Χιάλμαρ Σαχτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χιάλμαρ Σαχτ

Ο Χιάλμαρ Σαχτ (πλήρες όνομα γερμ. Horace Greely Hjalmar Schacht, 1877 - 1970) ήταν Γερμανός τραπεζίτης και ειδικός επί των οικονομικών, ο οποίος έλαβε διεθνή αναγνώριση όταν κατάφερε να περιορίσει τον καταστροφικό πληθωρισμό που απειλούσε την ύπαρξη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κατά την περίοδο 1922 - 1923. Υπηρέτησε, επίσης, ως Υπουργός Οικονομικών κατά την περίοδο 1934 - 1937 στην ναζιστική κυβέρνηση που σχημάτισε ο Χίτλερ.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχτ γεννήθηκε στο Τίνγκλεφ (Tingleff) του Σλέσβιχ-Χολστάιν της Πρωσίας (η περιοχή σήμερα ανήκει στην Δανία) στις 22 Ιανουαρίου 1877. Ο πατέρας του Βίλιαμ Λέοναρντ Σαχτ (πλήρες όνομα William Leonhard Ludwig Maximillian Schacht) ήταν καθηγητής σε σχολείο και η μητέρα του ήταν η Δανή βαρόνη Κονστάντς φον Έγκερς (Constanze Justine Sophie von Eggers)[2], η οποία νυμφεύτηκε τον Γερμανό καθηγητή μετά από έρωτα.[3]

Ο νεαρός Χιάλμαρ σπούδασε αρχικά ιατρική στο Κίελο, στη συνέχεια φιλολογία στο Μόναχο και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο.[4] Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του προσλήφθηκε to 1903 στην Τράπεζα της Δρέσδης (Dresdner Bank) όπου έγινε υποδιευθυντής το 1908. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως οικονομικός σύμβουλος του Τραπεζικού Επιτρόπου του κατεχόμενου Βελγίου την περίοδο 1914 - 15 στρατηγού φον Λουμ (General von Lumm). Αυτός δεν αργεί να τον αποπέμψει, όταν ανακάλυψε ότι ο Σαχτ είχε χρησιμοποιήσει την "Dresdner Bank", τον προηγούμενο εργοδότη του, για να διοχετεύσει 500 εκ. βελγικά φράγκα σε ομόλογα ως πληρωμή των γερμανικών απαιτήσεων[5]. Το 1916 διορίστηκε διευθυντής της Γερμανικής Εθνικής Τράπεζας, όπως είχε ονομαστεί το τραπεζικό ίδρυμα που προέκυψε από τη συγχώνευση της "Darmstädter" και της "Nationalbank (Danatbank)"[1].

Το 1923 ο Σαχτ διορίστηκε επίτροπος συναλλάγματος και από τη θέση αυτή διαδραμάτισε κυρίαρχο ρόλο στη σταθεροποίηση του καλπάζοντος πληθωρισμού εκείνης της περιόδου, δημιουργώντας το "Rentenmark" (όρος που θα μπορούσε να αποδοθεί ως "μάρκο εξασφάλισης χρέους"), το οποίο είχε ως υποστήριξη αντί του χρυσού εθνικά κτήματα και βιομηχανικές εγκαταστάσεις με ισοτιμία 1 τρισεκατομμύριο παλαιά μάρκα έναντι ενός Rentenmark. Το νέο νόμισμα έγινε αποδεκτό από τους πολίτες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λόγω του αντικρίσματος που προσέφερε και περιόρισε σημαντικότατα τον πληθωρισμό της χώρας.[6] Τον Δεκέμβριο του 1923 ο Σαχτ αποκλήθηκε "σωτήρας του μάρκου" και, μολονότι η αρχική του υποψηφιότητα είχε απορριφθεί λόγω του παραπτώματός του το 1915, τελικά η ενέργειά του αυτή του απέφερε την προεδρία της Κεντρικής Τράπεζας, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1930. Από τη θέση αυτή διαπραγματεύτηκε σθεναρά τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας και το 1929 συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της κατάρτισης του "Νέου Σχεδίου", ενός προγράμματος για την αναδιάρθρωση των γερμανικών αποζημιώσεων. Επιστρέφοντας από τη σύνοδο των διαπραγματεύσεων έσπευσε να απαρνηθεί το Σχέδιο, για να μην έρθει σε σύγκρουση με τους συντρόφους του εθνικιστές. Μετά τη Διάσκεψη της Χάγης το 1930 παραιτήθηκε από την θέση του και κατηγόρησε ανοικτά την κυβέρνηση για τη συνέχιση της καταβολής αποζημιώσεων, εκδίδοντας ένα φυλλάδιο με τίτλο "Το τέλος των Επανορθώσεων" (1931) και δημοσιεύοντας ανάλογα άρθρα. Τον Οκτώβριο του 1931 διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στο σχηματισμό του "Μετώπου του Χάρτσμπουργκ", ένα χαλαρό συνασπισμό μεταξύ βιομηχάνων, συντηρητικών εθνικιστών και του Χίτλερ, ενώ το 1932 συνέστησε στον τότε Πρόεδρο της δημοκρατίας Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να ονομάσει καγκελάριο τον Χίτλερ.[7]

