Όττο φον Μπίσμαρκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ότο φον Μπίσμαρκ)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Όττο φον Μπίσμαρκ

Ο Όττο Έντουαρντ Λέοπολντ, πρίγκιπας του Μπίσμαρκ, Δούκας του Lauenburg (1 Απριλίου 1815 - 30 Ιουλίου 1898), υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Γερμανούς πολιτικούς του 19ου αιώνα. Ως Υπουργός-Πρόεδρος της Πρωσίας από το 1862 ως το 1890, πραγματοποίησε την ενοποίηση της Γερμανίας. Από το 1867 ήταν ο Καγκελάριος της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Όταν ιδρύθηκε η Γερμανική Αυτοκρατορία το 1871, έγινε ο πρώτος της Καγκελάριος. (Reichskanzler)

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπίσμαρκ γεννήθηκε στην πρωσσική επαρχία του Βρανδεμβούργου, δυτικά του Βερολίνου. Ο πατέρας του ήταν γαιοκτήμονας και αξιωματικός του πρωσικού στρατού. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, χωρίς ιδιαίτερες ακαδημαϊκές διακρίσεις: αντίθετα ξεχώρισε για την κλίση του για το ποτό και για τις μονομαχίες, καθώς πήρε μέρος σε πενήντα από αυτές. Ο Μπίσμαρκ έλπιζε να γίνει διπλωμάτης, αλλά διορίστηκε σε άνευ σημασίας θέσεις στο Άαχεν και το Πότσνταμ.

Μετά το θάνατο της μητέρας του το 1839, ανέλαβε τη διοίκηση των οικογενειακών κτημάτων στην Πομερανία. Περίπου οκτώ χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Schönhausen, όπου αναμείχθηκε στην πολιτική. Το 1847, παντρεύτηκε τη Johanna von Puttkamer. Απέκτησαν μία κόρη (Marie) και δύο γιούς (Herbert και Wilhelm).

Αρχή της πολιτικής καριέρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1847, ο Μπίσμαρκ εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στο νέο πρωσικό νομοθετικό σώμα. Εκεί απέκτησε φήμη βασιλόφρονα και αντιδραστικού πολιτικού, αφού υπερασπιζόταν απροκάλυπτα το θείο δικαίωμα του ηγεμόνα να κυβερνά.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1848, ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄, βρέθηκε σε δυσμενή θέση. Αν και αρχικά σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει ένοπλες δυνάμεις για να καταστείλει την εξέγερση, αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει στις απαιτήσεις των φιλελεύθερων επαναστατών. Υποσχέθηκε σύνταγμα, συμφώνησε ότι η Πρωσία θα έπρεπε να ενωθεί με άλλα γερμανικά έθνη και διόρισε Πρωθυπουργό έναν φιλελεύθερο, τον Ludolf Camphausen. Αλλά η φιλελεύθερη νίκη κράτησε μόνο έναν χρόνο και παρότι ο βασιλιάς παρουσίασε τελικά ένα σύνταγμα, με τα κριτήρια των επαναστατών ήταν πολύ συντηρητικό.

Το 1849, ο Μπίσμαρκ εκλέχτηκε στο Landtag, την κάτω βουλή του νέου πρωσικού νομοθετικού σώματος. Σε αυτή την περίοδο της σταδιοδρομίας του, ο Μπίσμαρκ εναντιωνόταν στην ενοποίηση της Γερμανίας, γιατί κατά τη γνώμη του, εάν πραγματοποιούνταν η Πρωσία θα έχανε την ανεξαρτησία της. Αποδέχτηκε το διορισμό του ως αντιπροσώπου της Πρωσίας στο Κοινοβούλιο της Ερφούρτης (όπου αντιπρόσωποι των γερμανικών εθνών συναντώνταν για να συζητήσουν την ενοποίησή τους), αλλά μόνο για να μπλοκάρει τις ενωτικές τους προσπάθειες.

