Ερνστ Μπους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ερνστ Μπέρνχαρντ Βίλχελμ Μπους
Bundesarchiv Bild 101I-088-3724-06A, Russland, General Ernst Busch.jpg
Generalfeldmarschall Ernst Busch signature.svg
Ο Στρατάρχης Ερνστ Μπους κατά τον Μάιο-Ιούνιο του 1944
Γέννηση 6 Ιουλίου 1885
Flag of the German Empire.svg Στέελε, Έσσεν, Γερμανικό Ράιχ
Θάνατος 17 Ιουλίου 1945 (ετών 60)
Flag of the United Kingdom.svg Άλντερσοτ, Μεγάλη Βρετανία
Υπηκοότητα Flag of Germany.svg Γερμανική
Υπηρεσία/κλάδος Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
War Ensign of Germany 1903-1918.svg Ράιχσχερ (1904-1918)
Flag of Weimar Republic (war).svg Ράιχσβερ (1919-1935)
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ (1935-1945)
Όπλο Πεζικό
Εν ενεργεία 1904-1945
Βαθμός Στρατάρχης (Generalfeldmarschall)
Διοικήσεις VIIΙ Σώμα Στρατού, 16η Στρατιά, Ομάδα Στρατιών «Κέντρο»
Μάχες/πόλεμοι Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Διακρίσεις Pour le mérite
Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Φύλλα Δρυός

Ο Ερνστ Μπέρνχαρντ Βίλχελμ Μπους[1] (γερμανικά: Ernst Bernhard Wilhelm Busch) (* 6 Ιουλίου 1885 στο Στέελε (Έσσεν), † 17 Ιουλίου 1945 στο στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου Άλντερσοτ κοντά στο Λονδίνο / Μεγάλη Βρετανία) ήταν Γερμανός στρατιωτικός, ο οποίος έφτασε το βαθμό του Στρατάρχη στη Ναζιστική Γερμανία το 1943.

Γεννημένος στη δυτική Γερμανία, ο Μπους επέλεξε τη σταδιοδρομία του στρατιωτικού και στην νεαρή του ηλικία εκπαιδεύτηκε σε σχολές δοκίμων, όπου και διακρίθηκε[εκκρεμεί παραπομπή]. Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Τραυματίστηκε αρκετές φορές και για την ανδρεία του έλαβε το παράσημο Pour le mérite το 1918. Παρέμεινε στο νέο Γερμανικό στρατό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου έλαβε μεταξύ άλλων και επιτελικές θέσεις. Ένθερμος οπαδός του Χίτλερ, ευνοήθηκε ιδιαίτερα από την άνοδο των Ναζί το 1933 και η σταδιοδρομία του υπήρξε έκτοτε ανοδική.

Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μπους ήταν ήδη διοικητής Σώματος Στρατού, με το οποίο έλαβε μέρος στην Πολωνική Εκστρατεία, μετά το πέρας της οποίας ανέλαβε τη διοίκηση της 16ης Στρατιάς. Με αυτή διακρίθηκε στη Γαλλική Εκστρατεία και έλαβε τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού. Στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, ως τμήμα της Ομάδας Στρατιών «Βορράς», η Στρατιά του Μπους προωθήθηκε ως τη λίμνη Ίλμεν στις πύλες του Λένινγκραντ και επιδόθηκε εκεί σε μάχες ως το τέλος του 1943. Για την δράση του ο Μπους έλαβε τα Φύλλα Δρυός στο Σταυρό των Ιπποτών.

Τον Οκτώβριο του 1943 ο Μπους έγινε επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» στη Λευκορωσία και συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με την καταστροφή της Ομάδας Στρατιών του το καλοκαίρι του 1944[2] κατά τη σοβιετική Επιχείρηση Μπαγκρατιόν, οπότε και έπεσε σε δυσμένεια και απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του. Πέρασε στην αφάνεια ως τον Μάρτιο του 1945 και, ανακτώντας σταδιακά την εύνοια του Χίτλερ, έλαβε υψηλές διοικητικές θέσεις αποκλειστικά ονομαστικής σημασίας στη βόρεια Γερμανία. Περιήλθε το Μάιο του 1945 σε βρετανική αιχμαλωσία και μεταφέρθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, όπου και πέθανε από κρίση στηθάγχης στις 17 Ιουλίου 1945, ένδεκα ημέρες αφότου έκλεισε τα εξήντα του χρόνια.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερνστ Μπους γεννήθηκε στο Στέελε, τμήμα της πόλης του Έσσεν της πρωσικής επαρχίας της Ρηνανίας στις 6 Ιουλίου 1885 και ήταν το τέκνο του καθολικού στρατιωτικού Βίλχελμ Ερνστ Μπους[1] (1845–1903)[3] και της Κλεμεντίνε Έφενς.[4] Ο πατέρας του ήταν Υπολοχαγός του Γερμανικού Στρατού και «βασιλικός» διοικητής του τοπικού στρατιωτικού ορφανοτροφείου, του «Ιδρύματος της Πριγκίπισσας Φραντσίσκα Κριστίνε Έσσεν–Στέελε».(Fürstin-Franziska-Christine-Stiftung Essen-Steele).[1] Ο νεαρός Ερνστ μεγάλωσε στην «κοσμοπολίτικη» ατμόσφαιρα της ραγδαίας εκβιομηχανιζόμενης πόλης του Έσσεν, που, ως τμήμα της Δυτικής Γερμανίας, βρισκόταν εγγύτερα στη Δύση και είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερη κοινωνική ατμόσφαιρα, σε αντίθεση με τις μιλιταριστικές ανατολικές επαρχίες του Γερμανικού Ράιχ.[5] Από τα 6 ως τα δέκα του χρόνια, ο Μπους παρακολούθησε το «Λαϊκό Σχολείο» (Volksschule) του Έσσεν και κατόπιν για δύο έτη το λεγόμενο «Προ–Γυμνάσιο» (Progymnasium) εκεί.[4]

Αν και η οικογένειά του είχε παράδοση στον κλάδο της νομικής — ο παππούς του από την πλευρά του πατέρα του, Λόρεντς Μπους, ήταν υψηλόβαθμος νομικός[3] — φαίνεται πως, με δική του επιλογή, αποφάσισε να γίνει αξιωματικός του Αυτοκρατορικού Στρατού.[6] Για τον ελιτιστικό και κοινωνικά επιλεκτικό σώμα των αξιωματικών, ο Μπους παρουσίαζε ιδιαίτερες αντιφάσεις: ήταν γιος στρατιωτικού, και επομένως διέθετε ένα αξιοπρεπές υπόβαθρο για να γίνει δεκτός σε ένα εξίσου αξιοπρεπές Σύνταγμα της εποχής, αλλά από την άλλη πλευρά, ήταν Καθολικός, μια κατηγορία που ερχόταν σε αντίθεση με το σύνολο των αξιωματικών του Πρωσικού στρατού, οι οποίοι ήταν προτεστάντες (83,4% το 1907), ενώ προερχόταν από τη Δυτική Γερμανία, περιοχή από την οποία γενικά σπάνιζαν οι αξιωματικοί.[7]

Ο δωδεκάχρονος Μπους βρέθηκε το 1897 πίσω από τα τείχη της Σχολής Δοκίμων του Μπέρνσμπεργκ (Kadettenanstalt Bernsberg), η οποία προετοίμαζε ανήλικους για τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Απομονωμένοι από τον έξω κόσμο και αποκομμένοι από την οικογένειά τους, οι δόκιμοι λάμβαναν περισσότερο πρακτική εκπαίδευση από αυτή που παρεχόταν στα «πολιτικά» σχολεία (περισσότερη έμφαση στα Μαθηματικά και τις ξένες γλώσσες, εκείνη την εποχή αγγλικά και γαλλικά) και με έμφαση στη στρατιωτική εκπαίδευση και την πειθαρχία — μία καθ' όλα σκληρή περίοδος.[8] Μετά την αποφοίτησή του από εκεί το 1901 φοίτησε, όπως όλοι οι δόκιμοι, στην Πρωσική Κεντρική Σχολή Δοκίμων «Γκρος–Λιχτερφέλντε» στο Βερολίνο (Preußische Hauptkadettenanstalt Groß–Lichterfelde).[4] Συνήθως, μετά την διετή ως τεταρτοετή φοίτησή τους, οι δόκιμοι έδιναν εξετάσεις (Fähnrichsprüfung) τοποθετούνταν σε κάποιο Σύνταγμα ως Ανθυπασπιστές (Fähnriche), όπου, μετά από λίγο καιρό, ονομάζονταν Ανθυπολοχαγοί. Ο Μπους φαίνεται πως υπήρξε άριστος μαθητής, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να φοιτήσει σε μία πρόσθετη, ειδική τάξη, την επονομαζόμενη Selekta, μετά το πέρας της οποίας τοποθετούνταν κατευθείαν ως Ανθυπολοχαγοί. Οι απόφοιτοι της Selekta ήταν ιδιαίτερα δεμένοι μεταξύ τους, ενώ αποκτούσαν μεγάλο κύρος και επίσης καλύτερες προοπτικές ανέλιξης απ' ότι οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους.[9]

Στις 10 Μαρτίου 1904 ο Ερνστ Μπους εισήλθε ως Ανθυπασπιστής στο 1ο Βεστφαλικό Σύνταγμα Πεζικού «Χέρβατ φον Μπίτενφελντ» Νο. 13 στο Μύνστερ, όπου και τον επόμενο μήνα ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός. Στις 17 Νοεμβρίου 1906 ακολούθησε η μετάθεσή του στο 8ο Βεστφαλικό Σύνταγμα Πεζικού «Δούκας Φέρντιναντ του Μπράουνσβαϊχ» Νο. 57 στο Βέσελ. Για δύο χρονιές, από την 1η Οκτωβρίου ως την 31η Αυγούστου (χρονιές 1909/10 και 1910/11) βρέθηκε στη Στρατιωτική Σχολή (Militär–Turnanstalt). Την 1η Μαΐου 1912 μετατέθηκε για τις φθινοπωρινές ασκήσεις στο Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού Νο. 43 στο Βέσελ και στις 13 Σεπτεμβρίου 1912 στην Πολεμική Σχολή του Κάσελ (Kriegsschule Kassel).[1] Εκεί προήχθη στις 16 Ιουνίου 1913 σε Υπολοχαγό.[4]

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, αρχές Αυγούστου 1914, ο Μπους ανακλήθηκε και τοποθετήθηκε στο 7ο Βεστφαλικό Σύνταγμα Πεζικού «Φόγκελ φον Φαλκενστάιν» Νο. 56 στις 3 του μήνα, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του 11ου Λόχου.[1] Με αυτόν έμεινε σε όλη τη διάρκεια του Πολέμου. Αντίθετα με τη συντριπτική πλειοψηφία των μελλοντικών συναδέλφων του Στραταρχών, ο Μπους δεν ακολούθησε τη σταδιοδρομία του Επιτελικού Αξιωματικού, μια δύσκολα επιτεύξιμη φιλοδοξία που εξασφάλιζε όμως ταχύτατη βαθμολογική ανέλιξη.[10] Οι αξιωματικοί του Γενικού Επιτελείου, περνούσαν λίγες εβδομάδες μόνο στο μέτωπο και στη συνέχεια τοποθετούνταν στο επιτελείο κάποιας μονάδας, κατά κανόνα μακριά από το μέτωπο.[11] Σε αντίθεση με τους επιτελικούς, ο Μπους πέρασε τον πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Δυτικού Μετώπου, στον αιματηρό πόλεμο χαρακωμάτων στη Γαλλία.[11]

«Ουδέτερη ζώνη» στο Δυτικό Μέτωπο (Α' Παγκόσμιος Πόλεμος)

Οι πληροφορίες που υπάρχουν για τη δράση του Υπολοχαγού Μπους στο μέτωπο είναι λίγες. Έλαβε μέρος στην κατάληψη της Λιέγης τον Αύγουστο του 1915 και στις μάχες του Σεν-Κεντίν, του Πτι-Μορίν, της Ρενς, του Αρράς, στη Λιλ, τη Φλάνδρα, το Αρτουά και το Λα Μπασέ,[1][12] από τις 19 Νοεμβρίου ως τις 25 Δεκεμβρίου 1914 ως προσωρινός Διοικητής του ΙΙ Τάγματος.[13] Στις 27 Ιανουαρίου 1915 προήχθη σε Λοχαγό, στις 21 Μαΐου τραυματίστηκε από θραύσματα οβίδας στο δεξί γόνατο και νοσηλεύτηκε μέχρι τις 11 Ιουνίου 1915[13] στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Πον-Α-Μάας. Επέστρεψε στο Σύνταγμά του, αναλαμβάνοντας ένα Λόχο και πολέμησε εκ νέου στη Φλάνδρα και το Βερντέν, όπου στις 10 Μαρτίου 1917 τραυματίστηκε εκ νέου από βολίδα στο δεξί χέρι και πέρασε τις δύο επόμενες εβδομάδες στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Λινύ. Στις 23 Οκτωβρίου τραυματίστηκε ελαφρά.[1] Τη χρονιά εκείνη, ο Μπους νυμφεύθηκε την Καταρίνα Κάιζερ, χήρα κάποιου ονόματι Χούγκερ.[3] Πολεμώντας στον Μάας και το Μοζέλα, στις 17 Ιανουαρίου 1918 μετατέθηκε στη Σχολή Οβιδοβόλων στη Βαλενσιέν και από τις 31 Ιανουαρίου ως τις 6 Φεβρουαρίου στη Σχολή Διαβιβάσεων στο Σάαρμπουργκ. Επέστρεψε για λίγες εβδομάδες στο πεδίο της μάχης, ώσπου στις 7 Μαρτίου ως τις 11 Μαρτίου συμμετείχε σε σεμινάριο για διοικητές στο Βερτ. Μετά από αυτό επέστρεψε εκ νέου στο σύνταγμά του και πολέμησε στο Σομ, στο Σουαζόν και την Καμπανία. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1918 ανέλαβε χρέη διοικητή τάγματος.[1][13]

Κατά τη διάρκεια των μαχών στην Καμπανία, ο Λοχαγός Μπους, ηγούμενος του Τάγματός του στο όριο ευθύνης μεταξύ δύο στρατιών, απέτρεψε την απόπειρα διείσδυσης των Γάλλων στον τομέα αυτό [11] Η πράξη του αυτή υπήρξε προφανώς ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο Μπους προτάθηκε για το Pour le mérite, την ύψιστη στρατιωτική διάκριση της Αυτοκρατορικής Γερμανίας. Το παράσημο απονεμόταν κατά προτίμηση σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς για τις επιδόσεις των στρατευμάτων τους και πολύ σπάνια για ατομικές πράξεις ηρωισμού κατώτερων αξιωματικών, υπαξιωματικών ή στρατιωτών.[εκκρεμεί παραπομπή] Το παράσημο αυτό το έλαβε στις 4 Οκτωβρίου 1918 και έγινε έτσι ένας από τους μόλις 11 αξιωματικούς που το έλαβαν ως διοικητές ταγμάτων.[14] Πιθανώς λόγω του κύρους που του προσέδωσε η απονομή αυτή, έλαβε στις 11 Δεκεμβρίου, διατηρώντας τη διοίκηση του τάγματός του, την ηγεσία του 56ου Συντάγματος, την οποία κράτησε μέχρι τις 19 Ιανουαρίου.[13] Στο μεσοδιάστημα, ο πόλεμος είχε τελειώσει με τη συνθηκολόγηση του Γερμανικού Ράιχ και οι αξιωματικοί πήραν το δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα τους.

