Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κωνσταντίνος Β΄
King Constantine.JPG
Περίοδος εξουσίας
6 Μαρτίου 1964 - 1 Ιουνίου 1973
Στέψη 6 Μαρτίου 1964
Ανάκτορα Αθηνών
Προκάτοχος Παύλος
Διάδοχος Κατάργηση Μοναρχίας
Πρίγκιπας της Δανίας
Περίοδος εξουσίας
2 Ιουλίου 1940 - Σήμερα
Οίκος Γκλύξμπουργκ
Γέννηση 2 Ιουνίου 1940 (1940-06-02) (74 ετών)
Παλαιό Ψυχικό, Αθήνα, Ελλάδα
Πατέρας Παύλος Α΄ της Ελλάδας
Μητέρα Φρειδερίκη της Ελλάδας
Σύζυγος Άννα-Μαρία
Επίγονοι Αλεξία
Παύλος
Νικόλαος
Θεοδώρα
Φίλιππος
Ολυμπιακό μετάλλιο
Ιστιοπλοΐα Ανδρών
Χώρα συμμετοχής: Flag of Greece (1822-1978).svg Ελλάδα
Χρυσό Ρώμη 1960 κατηγορία Ντράγκον

Ο Κωνσταντίνος Β΄, τέως Βασιλεύς των Ελλήνων (Αθήνα, 2 Ιουνίου 1940 - ) υπήρξε Βασιλιάς των Ελλήνων από το 1964 έως το 1967 (τυπικά έως το 1973 οπότε διενεργήθηκε το δημοψήφισμα της δικτατορίας) ενώ εξέπεσε οριστικά του αξιώματός του το 1974 με το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος στην Ελλάδα στο οποίο ο Ελληνικός λαός επέλεξε με ποσοστό 69,2% την Αβασίλευτη Δημοκρατία, ως μορφή πολιτεύματος στην Ελλάδα. Από το 1967 ζούσε αυτοεξόριστος στην Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, μέχρι το 2013, όπου ο ίδιος και η Άννα Μαρία επέστρεψαν μόνιμα στην Ελλάδα.

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Παλαιό Ψυχικό στις 2 Ιουνίου 1940 και γονείς του ήταν ο πρίγκιπας Παύλος της Ελλάδος, αδελφός και διάδοχος του τότε Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β΄, και η πριγκίπισσα του Ανοβέρου, της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη. Βαπτίστηκε στην Αθήνα με ανάδοχο τις Ένοπλες Δυνάμεις. Είναι μοναχογιός και έχει δύο αδελφές, τη Σοφία και την Ειρήνη. Η αδελφή του Σοφία είναι η σημερινή Βασίλισσα της Ισπανίας.

Η οικογένειά του ακολούθησε τη βασιλική οικογένεια, η οποία κατά τις παραμονές της ναζιστικής προέλασης στην Αθήνα μαζί με την Κυβέρνηση και την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας μέσω Κρήτης, κατέφυγαν στην Αίγυπτο, όπου και σχημάτισαν τη λεγόμενη «Κυβέρνηση της Αιγύπτου» και τέθηκαν επικεφαλής ελληνικών ταγμάτων που μάχονταν στην Αφρική κατά του Άξονα. Αργότερα διέμεινε στη Νότια Αφρική. Επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1946 με την παλινόρθωση της μοναρχίας και την επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου Β', ενώ ένα χρόνο αργότερα, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Γεωργίου, ο πατέρας του ανέβηκε στο θρόνο και ο Κωνσταντίνος ορίστηκε διάδοχος. Το 1955 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Δούκα της Σπάρτης και ένα χρόνο αργότερα άρχισε την εκπαίδευσή του στα Σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων τελειώνοντας τρεις στρατιωτικές σχολές σε δύο χρόνια.

Το 1960 στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ρώμης κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα στην κατηγορία "Ντράγκον" ως πηδαλιούχος του σκάφους "Νηρεύς" με πλήρωμα τους Οδυσσέα Εσκιτζόγλου και Γιώργο Ζαΐμη. Ήταν το πρώτο Χρυσό Ολυμπιακό Μετάλλιο της Ελλάδας από το 1912[1].

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1964 στην Αθήνα τη μικρότερη κόρη του Βασιλιά Φρειδερίκου της Δανίας, Πριγκίπισσα Άννα- Μαρία (γεν. 30 Αυγούστου 1946 Ανάκτορα Αμαλίενμποργκ, Κοπεγχάγη) και απέκτησαν πέντε παιδιά:

Η περίοδος της Βασιλείας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσφωνήσεις του
Βασιλέως Κωνσταντίνου Β΄
Royal Coat of Arms of Greece.svg
Προσφώνηση αναφοράς Μεγαλειότατος
Προφορική προσφώνηση Μεγαλειότατε
Εναλλακτική προσφώνηση Δ/Δ

Στις 6 Μαρτίου του 1964 ο Βασιλιάς Παύλος πέθανε από καρκίνο και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο 24χρονος Κωνσταντίνος ως Βασιλεύς των Ελλήνων Κωνσταντίνος Β΄ (ενώ ορισμένοι τον αριθμούσαν ΙΓ΄ ως συνεχιστή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων). Αν και δημοφιλής θεωρήθηκε νέος, άπειρος και ευρισκόμενος υπό την ισχυρή επιρροή της μητέρας του Βασίλισσας Φρειδερίκης. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκε την πριγκίπισσα της Δανίας Άννα–Μαρία, αδελφή της μετέπειτα Βασίλισσας της Δανίας Μαργαρίτας Β΄[2].