Το 1851, ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος διόρισε τον Μπίσμαρκ αντιπρόσωπο της Πρωσίας στη Γερμανική Συνομοσπονδία της Φρανκφούρτης. Κατά την οκταετή του παραμονή άλλαξε πολιτικές απόψεις σε πολλά σημεία. Ο Μπίσμαρκ έγινε λιγότερο αντιδραστικός και περισσότερο διαλλακτικός. Πείστηκε ότι η Πρωσία έπρεπε να συμμαχήσει με άλλα γερμανικά κράτη, προκειμένου να περιορίσει την επιρροή της Αυστρίας. Έτσι, άρχισε σταδιακά να αποδέχεται την ιδέα ενός ενωμένου γερμανικού έθνους.

Το 1858, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, ανέβαλε ως αντιβασιλιάς ο αδελφός του Γουλιέλμος. Σύντομα έκανε τον Μπίσμαρκ πρεσβευτή στη Ρωσία, αυτό αποτελούσε σημαντική προαγωγή καθώς η Ρωσία ήταν ένας από τους δυο ισχυρούς γείτονες της Πρωσίας (ο άλλος ήταν η Αυστρία).Ο Μπίσμαρκ έμεινε τέσσερα χρόνια στην Πετρούπολη, όπου έγινε φίλος με τον μελλοντικό του αντίπαλο τον Πρίγκιπα Γκορτσάκοφ.

Τον Ιούνιο του 1862 στάλθηκε στη Γαλλία ως πρεσβευτής. Παρά τη μακρά του παραμονή στο εξωτερικό, ο Μπίσμαρκ δεν έχασε την επαφή του με τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Γερμανίας. Ο φίλος του Ροον τον κρατούσε πάντα ενήμερο και σύντομα σχημάτισαν μια σταθερή πολιτική συμμαχία.

Πρωθυπουργός της Πρωσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν το 1861 πέθανε ο Γουλιέλμος Φρειδερίκος Δ΄, ο αντιβασιλιάς έγινε βασιλιάς με το όνομα Γουλιέλμος Α΄. Ο νέος μονάρχης ήταν συχνά σε σύγκρουση με τη φιλελεύθερη Πρωσική Δίαιτα. Το 1862 ανέκυψε μία σοβαρή κρίση, όταν η δίαιτα αρνήθηκε να εγκρίνει τα έξοδα για την προτεινόμενη αναδιοργάνωση του στρατού. Ο Γουλιέλμος πίστευε ότι ο Μπίσμαρκ ήταν ο μόνος που μπορούσε να χειριστεί την κρίση, αλλά φοβόταν να διορίσει έναν πολιτικό που ήθελε να ελέγχει πλήρως τις εξωτερικές υποθέσεις. Όταν πείστηκε πλέον ότι ήταν αδύνατο να πετύχει την έγκριση των εξόδων, ανακάλεσε τον Μπίσμαρκ στην Πρωσσία ακολουθώντας τη συμβουλή του Ρόον. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1862, ο Μπίσμαρκ έγινε πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών.

Ο Μπίσμαρκ ήρθε αμέσως σε σύγκρουση με το νομοθετικό σώμα: εφόσον οι νομοθέτες αρνούνταν να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό, ο Μπίσμαρκ αποφάσισε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τον προϋπολογισμό του 1861. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, η Πρωσία συνέλεγε φόρους με βάση τον προϋπολογισμό του 1861.

Η κρίση κλιμακώθηκε το 1863, όταν η Βουλή πέρασε ένα ψήφισμα με το οποίο ζητούσε από το βασιλιά να απομακρύνει τον Μπίσμαρκ. Αντ' αυτού, ο Γουλιέλμος διέλυσε τη Δίαιτα. Εν συνεχεία, ο Μπίσμαρκ εξέδωσε διάταγμα με το οποίο περιοριζόταν η ελευθερία του τύπου. Παρά, όμως, τις προσπάθειες του να κρατήσει τους πολιτικούς του αντίπαλους στο περιθώριο, ο Μπίσμαρκ παρέμεινε ελάχιστα δημοφιλής. Στις εκλογές του Οκτωβρίου του 1863, οι υποστηρικτές του Μπίσμαρκ είχαν φτωχά αποτελέσματα, ενώ η Φιλελεύθερη Συμμαχία πήρε τα δύο τρίτα των εδρών. Το κοινοβούλιο εξακολούθησε να δείχνει δυσπιστία προς τον Μπίσμαρκ, όμως ο βασιλιάς τον διατήρησε στη θέση του επειδή φοβόταν τους φιλελεύθερους.