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την ανακωχή ως τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1918–1933)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παρασημοφορημένος με το Pour le mérite Μπους δεν δυσκολεύτηκε να βρει τη θέση του στον «Στρατό των 100.000 Ανδρών» και των 4.000 αξιωματικών που επέβαλε η συνθήκη των Βερσαλλιών στην ηττημένη Γερμανία, ως «ήρωας πολέμου».[15] Το «κλειδί» της αναρρίχησης στη στρατιωτική ιεραρχία της Γερμανίας ήταν η είσοδος στις τάξεις των επιτελικών αξιωματικών. Αξιωματικοί της πρώτης γραμμής όπως ο Μπους, αλλά και οι περισσότεροι από τους συναδέλφους του που είτε δεν είχαν την ευκαιρία είτε απέτυχαν να γίνουν επιτελικοί αξιωματικοί έπρεπε να ξεχωρίσουν με μια πράξη ιδιαίτερη ώστε να επισπεύσουν την προαγωγή τους, πράγμα που σε καιρό ειρήνης αποδεικνυόταν δύσκολο. Από αυτή την άποψη δεν υπήρχαν ίσες ευκαιρίες στο νέο στρατό. Κατά κανόνα, για υψηλές θέσεις οι επιτελικοί αξιωματικοί ήταν σαφώς προτιμότεροι, ακόμα και από πολυπαρασημοφορημένους αξιωματικούς και ήρωες πολέμου, οι οποίοι κανονικά δεν είχαν ιδιαίτερα λαμπρές προοπτικές.[16] Με το τέλος του πολέμου ο Μπους αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. Το 1919 ήρθε στον κόσμο η κόρη του Λιζελότε και οκτώ χρόνια αργότερα, το 1927, ο γιος του Ερνστ Βίλχελμ.[4]

Μέχρι και την άνοδο των Ναζί το 1933 η σταδιοδρομία του δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί εξαιρετική: ο Μπους κράτησε κυρίως διοικητικές θέσεις, μάλλον[ασαφές] τυπικές για αξιωματικούς του βαθμού του στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, έχοντας μια ανέλιξη σταθερή αλλά αργή.[17] Από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο του 1919 διοικούσε το 2ο Λόχο (Πολυβόλων) του Συντάγματός του. Στις 25 Απριλίου 1919 έλαβε απόσπαση σε για ένα σεμινάριο για αξιωματικούς στο Μύνστερ και κατόπιν τοποθετήθηκε στο επιτελείο της 7ης Ταξιαρχίας της Ράιχσβερ στο Μύνστερ. Οι τα επόμενα χρόνια έλαβε θέσεις διοικητή λόχου σε διάφορους σχηματισμούς (Σεπτέμβριος 1919 – Μάιος 1920 Σύνταγμα Πεζικού «Λίμπαου», Μάιος – Οκτώβριος 1920 13ο Σύνταγμα Τυφεκιοφόρων και Οκτώβριος 1920 – Αύγουστος 1921 18ο Σύνταγμα Πεζικού).[13][18]

Προοπτικές στην σταδιοδρομία του Μπους άρχισαν να φαίνονται από το 1921, όταν στις 8 Αυγούστου τοποθετήθηκε στο Επιτελείο της 6ης Μεραρχίας της Ράιχσβερ στο Αννόβερο, όπου παρέμεινε για τα επόμενα τρία έτη. Από την 1η Οκτωβρίου 1924 ως την 1η Οκτωβρίου 1925 βρισκόταν με τη Διοίκηση Ομάδας 1 στο Βερολίνο. Εκεί έγινε την 1η Απριλίου 1925 Ταγματάρχης, μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια παραμονής στο βαθμό του Λοχαγού.[19] Εισήλθε στο λεγόμενο «Υπουργείο της Ράιχσβερ», θέση μεγάλης σημασίας και κύρους, στην Επιθεώρηση των Συγκοινωνιών (In6, Inspektion der Verkehrstruppe).[20] Από τον Οκτώβριο του 1928 ως το Μάρτιο του 1930 βρισκόταν στο Επιτελείο της 2ης Μεραρχίας (Στετίν) (από 1η Φεβρουαρίου 1930 Αντισυνταγματάρχης και την 1η Μαρτίου 1930 του δόθηκε η διοίκηση του ΙΙΙ Τάγματος του φημισμένου 9ου Συντάγματος Πεζικού στο Πότσδαμ, μιας μονάδας με πλούσια πολεμικής ιστορία και στο παρελθόν με συντριπτικό ποσοστό ευγενών στη σύνθεση των αξιωματικών της. Την Πρωτοχρονιά του 1932 ανέλαβε επισήμως τη Διοίκηση του Συντάγματος.[13][19]

Εθνικοσοσιαλισμός (1933–1939)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνοδος των Ναζί στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933 βρήκε περισσότερη ή λιγότερη αποδοχή στους κόλπους των υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού. Ο Μπους ειδικότερα υπήρξε από τους πρώτους υποστηρικτές του Αδόλφου Χίτλερ. Ήταν ανοιχτά Ναζί και έτρεφε απόλυτη υπακοή στον Χίτλερ και το απολυταρχικό του καθεστώς από την πρώτη μέρα που ανέβηκε στην εξουσία[21] και μαζί με τον Βάλτερ φον Ράιχεναου αποτελούσε μια μειοψηφία φιλοναζί αξιωματικών, καθώς το σύνολο προτιμούσε να αποστασιοποιείται από τις πολιτικές εξελίξεις. Η υποτέλεια του Μπους ανταμείφθηκε βεβαίως ανάλογα από τον Χίτλερ, ο οποίος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τον μάχιμο στρατιωτικό, σε αντίθεση με τους άκαπνους επιτελικούς αξιωματικούς που δέσποζαν στις υψηλότερες θέσεις του στρατού.[22] Προαχθείς σε Συνταγματάρχη την 1η Δεκεμβρίου 1932,[19] είχε αριθμό προτεραιότητας 176 στον κατάλογο των αξιωματικών του 1932, αλλά η καριέρα του εκτοξεύτηκε σύντομα.[21] Κατόπιν ανέβηκε ταχύτατα τα σκαλοπάτια της στρατιωτικής ιεραρχίας: την 1η Σεπτεμβρίου 1935 έγινε Υποστράτηγος και τον Οκτώβριο ανέλαβε τη διοίκηση της 23ης Μεραρχίας πεζικού στο Πότσδαμ, όπου την 1η Οκτωβρίου 1937 έφθασε το βαθμό του Αντιστρατήγου.[19] Παράλληλα με τη διοίκηση της μεραρχίας είχε την ευθύνη της επίβλεψης της εκπαίδευσης επιτελικών αξιωματικών στη μεραρχία του.[13]

Την εποχή αυτή ο Μπους καλλιέργησε τις σχέσεις του με τη Ναζιστική ηγεσία. Ο Φάμπιαν φον Σλάμπεντορφ, νομικός και κατόπιν μέλος της Γερμανικής αντίστασης, που από ευτυχή συγκυρία γλύτωσε την εκτέλεση, μετά τον πόλεμο έγραψε τις αναμνήσεις του από εκείνη την εποχή. Ο Μπους ήταν επίτιμο μέλος του «Λαϊκού Δικαστηρίου» (Volksgerichtshof), την παρωδία δικαιοσύνης που το καθεστώς επεφύλασσε στους εχθρούς του. Συμμετείχε ενεργά στις συνεδριάσεις. Ο ίδιος ομολογούσε πως δεν γνώριζε από νομική, και έτσι είχε προαποφασίσει να καταδικάσει όλους τους κατηγορούμενους που θα δικάζονταν σε θάνατο, και αυτό έκανε κατά τη διάρκεια των δικών, ακόμα και όταν οι δικαστές είχαν διαφορετική άποψη.[23] Υπάρχει μια δόση αλήθειας στην ιστορία του Σλάμπεντορφ, η οποία έγινε ευρύτερα γνωστή μετά τον πόλεμο, όμως ελέγχεται ως υπερβολική, καθώς οι υποθέσεις «εσχάτης προδοσίας» που εκδικάστηκαν παρουσία του Μπους δεν καταδίκασαν κανένα κατηγορούμενο στην ποινή του θανάτου, αλλά σε ποινές φυλάκισης.[24]

Ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο Μπους υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς του

Σύντομα οι Ναζί έθεσαν και τον στρατό υπό τον έλεγχό τους. Η Γερμανία εισήλθε σε μια περίοδο στρατιωτικού και πολιτικού καιροσκοπισμού, που αντικατόπτριζε την υπέρμετρη φιλοδοξία του Χίτλερ για την επέκταση της Γερμανίας σε βάρος των γειτόνων της, παρά τις προειδοποιήσεις μετριοπαθών στρατιωτικών, όπως του Επιτελάρχη του Στρατού Λούντβιχ Μπεκ και του Βέρνερ Φράιχερ φον Φριτς, οι οποίοι είχαν ασχοληθεί εκτενώς με τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και εκτιμούσαν πως αυτός θα ολοκληρωνόταν πλήρως περί το 1950.[25] Με συνωμοσία τόσο ο Μπλόμπεργκ όσο και ο Φριτς απαλλάχτηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ ο απομονωμένος Μπεκ οδηγήθηκε σε παραίτηση στο τέλος του ίδιου έτους. Στην ατιμωτική απόταξή τους (υπόθεση γνωστή και ως «Σκάνδαλο Φριτς–Μπλόμπεργκ») ο Μπους υποστήριξε ανοιχτά τον Χίτλερ, είτε αγνοώντας τις μακροπρόθεσμες συνέπειες είτε αποσκοπώντας σε προσωπικό όφελος.[21]

Ο Βάλτερ φον Μπράουχιτς, ο οποίος έγινε ο νέος Ανώτατος Διοικητής του Στρατού στις 4 Φεβρουαρίου 1938, εξασφάλισε πως οι περισσότεροι αντιδραστικοί αξιωματικοί θα συνταξιοδοτούνταν ώστε να ωφεληθούν πιο «έμπιστοι» στο καθεστώς στρατιωτικοί. Σύντομα, πολλοί στρατιωτικοί που στο παρελθόν είχαν αποτελέσει εμπόδιο για την ναζιστική εξουσία, συνταξιοδοτήθηκαν ή έλαβαν μεταθέσεις σε θέσεις από τις οποίες δεν αποτελούσαν κίνδυνο. Σε αυτούς συγκαταλέγονταν ο Γκερντ φον Ρούντστεντ, ο Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ αλλά πολλοί ακόμα ανεξάρτητοι άνδρες, οι οποίοι συνέδεσαν το όνομά τους με την ανόρθωση της Βέρμαχτ.[26] Όπως ήταν φυσικό, ο Μπους ανήκε σε αυτούς που ωφελήθηκαν από τις ανακατατάξεις αυτές. Την 1η Φεβρουαρίου ο πενηντατριάχρονος Μπους προήχθη, σε αρκετά μικρή ηλικία για την εποχή, στο βαθμό του Στρατηγού του Πεζικού. Τρεις μέρες αργότερα διαδέχθηκε τον Έβαλντ φον Κλάιστ στη διοίκηση της Στρατιωτικής Περιφέρειας VIII (Μπρεσλάου), και από την 1η Μαρτίου 1938 παράλληλα και τη διοίκηση του VIII Σώματος Στρατού.[13][21]

Στις 12 Μαρτίου 1938, η Αυστρία καταλήφθηκε από το Γερμανικό Ράιχ (Άνσλους). Επόμενος στόχος του καθεστώτος υπήρξε η Τσεχοσλοβακία, στα δυτικά της οποίας η Συνθήκη των Βερσαλλιών είχε αποκόψει από τη Γερμανία 3.000.000 περίπου Γερμανούς Σουδήτες. Στις 24 Απριλίου 1938 ο Κόνραντ Χένλαϊν, επικεφαλής του NSDAP στην Τσεχοσλοβακία, απαίτησε αυτονομία των Γερμανών της Σουδητίας. Όπως ήταν φυσικό ο Πρωθυπουργός Έντβαρντ Μπένες απέρριψε κάτι τέτοιο. Η κρίση άρχισε να επιδεινώνεται με περιστατικά βιαιοπραγίας και κακοποίησης εναντίον Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας, προκαλώντας την κινητοποίηση 200.000 Τσεχοσλοβάκων στρατιωτών. Η εξέλιξη αυτή τρομοκράτησε τον Μπεκ, ο οποίος διέβλεπε πως ένας νέος πανευρωπαϊκός πόλεμος ήταν προ των πυλών, εάν ο Χίτλερ αποφάσιζε να επιτεθεί στην Τσεχοσλοβακία, πράγμα που δρομολογήθηκε με την υπογραφή του αντίστοιχου σχεδίου, της «Πράσινης Περίπτωσης» (Fall Grün).[27] Ο Μπεκ προσπάθησε να κινητοποιήσει τους στρατηγούς εναντίον του πολέμου, τον οποίο η Γερμανία θεωρούσε πως ήταν ανέτοιμη να διεξάγει, αλλά οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες. Για μια φορά ακόμα, χωρίς την αίσθηση της κρισιμότητας της κατάστασης, ο Μπους τάχθηκε εκ νέου στο πλευρό του Χίτλερ.[21] Στα επιχειρήματα του Μπεκ αντέτεινε την ανεύθυνη απάντησή του, αναρωτώμενος εάν οι στρατιωτικοί «είναι σωστό και σκόπιμο να ανακατεύονται σε υποθέσεις που ήταν θέματα των πολιτικών».[28] Τελικά, η Διεθνής Κοινότητα στάθηκε συνεργός στα σχέδια του Χίτλερ. Με την Συμφωνία του Μονάχου η Σουδητία αποδόθηκε στη Γερμανία, ενώ ό,τι είχε απομείνει από το κράτος μετατράπηκε σε κράτος–μαριονέτα, με την ονομασία «Προτεκτοράτο Βοημίας–Μοραβίας». Ο Μπεκ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, ανοίγοντας το δρόμο για την ολοκληρωτική χειραγώγηση του Στρατού από τους Ναζί.[29]