Η πολιτική κατάσταση εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα πολωμένη μεταξύ του Πρωθυπουργού και αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου Γεωργίου Παπανδρέου και του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ο οποίος ουσιαστικά υποκαθιστούσε τον αυτοεξόριστο ιδρυτή του κόμματος Κωνσταντίνο Καραμανλή.

«Ιουλιανά»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και αρχικά είχε δοθεί η εικόνα της αγαστής συνεργασίας μεταξύ του νεαρού μονάρχη και του γέροντα Πρωθυπουργού, το σκηνικό αυτό ανατράπηκε σύντομα με την παρέμβαση αυλικών συμβούλων, που προέτρεπαν τον Κωνσταντίνο να κρατήσει τον πλήρη έλεγχο του στρατού όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε, και ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε, την αντικατάσταση του αρχηγού του ΓΕΣ Γεννηματά. Στο στράτευμα κυριαρχούσαν αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στον Εμφύλιο πόλεμο και διατηρούσαν στενές επαφές με τον παλαιό κρατικό μηχανισμό. Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου προσπάθησε να αποστρατεύσει μερικούς από αυτούς συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των Ανακτόρων. Το Μάιο του 1965 ο Πρωθυπουργός αποφάσισε την αποπομπή του Υπουργού Εθνικής Αμύνης (ΥΕΑ), βασικού χρηματοδότη του αλλά και έντονα φιλομοναρχικού, Πέτρου Γαρουφαλιά αναλαμβάνοντας ο ίδιος το Υπουργείο. Ο Βασιλιάς με πρόσχημα την εκδικαζόμενη τότε υπόθεση "ΑΣΠΙΔΑ", στην οποία φερόταν να εμπλέκεται ο γιος του Πρωθυπουργού, Ανδρέας Παπανδρέου, απέφευγε να δεχτεί σε ακρόαση τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης αρνούμενος, κατά παραβίαση του Συντάγματος, την απόφασή του για ανάληψη από τον ίδιο του ΥΕΑ. Τότε ξέσπασε κρίση μεταξύ των δύο ανδρών συνοδευόμενη από ανταλλαγή οξέων επιστολών. Τελικά ο Γεώργιος Παπανδρέου ανέβηκε στα Ανάκτορα στις 15 Ιουλίου 1965 και κατόπιν έντονης λογομαχίας υπέβαλε προφορικά την παραίτησή του. Λίγο αργότερα ο Κωνσταντίνος όρκισε την πρώτη κυβέρνηση των "Αποστατών", με πρόεδρο τον ακαδημαϊκό και μέχρι τότε Πρόεδρο της Βουλής Γεώργιο Αθανασιάδη – Νόβα, ανοίγοντας ένα μακρύ κύκλο πολιτικής κρίσης και αστάθειας με συνεχή εναλλαγή κυβερνήσεων.

Η πολιτική των Ανακτόρων στη διάρκεια των Ιουλιανών ήταν η στήριξη κυβερνήσεων αποτελούμενων από στελέχη της Ενώσεως Κέντρου τα οποία είχαν αποστατήσει, προκειμένου να αποτραπούν οι εκλογές, που κατά πάσα πιθανότητα θα επανέφεραν στην εξουσία τον Παπανδρέου. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός της Ε.Ρ.Ε., που είχε στηρίξει την Αποστασία και τις βασιλικές επιλογές ανέφερε για τους αποστάτες βουλευτές της Ε.Κ: «Το χειρότερον... είναι ότι η απόσπασις των αναγκαίων βουλευτών... έγινε με εξαγοράν συνειδήσεων... με τον υπουργικόν θώκον ή και με άλλα ακατονόμαστα μέσα...».

Η καταψήφιση από τη Βουλή της κυβέρνησης Νόβα ανάγκασε στο σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον, παλιό Υπουργό της Κυβέρνησης του Βουνού, Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τρίτη στη σειρά κυβέρνηση ήταν αυτή του Στέφανου Στεφανόπουλου, που κατάφερε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης και παρέμεινε έως το Δεκέμβριο του 1966. Πριν όμως του δοθεί το πρωθυπουργικό αξίωμα, Ο Στ. Στεφανόπουλος είχε σχολιάσει τα γεγονότα της Αποστασίας λέγοντας (23.7.65): "Αυτό το οποίον εγένετο, αποτελεί έγκλημα κατά του κόμματος, κατά της Δημοκρατίας, κατά των εθνικών συμφερόντων." Και πρόσθετε, καταλυτικά: "Οι βασιλείς διαιρούν, είναι αναμφισβήτητον και δεδομένον!"(9.8.65).

Εντωμεταξύ το αντιμοναρχικό ρεύμα μεγάλωνε καθοδηγούμενο από τον αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου, το γιο του Ανδρέα και πολλά στελέχη του κεντρώου και αριστερού χώρου. Οι φήμες για την επιβολή δικτατορίας αύξαναν και συζητούνταν ευρέως ακόμη και εντός του Κοινοβουλίου. Υπήρχε η αίσθηση πως το πραξικόπημα θα υποκινούνταν από το Βασιλιά και θα περιελάμβανε ανώτατους αξιωματικούς πιστούς στο στέμμα. Αυτή η θεωρία υποστηρίζεται από αρκετούς σύγχρονους ερευνητές. Το Δεκέμβριο του 1966, κατόπιν συμφωνίας των δύο κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων, ανατέθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο διοικητή της Εθνικής Τραπέζης Ιωάννη Παρασκευόπουλο με σκοπό τη διενέργεια εκλογών το Μάιο του 1967. Στις 4 Απριλίου, μετά την παραίτηση Παρασκευόπουλου, δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Η ενέργεια αυτή του Βασιλιά χαρακτηρίστηκε πραξικοπηματική από τον Παπανδρέου και ο ίδιος ο μονάρχης "κομματάρχης της Ε.Ρ.Ε.". Με δεδομένη την καταψήφιση της κυβέρνησης Κανελλόπουλου από τη Βουλή προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 28 Μαΐου.

Ο Κωνσταντίνος και η Δικτατορία της 21ης Απριλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ ανάμεσα σε μέλη της δικτατορικής κυβέρνησης αμέσως μετά την ορκωμοσία του δεύτερου κλιμακίου στις 22 Απριλίου 1967. Διακρίνονται οι Παπαδόπουλος, Κόλλιας, Σπαντιδάκης (πρώτη σειρά), Ζωιτάκης, Παττακός (δεύτερη σειρά).

Τη νύχτα της 20ης προς 21η Απριλίου 1967 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα. Η αναποφασιστικότητα του Κωνσταντίνου τη νύχτα του πραξικοπήματος αντικατοπτρίζεται στις τηλεφωνικές συνομιλίες του από τα θερινά Ανάκτορα του Τατοΐου, όπου διέμενε. Στις 2.30, ξύπνησε από το τηλεφώνημα του Αθανασίου Σπανίδη, απόστρατου ναυάρχου, ο οποίος βρισκόταν στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Ο Σπανίδης, αφού ενημέρωσε το Βασιλιά για τα γεγονότα, εισηγήθηκε απόπλου του στόλου για την Κρήτη και το σχηματισμό εκεί νόμιμης κυβέρνησης. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στον Κωνσταντίνο ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Ράλλης, από το κέντρο αμέσου δράσεως της Χωροφυλακής, στο Μαρούσι. Και αυτός με τη σειρά του εισηγήθηκε να μετακινηθούν από την επαρχία νομιμόφρονες στρατιωτικές δυνάμεις κυρίως της αεροπορίας, όπου οι κινηματίες δεν είχαν ερείσματα, όσο υπήρχε ακόμη χρόνος. Και στις δύο περιπτώσεις ήταν κατηγορηματικά αντίθετος, θέλοντας να αποφύγει την αιματοχυσία και να μάθει τα κίνητρα των πραξικοπηματιών.

Έτσι, όταν στις 5.30 το πρωί δέχτηκε τους επικεφαλής, Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο, οι συνομιλίες του ήταν διαπραγματευτικού χαρακτήρα και περιορίστηκαν στη σύνθεση της νέας δικτατορικής κυβέρνησης, γνωστής ως η Χούντα των Συνταγματαρχών.

Μετά από επιμονή του Κωνσταντίνου, μπόρεσε και συνομίλησε με τον Πρωθυπουργό Π. Κανελλόπουλο, που ήταν κρατούμενος στο Πεντάγωνο. Ο Κανελλόπουλος δεν μπόρεσε να προτείνει μια σοβαρή και πραγματοποιήσιμη λύση. ΄Ετσι, ο Κωνσταντίνος, ακολούθησε τη συμβουλή του τρίτου συνομιλητή του, Σπύρου Μαρκεζίνη, αρχηγού ενός μικρού συντηρητικού κόμματος, να επιδιώξει τη συνδιαλλαγή μαζί τους. Προσπάθησε να δηλώσει την αντίθεσή του προς αυτούς, όταν κατά την φωτογράφιση της «επαναστατικής» κυβέρνησης, φωτογραφήθηκε μαζί τους σκυθρωπός, αντί για χαμογελαστός ως συνήθως. Αργότερα, ο Κωνσταντίνος αν και εξήγησε το κίνητρο της φωτογράφισης, παραδέχθηκε ότι δεν πέτυχε τον σκοπό της.

