (2008), σ. 84–85
  76. Jones (2008), σ. 90–91
  77. Hürter (2006), σ. 484
  78. Hürter (2006), σ. 477–479
  79. Jones (2008), σ. 94–95
  80. Hürter (2006), σ. 500
  81. Hürter (2006), σ. 501–502
  82. Hürter (2006), σ. 504
  83. Hürter (2006), σ. 414
  84. Hürter (2006), σ. 546–548
  85. Jones (2008), σ. 289
  86. Ziemke, Earl F. (1984): Stalingrad to Berlin: The German Defeat in the East. University Press of the Pacific, Χονολουλού 2003 (ανατύπωση), σ. 31 (Αγγλικά)
  87. Mueller, Gene: Generalfeldmarschall Wilhelm Ritter von Leeb, στο: Gerd R. Ueberschär (εκδ.): Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe. 2η έκδοση. Primus Verlag, Ντάρμστατ 2011, σ. 150–151 (γερμανικά)
  88. 88,0 88,1 Ziemke (1984), σ. 32–33
  89. Ziemke (1984), σ. 297
  90. Ziemke (1984), σ. 199
  91. Ziemke (1984), σ. 201
  92. 92,0 92,1 Ziemke (1984), σ. 203–204
  93. Ziemke (1984), σ. 206–207
  94. Ziemke (1984), σ. 250
  95. Ziemke (1984), σ. 256
  96. Ziemke (1984), σ. 257
  97. McCannon (1998), σ. 143
  98. McCannon (1998), σ. 139 και 141
  99. McCannon (1998), σ. 141–142
  100. Die Wehrmachtberichte 1939–1945 Band 1, σ. 705 (γερμανικά)
  101. Die Wehrmachtberichte 1939–1945 Band 2, σ. 538 (γερμανικά)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Amersfoort, Herman και Kamphuis, Piet (εκδ.) (2005): Mei 1940 — De Strijd op Nederlands grondgebied, Sdu Uitgevers, Χάγη. ISBN 901208959X (Ολλανδικά)
  • Corum, James S. (2008): Wolfram von Richthofen. Master of the German Air War. University Press of Kansas, Λόρενς, Κάνσας 2008. ISBN 978-0700615988 (Αγγλικά)
  • De Jong, Lou (1970): Het Koninkrijk der Nederlanden in de Tweede Wereldoorlog, Deel 3: Mei '40, Rijksinstituut voor Oorlogsdocumentatie, Άμστερνταμ. (Ολλανδικά)
  • Dildy, Doug (2010): Dunkirk 1940: Operation Dynamo. Osprey Publishing, Λονδίνο. ISBN 978-1846034572 (Αγγλικά)
  • Hürter, Johannes (2006): Hitlers Heerführer - Die deutschen Oberbefehlshaber im Krieg gegen die Sowjetunion 1941/42. R. Oldenburg Verlag, Μόναχο 2007 (2η έκδοση) ISBN 978-3486583410 (γερμανικά)
  • ———, Konservative Mentalität, militärischer Pragmatismus, ideologisierte Kriegführung: Das Beispiel des Generals Georg von Küchler, στο: Hirschfeld, Gerhard / Jersak, Tobias (εκδ.): Karrieren im Nationalsozialismus: Funktionseliten zwischen Mitwirkung und Distanz. Campus Verlag, 2004. ISBN 978-3593371566
  • Jones, Michael (2008): Λένινγκραντ. Η Πολιορκία 1941–1944. Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2008. ISBN 978-960-410-545-8
  • McCannon, John: Generalfeldmarschall Georg von Küchler, στο: Gerd R. Ueberschär (εκδ.): Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe. 2η έκδοση. Primus Verlag, Ντάρμστατ 2011. ISBN 978-3896787279 (γερμανικά)
  • Meyer, Georg: „Küchler, Georg von“, στο: Neue Deutsche Biographie 13 (1982), σ. 180 [Ηλεκτρονική Έκδοση] (γερμανικά)
  • Miller, Michael D. και Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Georg von Küchler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (Αγγλικά)
  • Ziemke, Earl F. (1984): Stalingrad to Berlin: The German Defeat in the East. University Press of the Pacific, Χονολουλού 2003 (ανατύπωση). ISBN 978-9999959308 (Αγγλικά)
  • 273. Eichenlaubträger Georg von Küchler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939–1945 (γερμανικά)
  • Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 1, 1. September 1939 bis 31. Dezember 1941. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG, Μόναχο 1985. ISBN 3-423-05944-3 (γερμανικά)
  • Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 2, 1. Januar 1942 bis 31. Dezember 1943. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG, Μόναχο 1985. ISBN 3-423-05944-3 (γερμανικά)
  • „Küchler, Carl Friedrich Ludwig Otto Gustav von“, στο: Hessische Biografie (γερμανικά)
  • „Küchler, Georg von“, στο: Hessische Biografie (γερμανικά)
  • Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  • The Campaign in Poland 1939. Department of Military Art and Engineering. United States Military Academy, West Point, New York 1945. Ψηφιοποίηση μέσω του Combined Arms Research Library, Φορτ Λίβενγουορθ, Κάνσας, 2010 (Αγγλικά)