Η Γερμανική ενοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πόλεμοι με Δανία και Αυστρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν την ενοποίηση, η Γερμανία αποτελούνταν από μία πληθώρα πριγκιπάτων με χαλαρούς δεσμούς. Ο Μπίσμαρκ είχε καθοριστικό ρόλο στην ένωσή τους σε ένα κράτος. Στην πρώτη του ομιλία ως Πρωθυπουργός, αναφέρθηκε ως εξής στη γερμανική ενοποίηση: "τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας δε θα κριθούν με ομιλίες και ψηφίσματα των πλειοψηφιών (αυτό ήταν το μεγάλο λάθος από το 1848 ως το 1849), αλλά με σίδερο και αίμα". Ο Μπίσμαρκ δεν απέρριπτε μόνο τις φιλελεύθερες μεθόδους του 1848 αλλά και την ιδέα της συμμετοχής της Αυστρίας στη δημιουργία της ενωμένης Γερμανίας. Επιθυμούσε να κάνει την Πρωσία το κυρίαρχο συστατικό του έθνους και λογικά προτιμούσε να περιορίσει την αυστριακή επιρροή.

Όταν ο Φρειδερίκος Ζ΄ της Δανίας πέθανε το Νοέμβριου του 1863, ο Μπίσμαρκ βρέθηκε αντιμέτωπος με μία διπλωματική κρίση: τα δουκάτα του Σλέσβιχ και του Χόλσταϊν διεκδικούνταν τόσο από το νέο βασιλιά της Δανίας όσο και από έναν Γερμανό Δούκα. Οι Δανοί έδειξαν υπερβολική εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές τους ικανότητες και επέμειναν να προσαρτήσουν τα δύο δουκάτα. Σύντομα, οδηγήθηκαν σε πόλεμο εναντίον της Πρωσίας και της Αυστρίας. Μετά τη νίκη τους, τον Αύγουστο του 1865, οι δύο χώρες υπέγραψαν τη συμφωνία του Γκαστάιν, σύμφωνα με την οποία η Πρωσία έπαιρνε το Σλέσβιχ και η Αυστρία το Χολστάιν.

Όμως, το 1866 η Αυστρία ζήτησε να επανεξεταστεί το ζήτημα του Σλέσβιχ-Χολστάιν. Ο Μπίσμαρκ, που πλέον επιθυμούσε την ανοικτή σύγκρουση με την Αυστρία, χρησιμοποίησε αυτή την πρόφαση για να εισβάλει και να καταλάβει το Χολστάιν. Σύντομα ξέσπασε ο αυστρο-πρωσικός πόλεμος. Η Πρωσία ήταν καλά προετοιμασμένη καθώς ο στρατός είχε αναδιοργανωθεί και ο αριθμός των ανδρών είχε αυξηθεί. Προς έκπληξη της υπόλοιπης Ευρώπης, η Πρωσία κέρδισε την καθοριστική μάχη του Κένιγκρατς. Σύμφωνα με τη συνθήκη της Πράγας (1866) που ακολούθησε η Γερμανική Συνομοσπονδία διαλύθηκε. Η Πρωσία προσάρτησε το Σλέσβιχ, το Χολστάιν, τη Φρανκφούρτη, το Ανόβερο, την Έσση-Κασσέλ και το δουκάτο του Νασσάου. Επίσης, η Αυστρία δήλωσε ότι δε θα αναμιγνυόταν στις γερμανικές υποθέσεις. Εν συνεχεία, δημιουργούνταν η Βόρεια Γερμανική συνομοσπονδία στη οποία προσχώρησαν η Πρωσία και άλλα γερμανικά κράτη. Ουσιαστικά, η Συνθήκη της Πράγας επιβεβαίωνε την πρωσική ηγεμονία στο γερμανικό χώρο.