Ως διοικητής του VIII Σώματος Στρατού, ο Μπους κατείχε μια θέση ιδιαίτερα υψηλή, κατώτερη όμως της διοίκησης μια Στρατιάς. Ήταν παρ' όλα αυτά ολοφάνερο πως είχε ανέλθει πολύ πιο πέρα από τις δυνατότητές του, στοιχείο που θα χαρακτήριζε και τις θέσεις που θα λάμβανε στο μέλλον. Σε αντίθεση με τη νέα στρατηγική αντίληψη που πρέσβευαν ρηξικέλευθοι στρατιωτικοί, υποστηρίζοντας τον ανεξάρτητο ρόλο των τεθωρακισμένων στο πεδίο της μάχης — δόγμα που θα εξασφάλιζε τις στρατιωτικές επιτυχίες της Γερμανίας σε όλα τα μέτωπα τα επόμενα έτη — ο Μπους παρέμεινε προσκολλημένος στο ρόλο του Πεζικού. «Ήρθε το τέλος του αποφασιστικού ρόλου του Πεζικού στο πεδίο της μάχης;» αναρωτιόταν ρητορικά στο 16 σελίδων άρθρο του που δημοσιεύτηκε το 1937/38.[30] Ο Μπους θεωρούσε πως ο ρόλος των τεθωρακισμένων έπρεπε να περιορίζεται στην υποστήριξη του Πεζικού και ήταν ως εκ τούτου αντίπαλος του δόγματος της διείσδυσης στις εχθρικές αμυντικές γραμμές που πρότεινε ο Χάιντς Γκουντέριαν. Ασφαλώς επηρεασμένος από τη δική του μάχιμη εμπειρία κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, έπλεξε το εγκώμιο του πεζικάριου, τον οποίο αποκαλούσε «μαχητή με την αληθινή έννοια της λέξης» και για τον κλάδο του ότι «συγκέντρωνε τους καλύτερους άνδρες του λαού». Η διατύπωσή του αυτή, που αντανακλούσε την ιδεολογία ενός «μαχητή του μετώπου» προκάλεσε τη συμπάθεια του Χίτλερ, ο οποίος ήταν και αυτός βετεράνος του «Μεγάλου Πολέμου» και προκάλεσε τη σύσφιξη των σχέσεών τους. Από οποιαδήποτε άλλη άποψη ήταν μία ιδεολογία παρωχημένη, η οποία δεν είχε αντίκρισμα πλέον. Δείγμα ακαταλληλότητας του Μπους για την ανάληψη μεγάλων μονάδων στις εκστρατείες που επίκειντο, και όμως δεν επηρέασε τη σταδιοδρομία του Μπους στο μέλλον.[31]

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939, το VIII Σώμα Στρατού του Μπους υπαγόταν στην 14η Στρατιά του Βίλχελμ Λιστ και περιλάμβανε 3 μεραρχίες Πεζικού (8η, 28η και 239η), μία Πάντσερ (5η) και το Σύνταγμα SS «Germania».[21]

Η γενική επίθεση ξεκίνησε στις 5:00 τα χαράματα. Το σχέδιο της 14ης Στρατιάς προέβλεπε τη διπλή υπερκέραση της Κρακοβίας και την ενθυλάκωση των εκεί πολωνικών στρατευμάτων. Οι επιθέσεις έγιναν ταυτόχρονα από τα ανατολικά (Μάρις Οστράου) και τα βορειοανατολικά (Νόιμαρκτ). Η πολωνική αντίσταση κάμφθηκε μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου, με τις μονάδες τις 14ης Στρατιάς να συναντώνται ανατολικά της Κρακοβίας και τους Πολωνούς να τρέπονται σε υποχώρηση.[32] Απηχώντας τα αντιπολωνικά συναισθήματα που επικρατούσαν μετά από περιστατικά δολοφονίας Γερμανών της Πολωνίας, και ιδίως της σφαγής του Μπρόμπεργκ, και την αντίσταση του πολωνικού λαού, ο Μπους έδωσε από τις πρώτες μέρες της εισβολής διαταγή στους διοικητές του να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες (Freischärler) με τα «σκληρότερα» και «δραστικότερα» μέτρα.[33]

Στη συνέχεια, οι μονάδες της 14ης Στρατιάς άρχισαν να καταδιώκουν τις πολωνικές μονάδες που υποχωρούσαν. Η Κρακοβία έπεσε αμαχητί στις 6 Σεπτεμβρίου και δύο ημέρες αργότερα οι Γερμανοί εξασφάλισαν προγεφύρωμα επί του ποταμού Βισλόκα.[34] Τις επόμενες ημέρες η καταδίωξη συνεχίστηκε, καθώς οι Πολωνοί προσπαθούσαν να υποχωρήσουν πίσω από την αμυντική τους γραμμή στον ποταμό Σαν και παραχωρούσαν έδαφος στους Γερμανούς. Τα γερμανικά άρματα μάχης κάλυψαν μεγάλη απόσταση και στις 12 Σεπτεμβρίου έφτασαν στο Λβοφ.[35] Στην περιοχή αυτή ξέσπασαν σκληρές μάχες, ώσπου στις 20 Σεπτεμβρίου 60.000 περίπου Πολωνοί στρατιώτες κατέθεσαν τα όπλα.[36] Η ολιγάριθμη φρουρά του Λβοφ παραδόθηκε την 21η Σεπτεμβρίου και αποδόθηκε βάσει συμφωνίας στα Σοβιετικά στρατεύματα που είχαν εισβάλλει στην Πολωνία λίγες ημέρες νωρίτερα. Την επόμενη κιόλας μέρα οι γερμανικές μονάδες αποσύρθηκαν.[37] Μετά τη λήξη της εκστρατείας, στις 23 Οκτωβρίου 1939, η θέση του αναβαθμίστηκε και ο Μπους ανέλαβε τη διοίκηση της 16ης Στρατιάς, την οποία θα διατηρούσε για τέσσερα ολόκληρα έτη.[13]

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την 16η Στρατιά ο Μπους συμμετείχε στη μάχη της Γαλλίας. Για την αποστολή η οποία του είχε ανατεθεί, ο Μπους δεν φαινόταν ιδιαίτερα αισιόδοξος. Πιστός στο δόγμα του και στην αμφισβήτηση των τεθωρακισμένων, ακόμα και μετά τις επιτυχίες της Πολωνίας, ήταν σκεπτικός απέναντι στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.[21] Ο Χάιντς Γκουντέριαν θυμόταν πως κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης με τον Χίτλερ παρουσίασε τα καινότομα σχέδιά του για την εκστρατεία, περιγράφοντας πώς θα περνούσε τον Μεύση και θα έφτανε στη Μάγχη. Όπως έγραψε μετά τον πόλεμο:[38]

[Μετά την περιγραφή της σχεδιαζόμενης πορείας] ο Χίτλερ ένευσε και δεν είπε τίποτα περισσότερο. Μόνο ο Στρατηγός Μπους, ο οποίος διοικούσε την δέκατη έκτη Στρατιά στα αριστερά μου, είπε δυνατά: «Λοιπόν, δεν νομίζω πως θα καταφέρετε καν να διασχίσετε τον ποταμό!»

Ο Χίτλερ, ο οποίος προφανώς είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση, προτίμησε να μην πει τίποτα. Ο Γκουντέριαν έδωσε τέλος στη συνομιλία λέγοντας στον Μπους πως «δεν χρειάζεται να κάνετε κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση».[38]

Η 16η Στρατιά του Μπους δεν είχε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, καθώς κάλυπτε απλώς το αριστερό πλευρό του Γκουντέριαν στις επιχειρήσεις.[21] Ο Γκουντέριαν θυμόταν πως, στις 13 Μαΐου, όταν τον πληροφόρησε για την επιτυχία των στρατευμάτων του, ο Μπους έστειλε μια «πολύ εγκάρδια απάντηση».[39] Κατά τη διάρκεια των μαχών, η Στρατιά του Μπους εξασφάλισε την επιτυχία στην επίθεση του VII Σώματος Στρατού στο Καριγκάν. Για τη συνεισφορά του αυτή ο Μπους έλαβε τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 26 Μαΐου 1940 (το επίσημο πιστοποιητικό απονομής το έλαβε μόλις στις 11 Φεβρουαρίου 1941).[1] Στη δεύτερη φάση της εκστρατείας οι μονάδες του προέλασαν στο εσωτερικό της Γαλλίας.[21] Στη διάρκεια της μάχης της Γαλλίας ο Μπους θέλησε, αντίθετα με τη συμπεριφορά του στην Πολωνία, να μην καταστρέψει τις σχέσεις των στρατευμάτων του με τον τοπικό πληθυσμό και έτσι, με αφορμή περιστατικά λεηλασιών, υπενθύμισε στους διοικητές του «την ανάγκη της άψογης σχέσης των στρατευμάτων».[40]

Μετά τη γαλλική συνθηκολόγηση, στο «κύμα» των προαγωγών της 19ης Ιουλίου 1940, ο Μπους ανέβηκε το δεύτερο υψηλότερο σκαλοπάτι της στρατιωτικής ιεραρχίας, φτάνοντας το βαθμό του Αρχιστράτηγου.[13] Το υπόλοιπο της χρονιάς η 16η Στρατιά το πέρασε στην Γαλλία, αναλαμβάνοντας καθήκοντα φύλαξης του κατεχόμενου εδάφους.[21]

Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είμαι σίγουρος ότι όχι μόνο θα νικήσουμε, αλλά και ότι θα καταστρέψουμε τον εχθρό μας, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για τον ολοκληρωτικό αφανισμό του μπολσεβικικού συστήματος.
— ΕΡΝΣΤ ΜΠΟΥΣ[41]

Για την επικείμενη εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, η 16η Στρατιά μεταφέρθηκε στην Πολωνία την άνοιξη του 1941.[42] Ως τμήμα της Ομάδας Στρατιών «Βορράς» του Στρατάρχη Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ, η 16η Στρατιά είχε μια μάλλον «ταπεινή» αποστολή να κρατά επαφή με την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» του Φέντορ φον Μποκ κατά τη διάρκεια της προέλασης. Το κύριο βάρος της προέλασης είχαν επωμιστεί οι μηχανοκίνητοι σχηματισμοί της Ομάδας Πάντσερ 4 του Αρχιστράτηγου Έριχ Χέπνερ.[43] Ο Μπους άλλωστε, διέθετε στην αρχή της εκστρατείας αποκλειστικά σχηματισμούς πεζικού, έτσι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, καθώς τον πρώτο λόγο στη γερμανική αστραπιαία προέλαση είχαν τα πάντσερ.[42]

Η προέλαση στη Βαλτική και προς το Λένινγκραντ το καλοκαίρι του 1941 ήταν σε γενικές γραμμές ομαλή. Τα στρατεύματα του Μπους ενεπλάκησαν σε μάχες σώμα με σώμα στη Σταράγια Ρούσα στις αρχές Αυγούστου. Όταν κατάφεραν να εκδιώξουν τους Σοβιετικούς από την πόλη, δέχθηκαν την επίθεση της 34ης Στρατιάς. Για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο, ο Λέεμπ απέσπασε το LVI Σώμα Πάντσερ του Έριχ φον Μάνσταϊν, ο οποίος κατάφερε να περικυκλώσει και να καταστρέψει την Στρατιά στις 23 Αυγούστου, παρά τις δυσκολίες που παρουσίαζε το εγχείρημα.[42]

Το Λένινγκραντ περικυκλώθηκε κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου.[44] Ο επόμενος στόχος του Λέεμπ ήταν η πόλη του Τιχβίν, στην οποία η γερμανική προέλαση έμελλε να σταματήσει υπό το βάρος του σφοδρού χειμώνα. Οι Γερμανοί κατάφεραν να φτάσουν στο Τιχβίν, αλλά όχι να το κρατήσουν. Αναγκάστηκαν σε υποχώρηση και, καθώς έμπαινε το 1942, η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» περνούσε στην άμυνα.[45]

Εγκλήματα πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γερμανική προέλαση του 1941, όπως και όλη η Γερμανο–Σοβιετική σύγκρουση μέχρι το 1945 σημαδεύτηκε από τη διάπραξη πρωτοφανών εγκλημάτων πολέμου από τη Βέρμαχτ. Αν και ο Λέεμπ το αρνήθηκε στη δίκη του, υποστηρίζοντας μάλιστα πως οι υφιστάμενοι διοικητές του αποδοκίμασαν τη διαταγή, τόσο ο Μπους όσο και οι συνάδελφοί του έλαβαν αντίγραφο (και εφάρμοσαν) τη λεγόμενη «Διαταγή των Κομισαρίων» (Komissarbefehl)[46] της 6ης Ιουνίου 1941, με την οποία οι σοβιετικοί πολιτικοί επίτροποι (κομισάριοι) θα έπρεπε να εκτελούνται αμέσως μετά τη σύλληψή τους.[47]

Κατά την προέλαση μέσα από τις χώρες της Βαλτικής τα στρατευματατα της γερμανίας προχώρησαν σε εκτεταμένα πογκρόμ και σφαγές Εβραίων πολιτών, ιδιαίτερα στο Κάουνας (Ιούνιος 1941), στις οποίες συμμετείχαν ενεργά Λιθουανοί πολίτες.[48] Οι τέσσερεις ανώτατοι αξιωματικοί της Ομάδας Στρατιών «Βορράς» (Λέεμπ, Κύχλερ, Μπους και Χέπνερ) γνώριζαν τα όσα συνέβαιναν — συχνά, οι σφαγές λάμβαναν χώρα πολύ κοντά στο εκάστοτε διοικητήριο. Ο Μπους, υιοθετώντας μια στάση που θα γινόταν πολύ δημοφιλής μεταξύ των συναδέλφων του (εξαιρέσει του Χέπνερ), αποστασιοποιήθηκε από τα γεγονότα. Στην ερώτηση ενός επιτελικού αξιωματικού για τους διωγμούς των Εβραίων στο Κάουνας ο Μπους απάντησε πως «αυτά αποτελούν εσωτερικές υποθέσεις της Λιθουανίας, στις οποίες εμείς [ως] στρατιώτες δε θα αναμιχθούμε».[49] Κατά τα τέλη Ιουνίου οι μονάδες «ειδικής δράσης» (Einsatzgruppen) ανέλαβαν δράση κατά του εβραϊκού πληθυσμού. Ο διοικητής του Einsatzgruppe A, Βάλτερ Στάλεκερ, κατάφερε να εξασφαλίσει την υπόσχεση του Μπους πως οι στρατιώτες της 16ης Στρατιάς δεν θα επενέβαιναν στο «έργο» του. Και πραγματικά, στις 26 Ιουνίου, λιγότερο από 200 μέτρα από το αρχηγείο της Στρατιάς, 1.000 περίπου Εβραίοι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου, χωρίς κάποιος αξιωματικός του τακτικού στρατού να επέμβει.[50] Τον Ιούλιο ο Στάλεκερ ανέφερε πως το Einsatzgruppe A με τη συνδρομή των Λιθουανών είχε εξοντώσει 7.800 Εβραίους, και αυτούς μόνο στο Κάουνας.[51]

