Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (1935). Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού αρχείου

Ο Δρ. Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (γερμ. Alfred Rosenberg, 1893 - 1946) υπήρξε εξέχον μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας και κατέλαβε σημαντικά κρατικά αξιώματα. Δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόζενμπεργκ γεννήθηκε στο Ρεβάλ (σημερινό Ταλίν) της Εσθονίας - τότε τμήματος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις 12 Ιανουαρίου του 1893. Ο πατέρας του ήταν Λιθουανός ευκατάστατος έμπορος και η μητέρα του Εσθονή, και οι δύο γερμανικής καταγωγής. Ο νεαρός Ρόζενμπεργκ σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο της Ρίγα και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο της Μόσχας, απ' όπου έλαβε και το διδακτορικό του το 1917. Έχοντας εμπλακεί στις πολιτικές διαμάχες της εποχής, είχε ανοιχτά ταχθεί εναντίον της Οκτωβριανής Επανάστασης υποστηρίζοντας τους αντεπαναστάτες. Ύστερα από την επικράτησή της, ο Ρόζενμπεργκ έφυγε από την ΕΣΣΔ και, το 1918, εγκαταστάθηκε στο Μόναχο της Βαυαρίας. Εκεί έγινε μέλος της ακροδεξιάς εθνικιστικής οργάνωσης Εταιρεία της Θούλης (Thule Gesellschaft) όπου γνώρισε τον Ντίτριχ Έκαρτ. Οι πολιτικές του πεποιθήσεις ήταν ήδη διαμορφωμένες - ήταν φανατικός αντισημίτης, επηρεασμένος από το βιβλίο του Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain) The Foundations of the Nineteenth Century (Τα θεμέλια του 19ου αιώνα) και φανατικά αντικομμουνιστής, επηρεασμένος από την εκτόπιση της οικογένειάς του. Ανακάλυψε πολύ σύντομα ότι πολιτικά τον εξέφραζε το νεοσύστατο τότε Κόμμα των Γερμανών Εργατών (Deutsche Arbeitpartei), πρόδρομος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, στο οποίο έγινε μέλος το 1920. Ο Έκαρτ κατάφερε να αποκτήσει τελικά την εφημερίδα "Völkischer Beobachter" (Λαϊκός Παρατηρητής) για λογαριασμό του Κόμματος, και έγινε ο εκδότης της. Τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου το Κόμμα μετονομάστηκε σε Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei, NSDAP), ο Παρατηρητής γίνεται επίσημο όργανο του Κόμματος και ο Έκαρτ προσέλαβε σε αυτήν τον Ρόζενμπεργκ. Η εφημερίδα μετατράπηκε σε ημερήσια το Φεβρουάριο του 1923 και ο Ρόζενμπεργκ ανέλαβε εκδότης, μετά την απομάκρυνση του Έκαρτ.

Κατάφερε να εντυπωσιάσει τον Χίτλερ με την ευρυμάθειά του (που πάντα άπτεται του εθνικιστικού φανατισμού) και τη βίαιης αντίθεσής του κατά των μπολσεβίκων και των Εβραίων. Ήδη από το 1919 είχε εκδώσει δύο βιβλία: Die Spur der Juden im Wandel der Zeiten (Τα ίχνη των Εβραίων διαμέσου των εποχών), Unmoral im Talmud (Το αθάνατο του Ταλμούδ) για να ακολουθήσει η έκδοση του Das Verbrechen der Freimaurerei (Το έγκλημα του Ελευθεροτεκτονισμού) το 1921. Σε αυτά ο Ρόζενμπεργκ εκφράζει τις πεποιθήσεις του για την «Εβραιομασονική συνωμοσία»).[1] Ο Χίτλερ τον ονόμασε σύμβουλό του επί εξωτερικών θεμάτων. Παρόλ' αυτά δεν έγινε ευρέως αποδεκτός στους κύκλους του Κόμματος λόγω της βαλτικής του καταγωγής αλλά και λόγω της υπεροψίας του και της γενικότερης συμπεριφοράς του - ήταν φανατικός, δυσκίνητος και στερείτο κάθε ίχνους χιούμορ. Αυτό δεν τον εμπόδισε να καθιερωθεί ως θεματοφύλακας της κοσμοθεωρίας (Weltanschauung) του Ναζισμού, η ηγετική φυσιογνωμία του θεωρητικού υποβάθρου του και η κορυφαία φυσιογνωμία της πολιτιστικής του προπαγάνδας.