Εθνικοσοσιαλισμός και Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1933 ο Χίτλερ ήλθε στην εξουσία. Μία από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να επαναφέρει τον Σαχτ στην προεδρία της Κεντρικής Τράπεζας (Reichsbank) (17 Μαρτίου 1933), θέση που διατήρησε μέχρι το 1934, όταν έγινε Υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Χίτλερ. Παράλληλα έγινε επί τιμή μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Στην υπουργική θέση θήτευσε ως το 1937. Ως υπουργός ήταν υπεύθυνος για τα προγράμματα εξάλειψης της ανεργίας αλλά και του επανεξοπλισμού της Γερμανίας (κατά παράβασιν της Συνθήκης των Βερσαλλιών). Ωστόσο, ο Χέρμαν Γκαίρινγκ είχε αυτοδιοριστεί γενικός εποπτεύων της οικονομίας και σύντομα οι δύο άνδρες ήρθαν σε σύγκρουση, η οποία οδήγησε τελικά στην παραίτηση του Σαχτ από τη θέση του Υπουργού, κατ' απαίτηση του Γκέρινγκ, και αντικαταστάθηκε από τον Βάλτερ Φουνκ (Walther Funk).[1] Καθώς αντιτάχθηκε και στο πρόγραμμα επανεξοπλισμών, μαζί με τον επίτροπο τιμών Δρα. Καρλ Γκέρντελερ, λόγω των υπέρογκων δαπανών που απαιτούσε και οι οποίες πίστευε ότι θα επέφεραν πληθωρισμό, συνέταξε ένα υπόμνημα με το οποίο εξέφραζε την αντίθεσή του. Ως συνέπεια αυτού του υπομνήματος, αποπέμφθηκε και από τη θέση του Προέδρου της Ράιχσμπανκ το 1939.[8]

Ο Σαχτ παρέμεινε ανενεργός καθ' όλη τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ύστερα από την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944, ο Σαχτ συνελήφθη κατ' εντολή του Χίτλερ. Η αλήθεια είναι ότι ο Σαχτ είχε επαφές με τους αντιχιτλερικούς κύκλους ήδη από το 1934 κυρίως λόγω των σχέσεών του με τον Γκέρντελερ, ενώ συναντιόταν τακτικά και με τον Χανς Γκισέβιους (Hans Gisevius), επίσης ενεργό μέλος των αντιχιτλερικών κινήσεων. Ωστόσο είχε παραμείνει αμέτοχος σε όλες τις ενέργειες των αντιστασιακών ήδη από το 1941.[9] Ο Σαχτ παρέμεινε φυλακισμένος αρχικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρικ και στη συνέχεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Φλόσενμπεργκ για να μεταφερθεί τελικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου. Λίγο πριν τη λήξη του Πολέμου, κατά το τέλος Απριλίου του 1945 μεταφέρθηκε στο Τιρόλο μαζί με άλλους 140 επώνυμους κρατουμένους από την SS και εγκαταλείφθηκαν εκεί.

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχτ συνελήφθη από τους Συμμάχους στο Νίντεντορφ του νότιου Τιρόλου και παραπέμφθηκε να δικαστεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπου αθωώθηκε και, το 1946, αφέθηκε ελεύθερος, παρά το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί επιθυμούσαν την καταδίκη του ισχυριζόμενοι ότι ήταν ο οικονομικός κινητήριος μοχλός της Ναζιστικής Γερμανίας. Ο Σαχτ αντέτεινε τον εγκλεισμό του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και, υποστηριζόμενος από τους Βρετανούς, τελικά αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες.

