Χανς Λάμερς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Χανς Λάμερς με την στολή Ταξιάρχου της SS στις 1-12-1937. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου

Ο Δρ. Χανς Χάινριχ Λάμερς (Dr. Jur. Hans Heinrich Lammers) ήταν εξέχουσα προσωπικότητα της Ναζιστικής Γερμανίας και επικεφαλής της Καγκελαρίας του Ράιχ (Reichkanzlei).

Γεννήθηκε στις 27 Μαΐου 1879 στο Λούμπλινιτς (Lublinitz), σήμερα Λουμπλίνιε (Lublinie) της Άνω Σιλεσίας (σήμερα ανήκει στην Πολωνία). Ο πατέρας του, Γιοχάννες Λάμερς (Johannes Lammers) ήταν χειρουργός κτηνίατρος. Μητέρα του ήταν η Άννα Χηλ (Anna Hiel). Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπρέσλαου και ολοκλήρωσε τις νομικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.[1] Το 1912 διορίστηκε, ως δικαστικός, στο Μπόιτεν (Beuthen), σήμερα Μπύτομ (Bytom) της Σιλεσίας.

Υπηρέτησε στον Γερμανικό Στρατό (Ράιχσβερ) κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου τιμήθηκε με τον Σιδηρό Σταυρό Β΄ και Α΄ τάξεως. Με την λήξη του πολέμου αποστρατεύτηκε και επέστρεψε στην σταδιοδρομία του ως νομικός.

Εντάσσεται στο Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (Deutschnationale Volkspartei, DNVP), στο οποίο φθάνει μέχρι την θέση του Αναπληρωτή Γραμματέα, το 1922. Όταν το DNVP άρχισε να φυλλορροεί, λόγω της διαρροής των μελών του προς το - λιγότερο αριστοκρατικό - Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, ο Λάμερς εντάχθηκε σε αυτό, το 1932, με αριθμό μέλους 1010355 και, τον Οκτώβριο του 1934, στην SS με αριθμό μέλους 118401 με τον βαθμό του "Oberführer" (βαθμός που αντιστοιχεί μεταξύ Συνταγματάρχη και Ταξίαρχου). Το 1940 θα φθάσει τον βαθμό του Αντιστράτηγου Α' ("Obergruppenführer").[2]

Όταν ο Χίτλερ αναλαμβάνει την εξουσία, το 1933, ο Λάμερς δεν αναλαμβάνει κυβερνητική θέση, αλλά παραμένει σύμβουλος του Κόμματος σε θέματα συνταγματικής νομοθεσίας "παρά τω Υπουργείω" Εσωτερικών, όπου, λόγω των εθνικιστικών του πεποιθήσεων, έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα.

Τον Νοέμβριο του 1937 ο Χίτλερ τον διορίζει Υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου και του εμπιστεύεται την θέση του επικεφαλής της Καγκελαρίας (Chef der Reichskanzlei).[3] Από τη θέση αυτή γίνεται ο κύριος πολιτικός σύμβουλος σε νομικά θέματα τόσο του ίδιου του Χίτλερ όσο και των κυβερνητικών υπηρεσιών.

Το 1939 διορίζεται, επίσης, στο Συμβούλιο Υπουργών για την Άμυνα του Ράιχ. Από την θέση αυτή ελέγχει όλη την σχετική με την ασφάλεια του Ράιχ και την εσωτερική πολιτική αλληλογραφία, πριν καν τα έγγραφα φθάσουν στον ίδιο τον Χίτλερ.

Από το 1943 και ύστερα καλείται να προεδρεύει σε όλες τις συναντήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, στις οποίες, για διάφορους λόγους, δεν παρίσταται ο Χίτλερ. Λόγω της θέσης του έχει, επίσης, την δυνατότητα ελέγχου της πρόσβασης προς τον δικτάτορα, από κοινού με τον Γραμματέα του Μάρτιν Μπόρμαν. Μετά την ήττα της Βέρμαχτ στο Στάλινγκραντ (Φεβρουάριος 1943) προσπαθεί, μαζί με τον Μπόρμαν, να δημιουργήσουν μια τριμελή χούντα, με την συμμετοχή του Βίλχελμ Κάιτελ, ο οποίος θα ελέγχει τον Στρατό, ενώ οι άλλοι δύο θα είναι υπεύθυνοι για την πολιτική (εσωτερική και εξωτερική) του καθεστώτος. Τα σχέδιά τους δεν ευοδώνονται, καθώς οι Γιόζεφ Γκέμπελς, Χέρμαν Γκέρινγκ, Χάινριχ Χίμλερ και Άλμπερτ Σπέερ διαβλέπουν, στην πρόταση του Λάμερς, μια υφαρπαγή της εξουσίας, η οποία θα μείωνε την δική τους και συνεργάζονται για την αποτροπή της. Ο ίδιος ο Λάμερς σταδιακά χάνει την ισχύ του, λόγω του μη άμεσου συσχετισμού της θέσης του με τα πολεμικά γεγονότα της εποχής.

Τον Απρίλιο του 1945 ο Λάμερς θεωρείται από τον Χίτλερ ως συνεργός στην προσπάθεια διαδοχής του τελευταίου από τον Γκέρινγκ και δίνεται εντολή σύλληψης και εκτέλεσής του. Η εντολή του Χίτλερ δεν προλαβαίνει να εκτελεστεί, καθώς οι Σοβιετικές δυνάμεις εισβάλλουν στο Βερολίνο και ο δικτάτορας αυτοκτονεί. Ωστόσο, η σύζυγός του Λάμερς, Ελφρίντε Τέπελ (Elfriede Tepel, γενν. στις 31 Ιανουαρίου 1894) αυτοκτονεί στο Όμπερσάλτσμπεργκ στις 8 Μαΐου 1945, για να την ακολουθήσει, δύο ημέρες αργότερα, η κόρη του ζεύγους, Ίλζε Χόφμαν - Λάμερς (Ilse Hoffmann-Lammers, γενν. 28 Μαΐου 1918).

Ο Λάμερς συνελήφθη με το τέλος του Πολέμου και κλήθηκε να καταθέσει στην Δίκη της Νυρεμβέργης. Ωστόσο, το 1947, παραπέμφθηκε και ο ίδιος στην Δίκη των Διπλωματών (Ministries Case), στην οποία, το 1949, καταδικάστηκε σε εικοσαετή φυλάκιση.[4] Η ποινή αυτή μειώθηκε, αργότερα, σε δεκαετή φυλάκιση, ενώ του δόθηκε αμνηστεία το 1954, οπότε αποφυλακίστηκε και εγκαταστάθηκε στο Ντίσελντορφ, όπου και απεβίωσε στις 4 Ιανουαρίου 1962. Τάφηκε στο Όμπερσάλτσμπεργκ, πλάι στην σύζυγο και την κόρη του.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. NNDB
  2. Axis Biographical Research
  3. Hans Heinz Sadila-Mantau, German political profiles, Terramare Publications, Berlin, 1938
  4. Harry Truman Library