Εξίσου αδυσώπητη υπήρξε και η αντιμετώπιση των σοβιετικών ανταρτών στα μετόπισθεν των εδαφών της 16ης Στρατιάς. Ο Μπους εφάρμοσε τη λεγόμενη «Διαταγή Ράιχεναου» στις 6 Νοεμβρίου 1941,[52] για τον αγώνα κατά τον ανταρτών, ο οποίος θα διεξαγόταν με σκληρότητα, συνοδευόμενος από αντίποινα κατά του αμάχου πληθυσμού και των Εβραίων.[53] Μια μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 1941 γύρω από τη Λίμνη Πολίστο. Με επίσημη διαταγή οι επιχειρήσεις έπρεπε να εστιαστούν όχι μόνο στους παρτιζάνους αλλά και εναντίον των τμημάτων του πληθυσμού που τους υποστήριζε. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης μάλιστα, ο επικεφαλής διαχειριστής υλικού της Στρατιάς, Συνταγματάρχης Γενικού Επιτελείου Έρβιν Γκέρλαχ παραπονέθηκε για την ηπιότητα που επέδειξαν γερμανικές μονάδες, οι οποίες αντιμετώπισαν τους παρτιζάνους ως αιχμαλώτους πολέμου. Με ελάχιστες απώλειες, τα γερμανικά στρατεύματα ανέφεραν πως είχαν εξοντώσει «250 παρτιζάνους», καταστρέφοντας στην πορεία «15 στρατόπεδα» και «πάνω από 16 χωριά».[54] Στο ίδιο πνεύμα διατάχθηκε τον χειμώνα του 1941 η εκκένωση της ζώνης μάχης (μέχρι 10 περίπου χιλιόμετρα από την πρώτη γραμμή) από άμαχους πολίτες — όχι για τη δική τους ασφάλεια — με τη σύσταση να τουφεκίζονται επιτόπου εάν κυκλοφορούσαν εκεί. Σύντομα, και η εκμετάλλευση της εργασίας τους (στην ουσία ειλωτεία) έγινε κοινός τόπος, όπως και σε όλες σχεδόν τις περιοχές που ήλεγχε η Βέρμαχτ.[55]

Η σοβιετική χειμερινή επίθεση (Ιανουάριος 1942)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Σοβιετική χειμερινή επίθεση του 1941/42 στο βόρειο τομέα του μετώπου

Τον Ιανουάριο του 1942, η κατάσταση για τους Γερμανούς στο Ανατολικό Μέτωπο ήταν ακόμα κρίσιμη. Για την Ομάδα Στρατιών Βορράς η προετοιμασία για την άμυνα ενάντια στην επικείμενη Σοβιετική επίθεση ήταν εξαιρετικά δύσκολη λόγω των πολικών θερμοκρασιών που επικρατούσαν.[42] Η 16η Στρατιά του Μπους κάλυπτε ένα σημαντικό τομέα του μετώπου στη λίμνη Ίλμεν, στην οποία είχε παρατάξει εκατέρωθεν τις μεραρχίες του. Ιδιαίτερα σημαντικό στρατηγικό σημείο νοτίως της λίμνης αποτελούσε η πόλη της Σταράγια Ρούσα.[45] Καθώς το έδαφος της περιοχής καλυπτόταν από δάση και βαλτότοπους, δυσκολεύοντας τις συγκοινωνίες, ο σιδηροδρομικός κόμβος της πόλης ήλεγχε ουσιαστικά τον εφοδιασμό ολόκληρης της Ομάδας Στρατιών «Βορράς». Ανάλογη σημασία είχε και το οδικό δίκτυο των πόλεων Ντεμιάνσκ, Κολμ και Τόροπετς.[45]

Ο Λέεμπ άρχισε να υποψιάζεται πως οι Σοβιετικοί προετοιμάζονταν για επίθεση στα νότια όταν η προέλασή τους στον ποταμό Βολχόφ στον βόρειο τομέα σταμάτησε στις 4 Ιανουαρίου. Απολαμβάνοντας λίγο υψηλότερη αναλογία σε δυνάμεις έμψυχου και άψυχου υλικού, ο Κόκκινος Στρατός ξεκίνησε την επίθεσή του στις 7 Ιανουαρίου.[56] Μέχρι τις 13 Ιανουαρίου οι Γερμανοί απέκρουσαν με επιτυχία τις σοβιετικές επιθέσεις βορείως της λίμνης Ίλμεν. Την ημέρα αυτή, εκμεταλλευόμενοι ένα ευάλωτο σημείο μεταξύ των ορίων ευθύνης δύο μεραρχιών (η διαχρονική «αχίλλειος πτέρνα» της Βέρμαχτ στο Ανατολικό Μέτωπο) κατάφεραν να ανοίξουν ρήγμα στην περιοχή αυτή, χωρίς να είναι σε θέση να το εκμεταλλευτούν τις επόμενες τρεις ημέρες, οπότε και υπήρξε μια επιχειρησιακή παύση.[57] Στα νότια οι επιχειρήσεις είχαν μεγαλύτερη επιτυχία για το Γερμανικό στρατό, καθώς μέσα σε ελάχιστες μέρες οι Σοβιετικοί άρχισαν να κινούνται στον αυτοκινητόδρομο προς τη Σταράγια Ρούσα.[58]

Ο κίνδυνος κατάληψης της βάσης ανεφοδιασμού της Ομάδας Στρατιών ήταν αρκετά σοβαρός για τον Λέεμπ ώστε να διατάξει τον Μπους να βρίσκεται σε επιφυλακή για να αποσύρει τις μονάδες του από το Ντεμιάνσκ, το οποίο απειλείτο με περικύκλωση. Οι συζητήσεις για υποχώρηση έφεραν τον Λέεμπ σε ρήξη με τον Χίτλερ, με αποτέλεσμα ο Στρατάρχης να ζητήσει την απαλλαγή από τα καθήκοντά του στις 17 Ιανουαρίου. Ο Μπους ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος χάνοντας τη μάχη για τη διαδοχή, καθώς νέος επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών διορίστηκε ο Αρχιστράτηγος Γκέοργκ φον Κύχλερ, επικεφαλής της 18ης Στρατιάς.[59]

Ελλείψει δυνάμεων για να αντιμετωπίσει την επίθεση και δεσμευμένος από τις διαταγές του Χίτλερ, ο Μπους δεν είχε άλλη επιλογή από το να αφήσει μεγάλα τμήματα της Στρατιάς του να περικυκλωθούν. Έτσι δημιουργήθηκαν το τελευταίο δεκαήμερο του Ιανουαρίου δύο μεγάλοι θύλακες, εκείνος του Ντεμιάνσκ (ΙΙ Σώμα Στρατού) και του Κολμ (281η Μεραρχία Ασφαλείας και τμήματα άλλων μονάδων).[42] Ο θύλακας του Ντεμιάνσκ έκλεισε στις 9 Φεβρουαρίου. Αργότερα οι Γερμανοί θα διατηρούσαν την αερογέφυρα από και προς την πόλη.[60] Η τύχη της Στρατιάς έγκειτο στο ότι οι Σοβιετικοί ήταν απρόθυμοι να συντρίψουν τους θύλακες ολοκληρωτικά, αφήνοντας τους περικυκλωμένους σχηματισμούς σε μια ιδιότυπη θέση. Κρισιμότερη ήταν η κατάσταση στη Σταράγια Ρούσα, όπου οι αντιμαχόμενες παρατάξεις είχαν επιδοθεί σε μάχες σώμα με σώμα για τον έλεγχο της πόλης. Ο Μπους κατάφερε να την κρατήσει μετά βίας, επιστρατεύοντας τις τελευταίες εφεδρείες του, χωρίς όμως να καταφέρει να αποτρέψει τη διακοπή της επαφής με την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» νοτιότερα.[61] Μέχρι το τέλος του μήνα η Σοβιετική επίθεση είχε εκφυλιστεί και φαινομενικά δεν αποτελούσε πλέον σοβαρό κίνδυνο για την Ομάδα Στρατιών «Βορράς», τουλάχιστον στο νότιο τμήμα.[62]

Γερμανοί στρατιώτες εκφορτώνουν εφόδια από ένα μεταγωγικό Ju-52 στο θύλακα του Ντεμιάνσκ

Ο Κύχλερ φαίνεται πως δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τα τεκταινόμενα στον τομέα του Μπους, σε σημείο τέτοιο ώστε ζήτησε άδεια από το αρχηγείο του Χίτλερ να απαλλάξει τον Αρχιστράτηγο από τα καθήκοντά του, πρόταση η οποία βέβαια απορρίφθηκε, καθώς οι υπάκουοι στον Χίτλερ στρατηγοί ήταν ιδιαίτερα πολύτιμοι στον Φύρερ για να ενδώσει στις πιέσεις ενός διοικητή όπως ο Κύχλερ, στον οποίο δεν έτρεφε πολύ μεγάλη συμπάθεια.[63]

Μάχες γύρω από τη λίμνη Ίλμεν (Φεβρουάριος–Απρίλιος 1942)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1942 ως το 1943 ο τομέας της Ομάδας Στρατιών «Βορράς» παρέμεινε μάλλον στάσιμος, ειδικότερα στον τομέα της 16ης Στρατιάς, καθώς οι Σοβιετικοί είχαν επικεντρωθεί στην ανακατάληψη του Λένινγκραντ.[63] Μέσα στους θύλακες του Ντεμιάνσκ και του Κολμ η κατάσταση χειροτέρευε, καθώς οι απώλειες ήταν υψηλές, ο ανεφοδιασμός από αέρος εξασθενούσε λόγω του εχθρικού αντιαεροπορικού πυροβολικού και της έλλειψης αεροδρομίων καθώς οι Σοβιετικοί συμπίεζαν τον θύλακα.[64] Στις 2 Μαρτίου ο Κύχλερ, ο Μπους και ο Γκέοργκ Λίντεμαν, ο διάδοχος του Κύχλερ στη διοίκηση της 18ης Στρατιάς, πέταξαν στο Αρχηγείο του Φύρερ, και μετά από συζητήσεις κατέληξαν πως η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» έπρεπε να αναλάβει την πρωτοβουλία. Ο Μπους, υποστηριζόμενος από τον Λίντεμαν, ζήτησε άδεια να εκτελέσει επιθέσεις εκατέρωθεν της Ίλμεν, για να εκδιώξει αφενός τους Σοβιετικούς από τον ποταμό Βολχόφ και αφετέρου να ανοίξει τον θύλακα του Ντεμιάνσκ. Ο Χίτλερ συμφώνησε και προγραμμάτισε την έναρξη της επίθεσης στις αρχές Μαρτίου, υποσχόμενος την παροχή ισχυρής υποστήριξη από τη Luftwaffe.[65]

Το άνοιγμα του διαδρόμου πρς τον θύλακα του Ντεμιάνσκ

Ο καιρός που επικρατούσε έφερε αρκετές αναβολές και δυσκολίες στην αεροπορική υποστήριξη. Η Luftwaffe ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στον τομέα του Βολχόφ και το νότο, όπου υποστήριζε τις μονάδες του Στρατηγού Χορστ φον Ούκερμαν στο θύλακα του Κολμ. Η επιχείρηση «Αρπακτικό» (Raubtier), όπως ονομάστηκε η επίθεση στο Βολχόφ, διεξήχθη κάτω από αντίξοες συνθήκες, αλλά κατάφερε να περικυκλώσει την σοβιετική 2η Στρατιά Κρούσης στις 18 Μαρτίου.[66] Για την επιχείρηση στο Ντεμιάνσκ ο Μπους δεν έλαβε ενεργά μέρος, καθώς ο Αρχηγός του Επιτελείου του Στρατού, Αρχιστράτηγος Φραντς Χάλντερ, δεν εμπιστευόταν τον Μπους.[67] Για το λόγο αυτό η αποστολή ανατέθηκε στον Αντιστράτηγο Βάλτερ φον Ζάυντλιτς-Κούρτσμπαχ, η φερώνυμη Ομάδα του οποίου κατάφερε στις 21 Απριλίου να ανοίξει διάδρομο μέχρι το Ντεμιάνσκ.[68] Οι προσπάθειες του Κύχλερ και του Ζάυντλιτς να πείσουν τον Χίτλερ να εκκενώσει τον θύλακα έπεσαν στο κενό, και έτσι το Ντεμιάνσκ έμεινε περικυκλωμένο ως το Φεβρουάριο του 1943.[69]

Οι μάχες του θέρους και του φθινοπώρου (Ιούνιος–Νοέμβριος 1942)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1942 ο Κύχλερ εκπόνησε σχέδια για την εξάλειψη της 2ης Στρατιάς Κρούσης και για την απελευθέρωση του Ντεμιάνσκ, προτείνοντας μια σειρά επιχειρησιακών σχεδίων. Από αυτά, λόγω έλλειψης δυνάμεων, στον τομέα της 16ης Στρατιάς προγραμματίστηκε η επίθεση στο Ντεμιάνσκ (κωδικό όνομα «Αμπέλι»). Ο Μπους άρχισε να προετοιμάζει τα στρατεύματά του στα μέσα Ιουλίου, αλλά η κακοκαιρία και οι Σοβιετικές επιθέσεις, όπως και η έλλειψη αεροπορικής υποστήριξης λόγω των αναγκών της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» προκάλεσαν την αναβολή της επιχείρησης ως τον Αύγουστο.[70] Καθώς η μεγαλύτερη προσπάθεια γινόταν γύρω από το Λένινγκραντ με την επιχείρηση «Βόρειο Σέλας», η επιχείρηση «Αμπέλι» ακυρώθηκε κατά τις 19 Αυγούστου. Αντί αυτής προτάθηκε μια επίθεση από τη βόρεια πλευρά του θύλακα με σκοπό να διευρυνθεί ο διάδρομος που είχε ανοιχτεί.[71]

