Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ
|
|
Αυτό το λήμμα ή η ενότητα δεν αναφέρει τις πηγές του ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες πηγές και παραπομπές που να υποστηρίζουν το λήμμα. Η σήμανση τοποθετήθηκε στις 23/12/2012. |
| Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ | |
|---|---|
| αραβοϊσραηλινοί Πόλεμοι | |
Οι Αιγύπτιοι περνούν στο Σουέζ |
|
| Χρονολογία | 6 Οκτωβρίου - 26 Οκτωβρίου 1973 |
| Τόπος | Χερσόνησος του Σινά, Υψίπεδα του Γκολάν |
| Έκβαση | Στρατιωτική νίκη του Ισραήλ, Πολιτική νίκη της Αιγύπτου |
| Μαχόμενα μέρη | |
| Αρχηγοί | |
| Μοσέ Νταγιάν Νταβίντ Ελάζαρ Ίσραελ Ταλ Χαΐμ Μπαρ-Λεβ |
Σαάντ Ελ-Σάζλυ Μουσταφά Τλας Ανουάρ Σαντάτ Χαφέζ Αλ-Άσαντ Αχμέντ Ισμαήλ Αλί |
| Δυνάμεις | |
| 415.000 στρατιώτες, 2.300 άρματα μάχης, 3.000 ΤΟΜΠ (Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού), 945 πυροβόλα,[1] 561 αεροπλάνα, 84 ελικόπτερα, 38 πλοία[2] |
Αίγυπτος: 800.000 στρατιώτες (300.000 αναπτύχθηκαν, 80.000 πέρασαν), 1700 άρματα μάχης (1.020 πέρασαν),[3] 2400 ΤΟΜΠ, 1120 πυροβόλα,[1] 400 μαχητικά αεροσκάφη, 140 ελικόπτερα,[4] 104 πλοία Συρία: 150.000 στρατιώτες (60.000 αναπτύχθηκαν), 1.400 άρματα μάχης, 800–900 ΤΟΜΠ, 600 πυροβόλα,[1] 350 αεροπλάνα, 36 ελικόπτερα, 21 πλοία Ιράκ: 30.000 στρατιώτες, 250-500 άρματα μάχης[5][6], 500 ΤΟΜΠ, 200 πυροβόλα,[1] 73 αεροπλάνα[2] |
Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, ή αλλιώς Δ' αραβοϊσραηλινός πόλεμος, που συνέβη τον Οκτώβριο του 1973 ήταν ο τελευταίος της σειράς των Αραβοϊσραηλινών πολέμων, εξαιρουμένων των εισβολών στον Λίβανο το 1982 και το 2006 και των εισβολών σε παλαιστινιακά εδάφη όπως στη Γάζα το 2008. Γιομ Κιπούρ ονομάζεται η ισραηλινή εορτή της Σκηνοπηγίας, ή αλλιώς Ημέρα της Εξιλέωσης. Διεξήχθη από τις 6 ως τις 26 Οκτωβρίου 1973 από ένα συνασπισμό Αραβικών κρατών υπό την ηγεσία της Αιγύπτου και της Συρίας εναντίον του Ισραήλ. Ο πόλεμος ξεκίνησε από μια αιφνιδιαστική κοινή επίθεση της Συρίας και της Αιγύπτου την μέρα του Γιομ Κιπούρ, την μεγαλύτερη Εβραϊκή εορτή, αυτή του εξιλασμού. Η Αίγυπτος και η Συρία πέρασαν τις γραμμές κατάπαυσης του πυρός στο Σινά και τα Υψώματα Γκολάν αντίστοιχα, που κατέχονταν από το Ισραήλ από το 1967 στον Πόλεμο των Έξι Ημερών. Ο πόλεμος είχε όλα τα στοιχεία μιας σοβαρής διεθνούς κρίσης και ολοκληρώθηκε με μια έμμεση σύγκρουση των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, οι οποίες εφοδίασαν σε μεγάλη κλίμακα τους εμπόλεμους συμμάχους τους.
Οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι προέλασαν στις πρώτες 24–48 ώρες, μετά τις οποίες η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ του Ισραήλ. Ως την δεύτερη εβδομάδα του πολέμου, οι Σύριοι απωθήθηκαν έξω από τα Υψώματα Γκολάν. Στο Σινά προς το νότο, οι Ισραηλινοί χτύπησαν στην γραμμή ανάμεσα στις δύο επιτιθέμενες Αιγυπτιακές στρατιές, πέρασαν την Διώρυγα του Σουέζ (όπου βρισκόταν η παλιά γραμμή κατάπαυσης του πυρός), και απέκοψαν την Αιγυπτιακή Τρίτη Στρατιά ακριβώς μόλις ενεργοποιήθηκε η κατάπαυση του πυρός από τα Ηνωμένα Έθνη.
Ο πόλεμος είχε τεράστιες συνέπειες όλο τον κόσμο. Ο Αραβικός Κόσμος, ο οποίος είχε ταπεινωθεί από την συντριπτική ήττα στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ένιωσε ψυχολογικά δικαιωμένος από την σειρά των νικών στην αρχή της σύγκρουσης. Αυτή η δικαίωση έστρωσε το δρόμο για την ειρηνευτική διαδικασία που ακολούθησε, όπως και φιλελευθεροποιήσεις στην πολιτικής της “infitah” («ανοιχτής πόρτας») από την Αίγυπτο. Οι Συμφωνίες του Camp David, που ήρθαν λίγο αργότερα, οδήγησαν σε ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ - η πρώτη φορά που ένα Αραβικό κράτος αναγνώρισε το Ισραηλινό κράτος. Η Αίγυπτος, που είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από την Σοβιετική Ένωση, έφυγε από την Σοβιετική σφαίρα επιρροής ολοκληρωτικά.
Ο πόλεμος τελείωσε με στρατιωτική νίκη του Ισραήλ, που ακολουθήθηκε από μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, καταλήγοντας στο Συνέδριο της Γενεύης. Ειρήνη υπογράφηκε τον Μάιο του 1974.
Πίνακας περιεχομένων |
Πριν τη σύρραξη[Επεξεργασία]
Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, το Ισραήλ εκτός από τις εκτάσεις που είχε καταλάβει, όπως η χερσόνησος του Σινά (Αίγυπτος) και η ανατολική πλευρά του Ιορδάνη (Ιορδανία), απέκτησε και αρκετά διπλωματικά όπλα, τα οποία χρησιμοποίησε για να ισχυροποιήσει περαιτέρω τη θέση του στην περιοχή. Η στάση αυτή υπήρξε ομολογουμένως σκληρή, καθώς η τότε πρωθυπουργός του Ισραήλ Γκόλντα Μέιρ, αρνείτο συστηματικά ικανοποιητικές παραχωρήσεις προς τα αραβικά κράτη. Επιπλέον, ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου, Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, μετά την ανάκληση της παραίτησής του διατηρούσε πλέον την πολιτική των τριών όχι (όχι στην αναγνώριση του Ισραήλ, στις διαπραγματεύσεις με αυτό και στην ειρήνη) υπό την νέα υφιστάμενη κατάσταση.
Ο Νάσερ άρχισε ένα εντατικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, κατά το οποίο αναπληρώθηκε όλο το στρατιωτικό υλικό που χάθηκε στον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967 μέσα σε δύο χρόνια. Κύριος προμηθευτής αυτών των εξοπλισμών, βεβαίως με αντισταθμιστικά οφέλη ήταν η ΕΣΣΔ, η οποία και ενίσχυσε με επιπλέον 3.000 στρατιωτικούς συμβούλους το Κάιρο ανεβάζοντας τον τότε αριθμό των Σοβιετικών στρατιωτικών στους 20.000. Τον Ιούλιο του '69 εγκαινιάστηκε από τον Νάσερ ο Πόλεμος της Φθοράς δημιουργώντας σποραδικές μικρής κλίμακας συγκρούσεις στην ανατολική όχθη της διώρυγας του Σουέζ σε αντιστάθμιση παρόμοιων δραστηριοτήτων των Ισραηλινών. Ωστόσο το σχέδιο αυτό έπαψε με τον θάνατο του Νάσερ τον Σεπτέμβριο του 1970.
Ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ανουάρ Σαντάτ, που ανέλαβε στη συνέχεια πρόεδρος της Αιγυπτιακής Δημοκρατίας, ακολούθησε τη γραμμή του Νάσερ με μια πιο συντηρητική όμως πολιτική. Τον Ιανουάριο του 1971 ο μεσολαβητής του ΟΗΕ στην περιοχή, Γκούναρ Γιάρινγκ, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση Νίξον και τον Χένρυ Κίσινγκερ, ζήτησε υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές. Το Φεβρουάριο ο Ανουάρ Σαντάτ, μετά από αμερικανικές υποσχέσεις οικονομικής βοήθειας έδωσε το πρώτο αιγυπτιακό "ναι" σε διαπραγματεύσεις. Από το Ισραήλ η Μέιρ, έδωσε αρνητική απάντηση, κατηγορώντας τον Γιάρινγκ και τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Γιου Θαντ, ότι απαιτούσε την αποχώρηση των Ισραηλινών δυνάμεων από τις νεο-κατεχόμενες περιοχές στην προ του '67 εποχή.
Στα χρόνια που ακολούθησαν αυτό τον πόλεμο, το Ισραήλ ανήγειρε οχυρωματικές γραμμές και στο Σινά και στα Υψώματα Γκολάν. Το 1971 το Ισραήλ ξόδεψε $500 εκατομμύρια οχυρώνοντας τις θέσεις του στην Διώρυγα του Σουέζ, μια αλυσίδα οχυρώσεων και γιγαντιαίων αναχωμάτων γνωστή ως Γραμμή Bar-Lev, η οποία ονομάστηκε έτσι από τον Ισραηλινό Στρατηγό Chaim Bar-Lev, που την σχεδίασε.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον Chaim Herzog:
«Στις 19 Ιουνίου 1967, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Ισραήλ ψήφισε ομόφωνα την επιστροφή του Σινά στην Αίγυπτο και των Υψωμάτων Γκολάν στην Συρία ως αντάλλαγμα για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Τα Γκολάν θα αποκρατικοποιούνταν και θα γινόταν διαπραγμάτευση ειδικού διακανονισμού για τα Στενά του Tiran. Η κυβέρνηση επίσης αποφάσισε ν’ ανοίξει διαπραγματεύσεις με τον Βασιλιά Χουσεΐν της Ιορδανίας σχετικό με το Ανατολικό σύνορο».
Η Ισραηλινή απόφαση θα μεταβιβαζόταν στα Αραβικά κράτη από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ πληροφορήθηκαν την απόφαση, αλλά όχι ότι θα την μεταβίβαζαν εκείνοι. Δεν υπάρχει απόδειξη πως την παρέλαβαν η Αίγυπτος και η Συρία, οι οποίες προφανώς δεν πήραν ποτέ την πρόταση. Η απόφαση κρατήθηκε ένα καλά ασφαλισμένο μυστικό μέσα στους κύκλους της Ισραηλινής κυβέρνησης και η πρόταση αποσύρθηκε τον Οκτώβριο του 1967.
Ο Σαντάτ ήλπιζε πως αν επέφερε έστω και μια περιορισμένη ήττα στους Ισραηλινούς, το status quo θα μπορούσε ν’ αλλάξει. Ο Hafiz al-Assad, κεφαλή της Συρίας, είχε διαφορετική άποψη. Ενδιαφερόταν ελάχιστα για διαπραγματεύσεις και ένιωθε πως η ανακατάληψη των Υψωμάτων Γκολάν θα έπρεπε να είναι καθαρά στρατιωτική επιλογή. Από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ο Assad είχε ξεκινήσει μια τεράστια διαδικασία σταδιακής στρατιωτικής οικοδόμησης και έλπιζε να κάνει την Συρία την κύρια στρατιωτική δύναμη στα Αραβικά κράτη. Με την βοήθεια της Αιγύπτου, ο Assad πίστευε πως ο νέος του στρατός μπορούσε να νικήσει πειστικά το Ισραήλ και να εξασφαλίσει έτσι το ρόλο της Συρίας στην περιοχή. Ο Assad ήθελε ν’ αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις μόνο μετά την δια της βίας ανακατάληψη των Υψωμάτων Γκολάν, η οποία θα επηρέαζε το Ισραήλ ν’ αφήσει την Δυτική Όχθη, την Γάζα, και να κάνει κι άλλες παραχωρήσεις.
Ο Σαντάτ ήθελε επίσης τον πόλεμο και εξαιτίας της εσωτερικής κατάστασης στην χώρα του. «Στα τρία χρόνια αφότου πήρε το αξίωμα του ο Σαντάτ… ήταν από πλευράς ηθικού τα χαμηλότερα στην Αιγυπτιακή ιστορία… Μια αποξηραμένη οικονομία προστέθηκε στην απελπισία του έθνους. Ο πόλεμος ήταν επιλογή απελπισίας». Στην βιογραφία του για τον Σαντάτ, ο Raphael Israeli υποστηρίζει πως ο Σαντάτ ένιωθε πως η ρίζα του προβλήματος βρισκόταν στην μεγάλη ντροπή του Πολέμου των Έξι Ημερών, και πριν να γίνουν οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις ένιωθε πως η ντροπή έπρεπε να ξεπλυθεί. Η οικονομία της Αιγύπτου παράπαιε, αλλά ο Σαντάτ ήξερε πως οι βαθιές μεταρρυθμίσεις που ήταν απόλυτα αναγκαίες θα ήταν βαθιά αντιδημοφιλής σε μεγάλα μέρη του πληθυσμού. Μια στρατιωτική νίκη θα του έδινε την δημοτικότητα που χρειαζόταν για να κάνει τις αλλαγές. Μια μερίδα του Αιγυπτιακού πληθυσμού, κυρίως οι φοιτητές που πραγματοποιούσαν ευρείες διαδηλώσεις, ήθελαν σφοδρά ένα πόλεμο για να ξαναπάρουν το Σινά και υπήρχε μεγάλη δυσαρέσκεια επειδή ο Σαντάτ δεν τον πραγματοποίησε στα πρώτα τρία του χρόνια ως Πρόεδρος.
Τα άλλα Αραβικά κράτη ήταν πολύ πιο απρόθυμα για να δεσμευτούν απόλυτα σε έναν νέο πόλεμο. Ο Βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας φοβόταν ακόμα μια μεγάλη απώλεια της επικράτειας του όπως έγινε στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, στον οποίο η Ιορδανία έχασε τον μισό της πληθυσμό. Ο Σαντάτ επίσης υποστήριζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της PLO (Δυτική Όχθη και Γάζα) και υποσχέθηκε στον αρχηγό της, τον Γιάσερ Αραφάτ πως θα έδινε τις περιοχές αυτές στην οργάνωση του, σε περίπτωση νικηφόρου πολέμου. Ο Χουσεΐν έβλεπε ακόμα την Δυτική Όχθη ως μέρος της Ιορδανίας και την ήθελε για να αποκατασταθεί το βασίλειο του. Ακόμα περισσότερο, στην διάρκεια της κρίσης του Μαύρου Σεπτέμβρη το 1970, παραλίγο να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της PLO και της Ιορδανικής κυβέρνησης. Σε ‘κείνον τον πόλεμο, η Συρία είχε παρέμβει στρατιωτικά στο πλευρό της PLO, και οι σχέσεις Assad και Χουσεΐν σχεδόν τερματίστηκαν.
Το Ιράκ και η Συρία επίσης είχαν τεταμένες σχέσεις, και οι Ιρακινοί αρνήθηκαν να ενταχθούν στην αρχική επίθεση. Ο Λίβανος, που είχε κοινά σύνορα με το Ισραήλ, δεν ήταν αναμενόμενο να ενταχθεί στην Αραβική πολεμική προσπάθεια εξαιτίας του μικρού του στρατού και της ήδη φανερής αστάθειας του στο εσωτερικό της χώρας. Τους μήνες πριν τον πόλεμο ο Σαντάτ ανέλαβε μια διπλωματική επίθεση σε μια προσπάθεια να κερδίσει υποστήριξη για τον πόλεμο. Ως το φθινόπωρο του 1973, διεκδίκησε την υποστήριξη περισσότερων από εκατό κρατών. Αυτά ήταν κυρίως από τις χώρες του Αραβικού Συνδέσμου, του Κινήματος των Αδεσμεύτων, και του Οργανισμού της Αφρικανικής Ενότητας. Ο Σαντάτ είχε δουλέψει επίσης για να κερδίσει εύνοια στην Ευρώπη και είχε κάποια επιτυχία πριν από τον πόλεμο. Η Βρετανία και η Γαλλία για πρώτη φορά πήραν το μέρος των Αραβικών δυνάμεων εναντίον του Ισραήλ στο Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στον πόλεμο[Επεξεργασία]
Ο Ανουάρ Σαντάτ το 1972 δήλωσε δημόσια πως η Αίγυπτος ήταν δεσμευμένη να πάει σε πόλεμο με το Ισραήλ, και πως ήταν προετοιμασμένοι να «θυσιάσουν ένα εκατομμύριο Αιγυπτίους στρατιώτες». Από το τέλος του 1972, η Αίγυπτος ξεκίνησε μια συγκεντρωμένη προσπάθεια να επαυξάνει σταδιακά τις δυνάμεις της, παραλαμβάνοντας αεριωθούμενα μαχητικά MiG-21, αντιαεροπορικούς πυραύλους SA-2, SA-3, SA-6 και SA-7, τεθωρακισμένα άρματα μάχης T-55 και T-62, αντιαρματικά RPG-7, και τους αντιαρματικούς κατευθυνόμενους πυραύλους AT-3 Sagger από την Σοβιετική Ένωση και βελτιώνοντας τις στρατιωτικές της τακτικές, βασισμένες σε Σοβιετικά δόγματα για το πεδίο της μάχης. Οι πολιτικοί στρατηγοί, που είχαν μεγάλο μέρος την ευθύνης για την πανωλεθρία του 1967, αντικαταστάθηκαν με ικανότερους.