Το Νοέμβριο του 1923 έγινε το Πραξικόπημα της μπιραρίας από τον Χίτλερ και τους οπαδούς του. Το πραξικόπημα απέτυχε και η έκδοση της εφημερίδας ανεστάλη. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του φυλακίστηκαν, το Κόμμα του απαγορεύτηκε, αν και ο ίδιος όρισε ως αντικαταστάτη του - για όσο καιρό "απουσιάζει" φυλακισμένος - τον Ρόζενμπεργκ. Αργότερα ο Χίτλερ θα εξομολογηθεί ότι τον όρισε ως αντικαταστάτη επειδή διέβλεπε ότι ο Ρόζενμπεργκ δεν είχε ηγετικές βλέψεις. Ωστόσο, ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του αφέθηκαν ελεύθεροι το 1924 και μια από τις πρώτες ενέργειες του Χίτλερ είναι να ανασυστήσει το σχεδόν διαλυμένο Κόμμα και να επιτύχει την άρση της απαγόρευσης κυκλοφορίας του Παρατηρητή.

Το 1929 ο Ρόζενμπεργκ ίδρυσε την οργάνωση Kampfbund fur Deutsche Kulture (Αγωνιστική οργάνωση για τον Γερμανικό Πολιτισμό), η οποία πολεμούσε όποιο κίνημα ή μορφή τέχνης θεωρούσε εκφυλισμένο. Αργότερα οι αντιλήψεις αυτές έγιναν αφορμή να απαγορευτούν πολλά έργα σημαντικών καλλιτεχνών στη Γερμανία.

Στις εκλογές του 1930 ο Ρόζενμπεργκ εξελέγη στο Ράιχσταγκ ως εκπρόσωπος του κρατιδίου της Έσσης και παράλληλα εξέδωσε το βιβλίο του Der Mythus des 20. Jahrhunderts (Ο μύθος του 20ού αιώνα ― στα ελληνικά έχει μεταφραστεί το πρώτο εκ των 14 κεφαλαίων του βιβλίου (ονόματι "Φυλή και Φυλετική Ψυχή") από το Στέφανο Γκέκα (εκδ. "Απολλώνειο Φως"). Το βιβλίο, σαφώς επηρεασμένο από αυτό του Τσάμπερλεν, αναδεικνύεται σε πολιτιστική βίβλο των Ναζιστών (πούλησε περισσότερα από 1 εκ. αντίτυπα έως το 1942), υστερώντας σε δημοφιλία μόνο απέναντι στο βιβλίο του ίδιου του Χίτλερ Ο Αγών μου. Ωστόσο, η επίδρασή του στη ναζιστική ιδεολογία είναι αμφισβητήσιμη, καθώς μάλλον ελάχιστοι μπόρεσαν να προχωρήσουν πέρα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, βρίσκοντάς το ελάχιστα κατανοητό, όπως και ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος αποδοκίμασε τον ψευδοθρησκευτικό του χαρακτήρα.[2] Οι ιδέες του, όμως, φαίνεται ότι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '20 είχαν επηρεάσει τον Χίτλερ, καθώς βασικός αντικειμενικός στόχος του Κόμματος έγινε η καταπολέμηση του «Εβραιο - μπολσεβικισμού». Οι διαμάχες που προκάλεσε με την Καθολική Εκκλησία αύξησαν τις πωλήσεις του, αλλά έγιναν αιτία να αποκαλυφθεί η ψευδοεπιστημονικότητα του βιβλίου. Ο Χίτλερ, εν τούτοις, δεν επιδοκίμασε το βιβλίο, αντίθετα δήλωσε ότι "πρόκειται για κείμενο που κανείς δεν καταλαβαίνει".[3]

Το 1933 ο Ρόζενμπεργκ τέθηκε επικεφαλής των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής στο Κόμμα. Ωστόσο πολύ μικρή ήταν η συμβολή του σε παρόμοια θέματα. Το 1934 ο Χίτλερ τον διόρισε επικεφαλής της πνευματικής και φιλοσοφικής καθοδήγησης του Κόμματος και όλων των συναφών οργανώσεων. Ωστόσο, ο Χίτλερ δεν τον υποστήριξε στις διαμάχες του με τους εκκλησιαστικούς κύκλους για λόγους τακτικής: Ήθελε να αποφύγει κάθε μορφής μετωπική σύγκρουση τόσο με την Καθολική όσο και με τους Προτεστάντες.