Η επιχείρηση «Βίνκελριντ», όπως ονομάστηκε, στέφθηκε από επιτυχία, αιφνιδιάζοντας τους Σοβιετικούς και περικυκλώνοντας την 1η Στρατιά Φρουρών. Οι επιχειρήσεις έληξαν στις 10 Οκτωβρίου, έχοντας επιτύχει σημαντική διεύρυνση του διαδρόμου προς το Ντεμιάνσκ, ο οποίος είχε πλάτος πλέον 10 μίλια στο στενότερό του σημείο.[72] Σε γενικές γραμμές πάντως το μέτωπο παρέμεινε εντελώς στάσιμο καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, ιδίως από τότε που οι Σοβετικοί επικεντρώθηκαν στον τομέα της 18ης Στρατιάς στο Λένινγκραντ.[63]

Οι επιχειρήσεις από τον Ιανουάριο ως τον Οκτώβριο του 1943[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επιχειρήσεις της 16ης Στρατιάς το 1943 χαρακτηρίστηκαν κυρίως από στασιμότητα. Κατά τα τέλη Ιανουαρίου ο Χάλντερ κατάφερε να πείσει τον Χίτλερ να απελευθερώσει το θύλακα του Ντεμιάνσκ, και η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία στις 18 Μαρτίου.[73]

Η στασιμότητα των επιχειρήσεων δεν επέφερε και την αναμενόμενη στασιμότητα στη σταδιοδρομία του Μπους. Την 1η Φεβρουαρίου 1943 προήχθη σε Στρατάρχη. Αν και κατά τις επιχειρήσεις ο Μπους είχε αποκτήσει τη φήμη αξιόπιστου διοικητή, η δράση του περιορίστηκε σε ένα μέτωπο στάσιμο, είδος που αποτελούσε σπανιότητα στο ανατολικό μέτωπο. Αυτό καθιστούσε τον Μπους άπειρο διοικητή μεγάλων μονάδων σε μέτωπα πολέμου κινήσεων, την πλειοψηφία στο Μέτωπο. Την προαγωγή του και την μελλοντική του ανέλιξη ο Μπους την όφειλε αποκλειστικά στην εύνοια του Χίτλερ και όχι στις δικές του ικανότητες.[63] Αρκετούς μήνες μετά την προαγωγή του, για τις επιδόσεις του στις αμυντικές μάχες στη λίμνη Ίλμεν, και ειδικότερα στις μάχες του Ντεμιάνσκ, ο Μπους έλαβε ως ο 274ος στρατιώτης της Βέρμαχτ τα Φύλλα Δρυός επί του Σταυρού των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 21 Αυγούστου 1943.[1]

Ανώτατος Διοικητής της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σταδιοδρομία του Μπους έφτασε στο ζενίθ της τον Οκτώβριο του 1943. Στις 28 του μήνα ο Γκύντερ φον Κλούγκε τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και ο Χίτλερ διόρισε τον Μπους ως αντικαταστάτη του.[74] Τον Οκτώβριο εκδηλώθηκε η πρώτη μεγάλη κλίμακας κρίση στην Ομάδα Στρατιών «Βορράς», όταν τα στρατεύματα του Σοβιετικού Μετώπου «Καλίνιν» κατέλαβαν αιφνιδιαστικά την πόλη του Νέβελ στο όριο της 16ης Στρατιάς με την 3η Στρατιά Πάντσερ της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» πριν οι Γερμανοί προλάβουν να αντιδράσουν.[75] Οι Γερμανοί δεν έκαναν σοβαρές προσπάθειες να κλείσουν το ρήγμα στην περιοχή και μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου οι Σοβιετικοί απειλούσαν σοβαρά την 3η Στρατιά Πάντσερ.[76] Ο Χίτλερ δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τον Κύχλερ και με τον Μπους για την αδράνεια που είχαν επιδείξει τον προηγούμενο μήνα και τους διέταξε να επιτεθούν και να κλείσουν το ρήγμα. Ο Μπους συμφώνησε αμέσως, καθώς είχε ήδη προτείνει μια κοινή επίθεση στον τομέα του Νέβελ. Ο Κύχλερ, αντίθετα, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την κατάσταση στο Λένινγκραντ, φοβούμενος πως επίκειτο εχθρική επίθεση. Η 3η Στρατιά Πάντσερ της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» του Μπους επιτέθηκε στις 8 Νοεμβρίου και κατάφερε να κερδίσει έδαφος. Κατόπιν σταμάτησε για να περιμένει την Ομάδα Στρατιών «Βορράς».[77] Από το σημείο αυτό η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» ανέλαβε τις επιχειρήσεις στον τομέα σχεδόν εξ ολοκλήρου. Τελικώς ο Κύχλερ κατάφερε να εξασφαλίσει την άδεια του Χίτλερ να υποχωρήσει, εκθέτοντας με αυτό τον τρόπο το πλευρό της Ομάδας Στρατιών του Μπους.[78]

Στη διάρκεια του χειμώνα, ο Μπους κατάφερε να σημειώσει αμυντικές επιτυχίες στον τομέα του, κυρίως διότι είχε υπό τις διαταγές του ικανούς διοικητές που ήταν σε θέση να αψηφήσουν τις διαταγές του Χίτλερ. Ο Μπους ως ηγέτης παρέμεινε παθητικός και περιορίστηκε στο να αναμεταδίδει τις διαταγές του Χίτλερ.[79] Τον Νοέμβριο, οι μάχες στην Ουκρανία είχαν ως αποτέλεσμα την υποχώρηση της Ομάδας Στρατιών «Βόρεια Ουκρανία» του Στρατάρχη Βάλτερ Μόντελ. Εμμένοντας στις διαταγές του Χίτλερ, ο Μπους προτίμησε να συγκεντρώσει τα τεθωρακισμένα του στο νότο, καταφέρνοντας να κρατήσει μια υποτυπώδη γραμμή, αλλά χάνοντας την επαφή με την Ομάδα Στρατιών του Μόντελ.[80] Η 3η Στρατιά Πάντσερ κατάφερε να υπερασπιστεί το Βιτέμπσκ, και αυτό χάρη στις κινήσεις του διοικητή της, Αρχιστράτηγου Χανς-Γκέοργκ Ράινχαρτ, ο οποίος εκτέλεσε περιορισμένη υποχώρηση αντίθετα με τις διαταγές του Μπους, χάνοντας λόγω της καθυστέρησης 2.000 περίπου άνδρες και όλα τα εξίσου δυσαναπλήρωτα τεθωρακισμένα και το πυροβολικό της.[81]

Οι εξελίξεις στους άλλους δύο τομείς του μετώπου προετοίμασαν το έδαφος για την καταστροφή του καλοκαιριού. Η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» αναγκάστηκε να υποχωρήσει από το Λένινγκραντ, όπως έκανε και η Ομάδα Στρατιών «Βόρεια Ουκρανία» από την Ουκρανία. Η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» αναγκάστηκε να κρατήσει με ανεπαρκείς δυνάμεις μια προεξοχή προς τις Σοβιετικές γραμμές.[81] Τίποτα όμως δεν προϊδέαζε ακόμα για το μέγεθος της επικείμενης ήττας.

Οι «Κάννες» της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την άνοιξη του 1944 η Γερμανική ηγεσία προβληματιζόταν έντονα για τον τόπο εκδήλωσης της επόμενης Σοβιετικής επίθεσης. Έχοντας χάσει την επιθετική πρωτοβουλία μετά τη μάχη του Κουρσκ, η Βέρμαχτ μπορούσε μόνο να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις που θα εξαπέλυαν οι Σοβιετικοί. Ο Στάλιν και η STAVKA, η Σοβιετική Ανώτατη Διοίκηση, εκπονούσαν το σχέδιο της μεγάλης επίθεσης του θέρους (κωδικό όνομα «Επιχείρηση Μπαγκρατιόν») εναντίον της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο». Η συγκέντρωση των στρατευμάτων έγινε μεθοδικά σε διάστημα περίπου δύο μηνών, με εξαιρετική μυστικότητα, καταφέρνοντας να παραπλανήσουν τους Γερμανούς μέχρις ότου ήταν πολύ αργά.[82] Οι Σοβιετικές δυνάμεις οργανώθηκαν σε τρία «Μέτωπα» (το σοβιετικό αντίστοιχο μιας Ομάδας Στρατιών): 1ο Βαλτικό, 1ο, 2ο και 3ο Λευκορωσικό. Τα τέσσερα αυτά μέτωπα συγκέντρωναν 2.500.000 άνδρες και υποστηρίζονταν από 6.000 άρματα μάχης, 45.000 πυροβόλα και όλμους και 7.000 αεροσκάφη.[83]

Διάταξη Μάχης της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» για την μάχη στη Λευκορωσία[84]

Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» (Στρατάρχης Ερνστ Μπους)
Επιτελάρχης: Αντιστράτηγος Χανς Κρεμπς

Οι δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» που διοικούσε ο Μπους ήταν σαφώς υποδεέστερες. Με 792.196 άνδρες, η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» ήταν η ισχυρότερη από τις τέσσερις Ομάδες Στρατιών που δραστηριοποιούνταν στο Ανατολικό Μέτωπο το 1944, αλλά η ισχύς της υπονομεύθηκε από μια σειρά παραγόντων.[85] Πρωταρχικά, η OKW (Oberkommando der Wehrmacht, Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων) δεν πίστευε σοβαρά πως η επόμενη Σοβιετική επίθεση θα απασχολούσε την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο», η οποία μετά την άρση της πολιορκίας του Λένινγκραντ στο Βορρά και την απώλεια τμήματος της Ουκρανίας στο νότο είχε αφήσει και τα δύο πλευρά της εκτεθειμένα.[86] Είχε να κρατήσει 488 μίλια μετώπου με 38 αποδυναμωμένες μεραρχίες,[87] ενώ μάλιστα το 33% περίπου των ενισχύσεων που στέλνονταν από το 1943 αποτελούνταν κυρίως από Γερμανούς «ομοεθνείς» (Volksdeutsche) μειωμένης μαχητικής ικανότητας. Η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» διέθετε επίσης περίπου 1300 πυροβόλα όλων των ειδών (συμπεριλαμβανομένων και των αντιαεροπορικών Flak 88, που τύγχαναν ευρείας χρήσης ως αντιαρματικά), λιγότερα από 200 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα.[88] Ο 6ος Αεροπορικός Στόλος του Πτεράρχου Ρόμπερτ Ρίττερ φον Γκράιμ διέθετε θεωρητικά 839 αεροσκάφη και μόλις 40 μαχητικά, χωρίς επάρκεια καυσίμων. Το πεζικό ήταν οχυρωμένο σε χαρακώματα και προστατευόταν από εκταταμένα ναρκοπέδια, έχοντας επαρκή αποθέματα σε πυρομαχικά τυφεκίων και πολυβόλων, αλλά μειωμένα αποθέματα σε βλήματα πυροβολικού.[89]

Μία από τις αποφάσεις που έμελλε να στοιχίσει πολλά στην Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» ήταν η απόφαση του Χίτλερ τον Απρίλιο να ανακηρύξει πόλεις–κλειδιά της Λευκορωσίας (Βιτέμπσκ, Μογκίλεφ, Όρσα και Μπομπρουίσκ) σε «οχυρές θέσεις» (ενικός Fester Platz), επανδρώνοντας την κάθε μία με τουλάχιστον μεραρχία, και ειδικά για το Βιτέμπσκ αφιερώνοντας ένα ολόκληρο Σώμα Στρατού, με αποστολή να τις υπερασπιστούν μέχρι τον τελευταίο άνδρα: ακριβώς η ίδια τακτική η οποία είχε καταδικάσει τις Σοβιετικές στρατιές σε αφανισμό το καλοκαίρι του 1941. Η απόφαση αυτή έγινε δεκτή όπως αναμενόταν από τον παθητικό Μπους, όμως πολλοί διοικητές του δεν άργησαν να αντιδράσουν. Ο διοικητής της 9ης Στρατιάς, Στρατηγός του Πεζικού Χανς Γιόρνταν, αναμφίβολα θεωρούσε την όλη ιδέα ανόητη και προσπάθησε να πείσει τον Μπους να αναθεωρήσει την απόφασή του. Όπως υποστήριζε, η υποχώρηση στην θέση «Κάστορας» στον ποταμό Μπερεζίνα όχι μόνο θα εκμηδένιζε τον κίνδυνο της περικύκλωσης αλλά θα μείωνε το μέτωπο κατά 150 μίλια, επιτρέποντας μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατευμάτων ανά χιλιόμετρο και επομένως αποτελεσματικότερη άμυνα. Πράγματι, ο Μπους πείστηκε να ταξιδέψει μέχρι το Αρχηγείο του Φύρερ στις 10 Μαΐου για να συζητήσει περί της αλλαγής αυτής, μόνο για να λάβει ένα ειρωνικό σχόλιο του Χίτλερ για την επιφύλαξη που επεδείκνυε ο πιστός του στρατάρχης. Ο Μπους φαίνεται πως επηρεάστηκε από την παρατήρηση του Φύρερ και αποφάσισε να ακολουθήσει μέχρι κεραίας ακόμα και τις πιο παρανοϊκές διαταγές της OKW, πεποίθηση την οποία προσπάθησε να επιβάλλει και στους υφιστάμενούς του.[90]

Από αριστερά προς στα δεξιά, πρώτη σειρά: μερικοί από τους ανώτατους διοικητές στην Ομάδα Στρατιών «Κέντρο»: Ερνστ Μπους, Βάλτερ Βάις, Χανς Κρεμπς, Φρίντριχ Χόσμπαχ, Ρούντολφ Φράιχερ φον Ρόμαν και Χανς Σπετ