Ο ρόλος των υπερδυνάμεων, επίσης, ήταν ένας βασικός παράγοντας στην έκβαση των δύο πολέμων. Η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης ήταν μια από τις αιτίες της στρατιωτικής αδυναμίας της Αιγυπτίου. Ο Νάσερ μπορούσε να πάρει το υλικό για αντιαεροπορική πυραυλική άμυνα μόνο αφότου πήγαινε στη Μόσχα και εκλιπαρούσε τους ηγέτες του Κρεμλίνου. Ο Σαντάτ τους είπε πως αν δεν τους δίνονταν οι προμήθειες και τελευταίας τεχνολογίας πολεμικό υλικό, έπρεπε να γυρίσει στην Αίγυπτο και να πει στον Αιγυπτιακό λαό πως η Μόσχα τους εγκατέλειψε, και μετά έπρεπε να παραδώσει την εξουσία σε έναν από τους ισότιμους του που θα μπορούσε να συνδιαλλαχτεί με τους Αμερικανούς. Οι Αμερικάνοι μετά απ’ αυτό θα είχαν το πάνω χέρι στην περιοχή, κάτι που η Μόσχα δεν μπορούσε να επιτρέψει.
Ένας από τους κρυφούς στόχους της Αιγύπτου στον Πόλεμο της Φθοράς ήταν ν’ αναγκάσει την Σοβιετική Ένωση να προμηθεύσει την Αίγυπτο με πιο εξελιγμένα όπλα και πολεμικό υλικό. Η Αίγυπτος ένιωθε πως ο μόνος τρόπος για να πείσει τους Σοβιετικούς ηγέτες για την ανεπάρκεια σχεδόν του συνόλου του αεροπορικού και αντιαεροπορικού οπλικού υλικού που της είχαν δώσει μετά το 1967 ήταν να δοκιμάσει τα Σοβιετικά όπλα εναντίον του αναπτυγμένου οπλικού συνόλου των ΗΠΑ, τον οποίο κατείχε το Ισραήλ.
Η πολιτική του Νάσερ μετά την ήττα του 1967 συγκρούστηκε μ’ αυτήν της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Σοβιετικοί ήθελαν ν’ αποφύγουν μια νέα σύγκρουση μεταξύ των Αράβων και των Ισραηλινών έτσι ώστε να μην συρθεί σε αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πραγματικότητα της κατάστασης έγινε προφανής όταν οι υπερδυνάμεις συναντήθηκαν στο Όσλο και συμφώνησαν στην διατήρηση του status quo. Αυτό ήταν απαράδεκτο για τους Αιγυπτίους ηγέτες, και όταν ανακαλύφθηκε πως οι Αιγυπτιακές προετοιμασίες για το πέρασμα της διώρυγας διέρρευσαν, έγινε επιβεβλημένη η απομάκρυνση των Σοβιετικών από την Αίγυπτο. Τον Ιούλιο του 1972, ο Σαντάτ έδιωξε σχεδόν όλους από το σύνολο των 20 000 Σοβιετικών στρατιωτικών συμβούλων στην χώρα και αναπροσανατόλισε την εξωτερική πολιτική της χώρας ευνοϊκότερα υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Σύριοι έμειναν κοντά στην Σοβιετική Ένωση.
Οι Σοβιετικοί είχαν την πίστη πως οι πιθανότητες του Σαντάτ σε έναν πόλεμο θα ήταν λίγες. Προειδοποίησαν πως κάθε προσπάθεια να περάσουν τα βαριά φρουρούμενο Σουέζ θα προκαλούσε τεράστιες απώλειες. Οι Σοβιετικοί, που ακολούθως επιζητούσαν την διπλωματική αποκλιμάκωση, δεν είχαν συμφέρον να δουν αποσταθεροποιημένη την Μέση Ανατολή. Σε μια συνάντηση του τον Ιούνιο του 1973 με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Richard Νίξον, ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ είχε προτείνει την υποχώρηση του Ισραήλ πίσω στα σύνορα του 1967. Ο Μπρέζνιεφ είπε πως αν δεν το έκανε το Ισραήλ, «θα δυσκολευτούμε να κρατήσουμε την ανάφλεξη της στρατιωτικής κατάστασης» - μια ένδειξη πως η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον Σαντάτ και τα σχέδια του.
Σε μια συνέντευξη του που δημοσιεύτηκε στο Newsweek (9 Απριλίου 1973), ο Πρόεδρος Σαντάτ απείλησε ξανά με πόλεμο το Ισραήλ. Πολλές φορές κατά το 1973, οι Αραβικές δυνάμεις πραγματοποιούσαν μεγάλης κλίμακας ασκήσεις που έβαζαν τον στρατό του Ισραήλ στο υψηλότερο επίπεδο συναγερμού, μόνο και μόνο για να ανακληθούν λίγες μέρες αργότερα. Η Ισραηλινή ηγεσία πίστευε ήδη πως αν γινόταν μια επίθεση, η Ισραηλινή Αεροπορία θα μπορούσε να την αποκρούσει.
Σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο πριν τον πόλεμο, σε μια συνάντηση στις 24 Οκτωβρίου 1972, με το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Σαντάτ διακήρυξε την πρόθεση του να πάει σε πόλεμο με το Ισραήλ ακόμα και χωρίς την κατάλληλη Σοβιετική υποστήριξη. Ο σχεδιασμός άρχισε το 1971, και ολοκληρώθηκε σε απόλυτη μυστικότητα - ακόμα και οι ανώτεροι αξιωματικοί δεν γνώριζαν τα πολεμικά σχέδια σχεδόν ως την τελευταία εβδομάδα πριν την επίθεση, και οι στρατιώτες έμαθαν για την επίθεση ελάχιστες ώρες πριν γίνει. Το σχέδιο επίθεσης εναντίον του Ισραήλ μαζί με την Συρία πήρε τον κωδικό Επιχείρηση Badr (η Αραβική λέξη για την «πανσέληνο»), από την Μάχη του Μπαντρ, στην οποία οι Μουσουλμάνοι με αρχηγό τον Μωάμεθ νίκησαν την φυλή των Κουραϊσιτών της Μέκκας το 624.
Η προετοιμασία για την αιφνιδιαστική επίθεση[Επεξεργασία]
Το Τμήμα Ερευνών της Διεύθυνσης Στρατιωτικής Αντικατασκοπίας των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (εν συντομία “Aman”) ήταν υπεύθυνο για την σχηματοποίηση της Ισραηλινής αντικατασκοπευτικής αποτίμησης. Οι αποτιμήσεις τους στην πιθανότητα της εισβολής ήταν βασισμένες σε διάφορες υποθέσεις. Πρώτα έγινε, σωστά, η υπόθεση πως η Συρία δεν έμπαινε σε πόλεμο αν δεν έμπαινε και η Αίγυπτος. Δεύτερον, το τμήμα έμαθε από υψηλόβαθμο Αιγύπτιο πληροφοριοδότη πως η Αίγυπτος ήθελε να ξαναπάρει όλο το Σινά, αλλά δεν θα έμπαινε σε πόλεμο ώσπου να πάρει τα μαχητικά-βομβαρδιστικά MiG-23 για να εξουδετερώσει την Ισραηλινή Αεροπορία, και πυραύλους Scud για να χρησιμοποιηθούν εναντίον των Ισραηλινών πόλεων ώστε να εμποδίσουν Ισραηλινές επιθέσεις εναντίον των Αιγυπτιακών υποδομών. Από τη στιγμή που δεν πήραν τα MiG-23, και οι πύραυλοι Scud είχαν φτάσει στην Αίγυπτο μόνο από την Βουλγαρία στα τέλη Αυγούστου και θα έπαιρνε τέσσερις μήνες στην εκπαίδευση των Αιγυπτιακών επίγειων πληρωμάτων, η Aman προέβλεψε πως πόλεμος με την Αίγυπτο δεν ήταν άμεσος. Αυτή η υπόθεση σχετικά με τα στρατηγικά σχέδια της Αιγύπτου, γνωστή ως «το concept», προκαταλάμβανε σε μεγάλο βαθμό την σκέψη του τμήματος και το οδήγησε να αποπέμπει άλλες πολεμικές προειδοποιήσεις. Αργότερα αποκαλύφθηκε σ’ ένα βιβλίο που εκδόθηκε στον βασισμένο στο Λονδίνο Ισραηλινό ιστορικό Roni Bregman πως ο πληροφοριοδότης (ή πιθανώς και διπλός πράκτορας) δεν ήταν άλλος από τον επιχειρηματία Ashraf Marwan, ένα ισχυρό Αιγύπτιο οικονομικό και πολιτικό παράγοντα (όταν ο επιχειρηματίας πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες το 2007 στο Λονδίνο, παρασημοφορήθηκε και από την Αιγυπτιακή, και από την Ισραηλινή κυβέρνηση, που αμφότερες δήλωσαν πως πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στις χώρες τους, που όμως για «ειδικούς λόγους» έπρεπε να μείνουν απόρρητες).
Οι Αιγύπτιοι έκαναν πάρα πολλά για να προάγουν αυτήν την παρανόηση. Και οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί πίστευαν πως η έξωση των Σοβιετικών στρατιωτικών παρατηρητών είχε μειώσει σοβαρά την αποτελεσματικότητα του Αιγυπτιακού Στρατού. Οι Αιγύπτιοι εξασφάλιζαν την ύπαρξη ενός συνεχούς κύματος ψευδών πληροφοριών πως υπήρχαν προβλήματα συντήρησης και έλλειψη προσωπικού για να λειτουργήσει τον πιο εξελιγμένο εξοπλισμό. Οι Αιγύπτιοι έκαναν επαναλαμβανόμενες παραπλανητικές αναφορές για έλλειψη ανταλλακτικών, οι οποίες έφτασαν στους Ισραηλινούς. Ο Σαντάτ είχε μπει σε μια πολιτική των άκρων εδώ και τόσο καιρό, που οι συνεχείς πολεμικές του απειλές είχαν κουράσει όλο τον κόσμο τόσο, ώστε τις αγνοούσε. Τον Μάιο και τον Αύγουστο του 1973 ο Αιγυπτιακός στρατός είχε ξεκινήσει ασκήσεις στα σύνορα και το αποτέλεσμα ήταν οι δύο επιστρατεύσεις που πραγματοποίησε ως απάντηση το Ισραήλ, να του στοιχίσουν περίπου $10 εκατομμύρια.
Την εβδομάδα πριν το Γιομ Κιπούρ, ο Αιγυπτιακός στρατός πραγματοποίησε εκπαιδευτική άσκηση με διάρκεια μια εβδομάδα δίπλα από την Διώρυγα του Σουέζ. Η Ισραηλινή αντικατασκοπία, ανιχνεύοντας μεγάλες κινήσεις στρατευμάτων προς την διώρυγα, τις εξέλαβε ως απλές εκπαιδευτικές ασκήσεις. Κινήσεις των Συριακών στρατευμάτων προς τα σύνορα ήταν αινιγματικές, αλλά όχι απειλή, επειδή η Aman πίστευε πως δεν μπορούσαν να επιτεθούν χωρίς την Αίγυπτο και η Αίγυπτος δεν θα έκανε επίθεση χωρίς να φτάσει το οπλικό υλικό που ήθελε. Στις 27 και στις 30 Σεπτεμβρίου, κλήθηκαν στον Αιγυπτιακό στρατό δύο κλάσεις εφέδρων για να συμμετέχουν σ’ αυτές τις ασκήσεις. Δύο μέρες πριν την έκρηξη του πολέμου, στις 4 Οκτωβρίου, η Αιγυπτιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε δημόσια την αποστράτευση μέρους των εφέδρων που κλήθηκαν στις 27 Σεπτεμβρίου για ν’ αποκοιμίσουν τις Ισραηλινές υποψίες. Αποστρατεύθηκαν 20.000 άνδρες, και ακολούθως κάποιοι απ’ αυτούς έφυγαν απευθείας για το πραγματοποιήσουν το προσκύνημα στην Μέκκα.
Ο προφανής λόγος για τον οποίο επιλέχθηκε η Εβραϊκή γιορτή του Γιομ Κιπούρ («Εξιλασμός» στα Ελληνικά), για την εκδήλωση της αιφνιδιαστικής επίθεσης εναντίον του Ισραήλ ήταν πως εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα (σε αντίθεση με κάθε άλλη Εβραϊκή εορτή) τα πάντα στο Ισραήλ παγώνουν. Στο Γιομ Κιπούρ, την ιερότερη μέρα των Εβραίων, όχι μόνο οι θρησκευόμενοι, αλλά το σύνολο των Εβραίων νηστεύουν, αποφεύγουν κάθε χρήση φωτιάς, ηλεκτρικού, μηχανών, επικοινωνιών κτλ, και ολόκληρη η οδική κυκλοφορία σταματά. Πολλοί στρατιώτες έπαιρναν άδεια για να γιορτάσουν στο σπίτι τους και το Ισραήλ ήταν σε μεγάλο βαθμό ευάλωτο, ειδικά με μεγάλο μέρος του στρατού ανενεργό. Ο πόλεμος επίσης συνέπιπτε με τον Μουσουλμανικό μήνα του Ραμαζανίου, που σήμαινε πως οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι στρατιώτες νήστευαν κι αυτοί. Πολλοί άλλοι πιστεύουν πως η επίθεση την μέρα του Γιομ Κιπούρ, όσο κι αν δεν είναι εύκολα πιστευτό βοήθησε το Ισραήλ να κινητοποιήσει τους εφέδρους του από τα σπίτια και τις συναγωγές τους, επειδή η φύση της εορτής σήμαινε πως οι δρόμοι και οι επικοινωνίες ήταν ολάνοιχτες, και βοηθήθηκε η οργάνωση και η επιστράτευση.
Παρά την άρνηση του να συμμετάσχει, ο Βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας «είχε συναντηθεί με τον Σαντάτ και τον Assad στην Αλεξάνδρεια δύο εβδομάδες προηγουμένως. Έχοντας υπ’ όψιν την αμοιβαία καχυποψία που επικρατούσε ανάμεσα στους Άραβες ηγέτες, μάλλον δεν του ειπώθηκαν οποιαδήποτε συγκεκριμένα πολεμικά σχέδια. Είναι όμως πιθανόν πως ο Σαντάτ και ο Assad είχαν εκφράσει την προοπτική τους για πόλεμο εναντίον του Ισραήλ σε γενικούς όρους για να εκμαιεύσουν την πιθανότητα να τους ακολουθήσει η Ιορδανία». Την νύχτα της 25ης Σεπτεμβρίου, ο Χουσεΐν πήγε μυστικά στο Τελ Αβίβ για να προειδοποιήσει την Ισραηλινή Πρωθυπουργό Γκόλντα Μέιρ πως επίκειται άμεση επίθεση από την Συρία.
«“Θα πάνε σε πόλεμο χωρίς τους Αιγυπτίους;”, ρώτησε η κυρία Μέιρ. Ο βασιλιάς είπε πως δεν το νόμισε. “Πιστεύω πως εκείνοι (οι Αιγύπτιοι), θα συνεργαστούν”».
Προς έκπληξη, αυτή η προειδοποίησε έπεσε στο κενό. Η Aman κατέληξε πως ο βασιλιάς δεν τους είπε κάτι που δεν το ήξεραν ήδη. «Έντεκα προειδοποιήσεις για πόλεμο πήρε το Ισραήλ τον Σεπτέμβριο από καλά πληροφορημένες πηγές. Αλλά ο Zvi Zamir (ο αρχηγός της Μοσάντ) συνέχισε να επιμένει πως ο πόλεμος δεν ήταν στις επιλογές των Αράβων. Ακόμα και οι προειδοποιήσεις του Χουσεΐν δεν πέτυχαν να τον συνταράξουν». Αργότερα δήλωσε πως «Απλά δεν νιώθαμε πως ήταν ικανοί (για πόλεμο)». Αποδείχτηκε πως αυτό ήταν το μεγαλύτερο φιάσκο των Ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών.
Τελικά, ο Zvi Zamir πήγε προσωπικά στην Ευρώπη για να συναντηθεί με τον Marwan, τα μεσάνυχτα της 5ης - 6ης Οκτωβρίου. Ο Marwan τον πληροφόρησε πως επίκειται άμεσα από κοινού επίθεση Συρίας-Αιγύπτου εναντίον του Ισραήλ. Αυτή η συγκεκριμένη προειδοποίηση, συνδυασμένη με ένα μεγάλο αριθμό άλλων προειδοποιήσεων, ώθησαν τελικά την Ισραηλινή ανώτατη στρατιωτική διοίκηση να αναλάβει δράση. Λίγες ώρες πριν ν’ αρχίσει η επίθεση, βγήκαν διαταγές για μερική κατάταξη των Ισραηλινών εφέδρων. Ειρωνικά, η κλήση των εφέδρων αποδείχτηκε ευκολότερη από το κανονικό, αφού σχεδόν όλοι οι στρατιώτες ήταν στις συναγωγές ή στα σπίτια τους για την γιορτή.
Οι Ισραηλινοί δεν πραγματοποιούν προληπτική επίθεση[Επεξεργασία]
Η Ισραηλινή στρατηγική ήταν, για το μεγαλύτερο της μέρος, βασισμένη στην γενική αρχή πως αν ο πόλεμος ήταν άμεσα επικείμενος, το Ισραήλ θα εξαπέλυε ένα προληπτικό χτύπημα. Είχε υπολογιστεί πως οι υπηρεσίες αντικατασκοπίας του Ισραήλ θα έδιναν, στην χειρότερη περίπτωση, προειδοποίηση περίπου 48 ωρών πριν μια Αραβική επίθεση.
Η Γκόλντα Μέιρ, ο Μοσέ Νταγιάν, και ο Ισραηλινός στρατηγός Δαβίδ Elazar συναντήθηκαν στις 8:05 το πρωινό του Γιομ Κιπούρ, έξι ώρες πριν ν’ αρχίσει ο πόλεμος. Ο Νταγιάν άνοιξε την συνάντηση υποστηρίζοντας πως ο πόλεμος δεν ήταν μια βεβαιότητα. Ο Elazar ακολούθως παρουσίασε την διαφωνία του, υπέρ της προληπτικής επίθεσης εναντίον των Συριακών αεροδρομίων το μεσημέρι, εναντίον των Συριακών πυραύλων στις 15:00, και εναντίον των Συριακών ενόπλων δυνάμεων στις 17:00. «Όταν ολοκληρώθηκαν οι παρουσιάσεις, η πρωθυπουργός κόμπιαζε για λίγα λεπτά αλλά μετά κατέληξε σε καθαρή απόφαση. Δεν θα γινόταν προληπτική επίθεση. Το Ισραήλ ίσως να χρειαζόταν Αμερικανική βοήθεια σύντομα και θα ήταν επιβεβλημένο να μην κατηγορηθεί πως άρχισε τον πόλεμο. “Αν χτυπήσουμε πρώτοι, δεν θα πάρουμε βοήθεια από κανέναν”, είπε». Τα Ευρωπαϊκά κράτη, υπό την απειλή ενός Αραβικού πετρελαϊκού εμπάργκο και εμπορικού μποϋκοτάζ, είχαν σταματήσει να τροφοδοτούν το Ισραήλ με πολεμοφόδια. Έτσι συνέπεια ήταν το Ισραήλ να εξαρτάται αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες για τον στρατιωτικό του επανεφοδιασμό, και να γίνει ιδιαιτέρως ευαίσθητο σε οτιδήποτε μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο αυτήν την σχέση. Αφότου η Μέιρ πήρε την απόφαση της, πληροφόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες πως το Ισραήλ δεν σκόπευε να ενεργήσει πρώτο και ζήτησε όπως οι προσπάθειες των ΗΠΑ να κατευθυνθούν στην αποτροπή του πολέμου. Αργότερα έφτασε ένα μήνυμα από τον τότε (Εβραίο) Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ το οποίο έλεγε: «Μην ενεργήσετε πρώτοι». Την ίδια ώρα επίσης, ο Κίσινγκερ προέτρεψε τους Σοβιετικούς να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για ν’ αποτρέψουν τον πόλεμο, ήλθε σε επικοινωνία με την Αίγυπτο και της ανάφερε το μήνυμα του Ισραήλ πως δεν θα ενεργούσε πρώτο, και έστειλε μηνύματα σε άλλες Αραβικές κυβερνήσεις για να στρατολογήσει την βοήθεια τους στο σκοπό της μετριοπάθειας. Αυτοί οι προσπάθειες έγιναν την τελευταία στιγμή και ήταν μάταιες. Σύμφωνα με τον Χένρυ Κίσινγκερ, αν το Ισραήλ χτυπούσε πρώτο, δεν θα είχαν πάρει “ούτε νύχι”.
Ο Δαβίδ Elazar πρότεινε την κινητοποίηση ολόκληρης της Αεροπορίας και τεσσάρων τεθωρακισμένων μεραρχιών, συνολικά 100.000 με 120.000 στρατεύματα, ενώ ο Νταγιάν ήταν υπέρ την κινητοποίησης της Αεροπορίας και δύο τεθωρακισμένων μεραρχιών, συνολικά περίπου 70.000 άντρες. Η Μέιρ τάχθηκε υπέρ της πρότασης του Elazar, και ξεκίνησε η επιστράτευση.
Ο αιφνιδιασμός της 6ης Οκτωβρίου[Επεξεργασία]
Η νέα συνοριακή μεθόριος Αιγύπτου - Ισραήλ εκτεινόταν στα 145 χλμ., ενώ της Συρίας - Ισραήλ σε 64 χλμ. Μετά τον πόλεμο του '67 οι Ισραηλινοί δημιούργησαν οχυρώματα στην διώρυγα του Σουέζ. Οι οχυρώσεις αυτές πήραν το όνομα "Γραμμή Μπαρ-Λεβ", από τον ομώνυμο στρατηγό που την εμπνεύστηκε. Καθώς η διώρυγα του Σουέζ αποτελούσε άριστη φυσική οχύρωση, λόγω των πλευρικών της αναχωμάτων, οι Ισραηλινοί έκαναν παράλληλα έργα εκβάθυνσης των αναχωμάτων, ενώ έχτιζαν περιμετρικά ένα τσιμεντένιο οχύρωμα κάθε 7-10 χλμ, με περίμετρο 300 μέτρα, προστατευμένα από συρματοπλέγματα και ναρκοθετημένες περιοχές. Η λάσπη και η άμμος που μαζεύονταν συσσωρεύονταν στην ανατολική όχθη, δημιουργώντας υψίπεδα ύψους 20 μέτρων και βάθους 10 μέτρων.
Οι Αιγυπτιακές μονάδες δεν θα προωθούνταν πέρα από ένα ρηχό πέρασμα επειδή φοβούνταν να μην χάσουν την προστασία των πυραύλων τους εδάφους-αέρος, οι οποίοι βρίσκονταν στην δυτική πλευρά της διώρυγας. Στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, η Ισραηλινή Αεροπορία είχε κυριολεκτικά κοπανήσει τις ανυπεράσπιστες Αιγυπτιακές στρατιές. Η Αίγυπτος (και η Συρία) είχαν οχυρώσει βαριά την πλευρά τους στην γραμμή κατάπαυσης του πυρός με πυραύλους εδάφους-αέρος που τους έδωσε η Σοβιετική Ένωση, εναντίον των οποίων το Ισραήλ δεν είχε αποτελεσματικά αντίμετρα. Το Ισραήλ, που είχε επενδύσει πολλά στον αμυντικό του προϋπολογισμό δημιουργώντας την ισχυρότερη αεροπορική δύναμη στην περιοχή, θα έβλεπε την αεροπορία του να καθίσταται άχρηστη από την παρουσία των πυραύλων εδάφους-αέρος.
Προβλέποντας μια άμεση αντεπίθεση με τεθωρακισμένα από τις τρεις τεθωρακισμένες ταξιαρχίες πίσω από την γραμμή Μπαρ-Λεβ, οι Αιγύπτιοι είχαν εξοπλίσει την δύναμη επίθεσης τους με μεγάλους αριθμούς ατομικών αντιαρματικών όπλων - RPG (rocket propelled grenades, ρουκετοβόλα) και λιγότερους, αλλά πιο εξελιγμένους, κατευθυνόμενους πυραύλους Sagger, που αποδείχτηκαν καταστροφικοί για την πρώτη Ισραηλινή αντεπίθεση με άρματα μάχης. Κάθε μια από τις πέντε μεραρχίες πεζικού που θα περνούσαν το κανάλι ήταν εξοπλισμένη με ρουκετοβόλα RPG-7 και χειροβομβίδες RPG-43, και ενισχύθηκαν από ένα αντιαρματικό τάγμα κατευθυνόμενων πυραύλων αφού δεν θα είχαν υποστήριξη για σχεδόν 12 ώρες. Το πρόβλημα της μεταφοράς αυτού το εξοπλισμού ξεπεράστηκε με την χρήση των ανδρών σε ζευγάρια, τα οποίοι τραβούσαν δίτροχα κάρα. Αυτό αύξησε το δυνατό ποσό για μεταφορά, δύο άνδρες κουβαλούσαν εξοπλισμό ανάλογο έξι ανδρών. Συνολικά μεταφέρθηκαν 336 τόνοι στην διώρυγα και πέρα, σε περίπου 2 240 κάρα. Επιπρόσθετα, οι Αιγύπτιοι είχαν κατασκευάσει χωριστές ράμπες στα σημεία διάβασης, με ύψος 21 μέτρα για να εκμηδενίσουν τις Ισραηλινές ράμπες, να δώσουν πυρά κάλυψης για το πεζικό που θα πραγματοποιούσε την επίθεση, και να αντιπαρέλθουν τις πρώτες Ισραηλινές τεθωρακισμένες αντεπιθέσεις. Η κλίμακα και η αποτελεσματικότητα της Αιγυπτιακής στρατηγικής στην ανάπτυξη αυτών των αντιαρματικών όπλων ταίριαξε με την αδυναμία των Ισραηλινών να διασπάσουν την χρήση τους με χαμηλή αεροπορική υποστήριξη (εξαιτίας της ασπίδας των πυραύλων εδάφους-αέρος) και συνείσφερε τα μέγιστα στις απώλειες των Ισραηλινών στην αρχή του πολέμου.
Ο Αιγυπτιακός στρατός έκανε μεγάλη προσπάθεια στο να βρει έναν γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο να διασπάσει τις Ισραηλινές γραμμές άμυνας. Οι Αιγύπτιοι μηχανικοί αρχικά πειραματίστηκαν με εκρηκτικά και μπουλντόζες για να καθαρίσουν τα εμπόδια, αλλά αυτές οι μέθοδοι αποδείχτηκαν χρονοβόρες. Τελικά ένας κατώτερος αξιωματικός πρότεινε να χρησιμοποιήσουν κανόνια νερού υψηλής πίεσης. Η ιδέα δοκιμάστηκε και αποδείχτηκε εξαιρετική, με αποτέλεσμα να εισαχθούν πολλά κανόνια νερού από την Βρετανία και από την Ανατολική Γερμανία. Οι Αιγυπτιακές δυνάμεις χρησιμοποίησαν τα κανόνια νερού γεμισμένα από την διώρυγα. Αυτά τα κανόνια γκρέμισαν αποτελεσματικά τα οδοφράγματα.
Στις 14:05, ξεκίνησε η Επιχείρηση Μπαντρ με ένα μεγάλο αεροπορικό χτύπημα. Περίπου 200-250 Αιγυπτιακά αεροσκάφη πέταξαν σε πολύ χαμηλό υψόμετρο πραγματοποιώντας επιθέσεις εναντίον τριών αεροπορικών βάσεων και αεροδρομίων, δέκα θέσεων πυραύλων εδάφους-αέρος Hawk, βασικών διοικητικών στρατοπέδων, μπλόκαραν ηλεκτρονικά τους σταθμούς ραντάρ, επιτέθηκαν εναντίον δύο μεγάλης έκτασης χώρων τάξης πυροβολικού, και ενός οχυρωμένου ειδικού τομέα ανατολικά του Port Fuad. Η Αιγυπτιακή Στρατιωτική Διοίκηση υπολόγισε πως η Αιγυπτιακή Πολεμική Αεροπορία εκτέλεσε το 95% των αποστολών που της δόθηκαν με μηδαμινές απώλειες (5 αεροσκάφη). Αυτή η αεροπορική επίθεση συνδυάστηκε με ένα μπαράζ από 2000 πυροβόλα για 53 λεπτά, εναντίον της άμυνας της Γραμμής Μπαρ-Λεβ και των τσιμεντένιων πολυβολείων, και επίσης εναντίον των διοικητικών θέσεων και τους χώρους τάξης των αρμάτων μάχης.
Υπό την κάλυψη αυτού το φράγματος πυρός από το πυροβολικό, 4.000 Αιγύπτιοι στρατιώτες πέρασαν την Διώρυγα του Σουέζ στις 14:05 με σχεδόν 720 ελαστικές σχεδίες, σ’ αυτό που έγινε αργότερα γνωστό ως Το Πέρασμα, και σ’ αυτούς εντάχθηκαν σταδιακά κι άλλα επιθετικά κύματα ώσπου το σύνολο της δύναμης κρούσης, 32.000 άνδρες, πέρασαν την διώρυγα σε τρεισήμισι ώρες. Το πεζικό, χωρίς υποστήριξη από τεθωρακισμένα, κατάφερε να καταλάβει και να καταστρέψει όλα τα οχυρά της Μπαρ-Λεβ εκτός από ένα. Αποσπάσματα καταδρομέων παρέκαμψαν την άμυνα και κατευθύνθηκαν στις πλατφόρμες των αρμάτων μάχης, βάζοντας νάρκες και πραγματοποιώντας ενέδρες εναντίον των Ισραηλινών αρμάτων, αποτρέποντας τα τεθωρακισμένα των Ισραηλινών να σταματήσουν τα κύματα των Αιγυπτιακών δυνάμεων που περνούσαν την διώρυγα. Στις 14:30 η Αιγυπτιακή σημαία υψώθηκε στην ανατολική πλευρά της διώρυγας και στις 14:46 οι Αιγύπτιοι στρατιώτες κατέλαβαν την πρώτη οχυρωμένη θέση. Τα Σώματα του Μηχανικού άρχισαν να κατασκευάζουν γέφυρες στην διώρυγα με κάλυψη πυροβολικού και υποστήριξη από το πεζικό. Στις 17:50, τάγματα καταδρομέων μεταφέρθηκαν με ελικόπτερα βαθιά μέσα στο Σινά, ως τα 40 χιλιόμετρα ανατολικά της διώρυγας, για να εμποδίσουν τις εφεδρείες των Ισραηλινών να επέμβουν. Η Ισραηλινή αεροπορία πραγματοποίησε επιχειρήσεις αεροπορικής απαγόρευσης για να εμποδίσει την κατασκευή των γεφυρών, αλλά βρήκε σθεναρή αντίσταση από πυροβολαρχίες εδάφους-αέρος· από την ώρα του περάσματος ως τις 17:00 καταρρίφθηκαν δεκατρία Ισραηλινά αεροπλάνα. Αυτές οι επιθέσεις συνολικά ήταν αναποτελεσματικές, αφότου οι γέφυρες γρήγορα επισκευάστηκαν και έγιναν λειτουργικές από το Αιγυπτιακό Μηχανικό. Η Ισραηλινή ταξιαρχία που φρουρούσε τα οχυρά της Bar-Lev συνετρίβη. Σε διάστημα λιγότερο των έξι ωρών, είχαν καταληφθεί δεκαπέντε οχυρά, και οι Αιγυπτιακές δυνάμεις προωθήθηκαν πολλά χιλιόμετρα. Μόλις απλώθηκαν οι γέφυρες, πέρασε επιπλέον πεζικό με τα εναπομείναντα ατομικά και ΠΑΟ αντιαρματικά, ενώ τα πρώτα Αιγυπτιακά τεθωρακισμένα άρχισαν την διάβαση τους στις 20:30, και δεκαοχτώ ώρες μετά την επίθεση, είχαν περάσει την διώρυγα πέντε μεραρχίες πεζικού και 850 άρματα μάχης.
Το πέρασμα συνδυάστηκε με επιθέσεις σε Ισραηλινά ραντάρ και ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις κατά μήκος των Περασμάτων Mitla και Gedy στις 7 και 8 Οκτωβρίου από μια αμφίβια ταξιαρχία. Η ταξιαρχία είχε περάσει στις Πικρές Λίμνες στις 6 Οκτωβρίου, και επέδραμε επίσης στην αεροπορική βάση Bir-el-Thamada, πριν να επιστρέψει στις Αιγυπτιακές γραμμές.
Μόνο ένα οχυρό, με τον κωδικό Βουδαπέστη (το βορειότερο της Γραμμής Μπαρ-Λεβ), παρέμεινε σε Ισραηλινό έλεγχο ως το τέλος του πολέμου. Η διάβαση ολοκληρώθηκε με λίγες απώλειες από Αιγυπτιακής πλευράς: 280 άνδρες νεκροί, απώλεια 5 αεροσκαφών και 20 τεθωρακισμένων. Από την άλλη πλευρά, οι Ισραηλινές απώλειες ως το πρωινό της 7ης Οκτωβρίου ήταν κατά πολύ υψηλότερες· ο Στρατηγός Μάντλερ ανέφερε πως τα άρματα της μεραρχίας του από 291 είχαν μείνει 100, ενώ η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία Shomron στον νότο έπεσε από 100 άρματα στα 23. συνολικά, κατά την Αιγυπτιακή επίθεση στη γραμμή Μπαρ-Λεβ καταστράφηκαν 300 Ισραηλινά άρματα μάχης, και η ταξιαρχία πεζικού που επάνδρωνε την Γραμμή Μπαρ-Λεβ εξολοθρεύτηκε. Περίπου στις 16:00 ο Ελάζαρ έμαθε πως οι απώλειες της Ισραηλινής αεροπορίας τις πρώτες 27 ώρες είχαν φτάσει τα τριάντα αεροπλάνα.
Σε μια σχολαστικά προβαρισμένη επιχείρηση, οι Αιγυπτιακές δυνάμεις προωθήθηκαν περίπου 4 με 5 χιλιόμετρα μέσα στην έρημο του Σινά με τις συνδυασμένες δυνάμεις δύο στρατιών (και των δύο σε μεγεθών σωμάτων με τα Δυτικά πρότυπα, που περιλάμβανε την Β’ Μεραρχία Πεζικού στην βόρεια 2η Στρατιά). Οι Αιγυπτιακές δυνάμεις ακολούθως ενίσχυσαν τις αρχικές τους θέσεις. Στις 7 Οκτωβρίου τα άκρα των γεφυρών μάκρυναν ακόμα 4 χιλιόμετρα, αποκρούοντας την ίδια ώρα τις Ισραηλινές αντεπιθέσεις. Ως το απόγευμα της 7ης Οκτωβρίου η ΙΗ’ Μεραρχία Πεζικού είχε καταφέρει να ελέγξει το μεγαλύτερο μέρος την πόλης Qantara, και τελικά την απελευθέρωσε την επόμενη νύχτα μετά από σκληρές οδομαχίες.
Στις 7 Οκτωβρίου, ο Δαβίδ Ελάζαρ επισκέφθηκε τον Shmuel Gonen, διοικητή του Ισραηλινού Νοτίου μετώπου - ο οποίος είχαν αναλάβει την θέση μόλις 3 μήνες πριν την αφυπηρέτηση του Αριέλ Σαρόν - και συναντήθηκε με τους Ισραηλινούς διοικητές. Οι Ισραηλινοί σχεδίασαν μια προσεκτική αντεπίθεση για την επόμενη μέρα από την 162η Τεθωρακισμένη Μεραρχία του Abraham Adan. Στις 8 Οκτωβρίου όμως, αφότου έφυγε ο Ελάζαρ, ο Gonen άλλαξε τα σχέδια στη βάση των υπεραισιόδοξων αναφορών από τα πεδία των μαχών. Η μεραρχία του Adan αποτελούνταν από τρεις ταξιαρχίες με σύνολο 183 άρματα μάχης. Μία από τις ταξιαρχίες ακόμα βρισκόταν καθ’ οδό προς την περιοχή, και θα συμμετείχε στην επίθεση το μεσημέρι, μαζί με μια ταξιαρχία υποστήριξης μηχανοκίνητου πεζικού με ακόμα 44 άρματα. Η Ισραηλινή αντεπίθεση έγινε στην διεύθυνση των ισχυρών σημείων της Μπαρ-Λεβ Lev απέναντι από την πόλη της Ισμαηλίας, εναντίον των τάφρων του Αιγυπτιακού πεζικού που είχε αντιαρματικό εξοπλισμό· συγκεκριμένα τα AT-3 Sagger. Σε μια σειρά κακοσυντονισμένων επιθέσεων, που βρήκαν πυκνή Αιγυπτιακή αντίσταση, οι Ισραηλινοί υπέστησαν βαριές απώλειες. Εκείνο το απόγευμα, οι Αιγυπτιακές δυνάμεις βάθυναν ακόμα περισσότερο τις γέφυρες τους, και το αποτέλεσμα ήταν οι Ισραηλινοί να χάσουν πολλές στρατηγικές θέσεις. Οι περαιτέρω Ισραηλινές επιθέσεις για να ξαναπάρουν το χαμένο έδαφος αποδείχτηκαν μάταιες. Συνολικά, η αντεπίθεση ήταν καταστροφική για τους Ισραηλινούς. Προς το σούρουπο, μια αντεπίθεση από τους Αιγυπτίους ανακόπηκε από την 143η Τεθωρακισμένη Μεραρχία του Αριέλ Σαρόν - ο Σαρόν είχε επανατοποθετηθεί ως ο διοικητής της μεραρχίας μόλις ξέσπασε ο πόλεμος. Οι μάχες υποχώρησαν, χωρίς καμιά πλευρά να θέλει να πραγματοποιήσει μεγάλη επίθεση εναντίον της άλλης. Οι Ισραηλινές απώλειες σ’ αυτές τις πρώτες μάχες στο Σινά ήταν 49 αεροπλάνα και περίπου 500 άρματα μάχης. Παρά το γεγονός αυτό, η Ισραηλινή Αεροπορία αύξησε τις επιθέσεις της στις επόμενες μέρες στις Αιγυπτιακής θέσεις κατά μήκος της διώρυγας.
Σ’ ολόκληρο το μέτωπο στις 9 Οκτωβρίου, οι Αιγυπτιακές δυνάμεις συνέχισαν να πραγματοποιούν διερευνητικές επιθέσεις για να εξασφαλίσουν και να επεκτείνουν τα προγεφυρώματα τους. Οι Ισραηλινοί συνέχισαν τις αντεπιθέσεις τους με τον ίδιο τρόπο από την προηγούμενη μέρα, έχοντας βαριές απώλειες. Στον τομέα του Σαρόν, οι Αιγυπτιακές δυνάμεις πραγματοποίησαν πολλές επιθέσεις, και σε απάντηση, ο Σαρόν διέταξε έναν αριθμό αντεπιθέσεων σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, σε μια καθαρή παράβαση της απόφαση του Ελάζαρ να κρατήσει αμυντική στάση. Εν τω μεταξύ, δύο Ισραηλινές τεθωρακισμένες ταξιαρχίες πραγματοποίησαν επιθέσεις για να ξαναπάρουν τις θέσεις που έχασαν στις 8 Οκτωβρίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ως το σούρουπο, ο Σαρόν είχε χάσει ακόμα 50 άρματα χωρίς να κερδίσει τίποτα, αν και οι Ισραηλινοί κατάφεραν να αποσπάσουν το φρούριο στο Purkan.
Μόλις έμαθε την ανυπακοή του Σαρόν, ο Ελάζαρ εξοργίστηκε. Αλλά αποφάσισε αντί να αποσύρει τον Σαρόν, ο οποίος θεωρούνταν καινοτομικός, επέλεξε ν’ αντικαταστήσει τον Gonen, ο οποίος είχε αποδείξει πως δεν ήταν κατάλληλος, με τον Χαΐμ Μπαρ-Λεβ, τον οποίο επανέφερε από την αποστρατεία του. Επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνη για το ηθικό η αντικατάσταση του διοικητή του μετώπου εν μέσω της μάχης, παρά να απολυθεί, ο Gonen έγινε αρχηγός επιτελείου του νεοδιορισμένου Μπαρ-Λεβ. Ως τις 10 Οκτωβρίου, και οι δύο πλευρές είχαν σταθεροποιηθεί σε μια επιχειρησιακή παύση.
Στις επόμενες μέρες αναμονής, έγινε καθαρό στην Αιγυπτιακή Διοίκηση πως οι Ισραηλινές προσπάθειες ήταν συγκεντρωμένες εναντίον των Συριακών δυνάμεων στο Γκολάν. Ο Σαντάτ, θέλοντας να χαλαρώσει την πίεση που δέχονταν οι Σύριοι, διέταξε τους αρχιστρατήγους του (Saad El Shazly και Ahmad Ismail Ali ανάμεσα τους) να επιτεθούν. Η 2η και η 3η Στρατιά θα έκαναν την επίθεση ανατολικά την ίδια ώρα με τις δυνάμεις τους, αφήνοντας πίσω πέντε μεραρχίες πεζικού για να κρατήσουν τα προγεφυρώματα. Οι επιθετικές δυνάμεις, που αποτελούνταν από 400 άρματα μάχης δεν θα είχαν πυραυλική κάλυψη, έτσι η Αιγυπτιακή Αεροπορία ανέλαβε την άμυνα τους από τις Ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις. Τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μονάδες άρχισαν την επίθεση στις 14 Οκτωβρίου με υποστήριξη πυροβολικού. Βρέθηκαν εναντίον 600 Ισραηλινών τεθωρακισμένων, υποστηριγμένων από πεζικό με καλωδιωμένους πυραύλους SS.11 και τους άρτι αφιχθέντες πυραύλους BGM-71 TOW (οι Ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις είχαν με δυσκολία 60.000 πεζικάριους στο Σινά στις 14 Οκτωβρίου). «Η επίθεση, η μεγαλύτερη από την αρχική Αιγυπτιακή επίθεση στο Γιομ Κιπούρ, ήταν απόλυτη αποτυχία, η πρώτη Αιγυπτιακή ανατροπή του πολέμου. Αντί να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους σε ελιγμούς, εκτός από την γεωλογική ύφεση της κοιλάδας, τις επέκτειναν σε μετωπική επίθεση εναντίον των Ισραηλινών ταξιαρχιών που τις περίμεναν. Οι Αιγυπτιακές απώλειες εκείνης της μέρας υπολογίστηκαν σε 150 με 250 άρματα μάχης».
Την επόμενη μέρα, 15 Οκτωβρίου, οι Ισραηλινοί εξαπέλυσαν την Επιχείρηση Abiray-Lev («Γενναίοι / Πεισματάρηδες Άντρες») - την αντεπίθεση εναντίον των Αιγυπτίων και την διάβαση της Διώρυγας του Σουέζ. Η επίθεση ήταν μια τρομερή αλλαγή τακτικής για τους Ισραηλινούς, που βασιζόταν προηγουμένως σε αεροπορική και τεθωρακισμένη υποστήριξη - η οποία υποστήριξη είχε αποδεκατιστεί από τις καλά προετοιμασμένες Αιγυπτιακές δυνάμεις. Έτσι, οι Ισραηλινοί χρησιμοποίησαν πεζικό για να παρεισφρήσουν στις θέσεις των Αιγυπτιακών πυραύλων εδάφους-αέρος και στις αντιαρματικές πυροβολαρχίες, που ήταν αδύνατο να συνταχθούν τόσο καλά όσο οι πεζικές δυνάμεις. Βασισμένοι στην υπόθεση πως οι Αιγύπτιοι είχαν επιστρέψει στην μορφή διάλυσης που είχαν το 1967 μετά την αποτυχημένη τους επίθεση στις 14 Οκτωβρίου, οι Γενναίοι Άντρες πήραν εντολή να περάσουν σε μια μέρα την Διώρυγα του Σουέζ και ακόμα μια μέρη για μια κεραυνοβόλα έφοδο προς το Σουέζ. Αυτά τα χρονοδιαγράμματα αποδείχτηκαν υπερβολικά αισιόδοξα.
Η ΡΜΓ’ (143η) Τεθωρακισμένη Μεραρχία με διοικητή τον Υποστράτηγο Αριέλ Σαρόν και την ΡΞΒ’ (162η) Τεθωρακισμένη Μεραρχία του Αντάν, επιτέθηκαν στις Αιγυπτιακές γραμμές βόρεια της Πικρής Λίμνης, στα περίχωρα της Ισμαηλίας. Οι Ισραηλινοί χτύπησαν σ’ ένα αδύνατο σημείο της Αιγυπτιακής γραμμής, την «ραφή» μεταξύ της Αιγυπτιακής 2ης Στρατιάς στο βορρά και της Αιγυπτιακής 3ης Στρατιάς στο νότο. Μετά από τρεις μέρες κτηνωδών μαχών μέσα και γύρω από την Κινέζικη Φάρμα (ένα ερευνητικό έργο άρδευσης ανατολικά της διώρυγας και βόρεια από το σημείο διάβασης), οι Ισραηλινοί άνοιξαν μια τρύπα στην Αιγυπτιακή γραμμή και έφτασαν στην Διώρυγα του Σουέζ. Μπροστά από τις κύριες Ισραηλινές δυνάμεις μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών με διοικητή τον Συνταγματάρχη Danny Matt πέρασε την διώρυγα ακολουθούμενη κοντά από 30 άρματα μάχης τις πρώτες ώρες της 16ης Οκτωβρίου χωρίς αντίσταση, και επακόλουθα δημιούργησαν προγεφύρωμα βάθους 5 χιλιομέτρων. Η ταξιαρχία αποκόπηκε από τις Ισραηλινές μονάδες για σχεδόν 24 ώρες ενώ συνεχιζόταν η μάχη στην Κινέζικη Φάρμα. Μια Αιγυπτιακή ταξιαρχία πεζικού επιτέθηκε το πρωινό της 16ης Οκτωβρίου, προωθήθηκε λίγο κάτω από ένα μίλι από την διώρυγα, οι μεγάλες της απώλειες όμως την ανάγκασαν να υποχωρήσει. Ο Σαρόν έστειλε τις επιθετικές του μονάδες εναντίον των μονάδων πυραύλων εδάφους-αέρος, και παρ’ όλο που μόνο τρεις πυροβολαρχίες τέθηκαν εκτός μάχης, η Αιγυπτιακή Διοίκηση αποφάσισε να μεταφέρει τις πυροβολαρχίες που είχαν απομείνει σε ασφαλέστερες θέσεις, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα τους και επιτρέποντας στην Ισραηλινή Αεροπορία να υποστηρίξει τις φίλιες χερσαίες δυνάμεις της.
Πριν τον πόλεμο, φοβούμενα μια διάβαση της διώρυγας από τους Ισραηλινούς, κανένα Δυτικό κράτος δεν έδινε στους Ισραηλινούς εξοπλισμό διάβασης γεφυρών. Οι Ισραηλινοί μπόρεσαν ν’ αγοράσουν και να ανακαινίσουν απαρχαιωμένο εξοπλισμό αρθρωτών πλωτών γεφυρών με βάρκες από μια γαλλική χωματερή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης οι Ισραηλινοί κατασκεύασαν μια αρκετά πολύπλοκη ντόπια «κυλινδρική γέφυρα» αλλά λογιστικές καθυστερήσεις που περιλάμβαναν μεγάλη κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους που οδηγούσαν στο σημείο διάβασης ανέβαλαν την άφιξη της στο κανάλι για αρκετές μέρες. Αναπτύσσοντας την πλωτή γέφυρα την νύχτα της 16ης - 17ης Οκτωβρίου, η ΡΞΒ’ Μεραρχία του Αντάν πέρασε με την γέφυρα στην άλλη όχθη την νύχτα της 17ης - 18ης Οκτωβρίου. Μια Αιγυπτιακή ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία κατεύθυνε αποτελεσματικά τα πυρά του πυροβολικού εναντίον του Ισραηλινού σημείου διάβασης, απωθήθηκε βορειότερα από την μεραρχία του Σαρόν ώσπου έχασε οπτική επαφή με το σημείο διάβασης. Αυτό μείωσε την αποτελεσματικότητα του Αιγυπτιακού πυροβολικού, και ως το πρωί της 19ης Οκτωβρίου οι Ισραηλινοί τοποθέτησαν και την δεύτερη τους γέφυρα, αν και τα ραδιοφωνικά μηνύματα που υπέκλεψαν οι Αιγύπτιοι συνέχιζαν να δείχνουν βαριές απώλειες για τους Ισραηλινούς. Η μεραρχία του Σαρόν την οποία αποτελούσε μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών και τρεις τεθωρακισμένες ταξιαρχίες, συνέχισαν να προωθούνται βόρεια σε μια προσπάθεια να καταλάβουν την Ισμαηλία και να κόψουν τις προμήθειες της Δεύτερης Στρατιάς. Μια συνδυασμένη δύναμη δύο ταξιαρχιών αλεξιπτωτιστών και μιας τεθωρακισμένης ταξιαρχίας σταμάτησαν αυτήν την διείσδυση 10 χιλιόμετρα νότια της Ισμαηλίας μετά από τέσσερις μέρες μάχης από τις 18 ως τις 22 Οκτωβρίου, προκαλώντας βαριές απώλειες στα Ισραηλινά τεθωρακισμένα και τους αλεξιπτωτιστές του Matt. Εν τω μεταξύ ο Adan, έχοντας διαβεί την διώρυγα στις 17 Οκτωβρίου, κατευθύνθηκε νότια, με πρόθεση να αποκόψει την Αιγυπτιακή Τρίτη Στρατιά. Στις 19 Οκτωβρίου, ο Σαντάτ έστειλε τον Saad El Shazly στο μέτωπο για ν’ αποτιμήσει την κατάσταση. Από τότε περιτριγυρίζει ένας βαθμός αμφισβήτησης τα γεγονότα που συνέβησαν μετά την επιστροφή του Shazly από το μέτωπο, όταν πρότεινε μια απόσυρση ενός αριθμού Αιγυπτιακών στρατευμάτων ώστε να αντιμετωπιστεί η Ισραηλινή διείσδυση. Οποιεσδήποτε κι αν ήταν οι προτάσεις του Shazly, απορρίφθηκαν όλες από τον Σαντάτ και τον Ahmed Ismail. Ο Σαντάτ διέταξε αμέσως να μην αποσυρθεί καμιά Αιγυπτιακή δύναμη.
Ως το τέλος του πολέμου οι Ισραηλινοί ήταν για τα καλά μέσα στην Αίγυπτο, φτάνοντας σε απόσταση 101 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του Καΐρου. Οι Αιγύπτιοι διατηρούσαν τον έλεγχο της καταληφθείσας Γραμμής Μπαρ-Λεβ και είχαν 70.000 άνδρες και 720 άρματα μάχης στην ανατολική όχθη της διώρυγας.
Στα Υψώματα Γκολάν[Επεξεργασία]
Στα υψώματα Γκολάν, οι Σύριοι επιτέθηκαν στις αμυντικές γραμμές του Ισραήλ που αποτελούνταν από δύο ταξιαρχίες και έντεκα μοίρες πυροβολικού με πέντε μεραρχίες και 188 μοίρες πυροβολικού. Στην έναρξη της μάχης, 180 Ισραηλινά άρματα μάχης και 60 πυροβόλα βρέθηκαν εναντίον περίπου 1 300 Συριακών αρμάτων μάχης. Κάθε Ισραηλινό άρμα που αναπτύχθηκε στα Υψώματα Γκολάν μπήκε στον πόλεμο από τις πρώτες μάχες. Σύριοι καταδρομείς που έπεσαν από ελικόπτερα κατέλαβαν επίσης το σημαντικότερο Ισραηλινό οχυρό στο Jabal al Shaikh (Όρος Hermon), το οποίο είχε μια ποικιλία εξοπλισμού εποπτείας.
Η Ανώτατη Ισραηλινή Στρατιωτική Διοίκηση έδωσε προτεραιότητα στον πόλεμο στα Υψώματα Γκολάν. Ο πόλεμος στο Σινά ήταν αρκετά μακριά από τα Ισραηλινά αστικά και πληθυσμιακά κέντρα ώστε να απειλούνται άμεσα· ενώ αν έπεφταν τα Υψώματα Γκολάν, οι Σύριοι θα μπορούσαν να προωθηθούν εύκολα προς την Τιβεριάδα, το Σαφέντ, την Χάιφα, την Νετάνια και το Τελ Αβίβ. Οι έφεδροι κατευθύνθηκαν στα Γκολάν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ορίστηκαν στα τεθωρακισμένα και στάλθηκαν στο μέτωπο μόλις έφταναν στις στρατιωτικές αποθήκες, χωρίς να περιμένουν τα πληρώματα με τα οποία εκπαιδεύτηκαν να φτάσουν, χωρίς να περιμένουν τα εγκατασταθούν στα άρματα τους τα πολυβόλα, και χωρίς ν’ ασχοληθούν με τη ρύθμιση των όπλων τους στα άρματα (μια χρονοβόρα διαδικασία γνωστή ως bore-sighting).
Όπως έκαναν και οι Αιγύπτιοι στο Σινά, οι Σύριοι στα Υψώματα Γκολάν φρόντισαν να μείνουν υπό την κάλυψη των πυραύλων εδάφους-αέρος τους. Επίσης όπως και στο Σινά, οι Σύριοι χρησιμοποίησαν Σοβιετικά αντιαρματικά όπλα (τα οποία, εξαιτίας του ανομοιόμορφου εδάφους, δεν ήταν τόσο αποτελεσματικά όσο στην επίπεδη έρημο του Σινά).
Οι Σύριοι είχαν υπολογίσει πως θα έπαιρνε στους Ισραηλινούς εφέδρους τουλάχιστον 24 ώρες για να φτάσουν στην πρώτη γραμμή· στην πραγματικότητα, οι Ισραηλινές εφεδρικές μονάδες έφτασαν στις γραμμές μάχης δεκαπέντε μέρες μόνο αφότου ξεκίνησε ο πόλεμος.
Ως το τέλος την πρώτης μέρας των μαχών, οι Σύριοι (που υπερτερούσαν αριθμητικά τους Ισραηλινούς στα Γκολάν με ποσοστό 5 προς 1, και σε κάποιες περιπτώσεις, με 11 προς 1. Τα Συριακά άρματα μάχης υπερτερούσαν τον Ισραηλινών με 10 προς 1) είχαν επιτύχει μέτρια επιτυχία. Οι Ισραηλινοί προέβαλαν σθεναρή αντίσταση, ενώ τα άρματα μάχης και το πεζικό προσπαθούσε απεγνωσμένα να απωθήσει τους Σύριους. Χρησιμοποίησαν αυτοκινούμενο πυροβολικό, και το χρησιμοποίησαν με θανατηφόρες συνέπειες - οι Ισραηλινοί πυροβολητές είχαν ασκηθεί στα Υψώματα Γκολάν πολλές φορές - και ήταν αποτελεσματικοί. Οι Συριακές μοίρες πυραύλων εδάφους-αέρος κατέρριψαν 40 Ισραηλινά αεροπλάνα, αλλά σύντομα οι Ισραηλινοί πιλότοι υιοθέτησαν διαφορετική τακτική - πετώντας χαμηλά πάνω από την Ιορδανία - εφόρμησαν πάνω από τα Υψώματα Γκολάν, έπιασαν τους Σύριους στα άκρα και απέφυγαν πολλές από τις μοίρες τους. Οι Ισραηλινοί πιλότοι έριξαν και συμβατικές βόμβες και βόμβες ναπάλμ, και τορπίλισαν σύντομα Συριακά οχήματα τα οποία σκορπίστηκαν στο έδαφος. Όμως μέσα σε έξι ώρες, η πρώτη Ισραηλινή γραμμή άμυνας υπερκεράστηκε από τους ετεροβαρείς αριθμούς εναντίον της.
Ένα Συριακό άρμα μάχης περνώντας από το Φαράγγι του Rafid γύρισε βορειοδυτικά προς ένα δρόμο που τον χρησιμοποιούσαν σπάνια γνωστό ως Δρόμο Tapline, ο οποίος περνά διαγώνια μέσα στα Γκολάν. Αυτός ο δρόμος θα αποδεικνυόταν ένας από τους καθοριστικότερος στρατηγικούς παράγοντες της μάχης. Οδηγούσε κατευθείαν από τα Συριακά σημεία προσπέλασης προς το Nafah, που δεν ήταν μόνο η θέση του Ισραηλινού αρχηγείου της μεραρχίας αλλά και το σημαντικότερο σταυροδρόμι στα υψώματα.
Στη διάρκεια της νύχτας, ο Υπολοχαγός Zvika Greengold, ο οποίος είχε μόλις φτάσει στην μάχη χωρίς να μπει σε καμιά μονάδα, τους πολέμησε μόνο με το άρμα του, ώσπου να φτάσει βοήθεια.
Για τις επόμενες 20 ώρες, η Δύναμη Zvika, όπως έγινε γνωστή στο ραδιοφωνικό δίκτυο, πολέμησε συνέχεια και εν κινήσει τα Συριακά άρματα μάχης, κάποιες φορές μόνος του, κάποιες ως μέρος μεγαλύτερης μονάδας, αλλάζοντας άρμα έξι φορές ώσπου εξαντλήθηκε. Τραυματίστηκε και κάηκε αλλά παρέμεινε μάχιμος και έφτασε επανειλημμένα σε κρίσιμες στιγμές από απρόσμενη κατεύθυνση για ν’ αλλάξει την πορεία μιας αψιμαχίας. Για τις πράξεις του, ο Zvika έγινε εθνικός ήρωας στο Ισραήλ και πήρε το Μετάλλιο Ανδρείας, την ανώτατη διάκριση στο Ισραήλ.
Σε διάρκεια πάνω από τεσσάρων ημερών πολέμου, η Ισραηλινή Ζ’ Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία στο βορρά (υπό την διοίκηση του Yanush Ben Gal) μπόρεσε να κρατήσει τον βραχώδη γραμμή του λόφου η οποία προστάτευε τα βόρεια πλευρά των αρχηγείων τους στο Nafah. Για κάποιον μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστο λόγο, οι Σύριοι ενώ βρίσκονταν κοντά στις Ισραηλινές άμυνες στο Nafah, σταμάτησαν την προώθηση τους στους φράχτες του Nafah, επιτρέποντας στους Ισραηλινούς να συναρμολογήσουν μια αμυντική γραμμή. Η πιο λογική εξήγηση γι’ αυτό είναι πως οι Σύριοι είχαν υπολογίσει τις πιθανές προελάσεις, και οι διοικητές στο πεδίο της μάχες δεν ήθελαν να βγουν εκτός του σχεδίου. Στα νότια, όμως, η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία Barak, χωρίς να έχει φυσικές άμυνες, άρχισε να δέχεται βαριές απώλειες. Ο Ισραηλινός διοικητής της ταξιαρχίας Συνταγματάρχης Shoham σκοτώθηκε την δεύτερη μέρα των μαχών μαζί με τον υπαρχηγό του και τον ΑΞΕΠ (Αξιωματικός Επιχειρήσεων), ο καθένας σε διαφορετικό άρμα, ενώ οι Σύριοι προσπαθούσαν απεγνωσμένα να προωθηθούν προς την θάλασσα της Γαλιλαίας και το Nafah. Σ’ εκείνο το σημείο, η Ταξιαρχία σταμάτησε να λειτουργεί ως συνεκτική δύναμη, αν και τα άρματα που είχαν απομείνει και τα πληρώματα τους συνέχισαν να πολεμούν ανεξάρτητα. Όμως, οι Σύριοι είχαν κι εκείνοι βαριές απώλειες. Το κύμα βομβαρδισμών από τα Ισραηλινά άρματα στους προωθημένους Σύριους προκάλεσαν μεγάλες απώλειες, και ο Σύριος Ταξίαρχος Omar Abrash σκοτώθηκε όταν το άρμα διοίκησης του δέχτηκε ευθεία βολή.
Η τροπή στα Γκολάν άρχισε να γυρίζει με την άφιξη των Ισραηλινών εφεδρικών δυνάμεων οι οποίες μπόρεσαν να συγκρατήσουν και, από τις 8 Οκτωβρίου, να απωθήσουν την Συριακή επίθεση. Τα μικροσκοπικά Υψώματα Γκολάν ήταν πολύ μικρά για να λειτουργήσουν ως αποτελεσματική εδαφική ενδιάμεση ουδέτερη ζώνη, σε αντίθεση με την Χερσόνησο του Σινά στο νότο, αλλά αποδείχτηκε να είναι στρατηγικό γεωγραφικό οχυρό και ήταν κρίσιμο κλειδί στην αποτροπή του Συριακού στρατού από το να βομβαρδίζει τις πόλεις από κάτω. Ως την Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου, η τελευταία Συριακή μονάδα στον κεντρικό τομέα απωθήθηκε πίσω από την Πορφυρή Γραμμή, που ήταν το προπολεμικό σύνορο (από το 1967).
Τώρα έπρεπε να παρθεί μια απόφαση - για το αν θα σταματούσαν στα σύνορα του 1967, ή θα συνέχιζαν τον πόλεμο στο Συριακό έδαφος. Η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση του Ισραήλ ξόδεψε ολόκληρη την 10η Οκτωβρίου για να συζητήσει αυτό και στην διάρκεια της νύχτας. Κάποιοι ήταν υπέρ της απεμπλοκής, που θα επέτρεπε στους στρατιώτες να ανασυνταχθούν στο Σινά (η ήττα του Shmuel Gonen στο Σινά είχε συμβεί δύο μέρες προηγουμένως). Άλλοι ήταν υπέρ της συνέχισης του επίθεσης μέσα στην Συρία, προς την Δαμασκό, κάτι που θα έβγαζε έξω από τον πόλεμο την Συρία· επίσης θα αποκαθιστούσε την εικόνα του Ισραήλ ως της ανώτερης στρατιωτικής δύναμης στην Μέση Ανατολή και θα τους έδινε ένα πολύτιμο διαπραγματευτικό χαρτί μόλις τελείωνε ο πόλεμος. Άλλοι υπολόγιζαν πως η Συρία είχε δυνατές άμυνες - αντιαρματικές τάφρους, ναρκοπέδια και ισχυρά σημεία - και πως θα ήταν καλύτερο να πολεμήσουν από τις αμυντικές θέσεις στα Υψώματα Γκολάν (παρά στο επίπεδο ανάγλυφο της Συρίας) στην περίπτωση ενός άλλο πολέμου με την Συρία. Ωστόσο, η Πρωθυπουργός Μέιρ αντιλήφθηκε το κρισιμότερο σημείο της όλης συζήτησης:
«Θα έπαιρνε τέσσερις μέρες να πάρουν μια μεραρχία στο Σινά. Αν τέλειωνε σ’ εκείνη την περίοδο ο πόλεμος, θα τελείωνε με εδαφική απώλεια για το Ισραήλ στο Σινά και κανένα κέρδος στο βορρά - μια απόλυτη ήττα. Αυτό ήταν ένα πολιτικό ζήτημα και η απόφαση της ήταν απόλυτη - να περάσουν την Πορφυρή Γραμμή… Η επίθεση θα γινόταν αύριο, Πέμπτη, στις 11 Οκτωβρίου».
Από τις 11 ως τις 14 Οκτωβρίου, οι Ισραηλινές δυνάμεις προωθήθηκαν στην Συρία, αλλά οι Σύριοι έφεδροι επέδειξαν σθεναρή αντίσταση από τις προετοιμασμένες τους άμυνες. Οι Ισραηλινοί συνέχισαν την προώθηση τους, και έφτασαν στην βασική αμυντική γραμμή γύρω από το Sassa. Οι Ισραηλινοί είχαν κατακτήσει μια περιοχή ακόμα 50 τετραγωνικών χιλιομέτρων της περιφέρειας του Bashan. Από κει θα μπορούσαν να βομβαρδίσουν τα περίχωρα της Δαμασκού, που βρισκόταν μόνο 40 χιλιόμετρα μακριά, χρησιμοποιώντας βαρύ πυροβολικό. Συριακά μαχητικά αεροσκάφη MIG εφόρμησαν στους Ισραηλινούς, ως μέρος της απεγνωσμένης άμυνας για την Δαμασκό.
«Ενώ επιδεινωνόταν η Αραβική θέση στα πεδία των μαχών, ανέβηκε η πίεση πάνω στον Βασιλιά Χουσεΐν να στείλει τον Στρατό του για να βοηθήσει. Βρήκε ένα τρόπο να συναντήσει αυτές τις απαιτήσεις χωρίς να ανοίξει το βασίλειο του σε Ισραηλινή αεροπορική επίθεση. Αντί να επιτεθεί στο Ισραήλ από τα κοινά τους σύνορα, έστειλε μια εκστρατευτική δύναμη στην Συρία. Επέτρεψε στο Ισραήλ να μάθει τις προθέσεις του, μέσω των Αμερικανών μεσαζόντων, με την ελπίδα πως αν αυτό (το Ισραήλ) θα αποδεχόταν πως αυτό δεν ήταν casus belli που να δικαιολογούσε μια επίθεση εναντίον της Ιορδανίας… ο Νταγιάν αρνήθηκε να προσφέρει τέτοιες εγγυήσεις, αλλά το Ισραήλ δεν είχε καμιά πρόθεση ν’ ανοίξει νέο μέτωπο».
Και το Ιράκ έστειλε μια εκστρατευτική δύναμη στα Γκολάν, αποτελούμενη από περίπου 30.000 άνδρες, 250-500 άρματα μάχης, και 700 ΤΟΜΠ. Οι Ιρακινές μεραρχίες ήταν στην πραγματικότητα μια στρατηγική έκπληξη για τις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες περίμεναν πως θα γνώριζαν τέτοιες κινήσεις 24 ώρες πριν να γίνουν. Αυτό αποδείχτηκε σε επιχειρησιακή έκπληξη, αφού οι Ιρακινοί επιτέθηκαν στο εκτεθειμένο νότιο πλευρό των προωθημένων Ισραηλινών τεθωρακισμένων, αναγκάζοντας τις μπροστινές μονάδες να υποχωρήσουν λίγα χιλιόμετρα, με σκοπό να αποτρέψουν περικύκλωση.
Συνδυασμένες Συριακές, Ιρακινές και Ιορδανικές αντεπιθέσεις απέτρεψαν περισσότερα Ισραηλινά κέρδη. Όμως, κι αυτές δεν μπόρεσαν να απωθήσουν τους Ισραηλινούς από την αμυντική γραμμή του Bashan, την οποία οι τελευταία κρατούν μέχρι σήμερα.
Στις 22 Οκτωβρίου, η Ταξιαρχία Golani και οι καταδρομείς του Sayeret Matkal (Μονάδα Αναγνώρισης Γενικού Επιτελείου) ανακατέλαβαν το προχωρημένο φυλάκιο στο Όρος Hermon, αφότου υπέστησαν βαριές απώλειες από οχυρωμένους Σύριους ελεύθερους σκοπευτές που είχαν τοποθετηθεί στρατηγικά στο όρος. Μια επίθεση δύο εβδομάδες πριν είχε κοστίσει 25 νεκρούς και 67 τραυματίες, ενώ αυτή η δεύτερη επίθεση κόστισε επιπρόσθετα 55 νεκρούς και 79 τραυματίες. Μία μπουλντόζα D9 μαζί με Ισραηλινό πεζικό άνοιξε δρόμο στην κορυφή, αποτρέποντας την να πέσει σε Συριακά χέρια μετά τον πόλεμο. Μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών κατέλαβε τα αντίστοιχα Συριακά φυλάκια στο βουνό.
Συμμετοχή από άλλα κράτη[Επεξεργασία]
Βοήθεια στην Αίγυπτο και την Συρία[Επεξεργασία]
Αρχίζοντας από τις 9 Οκτωβρίου, η Σοβιετική Ένωση άρχισε να προμηθεύει την Αίγυπτο και την Συρία μέσω αέρος και θαλάσσης. Οι Σοβιετικοί μετέφεραν 15.000 τόνους προμηθειών, από τις οποίες πάνω από το μισό, και σχεδόν όλα τα άρματα μάχης, πήγαν στην Συρία. Επίσης προμήθευσαν ακόμα 63.000 τόνους κυρίως στην Συρία μέσω θαλάσσης. Όμως ήταν δύσκολο για την Αίγυπτο και την Συρία να διαλέξουν ποιες προμήθειες θα έπαιρναν με συχνό αποτέλεσμα σημαντικά υλικά να μην βρίσκονται εκεί όπου ήταν περισσότερο αναγκαία.
Εκτός από την Αίγυπτο, Συρία, Ιορδανία και Ιράκ, πολλές άλλες Αραβικές χώρες αναμείχθηκαν στον πόλεμο, δίνοντας επιπλέον όπλα και χρηματοδότηση. Η Αλγερία έστειλε μια μοίρα Mig-21, και μια μοίρα Su-7 στην Αίγυπτο, οι οποίες έφτασαν μεταξύ 9 και 11 Οκτωβρίου. Επίσης έστειλε μια τεθωρακισμένη ταξιαρχία, της οποίας τα προωθημένα στοιχεία άρχισαν να καταφθάνουν από τις 17 Οκτωβρίου. Λιβυκές δυνάμεις στάθμευαν στην Αίγυπτο πριν το ξέσπασμα του πολέμου. Η Λιβύη έδωσε μια τεθωρακισμένη ταξιαρχία και δύο μοίρες από μαχητικά Mirage III, από τις οποίες την μία χειρίζονταν Αιγύπτιοι πιλότοι και την άλλη Λίβυοι. Το Μαρόκο έστειλε μια ταξιαρχία πεζικού στην Αίγυπτο, και ένα σύνταγμα τεθωρακισμένων στην Συρία. Μια ταξιαρχία πεζικού αποτελούμενη από Παλαιστίνιους βρισκόταν στην Αίγυπτο πριν την έκρηξη του πολέμου. Η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ έδωσαν οικονομική βοήθεια και έστειλαν μια ενδεικτική δύναμη για τις μάχες. Το Πακιστάν έστειλε δεκαέξι πιλότους και μια νοσοκομειακή μονάδα στην Αίγυπτο και άλλη μια στην Συρία. Το Μπαγκλαντές έστειλε μια ιατρική ομάδα και προμήθειες περίθαλψης.
Μαζί με τις δυνάμεις της στην Συρία, το Ιράκ έστειλε μια μοίρα Hawker Hunter στην Αίγυπτο. Η μοίρα γρήγορα κέρδισε τον σεβασμό ανάμεσα στους Αιγυπτίους διοικητές για την ικανότητα της, και πιο συγκεκριμένα για να αντιαρματικά χτυπήματα της.
Η Αλγερινή τεθωρακισμένη ταξιαρχία από σχεδόν 200 άρματα μάχης έφτασε προς το μέτωπο στις 24 Οκτωβρίου, και επομένως δεν συμμετείχε στις μάχες. Η Σουδανική ταξιαρχία εμφανίστηκε κι αυτή αργά, έφτασε στις 28 Οκτωβρίου, πολύ αργά για να συμμετέχει στον πόλεμο. Σχεδόν όλες οι Αραβικές ενισχύσεις έφτασαν χωρίς σχέδιο επιμελητείας, περιμένοντας από τους οικοδεσπότες τους να τους προμηθεύσουν, και προκαλώντας πολλές φορές προβλήματα επιμελητείας. Στο Συριακό μέτωπο, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των Αραβικών δυνάμεων είχε αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις ανταλλαγής φίλιων πυρών.
Μετά τον πόλεμο, στις πρώτες μέρες του Νοέμβρη, η Αλγερία κατέθεσε περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια με την Σοβιετική Ένωση για να χρηματοδοτήσει αγορές όπλων για την Αίγυπτο και την Συρία. Το κρατικό ραδιόφωνο της Ουγκάντα ανέφερε πως ο Ιντί Αμίν έστειλε στρατιώτες εναντίον του Ισραήλ. Επίσης η Κούβα έστειλε περίπου 1.500 στρατιώτες, μαζί με ένα άρμα μάχης και πληρώματα ελικοπτέρων που έλαβαν μέρος σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων.
Βοήθεια προς το Ισραήλ[Επεξεργασία]
Με την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Αμερικάνοι ηγέτες περίμεναν να γυρίσει γρήγορα η τροπή του πολέμου υπέρ του καλύτερα εξοπλισμένου Ισραηλινού στρατού και πως οι Αραβικές στρατιές θα έχαναν ολοκληρωτικά μεταξύ 72 με 96 ωρών. Ως τότε οι Αμερικανικές προμήθειες προς το Ισραήλ ήταν κυρίως πυρομαχικά, κυρίως αντιαρματικά και αντιαεροπορικά. Όμως ως τις 9 Οκτωβρίου έγινε ξεκάθαρο πως τέτοια γρήγορη μεταστροφή δεν θα γινόταν, και πως οι απώλειες των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν αναπάντεχα υψηλές.
Το απόγευμα τις 7ης Οκτωβρίου, ο Νταγιάν τρομαγμένος είπε στην Μέιρ πως «αυτό είναι το τέλος του τρίτου ναού». «Τρίτος Ναός» ήταν αλληγορική ονομασία του Ισραηλινού Κράτους (μετά τους δύο πρώτους Ναούς στην Ιερουσαλήμ κατά την Αρχαιότητα), αλλά ήταν επίσης και ο κωδικός για τα πυρηνικά όπλα. Η Μέιρ στις 8 Οκτωβρίου εξουσιοδότησε την συναρμολόγηση 13 ατομικών βομβών των 20 κιλοτόνων. Οι δεκτικοί σε πυρηνικά πύραυλοι Jericho στο Hirbat Zachariah και οι F-4 στο Tel Nof ετοιμάστηκαν ν’ αναλάβουν δράση εναντίον Συριακών και Αιγυπτιακών στόχων. Ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρυ Κίσινγκερ ενημερώθηκε για τον πυρηνικό συναγερμό το πρωινό της 9ης Οκτωβρίου. Εκείνη την μέρα, ο Πρόεδρος Νίξον διέταξε την έναρξη της Επιχείρησης Νικελωμένο Γρασίδι, μιας Αμερικανικής αερομεταφοράς για ν’ αντικατασταθούν όλες οι υλικές απώλειες του Ισραήλ. Ανέκδοτες μαρτυρίες υποστηρίζουν πως ο Κίσινγκερ είπε στον Σαντάτ πως ο λόγος για την αερομεταφορά των ΗΠΑ ήταν πως οι Ισραηλινοί ήταν πολύ κοντά να «γίνουν πυρηνικοί».
Το Ισραήλ άρχισε να παίρνει τις προμήθειες στις 13 Οκτωβρίου, αν και, κάποιος εξοπλισμός, όπως οι πύραυλοι TOW είχαν φτάσει πριν τις 11 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τον Αβραάμ Rabinovich, «ενώ η Αμερικανική αερομεταφορά των προμηθειών δεν αντικατέστησε αμέσως τις Ισραηλινές υλικές απώλειες, επέτρεψε στο Ισραήλ να σπαταλήσει ότι είχε ήδη πιο ελεύθερα». Ως το τέλος του Νικελωμένου Γρασιδιού, οι ΗΠΑ είχαν στείλει 22.395 τόνους υλικού στο Ισραήλ. Ο Ισραηλινός Αεροπορικός Φορέας El Al πήρε μέρος στην αερομεταφορά και μετέφερε 5.500 τόνους υλικού. Ανάμεσα στις προμήθειες που στάλθηκαν στο Ισραήλ ήταν εξοπλισμός τελευταίας λέξης της τεχνολογίας, όπως οι πύραυλοι AGM-65 Maverick και οι BGM-71 TOW, που είχαν μπει στην παραγωγή τρία χρόνια πριν, όπως και εξαιρετικά ανεπτυγμένο εξοπλισμό ηλεκτρονικών παρεμβολών, μαζί με εκπαιδευτές του Αμερικανικού στρατού για να εκπαιδεύσουν τάχιστα τις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις στην χρήση αυτών των όπλων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες σχημάτισαν επίσης την δική τους θαλάσσια επιχείρηση μεταφοράς, δίνοντας στο Ισραήλ 33.210 τόνους στο Ισραήλ ως τις 30 Οκτωβρίου.
Οι Αιγύπτιοι διοικητές σημείωσαν πως στις 13 και στις 15 Οκτωβρίου, τα ναυτικά ραντάρ τους εντόπισαν αεροσκάφος σε ύψος 25.000 μέτρων και με ταχύτητα Mach 3, που το καθιστούσαν αδύνατο να το καταδιώξουν είτε με μαχητικού είτε με πυραύλους εδάφους-αέρος. Το αεροπλάνο πέρασαν την ζώνη της διώρυγας, τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας (Hurghada και Safaga), πέταξε πάνω από τις αεροπορικές βάσεις και τις αντιαεροπορικές άμυνες στο δέλτα του Νείλου και τελικά εξαφανίστηκε από τις οθόνες των ραντάρ πάνω από την Μεσόγειο. Το ύψος και η ταχύτητα ήταν αυτά των Αμερικανικών SR-71 Blackbird, ενός μεγάλης εμβέλειας στρατηγικού αναγνωριστικού αεροπλάνου. Σύμφωνα με τους Αιγυπτίους διοικητές, η κατασκοπεία που πραγματοποίησαν αυτές οι δύο πτήσεις βοήθησαν τους Ισραηλινούς να προετοιμαστούν για την Αιγυπτιακή επίθεση στις 14 Οκτωβρίου, και βοήθησαν στην πραγματοποίηση της Επιχείρηση Πεισματάρηδες Άντρες.
Η παγιδευμένη Γ’ Στρατιά της Αιγύπτου[Επεξεργασία]
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ πέρασε (με 14-0), μετά από διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, στις 22 Οκτωβρίου, το Ψήφισμα 338 το οποίο καλούσε για κατάπαυση του πυρός. Καλούσε «όλες τις εμπόλεμες πλευρές» να «τερματίσουν κάθε στρατιωτική δραστηριότητα αμέσως». Ενεργοποιήθηκε 12 ώρες αργότερα στις 18:52 ώρα Ισραήλ. Επειδή ενεργοποιήθηκε μετά την δύση του ηλίου, ήταν αδύνατον για την δορυφορική εποπτεία να καθορίσει που βρίσκονταν οι γραμμές των μετώπων στο υποτιθέμενο σημείο όπου έγινε η κατάπαυση του πυρός. Πριν η τελευταία ενεργοποιηθεί, ο Χένρυ Κίσινγκερ είχε πει στην Γκόλντα Μέιρ, «Δεν θα πάρεις βίαιες διαμαρτυρίες από την Ουάσιγκτον αν γίνει κάτι στη διάρκεια της νύχτας, ενώ εγώ πετάω. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα ως αύριο το μεσημέρι».
Όταν ξεκίνησε η κατάπαυση του πυρός, οι Ισραηλινές δυνάμεις ήταν λίγες εκατοντάδες μέτρα κοντά απ’ τον στόχο τους - τον τελευταίο δρόμο που συνέδεε το Κάιρο και το Σουέζ, και η μεραρχία του Σαρόν είχε αποτύχει στις επαναλαμβανόμενες απόπειρες να καταλάβει την Ισμαηλία και να αποκόψει τις εφοδιοπομπές της Δεύτερης Στρατιάς. Η κίνηση του Αντάν προς το νότο είχε αφήσει τις Ισραηλινές και Αιγυπτιακές μονάδες σκορπισμένες σε κάθε σημείο του πεδίου της μάχης, χωρίς καθαρές γραμμές μεταξύ τους. Οι Αιγυπτιακές και οι Ισραηλινές μονάδες προσπάθησαν να ανασυνταχθούν, και ξέσπασαν τακτικές μάχες πυροβολικού την ώρα που και οι δύο πλευρές παραβίαζαν την ανακωχή. Κατά τη νύχτα, εννιά Ισραηλινά άρματα μάχης είχαν καταστραφεί σε διάφορες θέσεις. Δεν είναι ξεκάθαρο ποια πλευρά άρχισε πρώτη, αλλά οι Ισραηλινοί διοικητές, απογοητευμένοι επειδή δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τον δρόμο Καΐρου-Σουέζ, χρησιμοποίησαν τις αψιμαχίες ως δικαιολογία για να συνεχίσουν την πορεία τους προς το νότο. Ο Αντάν αποφάσισε να συνεχίσει την επίθεση του στις 23 Οκτωβρίου. Ο Δαβίδ Ελάζαρ ζήτησε άδεια για να συνεχίσει την επίθεση, και ο Μοσέ Νταγιάν του την έδωσε. Σε καθαρή παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός, τα Ισραηλινά στρατεύματα τερμάτισαν την προώθηση τους νότια, κατέλαβαν τον δρόμο, και παγίδευσαν την Αιγυπτιακή Τρίτη Στρατιά ανατολικά της Διώρυγας του Σουέζ. Οι Ισραηλινοί προώθησαν τεράστιες ποσότητες εξοπλισμού πέρα από την διώρυγα, παραβιάζοντας ξανά την κατάπαυση του πυρός. Όταν ο Σαντάτ διαμαρτυρήθηκε για τις παραβιάσεις της ανακωχής, το Ισραήλ υποστήριξε πως οι Αιγύπτιοι στρατιώτες είχαν πυροβολήσει πρώτοι. Ισραηλινός οπλισμός και αλεξιπτωτιστές μπήκαν στο Σουέζ σε μια προσπάθεια να καταλάβουν την ομώνυμη πόλη, αλλά έπεσαν σε ενέδρα από στρατεύματα της Τρίτης Στρατιάς και περικυκλώθηκαν. Στην μάχη που ακολούθησε, οι Ισραηλινοί αλεξιπτωτιστές κατάφεραν να φύγουν από την πόλη, αλλά δέχτηκαν υψηλές απώλειες και δεν πήραν κανένα τακτικό όφελος.
Το επόμενο πρωινό, 23 Οκτωβρίου, διαταράχθηκε η διπλωματική δραστηριότητα. Σοβιετικά αναγνωριστικά σκάφη είχαν επιβεβαιώσει πως οι Ισραηλινές δυνάμεις κινούνταν νότια, και οι Σοβιετικοί κατηγόρησαν τους Ισραηλινούς για δολιότητα. Σε τηλεφωνική συνομιλία με την Γκόλντα Μέιρ, ο Χένρυ Κίσινγκερ ρώτησε, «Πως μπορεί κάποιος να ξέρει που μπορεί να είναι ή να ήταν μια γραμμή στην έρημο;», και η Μέιρ απάντησε, «Θα ξέρουν, εντάξει». Ο Κίσινγκερ έμαθε για τον παγιδευμένο Αιγυπτιακό στρατό λίγο μετά.
Ο Κίσινγκερ αντιλήφθηκε πως η κατάσταση έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες μια τεράστια ευκαιρία - η Αίγυπτος ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για να αποτρέψουν το Ισραήλ από το να καταστρέψει την παγιδευμένη στρατιά της, που τώρα δεν είχε πρόσβαση σε τροφή ή νερό. Αυτή η στάση θα κεφαλαιοποιούνταν αργότερα όταν θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να διαμεσολαβήσουν στην διαμάχη, και να σπρώξουν την Αίγυπτο έξω από την Σοβιετική επιρροή.
Ως αποτέλεσμα, οι ΗΠΑ άσκησαν τεράστια πίεση στους Ισραηλινούς να μην καταστρέψουν την παγιδευμένη στρατιά, ακόμα και με την απειλή να υποστηρίξουν ένα ψήφισμα του ΟΗΕ που θα ανάγκαζε τους Ισραηλινούς να υποχωρήσουν στις θέσεις που είχαν πριν τις 22 Οκτωβρίου αν δεν επέτρεπαν μη στρατιωτικές προμήθειες να φτάσουν στην στρατιά. Σε ένα τηλεφώνημα με τον Ισραηλινό πρέσβη Simcha Dinitz, ο Κίσινγκερ είπε στον πρέσβη πως η καταστροφή της Αιγυπτιακής Τρίτης Στρατιάς «είναι μια επιλογή που δεν υπάρχει». Παρά την περικύκλωση της, όμως, η Τρίτη Στρατιά είχε καταφέρει να διατηρήσει την μαχητική της ακεραιότητα ανατολικά της διώρυγας και να κρατήσει τις αμυντικές της θέσεις.
Πυρηνικός συναγερμός[Επεξεργασία]
Εν τω μεταξύ, ο Μπρέζνιεφ έστειλε μια επιστολή στον Νίξον στο μέσω της νύχτας της 23ης-24ης Οκτωβρίου. Σ’ εκείνο το γράμμα, ο Μπρέζνιεφ πρότεινε να σταλούν Αμερικανικά και Σοβιετικά αποσπάσματα για να διασφαλιστεί πως και οι δύο πλευρές θα τιμούσαν την κατάπαυση του πυρός. Επίσης απείλησε πως «Θα το πω ξεκάθαρα πως αν το βρείτε αδύνατον να δράσετε από κοινού με εμάς σ’ αυτό το ζήτημα, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με την αναγκαιότητα να μελετήσουμε επειγόντως τη λήψη των απαραίτητων βημάτων μονομερώς. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την αυθαιρεσία εκ μέρους του Ισραήλ». Εν συντομία, οι Σοβιετικοί απειλούσαν να επέμβουν στον πόλεμο υπέρ της Αιγύπτου.
Οι Σοβιετικοί έθεσαν σε συναγερμό επτά αεροπορικές μεραρχίες και συγκεντρώθηκε μια αερομεταφορά για να τους μεταφέρει στη Μέση Ανατολή. Στήθηκε ένα αεροπορικό αρχηγείο στην νότια Σοβιετική Ένωση. Επίσης πολλές αεροπορικές μονάδες τέθηκαν σε συναγερμό. «Οι αναφορές επίσης έδειχναν πως τουλάχιστον μια από τις μεραρχίες και μια μοίρα μεταγωγικών αεροπλάνων είχε μετακινηθεί από την Σοβιετική Ένωση σε μια αεροπορική βάση στην Γιουγκοσλαβία». Επίσης οι Σοβιετικοί είχαν αναπτύξει εφτά αμφίβια πολεμικά σκάφη με περίπου 40.000 ναυτικό πεζικό στη Μεσόγειο.
Το μήνυμα έφτασε αφότου ο Νίξον είχε πέσει για ύπνο. Ο Κίσινγκερ κάλεσε αμέσως σύσκεψη των κύριων αξιωματούχων, ανάμεσα στους οποίους και ο Υπουργός Άμυνας James Schlesinger, ο Διευθυντής της CIA William Colby, και ο Επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Αλεξάντερ Χαίηγκ (Alexander Haig). Το σκάνδαλο Ουότεργκέιτ είχαν φτάσει στο απόγειο του, και ο Νίξον ήταν τόσο ταραγμένος και συγχυσμένος ώστε αποφάσισαν να χειριστούν την υπόθεση χωρίς αυτόν.
Όταν ο Κίσινγκερ ρώτησε τον Χέηγκ αν έπρεπε να τον ξυπνήσουν (τον Νίξον), ο Επιτελάρχης του Λευκού Οίκου απάντησε κάθετα «Όχι». Ο Haig μοιραζόταν ξεκάθαρα τα αισθήματα του Κίσινγκερ πως ο Νίξον δεν βρισκόταν σε κατάσταση για να πάρει κρίσιμες αποφάσεις.
Αποτέλεσμα της σύσκεψης ήταν μια συμβιβαστική απάντηση που στάλθηκε στον Μπρέζνιεφ (με το όνομα του Νίξον). Την ίδια ώρα, αποφασίστηκε να αυξηθεί η Κατάσταση Άμυνας (DEFCON) από τέσσερα σε τρία. Τέλος, ενέκριναν ένα μήνυμα προς τον Σαντάτ (πάλι με το όνομα του Νίξον) ζητώντας του να παραιτηθεί από το αίτημα του για Σοβιετική βοήθεια, και απειλώντας πως αν επενέβαιναν οι Σοβιετικοί, θα επενέβαιναν και οι ΗΠΑ.
Οι Σοβιετικοί εντόπισαν γρήγορα την αυξανόμενη Αμερικανική κατάσταση άμυνας, και έμειναν έκπληκτοι και μπερδεμένοι με την απάντηση. «Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως οι Αμερικάνοι θα φοβόντουσαν τόσο εύκολα», είπε ο Νικολάι Ποντγκόρνι. «Δεν είναι λογικό να μπεις σε πόλεμο με τις ΗΠΑ εξαιτίας της Αιγύπτου και της Συρίας», είπε ο Πρωθυπουργός Αλεξέι Κοσύγκιν, ενώ ο αρχηγός της KGB Γιούρι Αντρόποφ πρόσθεσε πως «Δεν θα ξεκινήσουμε Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο». Στο τέλος, οι Σοβιετικοί συμβιβάστηκαν με μια Αραβική ήττα. Το γράμμα από το Αμερικανικό υπουργικό συμβούλιο έφτασε κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Ο Μπρέζνιεφ αποφάσισε πως οι Αμερικάνοι ήταν πολύ ταραγμένοι, και πως η καλύτερη πορεία δράσης θα ήταν να περιμένουν ν’ απαντήσουν. Το επόμενο πρωί, οι Αιγύπτιοι συμφώνησαν με την Αμερικανική πρόταση, και απέσυραν το αίτημα τους για βοήθεια από τους Σοβιετικούς, τερματίζοντας την κρίση.
Η αποκλιμάκωση του Βόρειου μετώπου[Επεξεργασία]
Στο βόρειο μέτωπο, έγινε μια μεγάλη αερομαχία στις 23 Οκτωβρίου κοντά στην Δαμασκό με περίπου δεκαέξι Ισραηλινά αεροσκάφη. Η Συριακή και η Ισραηλινή αεροπορία έχασαν περίπου δέκα αεροπλάνα. Οι Σύριοι είχαν αρχίσει προετοιμασίες για μια μαζική αντεπίθεση, προγραμματισμένη για τις 23 Οκτωβρίου. Επιπρόσθετα με τις πέντε μεραρχίες της Συρίας, το Ιράκ έδωσε δύο, και υπήρχαν μικρότερα αποσπάσματα από άλλες Αραβικές χώρες, και της Ιορδανίας. Οι Σοβιετικοί είχαν αντικαταστήσει τις περισσότερες από τις απώλειες της Συρίας σε άρματα μάχης που είχαν δεχτεί στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου.
Ωστόσο, μια μέρα πριν ν’ αρχίσει η επίθεση, τα Ηνωμένα Έθνη εφάρμοσαν την κατάπαυση του πυρός (μετά την συγκατάθεση Ισραήλ και Αιγύπτου). Ο Αβραάμ Rabinovich λέει «Η αποδοχή από την Αίγυπτο της κατάπαυσης του πυρός την Δευτέρα [22 Οκτωβρίου] δημιούργησε μεγάλο δίλημμα για τον Άσσαντ. Η κατάπαυση του πυρός δεν τον δέσμευε, αλλά η συνέπειες της δεν μπορούσαν ν’ αγνοηθούν. Κάποιοι απ’ το Συριακό Γενικό Επιτελείο ήταν υπέρ της συνέχισης της επίθεσης, υποστηρίζοντας πως αν το έκαναν η Αίγυπτος θα ένιωθε υποχρεωμένη να συνεχίσει τον πόλεμοι … Άλλοι, ωστόσο, υποστήριζαν πως αυτή η συνέχιση του πολέμου θα νομιμοποιούσε τις προσπάθειες του Ισραήλ να καταστρέψει την Αιγυπτιακή Τρίτη Στρατιά. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Αίγυπτος δεν θα βοηθούσε την Συρία όταν το Ισραήλ θα γύριζε όλη τη δύναμη του προς βορρά, καταστρέφοντας τις υποδομές της Συρίας και ίσως πραγματοποιώντας επίθεση εναντίον της Δαμασκού».
Τελικά, ο Άσσαντ αποφάσισε να ακυρώσει την επίθεση, και στις 23 Οκτωβρίου η Συρία ανακοίνωσε πως είχε αποδεχτεί την κατάπαυση του πυρός, και η Ιρακινή κυβέρνηση διέταξε τις δυνάμεις της να γυρίσουν πίσω.
Διαπραγματεύσεις μετά την κατάπαυση του πυρός[Επεξεργασία]
Στις 24 Οκτωβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας πέρασε το Ψήφισμα 339, ως ανανεωμένη κλήση σ’ όλες τις πλευρές να προσκολληθούν στους όρους της κατάπαυσης του πυρός που εγκαθίδρυσε το Ψήφισμα 338. Κάθε οργανωμένη σύγκρουση σ’ όλα τα μέτωπα τερματίστηκε ως τις 26 Οκτωβρίου. Έγιναν πολλές αεροπορικές επιθέσεις εναντίον της Τρίτης Στρατιάς από τις 25 μέχρι τις 28 Οκτωβρίου. Η κατάπαυση του πυρός δεν τερμάτισε τις σποραδικές αψιμαχίες ανάμεσα στις γραμμές, ούτε χαλάρωσε τις στρατιωτικές εντάσεις.
Το Ισραήλ πήρε την απειλή του Κίσινγκερ να υποστηρίξει μια λύση απόσυρσης στον ΟΗΕ, αλλά πριν να μπορέσει ν’ απαντήσει, ο σύμβουλος της εθνικής ασφαλείας της Αιγύπτου Hafez Ismail έστειλε στον Κίσινγκερ ένα εκπληκτικό μήνυμα - η Αίγυπτος ήταν πρόθυμη να μπει σε απευθείας διάλογο με τους Ισραηλινούς, με τον όρο οι τελευταίοι να συμφωνήσουν να επιτραπεί η διακίνηση μη στρατιωτικών προμηθειών στην στρατιά τους και να συμφωνήσουν σε μια πλήρη κατάπαυση του πυρός.
Οι συνομιλίες έγιναν στις 28 Οκτωβρίου, μεταξύ του Ισραηλινού Υποστράτηγου Aharon Yariv και του Αιγυπτίου Υποστράτηγου Abdel Ghani el-Gamasy. Εν τέλει, ο Κίσινγκερ έφερε την πρόταση στον Σαντάτ, ο οποίος συμφώνησε σχεδόν χωρίς σκέψη. Τα σημεία ελέγχου των Ηνωμένων Εθνών θα αντικαθιστούσαν τα Ισραηλινά σημεία ελέγχου, θα επιτρεπόταν η διακίνηση μη στρατιωτικών προμηθειών, και θα γινόταν ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου. Θα ακολουθούσε μια σύνοδος κορυφής στην Γενεύη, και τελικά, μια συμφωνία προσωρινής παύσης πυρός θα επεξεργαζόταν. Στις 18 Ιανουαρίου, το Ισραήλ υπέγραψε μια συμφωνία να υποχωρήσει στην ανατολική πλευρά της διώρυγας, και ο τελευταίος στρατιώτης του αποσύρθηκε από την δυτική πλευρά της διώρυγας στις 5 Μαρτίου 1974. Μεταξύ της κατάπαυσης του πυρός από τον ΟΗΕ και την συμφωνίας ανακωχής τον Ιανουάριο, ένας μικρός πόλεμος φθοράς έγινε εναντίον των Ισραηλινών δυνάμεων που βρίσκονταν δυτικά της διώρυγας, στον οποίο σκοτώθηκαν 187 Ισραηλινοί στρατιώτες, καταστράφηκαν 41 άρματα μάχης, και καταρρίφθηκαν 11 αεροπλάνα.
Στο Συριακό μέτωπο, η δορυφορική διπλωματία από τον Χένρυ Κίσινγκερ τελικά είχε ως αποτέλεσμα μια συμφωνία απεμπλοκής στις 31 Μαΐου 1974, βασισμένη στην ανταλλαγή των αιχμαλώτων, την απόσυρση του Ισραήλ στην Πορφυρή Γραμμή και η δημιουργία μιας ενδιάμεσης ουδέτερης ζώνης από τον ΟΗΕ. Το Ισραήλ κατηγόρησε την Συρία πως βασάνισε τους αιχμαλώτους, και παραβίασε την Σύμβαση της Γενεύης. Η συμφωνία τερμάτισε τις αψιμαχίες και τις ανταλλαγές βολών πυροβολικού που ήταν συχνές στην Ισραηλινό-Συριακή γραμμή κατάπαυσης του πυρός. Η Δύναμη Απεμπλοκής και Παρατήρησης του ΟΗΕ (UNDOF) δημιουργήθηκε ως ειρηνευτική δύναμη στα Υψώματα Γκολάν.
Συνέπειες του πολέμου[Επεξεργασία]
Οι ειρηνευτικές συνομιλίες στο τέλος του πολέμου ήταν η πρώτη φορά που Άραβες και Ισραηλινοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν σε απευθείας συνομιλίες από τον πόλεμο του 1948.
Ο πόλεμος μπορούσε να περιγραφεί ως αδιέξοδο. Σε τακτικό επίπεδο, το τέλος του είδε το Ισραήλ με εδαφικά κέρδη στα Υψώματα Γκολάν και την περικύκλωση της Αιγυπτιακής Τρίτης Στρατιάς. Κάποιοι πιστεύουν πως η κατάπαυση του πυρός απέτρεψε το Ισραήλ από το να εξαπολύσει την σκληρότερη του επίθεση, αφού μια αναφορά του Αμερικανικού Ναυτικού ισχυρίζεται:
«Τώρα ήταν σε θέση να απειλήσουν τις οπισθοφυλακές των διοικητικών περιοχών, και τις προμήθειες όλου του Αιγυπτιακού Στρατού. Κυρίως χάρη στις προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία φοβόταν την πιθανότητα μιας μεγάλης Αιγυπτιακής ήττας, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε μια κατάπαυση του πυρός από τις 22 Οκτωβρίου».
Η αναφορά επίσης υποστηρίζει πως η Αραβική πλευρά κατάφερε να αιφνιδιάσει το Ισραήλ και όλες τις μυστικές υπηρεσίες στον πλανήτη και στρατηγικά και τακτικά:
«Από καθαρά στρατιωτική άποψη, η πρώτη και σημαντικότερη Αραβική επιτυχία ήταν η επίτευξη απόλυτου στρατιωτικού και τακτικού αιφνιδιασμού. Ενώ αυτό βοηθήθηκε από τα σε όχι μικρό βαθμό λάθη που έγιναν από την Ισραηλινή αντικατασκοπία και την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία στο Ισραήλ, το μεγαλύτερο μέγεθος επαίνου πρέπει να πάει στο εξαιρετικά περίπλοκο σχέδιο παραπλάνησης που εκτελέστηκε από τους Αιγυπτίους. Κατάφεραν να πείσουν την Ισραηλινή διοίκηση πως η έντονη στρατιωτική δραστηριότητα στα δυτικά της Διώρυγας το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1973 δεν ήταν τίποτα από μια σειρά εκπαιδευτικών ασκήσεων και ελιγμών. Αυτή η παραπλάνηση πρέπει να σημειωθεί ως ένα από τα εκπληκτικότερα σχέδια εξαπάτησης που έγιναν σ’ όλη την στρατιωτική ιστορία. Το σχέδιο ήταν επιτυχές όχι μόνον όσον αφορά την Ισραηλινή αντικατασκοπία, αλλά και τις μυστικές υπηρεσίες όλου του κόσμου».
Για τα Αραβικά κράτη (και την Αίγυπτο ειδικότερα), το ψυχολογικό τραύμα της ήττας τους στον Πόλεμο των Έξι Ημερών γιατρεύτηκε. Με πολλούς τρόπους, τους επέτρεψε να διαπραγματευτούν με τους Ισραηλινούς ως ίσοι. Όμως, έχοντας δεδομένο πως ο πόλεμος είχε άρχισε τόσο καλά όσο θα ήθελαν οι Άραβες ηγέτες, στο τέλος είχαν μόνο περιορισμένα εδαφικά κέρδη στο μέτωπο του Σινά, ενώ το Ισραήλ κέρδισε περισσότερο έδαφος στα Υψώματα Γκολάν απ’ όσο κρατούσε πριν από τον πόλεμο· επίσης με το δεδομένο πως το Ισραήλ μπόρεσε να κρατήσει Αφρικανικό έδαφος δυτικά της διώρυγας, ο πόλεμος βοήθησε στο να πεισθούν πολλοί στον Αραβικό Κόσμο πως το Ισραήλ δεν μπορούσε να ηττηθεί στρατιωτικά, και συνεπώς ενδυνάμωσε τα ειρηνευτικά κινήματα. Ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της Αραβικής φιλοδοξίας να καταστραφεί το Ισραήλ δια της βίας.
Επίσης, η αρχική επιτυχία των Αιγυπτίων και των Σύρων, έδειχνε ότι οι Άραβες είχαν επιτελέσει προόδους στον στρατιωτικό τομέα και ήταν σε θέση να εφαρμόσουν μια αιφνιδιαστική στρατιωτική τακτική.[7]
Ο πόλεμος είχε μια μεγάλη συνέπεια στον πληθυσμό του Ισραήλ. Μετά την νίκη του στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ο Ισραηλινός στρατός είχε γίνει αλαζονικός. Το σοκ και η ξαφνικές ήττες που συνέβησαν στην αρχή του πολέμου ήταν ένα τρομερό ψυχολογικό χτύπημα για τους Ισραηλινούς, που πίστευαν πως είχαν την στρατιωτική υπεροχή στην περιοχή. Όμως, με τον καιρό, άρχισαν να καταλαβαίνουν τι εκπληκτική, σχεδόν πρωτοφανή, αλλαγή πορείας είχαν επιτύχει:
«Παραπαίοντας από μια αιφνιδιαστική επίθεση σε δύο μέτωπα με την πλειοψηφία του στρατού ακόμα μη κινητοποιημένη, και αντιμέτωπη με εκπληκτικές νέες πολεμικές πραγματικότητες, η κατάσταση του Ισραήλ ήταν τέτοια που θα γονάτιζε ακόμα και τα ισχυρότερα κράτη. Κι όμως, μέσα σε μέρες, ανέκτησε τον βηματισμό του και σε λιγότερο από δύο εβδομάδες απειλούσε τις πρωτεύουσες και των δύο εχθρών του, ένα επίτευγμα που έχει ελάχιστα ιστορικά παράλληλα».
Στο Ισραήλ, όμως, ο δείκτης απωλειών ήταν υψηλός. Κατά κεφαλή, το Ισραήλ υπέστη τριπλάσιες απώλειες σε τρεις εβδομάδες πολέμου απ’ όσες είχαν οι ΗΠΑ σε μια δεκαετία στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Πόλεμος του 1973 είχε ως αποτέλεσμα πρωτοφανή αριθμό στρατιωτών που υπέφεραν από σοκ στην μάχη και άλλη ψυχιατρικά προβλήματα. Η αναλογία των ψυχιατρικών περιπτώσεων ήταν τόσο υψηλή όσο 23, 1 τοις εκατό όλων των μη θανάσιμων περιπτώσεων. Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις ήταν απροετοίμαστες ν’ αντιμετωπίσουν τέτοιες περιπτώσεις επειδή, σ’ όλους τους προηγούμενους πολέμους (με την εξαίρεση του 1948), οι Ισραηλινοί συχνά επιτύγχαναν γρήγορες νίκες με λίγες απώλειες. Όμως ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, στιγματίστηκε για την φονικότητα και την ένταση του, παρατεινόμενες μάχες, που δημιούργησαν τέτοια μεγάλα περιστατικά νευρικών κλονισμών από την μάχη. Ο Αριέλ Σιαρόν, ένας παράτολμος στρατηγός, τόνισε αυτήν την πραγματικότητα: «Πολεμάω 25 χρόνια, και όλα τα άλλα που έζησα ήταν απλά μάχες. Αυτός ήταν πραγματικός πόλεμος».
Ως απάντηση στην Αμερικανική υποστήριξη στο Ισραήλ, τα Αραβικά μέλη του ΟΠΕΚ, με την καθοδήγηση της Σαουδικής Αραβίας, αποφάσισαν να μειώσουν την πετρελαϊκή παραγωγή κατά 5% ανά μήνα στις 17 Οκτωβρίου. Στις 19 Οκτωβρίου, ο Πρόεδρος Νίξον εξουσιοδότησε μια μεγάλη διανομή οπλικών προμηθειών και $2, 2 δισεκατομμυρίων ως οικειοποίηση για το Ισραήλ. Ως απάντηση, η Σαουδική Αραβία κήρυξε εμπάργκο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, στο οποίο αργότερα εντάχθηκαν και άλλοι πετρελαϊκοί εξαγωγείς και επεκτάθηκε εναντίον της Ολλανδίας και άλλων κρατών, προκαλώντας την ενεργειακή κρίση του 1973.
Η αρχική επιτυχία αύξησε θεαματικά την δημοτικότητα του Σαντάτ, δίνοντας του πιο σταθερό έλεγχο στο Αιγυπτιακό κράτος και την ευκαιρία να ξεκινήσει πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που θεωρούσε αναγκαίες. Στα επόμενα χρόνια η δημοτικότητα του θα ξεθώριαζε, και τα καταστροφικά αντικυβερνητικά επεισόδια του 1977 με αφορμή την έλλειψη τροφίμων είχε σύνθημα, «Ήρωα του περάσματος, που είναι το πρωινό μας;».
Ένταση στο Ισραήλ[Επεξεργασία]
Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ξέσπασε η έντονη διαμαρτυρία του Ισραηλινού λαού εναντίον της κυβέρνησης του. Καθοδηγήθηκε από τον Motti Ashkenazi, διοικητή της Βουδαπέστης, του βορειότερου από τα οχυρά της Μπαρ-Λεβ και του μόνου που στον πόλεμο δεν καταλήφθηκε από τους Αιγυπτίους. Η οργή εναντίον της Ισραηλινής κυβέρνησης (και ειδικά εναντίον του Νταγιάν) ήταν μεγάλη. Ζητήθηκε από τον Σιμών Αγκρανάτ, Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ισραήλ, να ηγηθεί μιας έρευνας, της Επιτροπής Αγκρανάτ, στα γεγονότα που προετοίμασαν τον πόλεμο και των συνεχών ηττών στις πρώτες μέρες.
Η Επιτροπή Αγκρανάτ δημοσίευσε τα προκαταρκτικά ευρήματα της στις 2 Απριλίου 1974. Έξι συγκεκριμένα άτομα θεωρήθηκαν υπεύθυνα για τις αποτυχίες του Ισραήλ:
• Ο Αρχηγός του Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων Δαβίδ Ελάζαρ προτάθηκε για απόλυση, αφότου η Επιτροπή βρήκε πως έφερε «προσωπική ευθύνη για την αποτίμηση της κατάστασης και την πολεμική ετοιμότητα των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων».
• Ο Αρχηγός της Αντικατασκοπίας, Στρατηγός Έλι Ζέιρα, και ο πληρεξούσιος του, κεφαλή της Έρευνας, Ταξίαρχος Aryeh Shalev, προτάθηκαν για απόλυση.
• Ο Αντισυνταγματάρχης Bandman, επικεφαλής του γραφείου της ΑΜΑΝ για την Αίγυπτο, και ο Αντισυνταγματάρχης Gedelia, αρχηγός αντικατασκοπίας της Νότιας Διοίκησης, προτάθηκαν να μετατεθούν μακριά από υπηρεσίες αντικατασκοπίας.
• Ο Shmuel Γκονέν, διοικητής του νοτίου μετώπου, προτάθηκε από την αρχική αναφορά να απαλλαχθεί από ενεργό καθήκον. Αναγκάστηκε να φύγει από το στράτευμα μετά την δημοσίευση της τελικής αναφοράς της Επιτροπής, στις 30 Ιανουαρίου 1975, η οποία βρήκε πως «απέτυχε να εκπληρώσει τα καθήκοντα του επαρκώς, και φέρει μεγάλη ευθύνη για την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία βρέθηκαν τα στρατεύματα μας».
Αντί να ησυχάσει την λαϊκή δυσαρέσκεια, η αναφορά - η οποία «είχε τονίσει πως έκρινε την ευθύνη των υπουργών για τις ελλείψεις στην ασφάλεια, όχι την κοινοβουλευτική τους ευθύνη, η οποία ήταν εκτός της εντολής της» - την ερέθισε. Αν και είχε απαλλάξει την Μέιρ και τον Νταγιάν από κάθε ευθύνη, οι φωνές που απαιτούσαν την παραίτηση τους (ειδικά του Νταγιάν) έγιναν εντονότερες.
Τελικά, στις 11 Απριλίου 1974, η Γκόλντα Μέιρ παραιτήθηκε. Την ακολούθησε το υπουργικό της συμβούλιο, περιλαμβανομένου και του Νταγιάν, που υπέβαλε δύο φορές την παραίτηση του αλλά η Μέιρ δεν τις είχε κάνει αποδεκτές. Ο Γιτζάκ Ράμπιν, πως είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου ως ένας ανεπίσημος σύμβουλος του, έγινε επικεφαλής της νέας κυβέρνησης, που ανέλαβε τον Ιούνιο.
Το 1999, το θέμα ανακινήθηκε πάλι από την Ισραηλινή πολιτική ηγεσία για ν’ αποτρέψει την επανάληψη παρόμοιων ελλείψεων. Δημιουργήθηκε το Ισραηλινό Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας για να βελτιώσει τον συντονισμό μεταξύ των διαφορετικών σωμάτων ασφαλείας και αντικατασκοπίας, και τον πολιτικό κλάδο της κυβέρνησης.
Οι Συμφωνίες του Camp David[Επεξεργασία]
Η κυβέρνηση του Ραμπίν ταλαντευόταν από μια σειρά σκανδάλων, και αναγκάστηκε να παραιτηθεί το 1977. Το δεξιό κόμμα ==Λικούντ==, υπό την πρωθυπουργία του Μεναχέμ Μπεγκίν, κέρδισε τις επακόλουθες εκλογές. Αυτό σημείωσε μια ιστορική αλλαγή στο Ισραηλινό πολιτικό σκηνικό αφού ήταν η πρώτη φορά από την ίδρυση του Ισραήλ, που ένας συνασπισμός που δεν ήταν υπό την ηγεσία του Εργατικού κόμματος έλεγχε την κυβέρνηση.
Ο Σαντάτ, που είχε μπει στον πόλεμο με σκοπό να ξαναπάρει το Σινά από το Ισραήλ, απογοητεύτηκε από τον αργό ρυθμό της ειρηνευτικής διαδικασίας. Το 1977 σε μια συνέντευξη του με τον δημοσιογράφο του CBS News, Γουόλτερ Κρόνκαϊτ, ο Σαντάτ παραδέχτηκε μετά από μια σειρά αιχμηρών ερωτήσεων πως ήταν ανοικτός σε έναν πιο εποικοδομητικό ειρηνευτικό διάλογο, που θα περιλάμβανε επισκέψεις αρχηγών κρατών. Αυτό φαινόταν ν’ ανοίγει την ροή των γεγονότων, αφού σε συνέντευξη του με τον ίδιο δημοσιογράφο, ο συνήθως ανένδοτος Μπεγκίν - που ίσως δεν ήθελε να συγκριθεί δυσμενώς με τον Σαντάτ - είπε πως κι εκείνος θα ήταν υποκείμενος σε καλύτερες σχέσεις και προσφέρθηκε να προσκαλέσει τον ομόλογο του. Έτσι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Σαντάτ προχώρησε στο άνευ προηγουμένου βήμα να επισκεφθεί το Ισραήλ, και έγινε ο πρώτος Άραβας ηγέτης που το έπραξε, και έτσι εν δυνάμει αναγνώρισε το Ισραήλ.
Αυτή η πράξη προώθησε την ειρηνευτική διαδικασία. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ προσκάλεσε τον Σαντάτ και τον Μπεγκίν σε μια σύνοδο κορυφής στο Καμπ Ντέιβιντ για να διαπραγματευτούν μια τελική ειρήνη. Οι συνομιλίες έγιναν από τις 5 μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 1978. Τελικά, οι συνομιλίες πέτυχαν, και το Ισραήλ και η Αίγυπτος υπέγραψαν την Ισραηλινό-Αιγυπτιακή Συνθήκη Ειρήνης το 1979. Το Ισραήλ απέσυρε τα στρατεύματα και τους εποίκους του από το Σινά, σε αντάλλαγμα με κανονικές σχέσεις με την Αίγυπτο και μια διαρκή ειρήνη. Πολλοί στην Αραβική κοινότητα εξοργίστηκαν με την ειρήνη της Αιγύπτου με το Ισραήλ. Η Αίγυπτος αποβλήθηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Ως τότε, η Αίγυπτος βρισκόταν «στο πηδάλιο του Αραβικού κόσμου». Οι εντάσεις της Αιγύπτου με τους Άραβες γείτονες της αποκορυφώθηκε με τον σύντομο Λίβυο-Αιγυπτιακό Πόλεμο του 1977.
Ο Σαντάτ δολοφονήθηκε δυο χρόνια αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου 1981, ενώ παρακολουθούσε την παρέλαση για την όγδοη επέτειο την έναρξης του πολέμου, από Ισλαμιστές στρατιώτες που δεν του συγχώρησαν την υπογραφή ειρήνης με το Ισραήλ.
παραπομπές[Επεξεργασία]
- ↑ 1,0 1,1 1,2 1,3 Ο αριθμός αναφέρεται σε μονάδες πυροβολικού με διαμέτρημα 100 mm και άνω
- ↑ 2,0 2,1 Ο Πόλεμος του Yom Kippur στο sem40.ru (Ρωσικά)
- ↑ Shazly σελ.244
- ↑ Shazly σελ.272
- ↑ Rabinovich, σελ. 314
- ↑ Shazly σελ.277
- ↑ Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, εκδ. Πατάκης, 2004, σελ.193
Πηγές[Επεξεργασία]
- Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, εκδ. Πατάκης, 2004
- Rabinovich, Abraham (2005) [2004]. The Yom Kippur War: The Epic Encounter That Transformed the Middle East. New York, NY: Schocken Books. ISBN 0 8052 4176 0.
- Shazly, Lieutenant General Saad el (2003). The Crossing of the Suez, Revised Edition (Revised έκδοση). American Mideast Research. σελ. 368. ISBN 0960456228.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία]
- haGalil.com: Der Jom-Kippur-Krieg
- Tagesschau.de: Der Jom-Kippur-Krieg
- Jewish virtual library: Jom-Kippur-Krieg