Στην προσφώνησή του της 26ης Απριλίου 1967, για το νέο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών δήλωσε: «Είμαι βέβαιος ότι με την ευχήν του Θεού, με την προσπάθειαν υμών και προπαντός με την βοήθειαν του λαού, θα επιτευχθή ταχέως η οργάνωσις Κράτους Δικαίου, μιας αληθούς και υγιούς Δημοκρατίας».

Ωστόσο, τήρησε στάση επιφυλακτική απέναντί τους, καθώς μια δικτατορία μικρομεσαίων αξιωματικών είχε ιδεολογικά χαρακτηριστικά κατά της αστικής τάξης, την οποία ο θεσμός της Βασιλείας εκπροσωπούσε. Σε ταξίδι του στην Αμερική για να συναντηθεί με τον Πρόεδρο Τζόνσον, λίγους μήνες αργότερα, σε ερώτηση δημοσιογράφων για την κυβέρνησή του, ο Κωνσταντίνος απάντησε «δεν είναι κυβέρνησίς μου», προκαλώντας την δυσαρέσκεια των «σκληρών» της Χούντας.

Το αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Δεκεμβρίου ο Βασιλιάς συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειάς του και τον Πρωθυπουργό Κ. Κόλλια, αποπειράθηκε Αντικίνημα. Στην αρχή κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλονίκη, όπου στη διαδρομή, πληροφορήθηκε ότι οι Χουντικές δυνάμεις συνέλαβαν τους αξιωματικούς του κινήματός του. Προσγειώθηκε στη Καβάλα και προσπάθησε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του, με στόχο την ανατροπή της δικτατορίας. Αλλά ενώ το Ναυτικό και η Αεροπορία συντάχτηκαν και παρέμεναν μαζί του, ο Στρατός παρέμεινε πιστός στη Χούντα. Ο Κωνσταντίνος θέλοντας να αποφύγει την αιματοχυσία και την αποδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων σε περίοδο κρίσης με την Τουρκία εγκατέλειψε την προσπάθεια και αναχώρησε, μαζί με όσους τον συνόδευαν, στη Ρώμη. Αμέσως μετά ο Παπαδόπουλος ανέλαβε Πρωθυπουργός, διορίζοντας το στρατηγό Γεώργιο Ζωιτάκη Αντιβασιλέα.

Βασιλιάς στο εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού εγκατέλειψε την Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος θέλησε αρχικά να αποστασιοποιηθεί από τους συνταγματάρχες. Δήλωνε επανειλημμένως ότι πλαστογράφησαν την υπογραφή του και ότι τον εκβίαζαν απειλώντας τον για τη ζωή των μελών της οικογένειάς του. Επίσης δήλωνε ότι εξέφρασε εξ αρχής την αντίθεσή του στο πραξικόπημα ποζάροντας συνοφρυωμένος στη φωτογραφία ορκωμοσίας της χουντικής κυβέρνησης, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική του να ποζάρει χαμογελαστός, και ότι μέσω αυτής της φωτογραφίας έστελνε το μήνυμα της δυσαρέσκειάς του στον ελληνικό λαό.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η αρχική δυσφορία του Κωνσταντίνου προς τους πραξικοπηματίες, οφειλόταν στο γεγονός ότι εμπόδισαν στην πραγματοποίηση άλλου πραξικοπήματος, σχεδιασμένου να εκτελεστεί από τους στρατηγούς και στο οποίο ο Κωνσταντίνος θα είχε μεγαλύτερο έλεγχο. Ο στρατηγός Σόλων Γκίκας, ιδρυτής του ΙΔΕΑ και υπουργός Δημοσίας Τάξεως στην κυβέρνηση Καραμανλή, το 1974 ανέφερε: «Οι στρατηγοί ετοίμαζαν το δικό τους πραξικόπημα... που θα γινόταν για λογαριασμό του βασιλέως και των συντηρητικών».

Από την άλλη μεριά, εξακολούθησε να εισπράττει τη βασιλική επιχορήγηση έως το 1973 και επιπλέον απέστειλε στον Γ.Παπαδόπουλο συγχαρητήριο τηλεγράφημα "επί τη διασώσει", μετά την αποτυχημένη απόπειρα εναντίον του από τον Αλέκο Παναγούλη. Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους η χούντα διαπραγματεύτηκε με τον Κωνσταντίνο μέσω μεσαζόντων τους όρους για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αλλά ο Κωνσταντίνος επέμενε στην πλήρη αποκατάσταση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ως προϋπόθεση, γεγονός, που δεν έβρισκε σύμφωνο τον Παπαδόπουλο. Αντ' αυτού το καθεστώς εκπόνησε ένα νέο Σύνταγμα τον Νοέμβριο του 1968, που διατήρησε το θεσμό της μοναρχίας αλλά τον απογύμνωσε της ισχύος του και προέβλεπε μόνιμη αντιβασιλεία έως ότου επέλεγε να δεχτεί ο Κωνσταντίνος τη νέα κατάσταση. Αυτό συνεχίστηκε έως το 1972, όταν ο Παπαδόπουλος απομάκρυνε το Ζωιτάκη και έγινε ο ίδιος Αντιβασιλέας.

Στις 3 Ιουλίου 2006 η εφημερίδα Ελευθεροτυπία δημοσίευσε σημαντικά νέα στοιχεία[3] που υποστηρίζουν ότι η εικόνα του βασιλέα που μάχεται στην εξορία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην πατρίδα του και τηρεί εχθρική στάση προς τους πραξικοπηματίες είναι ένας μύθος. Τα νέα στοιχεία, που προέρχονται από τις αποχαρακτηρισμένες αναφορές Γερμανών και Αμερικανών αξιωματούχων προς τα προϊστάμενα υπουργεία των χωρών τους δείχνουν αντίθετα ένα Κωνσταντίνο που δέχεται να επιστρέψει υπό οποιουσδήποτε όρους. Τα έγγραφα ερευνήθηκαν συστηματικά από τον καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης Μόενς Πελτ στη μελέτη του Προσδένοντας την Ελλάδα στη Δύση (Tying Greece to the West)[4] και σε αυτή τη μελέτη βασίζεται και το σχετικό άρθρο της Ελευθεροτυπίας. Από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα προκύπτει ότι ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τη δικτατορία και ιδιαίτερα με τον Παπαδόπουλο μέσω του Γερμανού και του Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα για να καταστήσει σαφές ότι:

  • Ήταν πρόθυμος να επιστρέψει άνευ όρων στην Ελλάδα και να συγκυβερνήσει με τους πραξικοπηματίες. Δεχόταν μάλιστα, όταν επιστρέψει, να τεθεί υπό εικοσιτετράωρη καθημερινή επιτήρηση από ανθρώπους έμπιστους της δικτατορίας.
  • Ήταν αντίθετος με κάθε διεθνή πίεση προς τη δικτατορία για αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών. Στις πιέσεις αυτές συμπεριλαμβάνονταν η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης και η διακοπή της Αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Ο Κωνσταντίνος προσφερόταν μάλιστα να εργαστεί για την αναστολή κάθε διεθνούς κριτικής εναντίον της επανάληψης της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Χαρακτήρισε «αντιπατριωτική πράξη» κάθε τέτοια κριτική από Έλληνες.
  • Αποδεχόταν το δικτατορικό Σύνταγμα του 1968 και το θεωρούσε ως ένα ικανοποιητικό πλαίσιο άσκησης των πολιτικών ελευθεριών.
  • Δεν σκόπευε να αποκαταστήσει τους αξιωματικούς που είχαν υποστηρίξει τον ίδιο στο λεγόμενο αντιπραξικόπημα του Δεκεμβρίου 1967.
  • Επιδίωκε συνάντηση με τον Παπαδόπουλο εκτός Ελλάδας για το διακανονισμό της επιστροφής του.

Το τέλος της Βασιλείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δημοψήφισμα του 1973

Μέχρι το 1973 είχε αυξηθεί η αντίδραση του λαού προς το στρατιωτικό καθεστώς. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα "Βραδυνή" o Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής δήλωνε ότι μόνη λύση είναι η επιστροφή του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα, η ανάθεση σχηματισμού της κυβέρνησης σε πολιτικούς και προκήρυξη εκλογών. Την ίδια εποχή, τέλη Μαΐου, ανώτεροι αξιωματικοί του κατά ένα μεγάλο μέρος φιλοβασιλικού Ελληνικού Ναυτικού οργάνωσαν το Κίνημα του Ναυτικού, στο οποίο δεν αναμείχθηκε ο Κωνσταντίνος. Ο Παπαδόπουλος εκδικούμενος προέβη στην ανακήρυξη της Ελλάδας σε "Προεδρική Δημοκρατία", την 1 Ιουνίου 1973, απόφαση που επιβεβαιώθηκε από ένα δημοψήφισμα τον Ιούλιο. Πριν το δημοψήφισμα εκδηλώθηκε μεγάλη εκστρατεία της δικτατορίας υπέρ του ΝΑΙ (εναντίον δηλαδή της μοναρχίας). Αυτό το δημοψήφισμα δεν αναγνωρίστηκε από κανένα πολιτικό κόμμα.

Την 1 Ιουνίου 1973 έπαψε και τυπικά ο Κωνσταντίνος να είναι Βασιλιάς των Ελλήνων. Οι πολιτικοί δεν αναγνώρισαν την αλλαγή του πολιτεύματος και δήλωσαν, με σύμφωνη γνώμη του Κωνσταντίνου, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη μορφή του πολιτεύματος, όταν αποκατασταθεί η Δημοκρατία στην Ελλάδα.

Ο Γ. Παπαδόπουλος ανέλαβε καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας διορίζοντας ταυτόχρονα μία κυβέρνηση πολιτικών προσώπων με επικεφαλής τον παλαιό αρχηγό του Κόμματος των Προοδευτικών Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, σκοπεύοντας σε φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος. Τον Νοέμβριο όμως του 1973, μετά τα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, ο Παπαδόπουλος ανατράπηκε από τον Ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, τον αποκαλούμενο "αόρατο δικτάτορα", και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης.

Η πτώση της δικτατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 και τα επακόλουθα γεγονότα οδήγησαν στην πτώση της δικτατορίας. Σύμφωνα με τον Λεωνίδα Παπάγο (στο βιβλίο του «Σημειώσεις 1967 -1977»), λόγω της κρίσιμης κατάστασης, ο Κωνσταντίνος μίσθωσε ένα διαμέρισμα στο ξενοδοχείο Κλάριτζες, ώστε να είναι ευκολότερα προσιτός σε όποιον ζητούσε να τον δει και να έχει μεγαλύτερη ευχέρεια για τηλεφωνικές επαφές.[5] Εκεί έμαθε στις 23 Ιουλίου 1974 την πτώση της δικτατορίας. Αμέσως τηλεφώνησε στον πρώην Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, στο Παρίσι, για να του μεταδώσει ότι έπεσε η δικτατορία και ότι ο ηγέτης της Στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης κάλεσε πολιτικο-στρατιωτικό συμβούλιο.

Το απόγευμα τηλεφώνησε ο Καραμανλής και έδωσε την πληροφορία ότι ανατέθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης στους Κανελλόπουλο και Μαύρο. «Κατά τα φαινόμενα», πρόσθεσε, «μόνο εσείς και εγώ μένουμε έξω».

Το βράδυ έγινε νέο τηλεφώνημα του Κ. Καραμανλή στον Κωνσταντίνο. Η τηλεφωνήτρια ανήγγειλε «Ο πρόεδρος της Ελλάδας είναι στο τηλέφωνο». «Tι θα κάνω, Μεγαλειότατε! Με πήραν στο τηλέφωνο ο Γκιζίκης και ο Αβέρωφ και μου ζήτησαν να γυρίσω αμέσως» λέει ο Καραμανλής και συνεχίζει σε νευρική, μάλλον, κατάσταση «δεν ξέρω τι να κάνω, αλλά ούτε έχω και μέσον να πάω αμέσως στην Ελλάδα».(Εκ των υστέρων λύθηκε το πρόβλημα αυτό, γιατί ο Γάλλος Πρόεδρος Ζισκάρ ντ' Εστέν διέθεσε το αεροπλάνο του). «Θα επιστρέψω στην Ελλάδα» είπε ο Καραμανλής «και θα δώσω συνταγματικήν λύσιν και θα γυρίσετε. Έως τώρα δεν έθεσα ζήτημα θεσμού εις την Χούντα δια να μην δημιουργηθούν αντιδράσεις. Μόλις φθάσω, θα το θέσω και παρακαλώ να είστε στο τηλέφωνο δια να σας ειδοποιήσω να γυρίσετε και να ορκιστή η κυβέρνησις ενώπιον του νομίμου αρχηγού του κράτους».

Ο Κωνσταντίνος του δήλωσε ότι είναι έτοιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του και τέλος είπε στον Καραμανλή «..το έργο που αναλαμβάνετε είναι δυσκολότατον και θα κάνω ότι μπορώ να σας βοηθήσω. Ο Θεός μαζί σας» . Ο Καραμανλής συγκινημένος έκλεισε τη συνομιλία λέγοντας «Εκτιμώ βαθύτατα όσα μου λέτε, Μεγαλειότατε, και θα σας πάρω το βράδυ στο τηλέφωνο».

Ουδεμία τηλεφωνική κλήση ήλθε από την Αθήνα ποτέ και έκτοτε δε, απέφυγε κάθε προσωπική επαφή με τον Κωνσταντίνο. Στην τηλεφωνική αυτή συνδιάλεξη ήταν παρών και ο ευρισκόμενος στο Παρίσι διευθυντής της Βραδυνής, Αθανασιάδης, που το εκμυστηρεύτηκε λίγες ημέρες πριν τη δολοφονία του.

Το δημοψήφισμα για την επιλογή πολιτεύματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δημοψήφισμα του 1974

Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επαναφέρθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952 εξαιρουμένων των διατάξεων για τη μορφή του πολιτεύματος. Παράλληλα ο Κ. Καραμανλής ανήγγειλε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη λύση του πολιτειακού. Ο ίδιος ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, που παραδοσιακά στήριζε τη μοναρχία, δεν έκανε καμία κίνηση υπέρ του Κωνσταντίνου. Γεγονός όμως είναι ότι του απαγορεύτηκε η επιστροφή στην Ελλάδα πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και του δόθηκε η δυνατότητα να απευθυνθεί στον Ελληνικό λαό μέσω τηλεοπτικού διαγγέλματος.

Οι Έλληνες πολίτες ψήφισαν υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, τιμωρώντας τον Κωνσταντίνο για την προδικτατορική εξέλιξη των γεγονότων, και για τη συνεργασία του με τους χουντικούς συνταγματάρχες. Στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, η αβασίλευτη δημοκρατία συγκέντρωσε μεγάλη πλειοψηφία 69,2% έναντι 30,8% της βασιλευομένης. Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ο Κωνσταντίνος Καραμανλής φέρεται να δήλωσε ότι:

«Ένα καρκίνωμα αποκόπηκε σήμερα από το σώμα του έθνους».

Ο Κωνσταντίνος απηύθυνε την επόμενη της ψηφοφορίας το ακόλουθο μήνυμα:

«Έλληνες και Ελληνίδες. Πιστός στη διακήρυξή μου, επαναλαμβάνω ότι προέχει η εθνική ενότητα χάριν της ομαλότητας, της προόδου και της ευημερίας της Χώρας και εύχομαι ολόψυχα οι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα που προέκυψε από τη χθεσινή ψηφοφορία »

Πρώην βασιλική περιουσία και δικαστικές προσφυγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος δεν εξορίστηκε επίσημα ούτε αποστερήθηκε την περιουσία ή την υπηκοότητά του μετά το δημοψήφισμα, αλλά αποθαρρύνθηκε έντονα να επιστρέψει στην Ελλάδα, και δεν επέστρεψε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1981 και μόνο για την κηδεία της μητέρας του, πρώην Βασίλισσας Φρειδερίκης. Υπήρξαν επίσης νομικές προστριβές με το ελληνικό κράτος, δεδομένου ότι ο Κωνσταντίνος αδυνατούσε ή ήταν απρόθυμος να πληρώσει τους φόρους ιδιοκτησίας του στην Ελλάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του '90 άρχισε να εμφανίζεται συχνά στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Το 1992 σύναψε συμφωνία με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, δια της οποίας εκχωρούσε το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα σε ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα με αντάλλαγμα την απόδοση των παλαιών θερινών ανακτόρων του Τατοΐου και το δικαίωμα να εξαχθεί ένας μεγάλος αριθμός κινητών περιουσιακών στοιχείων από τη χώρα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο κερκυραϊκός λαός πραγματοποίησε κατάληψη στο ανάκτορο Μον Ρεπό διαδηλώνοντας κατά της συμφωνίας και δηλώνοντας ότι το ανάκτορο ανήκει στον κερκυραϊκό λαό και όχι στον μονάρχη. Επίσης το 1992 εξήχθη από τη χώρα μέρος της κινητής περιουσίας που βρισκόταν στα παλαιά ανάκτορα Τατοΐου, η οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα συμπεριλάμβανε κλασικές και βυζαντινές αρχαιότητες.

Το 1993 έκανε μια πρώτη μεγάλη επίσκεψη στην Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση ενοχλήθηκε από αυτή την περιοδεία του και αντιμέτωπη με τις όλο και ισχυρότερες διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης του ζήτησε να αποχωρήσει. Το 1994, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου ακύρωσε με νέο νόμο τη συμφωνία του 1992 και αφαίρεσε από τον Κωνσταντίνο την ιδιοκτησία του στην Ελλάδα και την ελληνική ιθαγένεια.[6]

Ως όρο για την επανάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας ο νόμος έθετε την υιοθέτηση από τον Κωνσταντίνο και τα μέλη της οικογένειάς του επωνύμου και την εγγραφή τους στα ληξιαρχεία της χώρας.

Ο τέως βασιλιάς άσκησε προσφυγή κατά της Ελλάδας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ισχυριζόμενος ότι ο νόμος για τη βασιλική περιουσία παραβίαζε διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και ζητώντας ως αποζημίωση για την περιουσία του 470 εκατομμύρια ευρώ. Δικαιώθηκε πλήρως όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά του επιδικάσθηκε αποζημίωση μόλις 14 εκατομμυρίων ευρώ για την περιουσία του. Το Ελληνικό Κράτος κατέβαλε αυτό το ποσό από τον προϋπολογισμό "φυσικών καταστροφών", θέλοντας να κάνει έναν πολιτικό υπαινιγμό, και εξέδωσε το σχετικό πιστωτικό εκκαθαριστικό από τη ΔΟΥ Αχαρνών (Μενιδίου) ως κατά τόπον αρμόδια, με το σκεπτικό ότι τελευταίος τόπος διαμονής του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα ήταν τα Ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος, στη συνέχεια, αφού παρέλαβε μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου το ποσό, ανήγγειλε τη δημιουργία του Ιδρύματος «Άννα Μαρία» ως φορέα διάθεσης της αποζημίωσής του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Ιδιωτεύων τέως μονάρχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάργηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας το 1974, επανειλημμένα έχει δηλώσει ότι αναγνωρίζει τη δημοκρατία, τους νόμους και το Σύνταγμα της Ελλάδας, αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον τίτλο "βασιλιάς Κωνσταντίνος," αν και δεν χρησιμοποιεί πλέον το "Κωνσταντίνος, Βασιλεύς των Ελλήνων" (μόνο στην Ελλάδα).

Έλληνες πολιτικοί υποστήριξαν ότι ο Κωνσταντίνος θα έπρεπε να διαθέτει επώνυμο, εφόσον δεν κατέχει πλέον το βασιλικό αξίωμα. Το επίσημο Ελληνικό διαβατήριο του Κωνσταντίνου τον προσδιόριζε ως "Κωνσταντίνο, πρώην βασιλέα των Ελλήνων". Όμως, με βάση τον νόμο του 1994, το διαβατήριο αυτό του αφαιρέθηκε μαζί με την ιθαγένεια.[6] Ο νόμος του δίνει τη δυνατότητα να τα ανακτήσει μόνο εάν υιοθετήσει επώνυμο, κατά το πρότυπο άλλων έκπτωτων βασιλικών δυναστειών της Ευρώπης. Ο Κωνσταντίνος αρνείται να αποκτήσει επώνυμο για λόγους αρχής: "Δεν έχω επώνυμο - η οικογένειά μου δεν έχει επώνυμο. Ο νόμος που ο κ. Παπανδρέου (εννοεί τον Ανδρέα Παπανδρέου) πέρασε βασικά λέει ότι θεωρεί ότι δεν είμαι Έλληνας και ότι η οικογένειά μου ήταν Ελληνική μόνο ενόσω ασκούσαμε τα μοναρχικά μας καθήκοντα, και έπρεπε να παρουσιαστώ και να αποκτήσω ένα επώνυμο. Το πρόβλημα είναι ότι η οικογένειά μου προέρχεται από τη Δανία, και η Δανική βασιλική οικογένεια δεν έχει επώνυμο." Το Glücksburg, είπε, δεν ήταν επώνυμο αλλά το όνομα μιας πόλης.

Ο Κωνσταντίνος διαθέτει διπλωματικό διαβατήριο της Δανίας ως "Constantine de Grecia" (ισπανικά το "Κωνσταντίνος της Ελλάδας") ενώ οι σύγχρονες συνθήκες διακίνησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και η εξέλιξη των πολιτικών ηθών στην Ελλάδα έχουν καταστήσει ξεπερασμένο το ζήτημα του διαβατηρίου για ταξίδια προς την Ελλάδα.
Εκτός Ελλάδος, απουσία οποιασδήποτε πολιτικής φόρτισης, ο Κωνσταντίνος εξακολουθεί να προσφωνείται "Μεγαλειότατος" (His Majesty) και "Βασιλεύς Κωνσταντίνος" σε επίσημες τελετές και εκδηλώσεις, όπως ορίζουν οι διεθνώς αποδεκτοί κανόνες συμπεριφοράς[7][8].

Σύμφωνα με δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε από την Κάπα Research ΑΕ για λογαριασμό της εφημερίδας "Το Βήμα" και δημοσιεύθηκε στις 22 Απριλίου 2007, στο οποίο η συλλογή στοιχείων έγινε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων και μέσω Διαδικτύου, μόλις το 11,6% δήλωσε υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας[9]. Ο Κωνσταντίνος μετά τον γάμο του γιου του Νικολάου, επέστρεψε με την Άννα-Μαρία στην Ελλάδα και κατοικεί στο Πόρτο-Χέλι.

Ο Κωνσταντίνος, είναι επίτιμος πρόεδρος της Διεθνούς Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας μαζί με τον βασιλιά τής Νορβηγίας, Χάραλντ Ε΄[10].

Πίνακας προγόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sailing Greece Channel, 27-11-2010.
  2. Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο , Γάμος του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ και της Πριγκίπισσας της Δανίας Άννας-Μαρίας στην Αθήνα.
  3. Άρθρο στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία του Τάκη Μίχα, δημοσίευση 3 Ιουλίου 2006
  4. Mogens Pelt, Tying Greece to the West (Studies in 20th & 21st Century European History), Museum Tusculanum ISBN 87-7289-583-7.
  5. Λεωνίδας Αλ. Παπάγος, Σημειώσεις 1967-1977, Εκδόσεις Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν, Αθήνα 1999, σελ 528, ISBN 960-7079-69-9
  6. 6,0 6,1 Νόμος υπ’ αριθ. 2215 της 11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ 77 Α΄) Ρύθμιση θεμάτων της απαλλοτριωμένης περιουσίας της έκπτωτης βασιλικής οικογένειας της Ελλάδας
  7. Διεθνής Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία: "Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απένειμε το Τρόπαιο Beppe Croce της ISAF"
  8. Ολυμπιακό Κίνημα, επίσημη ιστοσελίδα: "HM King Constantine"
  9. *Εφημερίδα «Το Βήμα» - φ. 15044, Κυριακή 22 Απριλίου 2007, Έρευνα της Κάπα Research αποκαλύπτει τη δυσαρέσκεια των πολιτών προς τα κόμματα και την προτίμησή τους στην Προεδρική Δημοκρατία
  10. ISAF : Executive Committee

Εξωτερικοί δεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:


Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Παύλος Α΄
Βασιλεύς των Ελλήνων
1964-1973
Διάδοχος
-