Κατά τη διάρκεια της οργάνωσης της άμυνας, ιδίως στον τομέα της 4ης Στρατιάς, ο Μπους ήταν υπόλογος για παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου. Ο Υποστράτηγος Γκότφριντ φον Έρντμανσντορφ, δοικητής του Μογκίλεφ, προσήχθη μετά τον πόλεμο σε δίκη στο Μινσκ, αντιμετωπίζοντας μαζί με άλλους 18 στρατιώτες, αξιωματικούς και υπαξιωματικούς της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου.[91] Οι σημαντικότερες από αυτές αφορούσαν την απομάκρυνση 10.000 ανθρώπων από τα σπίτια τους, την καταστροφή οικημάτων, τις εκτελέσεις των αδύναμων για εργασία κατά την εκτέλεση έργων αμυντικής σημασίας, τη χρήση πολιτών ως «ανθρώπινων ασπίδων», τις επιχειρήσεις αντιποίνων κατά του αμάχου πληθυσμού με το πρόσχημα της καταπολέμησης των παρτιζάνων και τον θάνατο πολιτών σε γερμανικά στρατόπεδα. Η ευθύνη αναγόταν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, στον Μπους και τον Αρχιστράτηγο Γκόταρντ Χάινριτσι, που διοικούσε την 4η Στρατιά.[92] 14 κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και οι τέσσερις υπόλοιποι σε καταναγκαστική εργασία.[93] Οι ποινές εκτελέστηκαν στις 30 Ιανουαρίου 1946 στον ιππόδρομο του Μινσκ, με τον απαγχονισμό να παρακολουθείται από ακροατήριο περισσότερων από 100.000 ατόμων.[94]

Το τμήμα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ανατολής εκτιμούσε πως αυτή τη χρονική περίοδο μια επίθεση εναντίον της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» στη Λευκορωσία ήταν αδύνατο να υποστηριχθεί από τους Σοβιετικούς. Κατέληξε έτσι στο συμπέρασμα πως η κύρια επίθεση του θέρους θα εκδηλωνόταν κατά της Ομάδας Στρατιών «Βόρεια Ουκρανία» του Στρατάρχη Βάλτερ Μόντελ με απώτερο σκοπό τα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τις αναφορές της Υπηρεσίας Πληροφοριών, η κατάσταση στη Λευκορωσία θα παρέμενε στάσιμη, χωρίς να αποκλείεται μία δευτερεύουσα επίθεση κατά της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», βορείως των ελών του Πρίπιατ.[95] Νοτίως των ελών Πρίπιατ, ο Μόντελ και ο Μπους εξέφρασαν την ανησυχία τους στις ενδείξεις μεγάλης συγκέντρωσης Σοβιετικών στρατευμάτων στο τόξο ΚόβελΤέρνοπολ. Ο επικεφαλής της Ανώτατης Διοίκησης Στρατού Ξηράς (OKH, Oberkommando des Heeres) Αρχιστράτηγος Κουρτ Τσάιτσλερ συμμεριζόταν τις ανησυχίες των δύο στραταρχών και πρότεινε τη δημιουργία μιας εφεδρικής στρατιάς από μονάδες της Ομάδας Στρατιών του Μπους σε περίπτωση που μια μεγάλη επίθεση λάμβανε χώρα.[95] Έτσι, σημαντική ενίσχυση έλαβε το LVI Σώμα Πάντσερ (Στρατηγός του Πεζικού Φρίντριχ Χόσμπαχ), αυξάνοντας την ισχύ του με άρματα, αυτοκινούμενα πυροβόλα και πυροβολικό.[83]

Μόνο το LVI Σώμα Πάντσερ ήταν από τους ισχυρότερους σχηματισμούς που διέθετε η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο», καθώς κάλυπτε 6% του μετώπου και διέθετε 15% των μεραρχιών, ένα απίστευτο 88% των αρμάτων, 23% των αυτοκινούμενων πυροβόλων, 50% των καταστροφέων αρμάτων και 33% του πυροβολικού. Καθώς η επιμονή της OKW πως η επόμενη σοβιετική επίθεση θα εκδηλωνόταν στην Ουκρανία, ο Μόντελ άδραξε την ευκαιρία και ζήτησε από τον Χίτλερ το LVI Σώμα Πάντσερ, για να δοκιμάσει το δόγμα του της «επιθετικής άμυνας» (γερμανικά Schild und Schwert, «Ασπίδα και Ξίφος»), πρόταση η οποία έγινε δεκτή με επιφυλακτικότητα από τα επιτελεία των Ομάδων Στρατιών «Κέντρο» και «Βόρεια Ουκρανία», τα οποία δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμα να ρισκάρουν ένα ακόμα φιάσκο σε αναμονή μιας μεγάλης επίθεσης. Ο Χίτλερ είχε σχηματίσει διαφορετική άποψη, καθώς ο Μόντελ φρόντισε να του παγιώσει την ιδέα πως η Ομάδα Στρατιών «Βόρεια Ουκρανία» είχε το Σώμα πολύ περισσότερο ανάγκη απ' ότι η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο». Ο διοικητής της 2ης Στρατιάς Αρχιστράτηγος Βάλτερ Βάις προσπάθησε να προειδοποιήσει τον Μπους πως ο Μόντελ σκόπευε να οικειοποιηθεί τον LVI Σώμα Πάντσερ για δική του χρήση, αλλά οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες, καθώς ο Μπους βαυκαλιζόταν με την εκτίμηση πως η Ομάδα Στρατιών του δεν αντιμετώπιζε σοβαρό κίνδυνο. Το LVI Σώμα Πάντσερ παραδόθηκε «αμαχητί» στις 20 Μαΐου. Επιπλέον, στις 24 Μαΐου, ο Μπους ενημέρωσε τους διοικητές του πως η μοναδική του στρατηγική ήταν να «κρατηθεί η γραμμή στην Ανατολή» πάση θυσία και διέταξε να επικεντρωθεί η πολεμική προσπάθεια στην κύρια γραμμή άμυνας.[96]

Τις επόμενες εβδομάδες τα σημάδια της σοβιετικής συσσώρευσης δυνάμεων πολλαπλασιάστηκαν ανησυχητικά. Στις 30 Μαΐου η 9η Στρατιά ανέφερε πως ανιχνεύθηκε συγκέντρωση εχθρικών στρατευμάτων στο Ρογκάτσεφ. Ομολογίες αιχμαλώτων έκαναν τους κατώτερους διοικητές να πιστεύουν πως επίκειτο μια μεγάλη επίθεση στη Λευκορωσία, αλλά η OKH παρέμεινε προσκολλημένη στην ιδέα της επίθεσης στην Ουκρανία, και η Υπηρεσία Πληροφοριών φρόντιζε να τρέφει αυτές τις αυταπάτες θεωρώντας πως οι κινήσεις των Σοβιετικών απέναντι από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» ήταν παραπλανητικές ενέργειες με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της ηγεσίας από το νότο. Ο Μπους ενδιαφερόταν περισσότερο να πάρει πίσω το LVI Σώμα Πάντσερ από τον Μόντελ παρά να επικεντρωθεί στα βόρεια. Τη νύχτα της 19ης Ιουνίου 240.000 Σοβιετικοί παρτιζάνοι φύτεψαν πάνω από 5.000 νάρκες στα μετόπισθεν της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», σκοπεύοντας να διαταράξουν τις μετακινήσεις των στρατευμάτων,[97] αποκόπτοντας τις γραμμές τηλεπικοινωνίας και καταστρέφοντας σιδηροδρομικές γραμμές.[98]

Η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» βρισκόταν έτσι προ των πυλών μιας από τις μεγαλύτερες μάχες του πολέμου, αποδυναμωμένη και με ηγεσία εντελώς άκαμπτη, άβουλη και ακατάλληλη για τις περιστάσεις. Ο Μπους δεν είχε απολύτως καμία στρατηγική, εκτός της διαταγής του Χίτλερ απλώς να «κρατήσει το μέτωπο»,[99] και όπως έγραφε χαρακτηριστικά ένας από τους επιτελείς του, ο Μπους «δε διέθετε τη διανοητική ανεξαρτησία ενός ανθρώπου με μέση κοινή λογική»,[100] έχοντας μεταβάλλει την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» σε φερέφωνο της OKW. Καθησυχασμένος σε τεράστιο βαθμό, ο Μπους ταξίδεψε στο αρχηγείο του Χίτλερ στο Μπέργκχοφ το απόγευμα της 20ής Ιουνίου, σκοπεύοντας να δει τον Χίτλερ και να συζητήσει για κάποια διοικητικά θέματα στις 22 του μήνα.[101]

Η μάχη για τη Λευκορωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Επιχείρησης Μπαγκρατιόν

Η «αυλαία» μιας από τις μεγαλύτερες μάχες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου άνοιξε νωρίς το πρωί της 22ας Ιουνίου 1944, κατά ειρωνικό τρόπο την 3η ακριβώς επέτειο της Γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση.[87] Οι μονάδες του σοβιετικού πυροβολικού άνοιξαν πυρ με όλα τα διαθέσιμα πυροβόλα τους και η Ερυθρή Αεροπορία άρχισε τις επιδρομές πάνω από τις εχθρικές γραμμές. Τον ισοπεδωτικό φραγμό πυροβολικού ακολούθησε η έφοδος του σοβιετικού πεζικού σε μέτωπο μήκους 300 μιλίων, επικεντρώνοντας ωστόσο τις προσπάθειές τους σε έξι κύριους τομείς τους οποίους προσπάθησαν να διασπάσουν με μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων.[98] Στο βορρά, η 3η Στρατιά Πάντσερ αντιμετώπισε 37 μεραρχίες. Οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν εκατέρωθεν της πόλης, στο IX Σώμα Στρατού στο βορρά και στο VI στο νότο, τα οποία αδυνατώντας να κρατήσουν τις θέσεις τους απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις, άρχισαν να υποχωρούν. Στο κέντρο, το LIII Σώμα Στρατού δεν αντιμετώπιζε ισχυρή πίεση, καθώς οι Σοβιετικοί σκόπευαν να περικυκλώσουν την 3η Στρατιά Πάντσερ στην πόλη.[98] Μπροστά από το Δνείπερο, η 4η Στρατιά αντιμετώπισε και αυτή ισχυρές επιθέσεις, ενώ στις 23 Ιουνίου οι Σοβιετικοί άρχισαν να πιέζουν και την 9η Στρατιά.[102]

Ο Μπους βρισκόταν ακόμα στο Μπέργκχοφ όταν έφτασαν εκεί τα νέα για την επίθεση. Χωρίς να περιμένει τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, επέστρεψε άμεσα στο αρχηγείο της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» στο Μινσκ. Φοβούμενος ότι οι Σοβιετικοί θα επέκτειναν την επίθεσή τους και στη ζώνη της 2ης Στρατιάς, ο Μπους ζήτησε ενισχύσεις από την OKW προκειμένου να σταθεροποιήσει το μέτωπο στο Βιτέμπσκ. Οι ενισχύσεις που στάλθηκαν (1 μεραρχία από την Ομάδα Στρατιών «Βορράς») δεν έκαναν σχεδόν καμία διαφορά. Συνειδητοποιώντας πως οι Σοβιετικοί σκόπευαν να περικυκλώσουν το LIII Σώμα Στρατού στο Βιτέμπσκ, ο Μπους ζήτησε άδεια από την OKW να αποσύρει την 3η Στρατιά Πάντσερ και να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας το Βιτέμπσκ πριν το LIII Σώμα Στρατού χανόταν ολοκληρωτικά. Εμμένοντας στο δόγμα του των πόλεων–οχυρών, ο Χίτλερ αρνήθηκε.[103] Στο κέντρο της γερμανικής παράταξης, η 4η Στρατιά του Στρατηγού Κουρτ φον Τίπελσκιρχ αδυνατούσε να κρατήσει τις θέσεις τις. Ο Τίπελσκιρχ έκανε αίτημα στο αρχηγείο της Ομάδας Στρατιών για υποχώρηση τουλάχιστον πίσω από το Δνείπερο, αλλά ο Μπους αρνήθηκε καν να το συζητήσει. Στον τομέα της 9ης Στρατιάς η άμυνα ήταν περισσότερο επιτυχημένη. Ο Μπους διέταξε έγκαιρα την χρήση ενισχύσεων στον τομέα και κατάφερε για λίγο να σταματήσει τους Σοβιετικούς. Οι τελευταίοι αντιμετώπισαν μεγάλες απώλειες σε άρματα μάχης, κατάφεραν παρ' όλα αυτά να δημιουργήσουν ρήγμα στις γερμανικές γραμμές.[104]

Η σοβιετική επίθεση στο Βιτέμπσκ
Η σοβιετική επίθεση στο Μογκίλεφ
Η σοβιετική επίθεση στο Μπομπρουίσκ

Την επόμενη ημέρα ο Μπους κατέβαλε με το δικό του τρόπο προσπάθειες για να σώσει το LIII Σώμα Στρατού. Ζήτησε από τον Τσάιτσλερ, ο οποίος τον επισκέφθηκε στο Μινσκ, άδεια να αποσύρει το σώμα πριν να ήταν αργά. Το θέμα τέθηκε στην απογευματινή σύσκεψη στο Αρχηγείο του Φύρερ, χωρίς αποτέλεσμα: το LIII Σώμα Στρατού θα παρέμενε στο Βιτέμπσκ. Ο Μπους τηλεφώνησε στον Χίτλερ προσωπικά, επίσης μάταια. Κατά τη διάρκεια της μάχης ο Στρατάρχης είχε χάσει την ψυχραιμία του. Σύμφωνα με αναφορές μεμψιμοιρούσε στον επιτελάρχη του, Στρατηγό Χανς Κρεμπς, ρωτώντας ρητορικά «Τι να κάνω; Τι να κάνω;». Όποιο σχέδιο και να είχε πάντως ο Μπους, αυτό σίγουρα είχε ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Ό,τι είχε απομείνει από την 3η Στρατιά Πάντσερ υποχωρούσε προς το Μινσκ, αφήνοντας πίσω το LIII Σώμα Στρατού να αντιμετωπίσει δύο Στρατιές. Αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Χίτλερ πείσθηκε τελικά να επιτρέψει στο Σώμα να εγκαταλείψει το ήδη περικυκλωμένο Βιτέμπσκ. Η απόπειρα διάσπασης του κλοιού έλαβε χώρα στις 25 Ιουνίου και, όπως ήταν φυσικό, απέτυχε. Στις 27 Ιουνίου οι επιζώντες από τους άνδρες του Σώματος έλαβαν το δρόμο για την αιχμαλωσία.[105]