Ρατσιστική θεωρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόζενμπεργκ ήταν ο επίσημος διαμορφωτής και εκφραστής της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Μέσω των δογμάτων που εξέφρασε (περί παγγερμανισμού και ενοποίησης της γερμανικής σκέψης) ισχυροποίησε τις προθέσεις της Ναζιστικής Γερμανίας για τη διεξαγωγή πολέμου. Εκτεταμένη ήταν η συμμετοχή του στην κατάρτιση του Προγράμματος του Κόμματος (πρωτοεμφανίστηκε στα 1922). Η θεωρητική του εργασία, όπως εκφράστηκε στο βιβλίο του, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα σημεία:

  • Η ουσία της σύγχρονης επανάστασης στον Κόσμο έγκειται στην αφύπνιση των φυλετικών τύπων, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε όλο τον Κόσμο.
  • Έχει αρχίσει η αφύπνιση του αντικινήματος κατά των τελευταίων απομειναριών του φιλελεύθερου οικονομικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος έχει γίνει αντικείμενο αξιοποίησης από το δίχτυ του μπολσεβικικού Μαρξισμού, ώστε να συμπληρώσει ό,τι άρχισε η Δημοκρατία, τον εκμηδενισμό της φυλετικής και εθνικής συνείδησης.[4]

Η φυλετική θεωρία του Ρόζενμπεργκ προερχόταν, όπως και των περισσότερων εθνικοσοσιαλιστών, από τα γραπτά του Γκομπινώ και του Τσάμπερλεν. Ανέπτυσσε επιχειρήματα υπέρ της ανωτερότητας της Άριας φυλής, ενώ στη βάση της κλίμακας τοποθετούσε τους Εβραίους και τους Νέγρους. Η πολιτική αντίληψη του Ρόζενμπεργκ στο θέμα αυτό εξελίχθηκε συν τω χρόνω, ωστόσο πάντα παρέμενε σταθερή στην ανωτερότητα της λευκής φυλής, στα γερμανικά εθνικά ιδεώδη και στον άκρατο αντισημιτισμό. Περισσότερο αβέβαιος ήταν ως προς τους Σλάβους της Ευρώπης: Αρχικά πρότεινε ότι θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στο Τρίτο Ράιχ, αλλά καθώς ο χρόνος περνούσε, η αντίληψή του άλλαζε, για να καταλήξει να θέσει τους Σλάβους περίπου στην ίδια μοίρα με τους Εβραίους. Ήταν, επίσης, σφοδρός πολέμιος της ομοφυλοφιλίας, άποψη που εξέφρασε στο φυλλάδιο που εξέδωσε με τον τίτλο Der Sumpf (Ο βούρκος): Κατ' αυτόν, η ομοφυλοφιλία, και ιδιαίτερα η γυναικεία, αποτελούσε σφοδρό εμπόδιο στην εξάπλωση της Άριας φυλής.

Το 1939 ο Ρόζενμπεργκ ίδρυσε στη Φρανκφούρτη ένα "Ίδρυμα για τη μελέτη του Εβραϊκού ζητήματος", διακηρύσσοντας στο λόγο που εκφώνησε στα εγκαίνιά του ότι «...η Γερμανία θα θεωρήσει το Εβραϊκό Ζήτημα ως λυμένο μόνον όταν και ο τελευταίος Εβραίος θα έχει εγκαταλείψει το έδαφος του Μείζονος Ράιχ». Βασικός σκοπός του Ιδρύματος ήταν η διαρπαγή των βιβλιοθηκών, των αρχείων και των έργων τέχνης που ανήκαν σε Εβραίους, ώστε να προωθηθεί το μεγαλεπήβολο σχέδιο του δημιουργού του περί «επιστημονικής και πολιτιστικής έρευνας». Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε, από τον Οκτώβριο του 1940, και η ειδική μονάδα με την επωνυμία Einsatz Reichsleiter Rosenberg, η οποία προέβαινε σε διαρπαγές καλλιτεχνικών θησαυρών από τη Γαλλία και άλλες κατακτημένες χώρες και, με τη βοήθεια της Βέρμαχτ, τους προωθούσε στη Γερμανία.[5]

Σχετικά με τις θρησκευτικές αντιλήψεις του, αυτές ήταν βασισμένες σε παλαιές θρησκευτικές στοιχεία σκανδιναβικού, γερμανικού, βαλτικού και ρωμαϊκού παγανισμού, παράλληλα με τον Ζωροαστρισμό και τον βεδικό Ινδουϊσμό. Διαφωνούσε με τον Χάινριχ Χίμλερ, του οποίου οι θρησκευτικές αντιλήψεις έκλιναν περισσότερο προς το Βουδισμό. Όσο για τον Ιησού, πίστευε ότι ήταν Άριος εγκλωβισμένος στη Γαλιλαία και πρώτος πολέμιος του Ιουδαϊσμού (αντίληψη επίσης του Τσάμπερλεν). Για τις Χριστιανικές Εκκλησίες πίστευε ότι αντιπροσώπευαν ένα αρνητικό Χριστιανισμό, ο οποίος δεν συμβάδιζε με τη «Γερμανική μας ψυχή».[6]

Δραστηριότητα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1942 το γραφείο του Υπουργού για τα Κατεχόμενα Εδάφη της Ανατολικής Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ

Το 1940 ο Ρόζενμπεργκ διορίστηκε επικεφαλής του Hohe Schule, του Κέντρου Εθνικοσοσιαλιστικών Ιδεολογικών και Εκπαιδευτικών Ερευνών. Από το αξίωμα αυτό δημιούργησε μια ειδική ομάδα με την ονομασία Sonderstab Musik και τη διέταξε να συλλεγούν τα καλύτερα μουσικά όργανα και οι αρτιότερες παρτιτούρες, για να χρησιμοποιηθούν στο μουσικό πανεπιστήμιο που σχεδίαζε να δημιουργήσει στο Λιντς της Αυστρίας. Προφανώς, πρώτα θύματα διαρπαγής ήταν και πάλι οι Εβραίοι, ανεξαρτήτως χώρας στην οποία βρίσκονταν. Τα προϊόντα συλλογής έπρεπε να αποστέλλονται αμέσως στο Βερολίνο.

Όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, υπήρχε μια θεμελιώδης διαφορά από τις μέχρι τότε εκστρατείες στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες: Τα στρατεύματα της Βέρμαχτ ακολουθούσε μια στρατιά κομματικών οργάνων και αντίστοιχων μηχανισμών, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που είχε τεθεί από τον Ρόζενμπεργκ (σε συνεργασία με τον Χίτλερ): Η εκδίωξη των Σοβιετικών και η μετατόπισή τους πέρα από τα Ουράλια, με σκοπό την απόκτηση «ζωτικού χώρου» (lebensraum) από τους Αρίους Γερμανούς. Για τον καλύτερο συντονισμό όλων αυτών των ενεργειών, ο Ρόζενμπεργκ ανέλαβε τη θέση του Υπουργού Ανατολικών Εδαφών (Reichsministerium für die besetzten Ostgebiete). Η τακτική αυτή του «μισότρελου θεωρητικού» - όπως τον αποκαλεί ο Ρεϊμόν Καρτιέ[7] είχε ως αποτέλεσμα να προκαλέσει την εχθρότητα των τοπικών πληθυσμών, ιδιαίτερα στην Ουκρανία, όπου το κλίμα ήταν σαφώς αντισταλινικό και οι Γερμανοί θα μπορούσαν ασφαλώς να το εκμεταλλευθούν. Αντίθετα, η αρχική φιλικότητα των Ουκρανών σύντομα μεταλλάχθηκε σε σφοδρό μίσος, από τις ενέργειες του υφισταμένου του Ρόζενμπεργκ, γκαουλάιτερ Έριχ Κοχ. Ο Ρόζενμπεργκ δήλωσε ότι «... οι Ρώσοι μας βλέπουν τώρα ως εχθρούς. Θα μας ευγνωμονούν, όμως, ύστερα από εκατό χρόνια, γιατί τους ξαναφέραμε στη φυσική τους κοιτίδα....»[8] Ο Ρόζενμπεργκ, με την ανάληψη των νέων του καθηκόντων, αδυνατεί να λάβει μέρος αυτοπροσώπως στη Διάσκεψη της Βάνζεε, στην οποία τον εκπροσωπεί ο Άλφρεντ Μέιερ (Alfred Meyer). Αργότερα, στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αρνήθηκε την ανάμιξή του στην Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος.

