Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ
Bundesarchiv Bild 146-1969-048B-01A, Wilhelm Ritter von Leeb.jpg
Ο Στρατάρχης Βίλχελμ φον Λέεμπ. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου
Γέννηση 5 Σεπτεμβρίου 1876
Λάντσμπεργκ αμ Λεχ, Βαυαρία
Θάνατος 29 Απριλίου 1956 (ετών 79)
Φύσεν, Βαυαρία
Ενταφιασμός Κοιμητήριο του Ζολν, περιφέρεια Μονάχου
Υπηρεσία/κλάδος Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ (ως το 1918)
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης (ως το 1933)
Flag of German Reich (1935–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
Βέρμαχτ
Εν ενεργεία 1895–1942
Βαθμός Στρατάρχης (Generalfeldmarschall)
Διοικήσεις 12η Στρατιά, Ομάδα Στρατιών «C»
Μάχες/πόλεμοι Α' Παγκόσμιος Πόλεμος
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Διακρίσεις Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού

Ο Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ (Wilhelm Ritter[1] von Leeb) (1876-1956) ήταν Γερμανός αξιωματικός του Στρατού και κατά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και έφθασε μέχρι το αξίωμα του Στρατάρχη. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δικάσθηκε σε δίκη συνακόλουθη της Δίκης της Νυρεμβέργης και καταδικάσθηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, τα οποία δεν εξέτισε, καθώς είχε συμπληρώσει μεγαλύτερο διάστημα υπό κράτηση.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βίλχελμ Λέεμπ γεννήθηκε στο Λαντσμπεργκ αμ Λεχ (Landsberg am Lech) της Βαυαρίας στις 5 Σεπτεμβρίου 1876. Το 1895 κατατάχτηκε στο 4ο Σύνταγμα Πυροβολικού της Βαυαρίας ως υποψήφιος αξιωματικός και, το 1897 ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός. Η πρώτη του πολεμική αποστολή ήταν σε συμμετοχή πολυεθνικής δύναμης για την διάσωση των ξένων αποστολών κατά την εξέγερση των Μπόξερ στο Πεκίνο της Κίνας το 1900. Επιστρέφοντας στην Γερμανία φοίτησε στην Βαυαρική Στρατιωτική Ακαδημία στο Μόναχο και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως αξιωματικός του Βαυαρικού Γενικού Επιτελείου και στη συνέχεια του Μείζονος Γενικού Επιτελείου στο Βερολίνο (1909-1911). Το 1911 προάχθηκε σε Λοχαγό και τοποθετήθηκε αρχικά Διοικητής Πυροβολαρχίας στο 10ο Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού (1912 - 1913) με έδρα το Έρλάνγκεν (Erlangen) και στη συνέχεια στο Γενικό Επιτελείο του 1ου Βαυαρικού Σώματος στο Μόναχο. Στην θέση αυτή τον βρήκε η έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Περίοδος Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά αξιωματικός του Επιτελείου, ο Λέεμπ μετατέθηκε στην 11η Βαυαρική Μεραρχία Πεζικού. Το 1916 προάχθηκε σε Ταγματάρχη και, στις 29 Μαΐου του απονεμήθηκε ο Σταυρός των Ιπποτών της Τάξεως του Τάγματος του Μαξ-Γιόζεφ. Το παράσημο αυτό, αντίστοιχο με το πρωσικό "Pour le Mérite" συνοδεύτηκε με την απονομή τίτλου ευγενείας (21 Ιουνίου 1916), πράγμα που του επέτρεψε να προσθέσει τον τίτλο "Ritter" και το πρόθεμα "φον" στο όνομά του. Ως Ταγματάρχης έλαβε μέρος στην μάχη του Κόβελ εναντίον των Ρώσων[2]. Λίγο αργότερα μετατέθηκε στο Ανατολικό μέτωπο. Το 1917 τοποθετήθηκε στο Επιτελείο του Διαδόχου Ρούπρεχτ (Rupprecht) της Βαυαρίας.