Οι στρατιωτικές αυτές επιτυχίες αύξησαν σημαντικά τη δημοτικότητα του Μπίσμαρκ. Στις εκλογές του 1866, οι φιλελεύθεροι υπέστησαν σοβαρή ήττα. Το νέο νομοθετικό σώμα ήταν αρκετά πιο συντηρητικό και ευνοϊκά διατεθειμένο έναντι του Μπίσμαρκ. Έτσι, επικύρωσε αναδρομικά τους προϋπολογισμούς των τεσσάρων προηγούμενων χρόνων, που το προηγούμενο κοινοβούλιο είχε αρνηθεί να εγκρίνει.

Ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νίκες της Πρωσίας ανησύχησαν τον Ναπολέοντα Γ', που έβλεπε την Πρωσία ως απειλή για τη στρατιωτική πρωτοκαθεδρία της Γαλλίας στην Ευρώπη. Από την άλλη μερια, Ο Μπίσμαρκ θεωρούσε ότι η εχθρότητα της Γαλλίας θα μπορούσε να διευκολύνει τη γερμανική ενοποίηση.

Αφορμή για τον πόλεμο έδωσε η διαδοχή του ισπανικού θρόνου. Η γαλλική επιρροή στην ιβηρική χερσόνησο, ανέκαθεν υπήρξε σημαντική και οι Γάλλοι πολιτικοί παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα στα δυτικά τους σύνορα. Έτσι όταν το 1870 ο ισπανικός θρόνος προσφέρθηκε στο Γερμανό πρίγκιπα Χο(χ)εντζόλλερν-Ζιμαρίνγκεν, ο Ναπολέων το θεώρησε ως απειλή για τα γαλλικά συμφέροντα και συζήτηση διαβεβαιώσεις ότι κανένα μέλος του οίκου των Χο(χ)εντζόλλερν δε θα γινόταν βασιλιάς στην Ισπανία. Όμως, οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώθηκαν περαιτέρω με τη διαρροή στον τύπο μιας συζήτησης ανάμεσα στο βασιλιά Γουλιέλμο και το γάλλο πρεσβευτή, που έμεινε γνωστή ως «τηλεγράφημα της Εμς». Αργότερα, έγινε γνωστό ότι το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος είχε αλλοιωθεί από τον ίδιο τον Μπίσμαρκ.

Ο πόλεμος κηρύχθηκε από τη Γαλλία πέντε μέρες μετά τη δημοσίευση του τηλεγραφήματος, στις 19 Ιουλίου 1870. Ο πρωσικός στρατός ήταν καλύτερα εξοπλισμένος και οπλισμένος, ενώ υπερείχε ελαφρά αριθμητικά. Στην πιο καθοριστική μάχη του πολέμου, στο Σεντάν, οι Πρώσοι και οι σύμμαχοι τους επικράτησαν κατά κράτος και αιχμαλώτισαν τον Γάλλο αυτοκράτορα.

Στη συνθήκη της Φρανκφούρτης οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να πληρώσουν σημαντικές πολεμικές αποζημιώσεις. Ο πιο σκληρός όμως όρος ήταν ότι η Γαλλία έχανε την Αλσατία και μέρος της Λωρραίνης. Αυτός ο εδαφικός ακρωτηριασμός δημιούργησε έναν πικρόχολο γαλλικό ρεβανσισμό έναντι της Γερμανίας, που συνεισέφερε σημαντικά στην έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πιστεύεται ότι ο Μπίσμαρκ είχε διαισθανθεί τις δυσκολίες που θα γεννούσε η προσάρτηση αυτών των εδαφών και η αφομοίωση των πληθυσμών τους και ότι συναίνεσε μόνο μετά από έντονες πιέσεις του στρατιωτικού επιτελείου.