Ο υπουργός καθόρισε τέσσερις περιοχές, στις οποίες θα κατανέμονταν οι κατακτημένες ανατολικές περιοχές και παρουσίασε το σχέδιο στον Χίτλερ. Θα δημιουργούνταν τέσσερις διοικητικές περιφέρειες (Reichskommissariats):

  • Περιφέρεια Όστλαντ (Βαλτικές χώρες και Λευκορωσία0
  • Περιφέρεια Ουκρανίας
  • Περιφέρεια Καυκάσου
  • Περιφέρεια Μόσχας (Μόσχα και όλη η υπόλοιπη περιοχή της ΕΣΣΔ)

Από αυτές τις περιφέρειες δημιουργήθηκαν μόνον οι δύο πρώτες, στις οποίες τοποθετήθηκαν από τον υπουργό ως επικεφαλής οι Χάινριχ Λόζε (Heinrich Lohse) και Έριχ Κοχ (Erich Koch). Ο Ρόζενμπεργκ, εν τέλει, ήρθε σε ρήξη με την SS σχετικά με τον τρόπο μεταχείρισης των υπόδουλων στους Γερμανούς Σλάβων: Δεν επιδοκίμαζε ούτε τις εκτοπίσεις, ούτε την ωμή υποδούλωση ούτε τις γενοκτονίες που διέπρατταν οι SS, τις οποίες υποστήριζε ότι έπρεπε να επιφυλάσσουν μόνο στους Εβραίους[εκκρεμεί παραπομπή]. Όπως προαναφέρθηκε, θεωρούσε τους Σλάβους "σχεδόν Αρίους", που μπορούσαν να ενσωματωθούν στο Ράιχ.

Ως συνέπεια αυτών των αντιλήψεων, ο Ρόζενμπεργκ εξήγγειλε την κατάργηση των συλλογικών αγροκτημάτων (κολχόζ) και με νόμο του 1942 αποκατέστησε την καλλιέργεια σε «οικογενειακά αγροκτήματα», προσπαθώντας να πάρει τον πληθυσμό με το μέρος των Γερμανών. Η αποκολλεκτιβοποίηση αυτή, όμως, δεν συνεπαγόταν και απελευθέρωση των αγροτών, οι οποίοι θα έπρεπε να παραδίνουν στους Γερμανούς τις ίδιες ποσότητες αγαθών που παρέδιδαν και στα Σοβιέτ. Η παραγωγή υπό τις πολεμικές και νομικές συνθήκες προφανώς μειώθηκε, προκαλώντας τη μήνι του Χέρμαν Γκέρινγκ, που απαίτησε να παραμείνουν τα κολχόζ. Ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήρισε «ηλίθια» την αναδιανομή της γης.

Δίκη της Νυρεμβέργης: Άλφρεντ Γιοντλ (αριστερά), Χανς Φρανκ (κέντρο), Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (δεξιά)

Τέλος του Πολέμου. Δίκη και καταδίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη Σοβιετική προέλαση και ανακατάληψη των σοβιετικών εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, η θέση του Υπουργού Ανατολικών Εδαφών έπαυσε να υφίσταται. Ο Ρόζενμπεργκ επέστρεψε στη Γερμανία, αλλά συνελήφθη από τους Συμμάχους και παραπέμφθηκε να δικαστεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης, με τις κατηγορίες της συνωμοσίας κατά της ειρήνης, του σχεδιασμού και εκτέλεσης επιθετικού πολέμου, των εγκλημάτων πολέμου και των εγκλημάτων κατά της Ανθρωπότητας.[9] Βρέθηκε ένοχος και για τις τέσσερις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό. Η ποινή εκτελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1946 στη Νυρεμβέργη, όπως και για όλους τους καταδικασμένους σε θάνατο σε αυτή τη δίκη. Ο άλλος εγκληματίας πολέμου, Έριχ Κοχ, κατάφερε να διαφύγει και τα ίχνη του χάθηκαν.

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. research project.org/nazioccupation/alroseninrussia.html Holocaust Research Project
  2. [Speer, Albert, Inside the Third Reich: Memoirs by Albert Speer, New York, Macmillan, 1970
  3. Evans, Richard J., The Coming of the Third Reich, London, Penguin Books, 2004. ISBN 0-14-100975-6
  4. Jewish Virtual Library
  5. research project.org/nazioccupation/alroseninrussia.html Holocaust... ό.π.
  6. Περιοδικό Time, 10 Αυγούστου 1936. Ανακτήθηκε στις 05-02-2010
  7. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τ. Α', Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  8. Καρτιέ, ό.π.
  9. Avalon Project, Παν/μιο Γιέιλ