Μετά τον Πόλεμο ο Λέεμπ κρίθηκε ότι μπορούσε να παραμείνει στην Ράιχσβερ, τον μικρό στρατό που η Συνθήκη των Βερσαλλιών επέτρεπε στην Γερμανία να διατηρεί. Το 1920 προάχθηκε σε Αντισυνταγματάρχη. Το 1923 έλαβε μέρος στην καταστολή του "Πραξικοπήματος της μπιραρίας" (Beer Hall Putsch), που αποπειράθηκαν ο Χίτλερ και οι Εθνικοσοσιαλιστές του. Το 1926 ανέλαβε την Διοίκηση του 7ου Συντάγματος Πυροβολικού και το 1928 ήταν ένας από τους δύο υποδιοικητές της 5ης Μεραρχίας Πεζικού με έδρα την Στουτγκάρδη. Το 1929 τοποθετείται υποδιοικητής της 7ης Μεραρχίας Πεζικού στο Μόναχο και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους προάγεται σε Υποστράτηγο. Το 1930 και μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζιστές, ο Λέεμπ είναι ο επικεφαλής του "Wehrkreis VII" (Στρατιωτικής Περιφέρειας VII), η οποία κάλυπτε όλη την Βαυαρία.

Ο Λέεμπ δεν ήταν μόνον αξιωματικός της δράσης, αλλά και εξαίρετος θεωρητικός, ιδιαίτερα στην τακτική του αμυντικού πολέμου. Συνέγραψε πολλά άρθρα αλλά και το βιβλίο "Die Abwehr" (Σε Άμυνα), το οποίο εκδόθηκε το 1938 και οι θεωρητικές του τοποθετήσεις του είχαν προσδώσει διεθνή αναγνώριση. Οι Σοβιετικοί, με την ανασυγκρότηση του Κόκκινου Στρατού, ενστερνίστηκαν πολλές από τις αρχές που πρότεινε ο Λέεμπ στις δημοσιεύσεις του, ενσωματώνοντάς τις σε αντίστοιχους στρατιωτικούς κανονισμούς.

Όταν οι Ναζιστές κατέλαβαν την εξουσία το 1933 ο Λέεμπ δεν ήταν από τους ένθερμους θιασώτες τους. Ο Χίτλερ τον χαρακτήριζε "αδιόρθωτο αντιναζιστή", αν και ο Λέεμπ ποτέ δεν συμμετείχε σε καμία αντιστασιακή κίνηση εναντίον του Ναζισμού ή του ενσαρκωτή του. Ο Χίτλερ χλεύαζε, επίσης, τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Στρατηγού του. Το 1934 προάχθηκε σε Αντιστράτηγο και ανέλαβε την Διοίκηση της 2ης Στρατιάς στο Κέσσελ. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα βρεθεί επικεφαλής του καταλόγου των αποστρατευομένων αξιωματικών, ύστερα από την υπόθεση Μπλόμπεργκ-Φριτς.

Δεν παρέμεινε επί πολύ σε αποστρατεία: Τον Αύγουστο του 1938, ύστερα από την "κρίση" στην Τσεχοσλοβακία ο Λέεμπ ανακαλείται στην ενεργό υπηρεσία και του ανατίθεται η Διοίκηση της νεοσυσταθείσης 12ης Στρατιάς. Δεν χρειάστηκαν εχθροπραξίες, καθώς η Γερμανία ενσωμάτωσε χωρίς σύρραξη την Σουδητία και οι άνδρες του Λέεμπ την κατέλαβαν ειρηνικά. Ο Λέεμπ επέστρεψε στην Βαυαρία και στην αποστρατεία του.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 ο Λέεμπ ανακαλείται για τρίτη φορά στην ενεργό υπηρεσία. Του ανατίθεται η Διοίκηση της Ομάδας Στρατιών C, η οποία είχε επιφορτισθεί με την άμυνα της Γερμανίας από τα δυτικά, καθώς οι υπόλοιπες δυνάμεις της Βέρμαχτ εισέβαλαν στην Πολωνία. Ο Λέεμπ συγκράτησε την - πολύ ασθενική - γαλλική διείσδυση στο Σάαρ και, στα μέσα του Οκτωβρίου, εξαπέλυσε μια μικρής κλίμακας αντεπίθεση εκδιώκοντας τους Γάλλους από το γερμανικό έδαφος[3].

Μαθαίνοντας το σχέδιο εισβολής στις Κάτω Χώρες και στην Γαλλία ο Λέεμπ αντιτίθεται σφοδρά, ιδιαίτερα για την εισβολή στο ουδέτερο Βέλγιο, κυρίως για ηθικούς λόγους. Κυκλοφορεί ένα μνημόνιο στους συναδέλφους του, στο οποίο εκθέτει τις απόψεις του. Από πολλούς, όμως, θεωρείται υπερβολικά συντηρητικός και ξεπερασμένος από τον χρόνο. Παρόλ' αυτά διατηρεί την Διοίκηση της Ομάδας Στρατιών C, η οποία αποτελείται κυρίως από μονάδες χαμηλής μαχητικής ισχύος. Ο Λέεμπ, με πολύ επιτυχημένες κινήσεις αντιπερισπασμού, αναγκάζει τους Γάλλους να διατηρούν σημαντικές δυνάμεις στην Γραμμή Μαζινό, στην οποία έχουν βασίσει όλη την αμυντική τακτική τους και της οποίας την διάσπαση τρέμουν. Η διατήρηση αυτών των γαλλικών δυνάμεων εκεί τις απέσπασε από το σημείο όπου πραγματοποιήθηκε η πραγματική εισβολή στην Γαλλία (περιοχή του Σεντάν),καθιστώντας τις ανενεργές και ανίκανες να επέμβουν. Επιπλέον, μετά την εκκένωση της Δουνκέρκης οι δυνάμεις του συλλαμβάνουν περίπου 250.000 Γάλλους αιχμαλώτους.

Αν και ο ρόλος των δυνάμεων του Λέεμπ ήταν μικρός σε σχέση με των υπόλοιπων, ο Λέεμπ ανταμείβεται από τον Χίτλερ με το αξίωμα του Στρατάρχη τον Ιούλιο του 1940 και του απονέμεται ο Σιδηρούς Σταυρός των Ιπποτών. Η εμπιστοσύνη του Χίτλερ στον Λέεμπ έχει ανανεωθεί σε τέτοιο βαθμό που του αναθέτει την Διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Βορρά (Nord), επιφορτισμένης με το βόρειο τομέα στην Εισβολή στην Σοβιετική Ένωση. Η ομάδα Λέεμπ όφειλε να συντρίψει τις Σοβιετικές μονάδες στην περιοχή της Βαλτικής και να καταλάβει όλες τις Σοβιετικές ναυτικές βάσεις. Για πρώτη φορά, ωστόσο, διοικεί μεγάλες θωρακισμένες μονάδες, στις οποίες δεν έχει την παραμικρή εμπειρία. Ο Λέεμπ είναι, όμως, συνεπής αξιωματικός: Μέσα σε λιγότερο από 90 ημέρες, η Ομάδα Στρατιών του βρίσκεται στις παρυφές του Λένινγκραντ.


Αδυνατώντας, λόγω του ιδιόρρυθμου εδάφους που την περιβάλλει, να καταλάβει την πόλη, αρχίζει την Πολιορκία του Λένινγκραντ, η οποία θα διαρκέσει τρία χρόνια. Σημαντική για την Βέρμαχτ ήταν και η απώλεια της μάχης του Τιχβίν (Tikhvin), στην οποία ενώ οι γερμανικές δυνάμεις αρχικά κατέλαβαν την πόλη Τιχβίν, σημείο-κλειδί για την κατάληψη του Λένινγκραντ, την ξαναέχασαν ύστερα από αντεπίθεση των Σοβιετικών. Η αλήθεια είναι ότι ο Στρατάρχης, σταθμίζοντας την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, πρότεινε την εγκαθίδρυση μιας αμυντικής ζώνης στην περιοχή και την εξαπόλυση επίθεσης κατάληψης σε καταλληλότερη εποχή και με ευνοϊκότερες συνθήκες. Ο Χίτλερ αγνόησε την εισήγησή του.

Η καθυστέρηση της κατάληψης του Λένινγκραντ εξάπτει την ανυπομονησία του Χίτλερ, ο οποίος σχολιάζει "... ο Λέεμπ διανύει την περίοδο της δεύτερης παιδικής του ηλικίας: Δεν κατανοεί ούτε εκτελεί το σχέδιό μου για γρήγορη κατάληψη του Λένινγκραντ. Προφανώς έχει γεράσει, έχει χάσει πια το νεύρο του και, ως συνεπής Καθολικός, προτιμά να προσεύχεται παρά να πολεμά". Έχοντας ήδη παύσει αρκετούς αξιωματικούς του από τις θέσεις τους, παρεμβαίνει όλο και περισσότερο στις επιχειρήσεις με ολοένα και πιο περίεργες διαταγές. Ο Λέεμπ, βλέποντας ότι από Διοικητής έχει μετατραπεί σε εκτελεστή εντολών του Φύρερ, με τις οποίες, άλλωστε, διαφωνεί ριζικά, δεν αντέχει και, τον Ιανουάριο του 1942 ζητεί από τον Χίτλερ την απαλλαγή από τα καθήκοντά του [4]. Ο Χίτλερ τον αντικαθιστά με τον Στρατηγό Γκέοργκ φον Κύχλερ (Georg von Küchler). Ο Λέεμπ επιστρέφει στην Βαυαρία. Δεν θα ανακληθεί ποτέ πλέον σε ενεργή υπηρεσία.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Πόλεμος έληξε, οι Σύμμαχοι συνέλαβαν τον Λέεμπ και, μαζί με άλλους ανώτατους αξιωματικούς, τον παρέπεμψαν σε δίκη. Εκεί, επειδή, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, δεν ήσαν πολύ ξεκάθαρα τα έγγραφα με βάση τα οποία θεμελιώθηκε το κατηγορητήριο, καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση. Απολύθηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της δίκης, καθώς ο χρόνος κράτησής του ήταν μεγαλύτερος από την ποινή του. Ο Λέεμπ αποσύρθηκε από την δημόσια ζωή και έζησε στην Βαυαρία με την οικογένειά του. Απεβίωσε στο Φίσεν (Füssen) μετά από καρδιακή προσβολή στις 29 Απριλίου 1956, σε ηλικία 79 ετών.[5]

Σημειώσεις, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ritter δεν είναι όνομα αλλά τίτλος, αποδιδόμενος στα Ελληνικά ως "Ιππότης"
  2. Spencer C. Tucker, Priscilla Mary Roberts, Jack Greene, Cole C. Kingseed, Malcolm Muir, David T. (DRT) Zabecki, Allan R. (FRW) Millett World War II: A Student Encyclopedia, ABC-CLIO, 2005 ISBN 1-85109-857-7
  3. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  4. Ο Καρτιέ αναφέρει χαρακτηριστικά "... ο αξιοπρεπής Στρατάρχης φον Λέεμπ υποβάλλει την παραίτησή του..."
  5. Moll, Otto E. & Marek, Wolfgang (επιμ.) (1961): Die deutschen Generalfeldmarschälle 1935 – 1945. Erich Pabel Verlag, Ράστατ 1961 (Πρώτη Έκδοση), σ. 112

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Wilhelm Leeb, Hugo Freytag-Loringhoven, Waldemar Erfurth Roots of Strategy: 3 Military Classics, Stackpole Books, 1991 ISBN 0-8117-3060-3
  • Wilhelm Leeb, Die Abwehr, E. S. Mittler & Sohn, 1938

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα