Φραντς Σλέγκελμπεργκερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φραντς Σλέγκελμπεργκερ

Ο Φραντς Σλέγκελμπεργκερ (πλήρες όνομα, γερμ. Louis Rudolph Franz Schlegelberger) ήταν Γερμανός ανώτερος δικαστικός και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης κατά τη διάρκεια του Ναζιστικού καθεστώτος, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Δίκη των Δικαστικών που έγινε στην Νυρεμβέργη μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Σλεγκελμπέργκερ καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης.

Σύντομο βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σλέγκελμπεργκερ γεννήθηκε στο Καίνιξμπεργκ στις 24 Οκτωβρίου 1876. Ήταν γιος λουθηρανού εμπόρου δημητριακών, η οικογένεια του οποίου είχε εκδιωχθεί από την Αυστρία κατά τα τέλη του 18ου αιώνα λόγω των θρησκευτικών διαφορών και είχε εγκατασταθεί στην Ανατολική Πρωσία.

Ο Σλέγκελμπεργκερ τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και στη συνέχεια σπούδασε Νομικά επί ένα χρόνο - το 1894 - στη γενέτειρά του. Συνέχισε τις σπουδές του από το 1895 ως το 1896 στο Βερολίνο.[1] Έλαβε διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας το 1899 [2] και, ύστερα από τον διαγωνισμό για τον διορισμό των δικαστικών, τον οποίο πέρασε με επιτυχία, διορίστηκε στη γενέτειρά του ως δικαστής. Ακολουθώντας τυπική σταδιοδρομία επιτυχημένου δικαστικού, το 1904 τοποθετήθηκε στο δικαστήριο (Landgericht) του Λικ (Lyck) και το 1908 διορίστηκε βοηθός δικαστής στο Εφετείο του Βερολίνου. Το 1914 τοποθετήθηκε στο Συμβούλιο Εφετών στο Βερολίνο παραμένοντας σε αυτό ως το 1918, οπότε τοποθετήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Reichsjustizamt, όπως ήταν γνωστό τότε). Το 1927 προάχθηκε σε Διευθυντή του Υπουργείου και το 1931 έγινε Γενικός Γραμματέας του[3]. Ανάμεσα στις πλέον γνωστές εργασίες του στο Υπουργείο ήταν η σύνταξη μέρους της νομοθεσίας που σταθεροποίησε το εθνικό νόμισμα της χώρας και έθεσε τέλος στον υπερπληθωρισμό. Ήδη από το 1922 δίδασκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου ως αναπληρωτής καθηγητής (Honorarprofessor).[4]

Η εργασία του στο Υπουργείο αρχικά ως ερμηνευτή της Νομοθεσίας και στην συνέχεια ως συντάκτη της σημάδεψε τόσο το επαγγελματικό όσο και το πολιτικό του προφίλ: Σε άρθρο του, δημοσιευμένο το 1928, αναφέρει: "Υπήρξα ο ίδιος δικαστικός επί πολλά χρόνια και όσοι με γνωρίζουν θα ξέρουν ότι η αγάπη και η αφοσίωση που νιώθω για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν", ενώ στα μέσα της δεκαετίας του '30, σε άλλο άρθρο του παρομοίασε την σύνταξη των νόμων με την τέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων.[4]

Ο Σλέγκελμπεργκερ παρέμεινε στη θέση του Γραμματέα στο Υπουργείο ως τον Αύγουστο του 1942, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Χίτλερ τον εξανάγκασε σε παραίτηση, επειδή ο Σλέγκελμπεργκερ αποδοκίμασε τις παρεμβάσεις του Φύρερ που αποσκοπούσαν στην κατάργηση του ανεξάρτητου της Δικαιοσύνης. Σε άλλη κατάθεσή του αναφέρει ότι κατέληξε στην απόφαση παραίτησης ύστερα από ομιλία του Φύρερ τον Απρίλιο του 1942, στην οποία καταφέρθηκε εναντίον του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και ισχυρίστηκε ότι έχει το απόλυτο δικαίωμα να παύει και να διορίζει δικαστές.[5] Πολλοί τον αποκάλεσαν, εκείνη την περίοδο, "τον τελευταίο από τους Γερμανούς δικαστές". Συνέγραψε αρκετά βιβλία επί της νομοθεσίας και της εφαρμογής της. Κατά τη διάρκεια της δίκης του ανέφερε ότι δεν ήταν αληθής η κατηγορία ότι είχε δεσμεύσει το Γερμανικό Ανώτατο Δικαστήριο στις εντολές του "υπέρτατου δικαστή" Αδόλφου Χίτλερ: Ακολουθούσε τις εντολές του, αλλά μάλλον απρόθυμα. Υπέδειξε ότι δεν έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος παρά μόνον το 1938 κι αυτό επειδή υποχρεώθηκε να το κάνει, ύστερα από διαταγή του Χίτλερ. Υπέδειξε, επίσης, ότι δεν είχε κανένα φυλετικό μίσος κατά των Εβραίων, εφόσον ο προσωπικός του γιατρός ήταν Εβραίος, και αντιτάχθηκε στην μεταγωγή των κατά το ήμισυ Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, υποδεικνύοντας, ως εναλλακτική λύση, είτε την στείρωσή τους είτε την απομάκρυνσή τους από την χώρα, στέλνοντας σχετική επιστολή στον Χανς Λάμερς. Επιστολές σχετικά με το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4 έστειλε επίσης τόσο στον Λάμερς όσο και στον Φίλιπ Μπούλερ, επικεφαλής της Καγκελαρίας.[6] Σε ερώτηση γιατί δεν παραιτήθηκε, εφόσον διαφωνούσε με τις πρακτικές αυτές, απάντησε: "Αν είχα παραιτηθεί, την θέση μου θα είχε αναλάβει κάποιος πολύ χειρότερος από εμένα".[7]

Σημαντικό ρόλο στην καταδίκη του κατά την Δίκη των Δικαστικών έπαιξε η "υπόθεση Luftgas": Το 1941 ένας Εβραίος ονόματι Luftgas κατηγορήθηκε για την απόκρυψη αυγών. Ο Σλέγκενμπεργκερ τον καταδίκασε σε 2,5 χρόνια φυλακή, αλλά παρενέβη ο ίδιος ο Χίτλερ, ζητώντας την καταδίκη του σε θάνατο. Αν και ο Σλέγκελμπεργκερ μπορούσε να διαμαρτυρηθεί για την ωμή αυτή παρέμβαση του Φύρερ στα θέματα της δικαιοσύνης, προσυπέγραψε το διάταγμα εκτέλεσης του κατηγορουμένου. Η απάντηση του Σλέγκελμπεργκερ στο σημείο αυτό ότι αν δεν το έκανε, υπέσκαπτε το ηθικό όλων των αξιωματικών της Αστυνομίας, καθώς θα μείωνε το γόητρο του αξιωματικού που είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο.[7]

Ο Σλέγκελμπεργκερ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη στην Δίκη των Δικαστικών. Αφέθηκε, ωστόσο, ελεύθερος το 1951 και εγκαταστάθηκε στο Φλένσμπουργκ. Έλαβε σύνταξη μέχρι τον θάνατό του. Απεβίωσε στις 14 Δεκεμβρίου 1970 στο Φλένσμπουργκ.

Ο Σλέγκελμπεργκερ ως χαρακτήρας αποτυπώθηκε στην ταινία Τα απόρρητα της Νυρεμβέργης (αγγλ. τίτλος "Judgment at Nuremberg", 1961), με τον ρόλο του Μπαρτ Λάνκαστερ ως Δικαστή Ερνστ Γιάννινγκ ((Ernst Janning) σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κράμερ.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]