Αντίθετα με τη συμπεριφορά που επέδειξε στο Βιτέμπσκ, ο Μπους αρνήθηκε τα αιτήματα του Τίπελσκιρχ για υποχώρηση. Ο Τίπελσκιρχ αρνήθηκε να θυσιάσει άσκοπα τους άντρες του και διέταξε υποχώρηση προς το Μινσκ στις 25 Ιουνίου. Ο Μπους ακύρωσε τη διαταγή μόλις έμαθε τα τεκταινόμενα, αλλά ο διοικητής της 9ης Στρατιάς αγνόησε τον Μπους και διέταξε τους υφιστάμενους διοικητές του να συνεχίσουν, συστήνοντάς τους να προσέχουν τη φρασεολογία τους όταν επικοινωνούσαν με το αρχηγείο της Ομάδας Στρατιών, το οποίο αγνοούσε τις διαταγές που είχε δώσει ο Τίπελσκιρχ. Έλαβε την απόφαση να κρατήσει τις γέφυρες του Μπερεζίνα, προκειμένου να σώσει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους άνδρες του.[106]

Ο Γιόρνταν αντιμετώπιζε και αυτός την ίδια ακριβώς κατάσταση: οι μονάδες του είχαν σχεδόν εξοντωθεί και ο Μπους απάντησε αρνητικά στο αίτημά του για υποχώρηση, αλλά φαίνεται πως του έλειπε η αποφασιστικότητα του Τίπελσκιρχ. Ο Γιόρνταν μετά από αυτές τις εξελίξεις παραιτήθηκε από την προσπάθειά του να μεταπείσει τον Μπους και χαρακτήρισε την ηγεσία της Ομάδας Στρατιών «εντελώς ακατάλληλη», η οποία «μετέδιδε απλώς διαταγές που είχαν προ πολλού ξεπεραστεί από τα γεγονότα». Σκοπίμως χρονοτρίβησε να αφήσει την 20ή Μεραρχία Πάντσερ να δράσει, γνωρίζοντας πως η υπόθεση ήταν πλέον χαμένη και πως σίγουρα η μεραρχία θα ήταν πολύ χρήσιμη στο μέλλον. Ακόμα και έτσι, η μεραρχία κατάφερε να καταστρέψει 60 Σοβιετικά άρματα στις 25 Ιουνίου, αλλά και αυτή δεν μπορούσε να κάνει θαύματα. Οι Σοβιετικοί διέλυσαν την αντίσταση της 9ης Στρατιάς, παρά τις βαριές τους απώλειες, αρχίζοντας να περικυκλώνουν το Μπομπρουίσκ από τα ανατολικά και τα δυτικά.[107]

Ο Μπους μετέβη στο αρχηγείο του Χίτλερ στο Ομπερσάλτσμπεργκ στις 26 Ιουνίου, προσπαθώντας να μεταπείσει τον Χίτλερ, ακόμα και σε αυτό το σημείο της μάχης, να αναθεωρήσει την τακτική του. Ο Γιόρνταν βρισκόταν μαζί του, υπόλογος για το χειρισμό της 20ής Μεραρχίας Πάντσερ. Ο Στρατηγός έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος για την αποτυχία της 9ης Στρατιάς, παρά το γεγονός ότι αυτή προήλθε από τις διαταγές του ίδιου του Χίτλερ, και απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του στις 27 του μήνα. Εν τω μεταξύ, οι Σοβιετικοί είχαν κλείσει το θύλακα του Μπομπρουίσκ, παγιδεύοντας εκεί 60.000 Γερμανούς στρατιώτες.[108] Την ίδια μέρα διέβησαν τον Δνείπερο, αναγκάζοντας τον Τίπελσκιρχ να διατάξει αναδίπλωση πίσω από τον Δνείπερο. Ήταν επίσης πεπεισμένος πως το πιθανότερο ήταν ότι θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει πίσω από τον Μπερεζίνα, ανατολικά του Μινσκ. Η διαταγή που έλαβε από την OKW του επέτρεπε να υποχωρήσει πίσω από τον Προυτ, ανατολικά του Μπερεζίνα, εάν κρινόταν σκόπιμο. Οι «οχυρές περιοχές» Όρσα και Μογκίλεφ επρόκειτο να κρατηθούν. Το απόγευμα ο Τίπελσκιρχ υλοποίησε τη διαταγή. Μόνο όταν η υποχώρηση βρισκόταν κοντά στην ολοκλήρωση ο Μπους διέταξε τον Τίπελσκιρχ να αποσυρθεί «ταχύτατα» πίσω από τον Δνείπερο. Με την ίδια διαταγή αποφασιζόταν η εγκατάλειψη του Μογκίλεφ — το οποίο ήταν ήδη αποκομμένο πέρα από κάθε ελπίδα διάσωσης.[109]

Ο Τίπελσκιρχ είχε επενδύσει τις ελπίδες του στην 5η Μεραρχία Πάντσερ και τα εξελιγμένα άρματα μάχης Tiger που διέθετε για να υπερασπιστεί το Μινσκ. Ο κύριος όγκος της Στρατιάς παρέμεινε ανατολικά του Μπερεζίνα. Ο Τίπελσκιρχ ευτύχησε να έχει, εκτός από την 5η Μεραρχία Πάντσερ, και δύο ικανότατους διοικητές: τον πενηνταδυάχρονο Αντιστράτηγο Ντίτριχ φον Ζάουκεν (στην ad hoc φερώνυμη ομάδα του οποίου υπαγόταν η 5η Μεραρχία Πάντσερ) και τον Αντιστράτηγο Καρλ Ντέκερ. Τα άρματα μάχης της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ παρατάχθηκαν εκεί ακριβώς όπου οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν, στο Σταθμό του Κρούπκι. Η προέλασή τους σταμάτησε απότομα στις 28 Ιουνίου, καθώς τα γερμανικά πάντσερ κατάφεραν να καταστρέψουν πολλά από τα τεθωρακισμένα της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων Φρουρών. Σύντομα οι Σοβιετικοί ανασυντάχθηκαν και υπερνίκησαν με την αριθμητική τους υπεροχή τη γερμανική αντίσταση.[110]

Είχε γίνει πλέον προφανές ότι ο Μπους δεν είχε πλέον τον έλεγχο των εξελίξεων. Τις καθοριστικές διαταγές τις έδινε πλέον ο Τίπελσκιρχ. Ο Μπους απλώς μετέφερε τις διαταγές του Χίτλερ, οι οποίες δεν αντανακλούσαν την πραγματικότητα. Μια από τις τελευταίες του ενέργειες ως επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» ήταν η υπακοή στην αψυχολόγητη απόφαση του Χίτλερ να συγκροτηθεί μια γραμμή άμυνας εκατέρωθεν του Μπερεζίνο, επί του ποταμού Μπερεζίνα. Εκείνη τη στιγμή οι στρατιώτες ήταν απασχολημένοι στο να αποκρούουν τις σοβιετικές επιθέσεις βόρεια και νοτιοανατολικά του Μινσκ, το οποίο «έπεσε» στις αρχές Ιουλίου.[111]

Τελικά, την ίδια ημέρα, 28 Ιουνίου, η OKW κατέληξε στο όψιμο συμπέρασμα πως η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» αντιμετώπιζε κάτι περισσότερο από μια δευτερεύουσα επίθεση αντιπερισπασμού. Ακόμα και τότε έτρεφε την ελπίδα πως η κύρια σοβιετική επίθεση θα εκδηλωνόταν στην Ουκρανία, όπου μπορούσαν με ευχέρεια να την αντιμετωπίσουν. Για το λόγο αυτό ο Μόντελ έλαβε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», διατηρώντας παράλληλα τη «Βόρεια Ουκρανία», ώστε να είχε τη δυνατότητα να διαχειρίζεται με ευχέρεια ανταλλαγές μονάδων μεταξύ των δύο Ομάδων Στρατιών, σε περίπτωση που εκδηλωνόταν η αναμενόμενη επίθεση στην Ουκρανία.[112] Ο Μπους απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του, επισήμως λαμβάνοντας άδεια.[13]

Στην «Εφεδρεία του Φύρερ»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπους τέθηκε επισήμως στη λεγόμενη «εφεδρεία του Φύρερ» στις 16 Αυγούστου 1944.[13] Φαίνεται πως ο Μπους ήταν ιδιαίτερα πληγωμένος από την εκδίωξή του — άλλωστε, το μόνο που έκανε ήταν να ακολουθεί πιστά τις διαταγές του Χίτλερ. Τον Ιούλιο ήταν, σύμφωνα με αναφορές, «συντετριμμένος και καταθλιπτικός».[113] Μετά την απαλλαγή του ο Στρατάρχης έμεινε προσωρινά στο Στρατόπεδο Εκπαίδευσης του Νοϊχάμερ, όπου για άγνωστους λόγους η OKW έστειλε στις 9 Ιουλίου το Λοχαγό Αλεξάντερ Στάλμπεργκ με έναν χάρτη ο οποίος απεικόνιζε την κατάσταση της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο». Όπως ανέφερε ο Στάλμπεργκ, ο Μπους μόλις αντίκρισε το θέαμα αυτό άφησε μια δυνατή κραυγή και κατέρρευσε πάνω στον χάρτη.[114]

Ο Μπους έμεινε στην αφάνεια, αρχικά στη Σιλεσία και κατόπιν στο Οστμπέφερν της Βεστφαλίας.[115] Φαίνεται πως έζησε σε απομόνωση, καθώς σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες για την τύχη του, όπως για παράδειγμα ότι είχε αυτοκτονήσει ή αυτομολήσει στους Σοβιετικούς.[113] Ο νέος διοικητής της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», Ράινχαρτ, ήταν ο πρώτος που θυμήθηκε τον πρώην ανώτερό του. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1944 έγραψε στον νέο Αρχηγό του Επιτελείου της OKH, Αρχιστράτηγο Χάιντς Γκουντέριαν, πληροφορώντας τον για τη φημολογία και παρακινώντας του να ζητήσει από τον Χίτλερ «λίγη από την εύνοιά του».[113]

Η ευκαιρία δόθηκε όταν ο αγαπημένος προσωπικός υπασπιστής του Χίτλερ, Στρατηγός Ρούντολφ Σμουντ, υπέκυψε στις αρχές Οκτωβρίου στα τραύματα που είχε υποστεί κατά την αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944. Επετράπη στον Μπους να εκφωνήσει τον επικήδειο, σηματοδοτώντας την έναρξη της επανόδου του.[113]

Ανώτατος Διοικητής Βορρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπους κατόρθωσε στους επόμενους μήνες να ανακτήσει την εύνοια του Χίτλερ.[113] Στις 14 Μαρτίου 1945 διορίστηκε Ανώτατος Διοικητής του Επιχειρησιακού Επιτελείου Βόρειας Ακτής και έξι μέρες αργότερα έγινε Ανώτατος Διοικητής Δύσης[13] με περιοχή ευθύνης το Σλέσβιχ-Χολστάιν, τη Βόρεια Ακτή και ένα μικρό τμήμα της Ολλανδίας που βρισκόταν ακόμη υπό γερμανικό έλεγχο. Λόγω της δεινής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει πλέον το Γερμανικό Ράιχ, η δύναμη που είχε υπό τον έλεγχό του ο Μπους ήταν ιδιαίτερα μικρή και αποτελούνταν από ένα συνονθύλευμα μονάδων αμφίβολης μαχητικής αξίας. Ο Μπους ουδέποτε κατόρθωσε να ανακτήσει το σεβασμό των στρατευμάτων του. Προσπάθησε μάταια να κρατήσει το μέτωπό του που κατέρρεε ταχύτατα με στρατοδικεία και χωρίς να έχει επαφή με την πραγματικότητα.[116] Στις 2 Μαΐου 1945, λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, ο Μπους διορίστηκε Ανώτατος Διοικητής Βορρά.[13] Η σταδιοδρομία του έλαβε τέλος στις 4 Μαΐου 1945, όταν ο Μπους υπέγραψε την παράδοσή του στον Βρετανό Στρατάρχη Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ.[117]

Αιχμαλωσία και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπους περιήλθε σε βρετανική αιχμαλωσία κοντά στο Φλένσμπουργκ στις 7 Μαΐου 1945[118] (κατ' άλλους 23 Μαΐου[119]). Μεταφέρθηκε στη Μεγάλη Βρετανία και το καλοκαίρι βρισκόταν στο Στρατόπεδο Αιχμαλώτων Άλντερσοτ κοντά στο Λονδίνο. Η κατάσταση της υγείας του, που ήταν ήδη επισφαλής, επιβαρύνθηκε με την ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας και την πιθανότητα έκδοσής του στους Σοβιετικούς.[120] Στο Άλντερσοτ ο εξηντάχρονος Μπους υπέστη στις 17 Ιουλίου 1945 μοιραία κρίση στηθάγχης.[118] Το πτώμα του ρίχτηκε απλώς, χωρίς τελετή και με ψεύτικο πιστοποιητικό θανάτου σε λάκκο στον σκουπιδότοπο του Άλντερσοτ.[117] Έτσι τελείωσε η ζωή του Στρατάρχη Ερνστ Μπους. Όπως παρατήρησε ο Αμερικανός ιστορικός Σάμιουελ Μίτσαμ, «ήταν ένα άδοξο τέλος για τον πιστό Στρατάρχη του Χίτλερ, από τον οποίο έλειπε κάθε πολιτική κριτική ικανότητα»».[119]

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνοψη βαθμών[13]
Γερμανικός Βαθμός Ελληνικό αντίστοιχο Ημερομηνία
Leutnant Ανθυπολοχαγός 10 Μαρτίου 1904
Oberleutnant Υπολοχαγός 16 Ιουνίου 1913
Hauptmann Λοχαγός 27 Ιανουαρίου 1915
Major Ταγματάρχης 01 Απριλίου 1925
Oberstleutnant Αντισυνταγματάρχης 01 Φεβρουαρίου 1930
Oberst Συνταγματάρχης 01 Δεκεμβρίου 1932
Generalmajor Υποστράτηγος 01 Σεπτεμβρίου 1935
Generalleutnant Αντιστράτηγος 01 Οκτωβρίου 1937
General der Infanterie (Στρατηγός του Πεζικού) 01 Φεβρουαρίου 1938
Generaloberst Αρχιστράτηγος 19 Ιουλίου 1940
Generalfeldmarschall Στρατάρχης 01 Φεβρουαρίου 1943

Παρατίθενται οι διακρίσεις (παράσημα, μετάλλια και λοιπές ηθικές διακρίσεις) που απονεμήθηκαν στον Μπους κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας:[13]

Μνείες στην Αναφορά της Βέρμαχτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ημερομηνία Πρωτότυπο κείμενο Μετάφραση
Τετάρτη, 6 Αυγούστου 1941 (έκτακτη) In kühnem Ansturm gelang es der unter Führung des Generalobersten Busch stehenden Armee und der in ihrem Abschnitt kämpfenden Panzergruppe des Generalobersten Höppner (sic) die stark angebauten und zäh verteidigten Stellungen südlich des PEIPUS-SEES zu durchbrechen.[121] Η υπό την ηγεσία του Αρχιστράτηγου Μπους ευρισκόμενη Στρατιά και η μαχόμενη στον τομέα της Ομάδα Πάντσερ του Αρχιστράτηγου Χέπνερ πέτυχαν να διασπάσουν με τολμηρή επίθεση τις ισχυρά κατασκευασμένες και σκληρά υπερασπιζόμενες θέσεις νοτίως της λίμνης Πέιπους.
Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 1941 Im Raum südlich des ILMEN-SEES wurden, die bereits durch Sondermeldung bekanntgegeben, in der letzten Wochen starke Kräfte der sowjetischen 11., 27. und 34. Armee durch Truppen des deutschen Heeres unter Führung des Generalobersten Busch mit Unterstützung durch Verbände der Luftflotte des Generalobersten Keller entscheidend geschlagen.[122] Όπως γνωστοποιήθηκε μέσω έκτακτης αναφοράς, στην περιοχή νοτίως της Λίμνης Ίλμεν τις τελευταίες εβδομάδες ισχυρές δυνάμεις των σοβιετικών 11ης, 27ης και 34ης Στρατιών ηττήθηκαν αποφασιστικά από στρατεύματα του γερμανικού Στρατού υπό την ηγεσία του Αρχιστράτηγου Μπους με την υποστήριξη μέσω μονάδων του Αεροπορικού Στόλου του Πτεράρχου Κέλερ.
Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 1941 (έκτακτη) Trotz andauernd starker Bedrohung ihrer Ostflanke drehte die Masse der Armee des Generaloberst Busch zusammen mit der Panzerarmee des Generaloberst Hoeppner (sic) zunächst nach Norden ein.[123] Παρά τη συνεχιζόμενη ισχυρή απειλή στο νότιο πλευρό της, ο κύριος όγκος της Στρατιάς του Αρχιστράτηγου Μπους μαζί με τη Στρατιά Πάντσερ του Αρχιστράτηγου Χέπνερ στράφηκε εν τέλει προς τον Βορρά.
28 Ιανουαρίου 1943 Unter Führung des Generalobersten B u s c h haben Truppen des Heeres in Zusammenwirken mit Verbänden der Luftwaffe unter schwierigsten Kampfbedingungen bei eisigem Frost und Schneetreiben den Ansturm der Bolschewisten in harten, wechselvollen Kämpfen abgeschlagen und überall ihre Stellungen behauptet.[124] Τα υπό την ηγεσία του Αρχιστράτηγου Μπους στρατεύματα του Στρατού σε συνεργασία με μονάδες της Αεροπορίας έχουν αποκρούσει την επίθεση των Μπολσεβίκων σε αμφίρροπες συνθήκες αγώνα σε παγωνιά και χιονοθύελλες και καταλαμβάνοντας παντού τις θέσεις τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 274. Eichenlaubträger Ernst Busch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939–1945 (γερμανικά)
  2. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. τ. Β΄, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  3. 3,0 3,1 3,2 Siegler, Fritz von: „Busch, Ernst“, στο: Neue Deutsche Biographie 3 (1957), σ. 60
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Hürter (2006), σ. 622
  5. Hürter (2006), σ. 28
  6. Mitcham (2001), σ. 4
  7. Hürter (2006), σ. 27–28
  8. Hürter (2006), σ. 41–43 και 622
  9. Hürter (2006), σ. 44–45 και 49
  10. Hürter (2006), σ. 53
  11. 11,0 11,1 11,2 Hürter (2006), σ. 77
  12. Mitcham (1988), σ. 269
  13. 13,00 13,01 13,02 13,03 13,04 13,05 13,06 13,07 13,08 13,09 13,10 13,11 13,12 13,13 13,14 13,15 Miller, Michael D. & Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Ernst Busch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  14. Hürter (2006), σ. 71 και υποσημ. 6 ό.π. και σ. 622
  15. Hürter (2006), σ. 96
  16. Hürter (2006), σ. 97
  17. Mitcham (2001), σ. 5
  18. Hürter (2006), σ. 622–623
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Hürter (2006), σ. 623
  20. Hürter (2006), σ. 104
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 21,4 21,5 21,6 21,7 21,8 21,9 Mitcham (1988), σ. 270
  22. Hürter (2006), σ. 342
  23. Mitcham (2001), σ. 4–5
  24. Hürter (2006), σ. 138 και ό.π., υποσημ. 89
  25. Müller (2008), σ. 211
  26. Mitcham (1988), σ. 49–50
  27. Mitcham (1988), σ. 51–52
  28. Hürter (2006), σ. 150
  29. Mitcham (1988), σ. 55–57
  30. Τίτλος πρωτοτύπου: „Ist die schlachtentscheidende Rolle der Infanterie zu Ende?“ στο: Jahrbuch für Wehrpolitik und Wehrwissenschaften 1937/38 (=Ημερολόγιο για την Αμυντική Πολιτική και τις Αμυντικές Επιστήμες), σ. 11–27, κατά: Hürter, παράθεση πηγών, σ. 682
  31. Hürter (2006), σ.118–120
  32. The Campaign in Poland 1939, σ. 11
  33. Hürter (2006), σ.178
  34. The Campaign in Poland 1939, σ. 15
  35. The Campaign in Poland 1939, σ. 18–19
  36. The Campaign in Poland 1939, σ. 22
  37. The Campaign in Poland 1939, σ. 24
  38. 38,0 38,1 Guderian & Macksey (1996), σ. 92
  39. Guderian & Macksey (1996), σ. 104
  40. Hürter (2006), σ.193
  41. Jones (2008), σ. 52
  42. 42,0 42,1 42,2 42,3 42,4 Mitcham (2001), σ. 271
  43. Ziemke & Bauer (1987), σ. 32
  44. Ziemke & Bauer (1987), σ. 35
  45. 45,0 45,1 45,2 Ziemke & Bauer (1987), σ. 143
  46. Trials of War Criminals Before the Nuernberg Military Tribunals. Volume XI. The Hostage Case, The High Command Case. σ. 557
  47. Hürter (2008), σ. 393–394
  48. Hürter (2006), σ. 538
  49. Hürter (2006), σ. 539
  50. Jones (2008), σ. 61–62
  51. Hürter (2006), σ. 540
  52. Hürter (2006), σ. 428
  53. Der "Reichenau-Befehl". Das Verhalten der Truppe im Ostraum από την ιστοσελίδα NS-Archiv (γερμανικά)
  54. Hürter (2006), σ. 428–429
  55. Hürter (2006), σ. 480
  56. Ziemke & Bauer (1987), σ. 145
  57. Ziemke & Bauer (1987), σ. 146
  58. Ziemke & Bauer (1987), σ. 147
  59. Ziemke & Bauer (1987), σ. 148 και 151
  60. Ziemke & Bauer (1987), σ. 154
  61. Mitcham (1988), σ. 271–272
  62. Ziemke & Bauer (1987), σ. 151
  63. 63,0 63,1 63,2 63,3 Mitcham (1988), σ. 272
  64. Ziemke & Bauer (1987), σ. 188
  65. Ziemke & Bauer (1987), σ. 188–189
  66. Ziemke & Bauer (1987), σ. 190–192
  67. Ziemke & Bauer (1987), σ. 192
  68. Mitcham & Mueller (1992), σ. 83
  69. Mitcham & Mueller (1992), σ. 84
  70. Ziemke & Bauer (1987), σ. 411–412
  71. Ziemke & Bauer (1987), σ. 415
  72. Ziemke & Bauer (1987), σ. 421–422
  73. Ziemke (1984), σ. 112–113
  74. Ziemke (1984), σ. 192
  75. Ziemke (1984), σ. 199
  76. Ziemke (1984), σ. 200–204
  77. Ziemke (1984), σ. 204
  78. Ziemke (1984), σ. 206–207
  79. Mitcham (1988), σ. 273
  80. Mitcham (1988), σ. 273–274
  81. 81,0 81,1 Mitcham (1988), σ. 274
  82. Mitcham (2001), σ. 16–17
  83. 83,0 83,1 Mitcham (2001), σ. 16
  84. Κατά: Mitcham (2001), σ. 11–13, Πίνακας 1.1
  85. Mitcham (2001), σ. 9
  86. Mitcham (2001), σ. 8
  87. 87,0 87,1 Ziemke (1984), σ. 319
  88. Mitcham (2001), σ. 14
  89. Mitcham (2001), σ. 10
  90. Mitcham (2001), σ. 17
  91. Messerschmidt (1995), σ. 559
  92. Messerschmidt (1995), σ. 563
  93. Messerschmidt (1995), σ. 561
  94. Messerschmidt (1995), σ. 552
  95. 95,0 95,1 Ziemke (1984), σ. 313
  96. Ziemke (1984), σ. 313–314
  97. Ziemke (1984), σ. 315
  98. 98,0 98,1 98,2 Mitcham (2001), σ. 18
  99. Ziemke (1984), σ. 315–316
  100. Mitcham (2001), σ. 17–18
  101. Ziemke (1984), σ. 316
  102. Mitcham (2001), σ. 19
  103. Mitcham (2001), σ. 20
  104. Mitcham (2001), σ. 22–23
  105. Mitcham (2001), σ. 24
  106. Mitcham (2001), σ. 26–27
  107. Mitcham (2001), σ. 25–26
  108. Mitcham (2001), σ. 26
  109. Ziemke (1984), σ. 323
  110. Mitcham (2001), σ. 27–29
  111. Ziemke (1984), σ. 324 και 426
  112. Ziemke (1984), σ. 324
  113. 113,0 113,1 113,2 113,3 113,4 Mitcham (1988), σ. 280
  114. Mitcham (2001), σ. 33
  115. Mitcham (1998), σ. 25
  116. Mitcham (1988), σ. 280–281
  117. 117,0 117,1 Mitcham (1988), σ. 281
  118. 118,0 118,1 Generalfeldmarschall Ernst Busch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Werhmacht (γερμανικά)
  119. 119,0 119,1 Mitcham (1998), σ. 26
  120. Moll (1961), σ. 39
  121. Die Wehrmachtberichte 1939 – 1945, τόμος 1, σ. 633
  122. Die Wehrmachtberichte 1939 – 1945, τόμος 1, σ. 671
  123. Die Wehrmachtberichte 1939 – 1945, τόμος 1, σ. 704
  124. Die Wehrmachtberichte 1939 – 1945, τόμος 2, σ. 431

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Guderian, Heinz & Macksey, Kenneth (2002) [1996]: Panzer Leader. General Heinz Guderian. Da Capo Press, Καίμπριτζ 2002. ISBN 9780306811012 (αγγλικά)
  • Hürter, Johannes (2006): Hitlers Heerführer - Die deutschen Oberbefehlshaber im Krieg gegen die Sowjetunion 1941/42. R. Oldenburg Verlag, Μόναχο 2007 (2η έκδοση) ISBN 978-3486583410 (γερμανικά)
  • Jones, Michael (2008): Λένινγκραντ. Η Πολιορκία 1941–1944. Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2008. ISBN 978-960-410-545-8
  • Messerschmidt, Manfred (1995): Der Minsker Prozeß 1946. Gedanken zu einem sowjetischen Kriegsverbrechentribunal. Στο: Heer, Hannes & Naumann, Klaus (εκδ.): Vernichtungskrieg. Verbrechen der Wehrmacht 1941 bis 1944. Zweitausendeins. ISBN 3-86150-198-8 (γερμανικά)
  • Miller, Michael D. & Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Ernst Busch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  • Mitcham, Samuel W., Jr. (1998): Generalfeldmarschall Ernst Busch. Στο: Gerd R. Ueberschär (εκδ.): Hitlers militärische Elite. Vom Kriegsbeginn bis zum Weltkriegsende. Τόμος 2. Primus Verlag, Ντάρμστατ 1998, ISBN 3-89678-089-1, σ. 20–27 (γερμανικά)
  • Mitcham, Samuel W., Jr. (1988): Hitler's Field Marshals and Their Battles. Guild Publishing, Μεγάλη Βρετανία 1988. (αγγλικά)
  • Mitcham, Samuel W., Jr. (2001): The German Defeat in the East, 1944–45. Stackpole Books, Μεχάνισμπουργκ 2007. ISBN 978-0-8117-3371-7 (αγγλικά)
  • Mitcham, Samuel W., Jr. & Mueller, Gene (1992): Hitler's Commanders. Officers of the Wehrmacht, the Luftwaffe, the Kriegsmarine and the Waffen-SS. Cooper Square Press, Νέα Υόρκη 2000. ISBN 0-8154-1131-6 (αγγλικά)
  • Moll, Otto E. & Marek, Wolfgang W. (επιμ.) (1961): Die deutschen Generalfeldmarschälle 1935 – 1945. Erich Pabel Verlag, Ράστατ 1961 (Πρώτη Έκδοση). (γερμανικά)
  • Müller, Klaus-Jürgen: Generaloberst Ludwig Beck. Eine Biographie. Ferdinand Schöningh Verlag, Πάντερμπορν 2007. ISBN 978-3-506-72874-6 (γερμανικά)
  • Siegler, Fritz von: „Busch, Ernst“, στο: Neue Deutsche Biographie 3 (1957), σ. 60 (γερμανικά)
  • Ziemke, Earl F. (1984): Stalingrad to Berlin: The German Defeat in the East. University Press of the Pacific, Χονολουλού 2003 (ανατύπωση). ISBN 978-9999959308 (αγγλικά)
  • Ziemke, Earl F. & Bauer, Magna E. (1987): Berlin to Stalingrad. Decision in the East. Center of Military History, United States Army, Ουάσινγκτον 1987 (αγγλικά)
  • 274. Eichenlaubträger Ernst Busch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939–1945 (γερμανικά)
  • Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 1, 1. September 1939 bis 31. Dezember 1941. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG, Μόναχο 1985. ISBN 3-423-05944-3 (γερμανικά)
  • Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 2, 1. Januar 1942 bis 31. Dezember 1943. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG, Μόναχο 1985. ISBN 3-423-05944-3 (γερμανικά)
  • Generalfeldmarschall Ernst Busch. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Werhmacht (γερμανικά)
  • The Campaign in Poland 1939. Department of Military Art and Engineering. United States Military Academy, West Point, New York 1945. Ψηφιοποίηση μέσω του Combined Arms Research Library, Φορτ Λίβενγουορθ, Κάνσας, 2010 (αρχείο .pdf) (αγγλικά)
  • Trials of War Criminals Before the Nuernberg Military Tribunals. Τόμος XI. The Hostages Case. The High Command Case από την ιστοσελίδα της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου (αρχείο .pdf) (αγγλικά)