Το 1948 και το 1950 διώχθηκε από γερμανικά δικαστήρια αποναζιστικοποίησης. Αρχικά καταδικάστηκε (1948) σε οκτώ χρόνια καταναγκαστικής εργασίας, αλλά τελικά αφέθηκε ελεύθερος, ενώ το 1950 αθωώθηκε. Το 1953, ίδρυσε δική του τράπεζα στο Ντίσελντορφ, την Deutsche Außenhandelsbank Schacht & Co.[8]Διετέλεσε, επίσης, οικονομικός σύμβουλος αρκετών χωρών.[1] Παρέμεινε διευθυντής της Τράπεζας ως το 1963, οπότε αποσύρθηκε από την ενεργό δράση.

Η ίδρυση και λειτουργία της τράπεζας αυτής από τον Σαχτ είχε έμμεσο αποτέλεσμα την δημιουργία του ομοσπονδιακού γερμανικού νόμου "περί προστασίας της προσωπικότητος": Σε περιοδικό της εποχής δημοσιεύτηκε άρθρο σχετικό με την τράπεζα και τον ιδρυτή της Σαχτ, στο οποίο αναφέρονταν αρκετά ψευδή στοιχεία. Ο Σαχτ αρχικά ζήτησε από το περιοδικό, μέσω του δικηγόρου του, να δημοσιεύσει σχετική επανόρθωση, αλλά το περιοδικό αντ' αυτού δημοσίευσε την επιστολή του δικηγόρου στη στήλη "Επιστολές αναγνωστών", εμφανίζοντάς τον να ενεργεί για λογαριασμό του, ως απλός αναγνώστης, και όχι ως εντολοδόχος του Σαχτ. Ο δικηγόρος τότε κατέφυγε προσωπικά στο τοπικό δικαστήριο, κατηγορώντας το περιοδικό για παραβίαση της προσωπικότητάς του και του πελάτη του. Το δικαστήριο έκρινε ένοχο το περιοδικό τόσο από αστική όσο και από ποινική άποψη. Το περιοδικό κατέθεσε έφεση και το Εφετείο (Oberlandesgericht) έκρινε ότι δεν υπήρχε ποινική ευθύνη, υπήρχε όμως αστική. Το ομοσπονδιακό δικαστήριο (Bundesgerichtshof, BGH) αποφάνθηκε τελικά ότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν άσχετο αν ο εναγόμενος ήταν ή όχι ένοχος εγκλήματος: Η προσωπικότητα του ενάγοντος είχε θιγεί και το δικαίωμα της προσωπικότητας ήταν αναφαίρετο σε οποιονδήποτε, σύμφωνα με το Σύνταγμα.[10]

Ο Σαχτ απεβίωσε στο Μόναχο στις 3 Ιουνίου 1970.

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχτ συνέγραψε συνολικά 26 βιβλία. Σημαντικότερα από αυτά είναι:

  • Η σταθεροποίηση του μάρκου (The Stabilization of the mark), 1927
  • Το τέλος των επανορθώσεων (The End of Reparations), 1931
  • Ο λογαριασμός έκλεισε (Account Settled), 1949 (ύστερα από την αθώωσή του στη δίκη της Νυρεμβέργης)
  • Οι εξομολογήσεις ενός γερο-μάγου (Confessions of the Old Wizard), 1953
  • Η μαγεία του χρήματος (The Magic Of Money), 1967

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Encyclopedia Brittanica
  2. The History Ring: The Propagander
  3. Business Week: The Moneyman behind the Nazis. Βιβλιοκριτική του John Weitz, Hitler's Banker: Hjalmar Horace Greeley Schacht, Little, Brown, 6/11/1996. Ανακτήθηκε την 07/08/2011
  4. General Certificate of Secondary Education: information relating to the various GCSE courses avaiable for History students, UK
  5. Nizkor Project
  6. School History, UK The Rendenmark Ανακτήθηκε την 08/08/2011
  7. Gale Encyclopedia of Biography, Hjalmar Schacht στο Answers.com
  8. 8,0 8,1 Columbia Encyclopedia, Hjalmar Schacht στο Answers.com
  9. Peterson, Edward Norman, Hjalmar Schacht: For and Against Hitler, Christopher Publishing House, Boston, 1954 σελ. 354
  10. BGH 25 May 1954, BGHZ 13, 334: Αναφέρεται στο βιβλίο Martin Vranken: Fundamentals of European civil law and impact of the European Community, Federation Press, 1997. Google Books, σελ. 134-135. Ανακτήθηκε την 08/08/2011