Στο μεταξύ, και ενώ οι εχθροπραξίες ακόμα συνεχίζονταν, ο Μπίσμαρκ κινήθηκε ταχύτατα για να επιτύχει την ενοποίηση της Γερμανίας. Διαπραγματεύθηκε με αντιπροσώπους των κρατών της Νότιας Γερμανίας, προσφέροντας τους ειδικές παραχωρήσεις για να συμφωνήσουν. Οι διαπραγματεύσεις πέτυχαν και ο Γουλιέλμος ανακηρύχθηκε «Γερμανός Αυτοκράτορας» στις 18 Ιανουαρίου 1871 στην Αίθουσα των Καθρεπτών των Βερσαλλιών. Η Γερμανική Αυτοκρατορία είχε ομοσπονδιακό χαρακτήρα: το καθένα από τα 25 κράτη (βασίλεια, δουκάτα, πριγκιπάτα και ελεύθερες πόλεις) διατηρούσε έναν βαθμό αυτονομίας. Ο βασιλιάς της Πρωσίας ως Γερμανός Αυτοκράτορας δεν είχε επικυριαρχία στο σύνολο της Γερμανίας, αλλά ήταν (θεωρητικά) πρώτος μεταξύ ίσων. Είχε όμως δύο κρίσιμα προνόμια: την προεδρεία του Bundesrat και το κυρίως το δικαίωμα να διορίζει τον Καγκελάριο.

Είναι ακόμα αντικείμενο ιστορικής διαμάχης το αν ο πόλεμος ήταν υπολογισμένο αποτέλεσμα των πολιτικών δολοπλοκιών του Μπίσμαρκ ή άλλων παραγόντων, όπως η φιλοπόλεμη γαλλική κοινή γνώμη, η πολιτική κύρους του Ναπολέοντα κ.α.. Πάντως, αναμφίβολα, η νίκη εναντίον της Γαλλίας και, κυρίως, η επακόλουθη ενοποίηση της Γερμανίας είναι τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Πρώσου πολιτικού.

Καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ότο φον Μπίσμαρκ, 1873

Ο Μπίσμαρκ έγινε καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Ράιχ), αμέσως μετά την ίδρυση του, το 1871. Συγχρόνως διατήρησε τις θέσεις που κατείχε στο πρωσικό κράτος (Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών). Έτσι διατηρούσε πλήρη έλεγχο της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.

Στα επόμενα χρόνια, ένας από τους κύριους στόχους του ήταν η μείωση της επιρροής της Καθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία. Η Πρωσία, με την εξαίρεση της Ρηνανίας, και τα περισσότερα από τα βόρεια γερμανικά κράτη ήταν έντονα προτεσταντικά, αλλά πολλοί καθολικοί ζούσαν στη Νότια Γερμανία, ειδικά στη Βαυαρία. Στο σύνολο της χώρας, το ένα τρίτο των κατοίκων ήταν Καθολικοί. Ο Μπίσμαρκ πίστευε ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήταν πολύ ισχυρή πολιτικά και τον ανησυχούσε επίσης η ίδρυση του Καθολικού Κόμματος του Κέντρου (1870).

Έτσι, ξεκίνησε μία πολιτική εκστρατεία εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας, που έμεινε γνωστή ως Kulturkampf ή πολιτισμικός αγώνας. Το 1871, το Καθολικό τμήμα του Πρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών καταργήθηκε. Το 1872, οι Ιησουΐτες εξορίστηκαν από τη Γερμανία, ενώ ο Μπίσμαρκ ευνοούσε την άνοδο του Λουθηρανισμού. Το 1873, εγκρίθηκαν πιο αυστηροί αντικαθολικοί νόμοι που επέτρεπαν στην κυβέρνηση να επιβλέπει τη μόρφωση των Καθολικών ιερέων. Αλλά αυτές οι προσπάθειες απλώς ενίσχυσαν το Κόμμα του Κέντρου. Το 1878, ο Μπίσμαρκ εγκατέλειψε τον πολιτισμικό αγώνα, που έμεινε γνωστός ως μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αποτυχίες του.

Στο μεταξύ, το 1873 ξεκίνησε η Μακρά Ύφεση ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης του Χρηματιστηρίου της Βιέννης. Για πρώτη φορά για πολλά χρόνια, η γερμανική οικονομία βρέθηκε σε κρίση. Για να βοηθήσει τη βιομηχανία, ο Μπίσμαρκ εγκατέλειψε το ελεύθερο εμπόριο και έβαλε προστατευτικούς δασμούς. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο από οικονομικής αλλά και από πολιτικής άποψης: το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα, που ήταν μέχρι τότε ο κύριος πολιτικός σύμμαχος του Μπίσμαρκ τον εγκατέλειψαν γιατί διαφωνούσαν με τη θέσπιση δασμών. Ο Μπίσμαρκ πλέον στράφηκε οριστικά προς τους συντηρητικούς για πολιτική υποστήριξη.

Μετά την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας, δύο προβλήματα απασχολούσαν το μυαλό του Μπίσμαρκ. Το πρώτο ήταν οι μειονότητες, καθώς ο Γερμανός καγκελάριος ήθελε να αποφύγει οπωσδήποτε τα προβλήματα της γειτονικής Αυστροουγγαρίας. Οι μειονότητες της Αυτοκρατορίας βρίσκονταν κυρίως στα σύνορα: οι Δανοί στο Βορρά, οι Γάλλοι στη Δύση και οι Πολωνοί στη Ανατολή. Παρότι ο Μπίσμαρκ δεν ήταν προκατειλημμένος εναντίον των Πολωνών (τουναντίον μιλούσε πολωνικά) ακολούθησε ιδιαίτερα σκληρή πολιτική εναντίον των Πολωνών της Πρωσίας και συνέτεινε στην ένταση των σχέσεων μεταξύ Πολωνών και Γερμανών.

Το δεύτερο πρόβλημα που ανησυχούσε τον Μπίσμαρκ ήταν το σοσιαλιστικό κίνημα και συγκεκριμένα το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Το 1878, θέσπισε μια σειρά αντι-σοσιαλιστικών νόμων. Οι σοσιαλιστικές οργανώσεις και συγκεντρώσεις απαγορεύονταν, καθώς και η κυκλοφορία σοσιαλιστικών κειμένων. Οι ηγέτες των σοσιαλιστών συνελήφθησαν και δικάστηκαν. Αλλά παρά αυτές τις προσπάθειες, το σοσιαλιστικό κίνημα εξακολούθησε να κερδίζει υποστήριξη και μάλιστα αύξησε τις έδρες του στο Ράιχσταγκ (οι υποψήφιοι του κόμματος παρουσιάζονταν ως ανεξάρτητοι υποψήφιοι).

Εν συνεχεία, ο Καγκελάριος προσπάθησε να μειώσει την απήχηση του σοσιαλισμού προσφέροντας ανταλλάγματα στην εργατική τάξη. Πραγματοποίησε μια σειρά πατερναλιστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που θεωρούνται η πρώτη μορφή κράτους πρόνοιας στην Ευρώπη. Στα μέτρα περιλαμβάνονταν ασφάλεια υγείας, ασφάλεια από ατυχήματα και αναπηρίες, καθώς και συντάξεις. Επιπλέον, ο Μπίσμαρκ προσπάθησε να περιορίσει την εργασία παιδιών και γυναικών που ήταν διαδεδομένη στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, η εργατική τάξη παρέμεινε επιφυλακτική έναντι του Μπίσμαρκ.

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Otto Fürst von Bismarck.JPG

Κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής του Μπίσμαρκ ήταν η διατήρηση του status quo στην Ευρώπη, γιατί έτσι εξασφαλιζόταν η γερμανική υπεροχή στην ήπειρο. Η κύρια απειλή για τον καγκελάριο ήταν ο γαλλικός ρεβανσισμός, καθώς οι Γάλλοι επιθυμούσαν διακαώς να εκδικηθούν για την απώλεια της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Έτσι, ο Μπίσμαρκ προσπάθησε να απομονώσει τη Γαλλία, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Σύμφωνα με μία αποφθεγματική του ρήση: «Πάντα να προσπαθείς να είσαι ο ένας από τους τρεις σε έναν κόσμο πέντε δυνάμεων.»

Συνεπής με τις ιδέες του, δεν επιδίωξε ισχυρό πολεμικό στόλο ή αποικιακή αυτοκρατορία για να μην προκαλέσει τη Βρετανία (οι διάδοχοι του επιδίωξαν και τα δύο με καταστροφικές συνέπειες). Το 1872, προσέφερε συνθήκη φιλίας στην Αυστρο-Ουγγαρία και τη Ρωσία, σχηματίζοντας τη Λίγκα των Τριών Αυτοκρατόρων ή Dreikaiserbund. Τέλος, ο Μπίσμαρκ διατήρησε καλές σχέσεις με την Ιταλία.

Όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1870, μία σοβαρή κρίση προέκυψε στις ευρωπαϊκές σχέσεις. Μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-8, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψαν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία δημιουργούνταν ένα εξαιρετικά μεγάλο σε έκταση βουλγαρικό βασίλειο. Καθώς οι Ευρωπαίοι πίστευαν (λανθασμένα όπως αποδείχτηκε αργότερα) ότι η Βουλγαρία θα ήταν ουσιαστικά προτεκτοράτο της Ρωσίας φοβόντουσαν ότι η δημιουργία του νέου βασιλείου ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων υπέρ της Ρωσίας. Γι’ αυτό το λόγο συγκλήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου, στο οποίο υπογράφτηκε η Συνθήκη του Βερολίνου, όπου στη θέση της μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου δημιουργούνταν η Ανατολική Ρωμυλία και μία σημαντικά μικρότερη Βουλγαρία. Καθώς, η Γερμανία άσκησε πιέσεις στη Ρωσία για την αναθεώρηση της συνθήκης (άλλωστε ο Μπίσμαρκ ήταν ο ιθύνων νους πίσω από το Συνέδριο του Βερολίνου), οι ρωσο-γερμανικές σχέσεις μπήκαν σε περίοδο κρίσης. Τα προβλήματα εντάθηκαν περισσότερο λόγω της προστατευτικής πολιτικής της Γερμανίας.

Έτσι, η Λίγκα των Τριών Αυτοκρατόρων αποσυντέθηκε. Ο Μπίσμαρκ στράφηκε στην Αυστρο-Ουγγαρία με την οποία υπέγραψε τη Διπλή Συμμαχία το 1879. Αυτή το 1882 μετατράπηκε στην Τριπλή Συμμαχία με την προσθήκη της Ιταλίας. Οι προσπάθειες του Μπίσμαρκ να επαναπροσεγγίσει τη Ρωσία δεν είχαν αίσιο τέλος. Η Λίγκα των Τριών Αυτοκρατόρων αναδημιουργήθηκε το 1881, αλλά γρήγορα κατέρρευσε και πάλι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1870, ο Μπίσμαρκ άλλαξε την πολιτική του σχετικά με τις αποικίες. Έτσι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880 η Γερμανία συμμετείχε στον αποικιακό διαμελισμό της Αφρικής, καθώς πήρε το Τόγκο, το Καμερούν, τη Γερμανική Ανατολική Αφρική (σήμερα στη θέση της υπάρχουν η Ρουάντα, το Μπουρούντι και η Τανζανία) και τη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική (σημερινή Ναμίμπια).

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1888, ο Γουλιέλμος Α' πέθανε και τη θέση του πήρε ο γιος του Φρειδερίκος Γ΄. Ο νέος μονάρχης όμως, βασίλευσε μόνο τρεις μήνες προτού πεθάνει από καρκίνο. Ο νέος βασιλιάς ήταν ο γιος, Γουλιέλμος Β΄. Ο Γουλιέλμος διαφωνούσε με τον Μπίσμαρκ τόσο σε θέματα εσωτερικής πολιτικής, όπου δε συμφωνούσε με τον ακραίο αντισοσιαλισμό του καγκελάριου, όσο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, όπου είχε σαφώς μεγαλύτερες φιλοδοξίες από την απλή διατήρηση του status quo. Το σημαντικότερο όμως, εμπόδιο στη συνεργασία του με τον Μπίσμαρκ ήταν ότι ο Γουλιέλμος ήθελε να αναλάβει προσωπικά τη διακυβέρνηση του κράτους και δεν ανεχόταν τις πρωτοβουλίες του σαράντα χρόνια γηραιότερου του Μπίσμαρκ.

Τελικά ο Μπίσμαρκ οδηγήθηκε σε παραίτηση το 1890 σε ηλικία 75 ετών. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, το 1894, μετακόμισε στο Friedrichsruh κοντά στο Αμβούργο, περιμένοντας μάταια να τον ανακαλέσουν στην πολιτική. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μπίσμαρκ αφοσιώθηκε στη συγγραφή των απομνημονευμάτων του. Πέθανε το 1898.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα