Αποστασία του 1965

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Αποστασία ή Ιουλιανά αναφέρεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας η περίοδος πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 έως την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Μετά την παραίτηση Παπανδρέου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις από μέλη της Ενώσεως Κέντρου παρά τη σφοδρή αντίθεση του αρχηγού της Γ. Παπανδρέου και της πλειοψηφίας των βουλευτών της. Οι πρωθυπουργοί και υπουργοί αυτών των κυβερνήσεων, καθώς και οι βουλευτές της Ε.Κ. που τελικά στήριξαν αυτές τις κυβερνήσεις χαρακτηρίστηκαν αποστάτες, καθώς υπήρχε η εντύπωση σε πολιτικούς, δημοσιογράφους αλλά και ιστορικούς ότι η στήριξη που παρείχαν δεν πήγαζε από πολιτική ή ιδεολογική συμφωνία, αλλά ήταν προϊόν χρηματισμού και υποσχέσεων για ανάληψη κυβερνητικών αξιωμάτων. Η περίοδος αυτή ήταν περίοδος πολιτικής αστάθειας και εντάσεων με έντονη την ανάμιξη του νεαρού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου στα πολιτικά πράγματα της χώρας κατά παράβαση του Συντάγματος του 1952. Οδήγησε σε απαξίωση των πολιτικών και άνοιξε τον δρόμο στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Χρονικό της κρίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραίτηση Γ. Παπανδρέου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ένωσις Κέντρου είχε νικήσει στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία των ελληνικών εκλογών (52,72%) και ο Γ. Παπανδρέου είχε σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με 171 βουλευτές. Αφορμή για την παραίτησή του από την πρωθυπουργία τον Ιούλιο του 1965 υπήρξε η διαμάχη του με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού ΓΕΣ. Ο Παπανδρέου επιθυμούσε να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά και τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Γεννηματά, οι οποίοι κατά την άποψή του ελέγχονταν από το παλάτι, με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο ίδιος ο Γαρουφαλιάς είχε την άποψη ότι ο Γ. Παπανδρέου επιθυμούσε, παγίως και με συνεχείς παρεμβάσεις, να κομματικοποιήσει τις Ένοπλες Δύνάμεις και να πλήξει το αξιόμαχό τους, ιδιαίτερα εν όψη της απειλής της Τουρκίας στην Κύπρο. Ο Γ. Παπανδρέου είχε εκδηλώσει την πρόθεση να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Ο βασιλιάς αρνούνταν να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, προβάλλοντας ως αιτιολογία τη φημολογούμενη εμπλοκή του γιου του (Ανδρέα Παπανδρέου) στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Ο Γαρουφαλιάς παρά την αποπομπή του, ακόμα κι αφού ο Γ. Παπανδρέου τον διέγραψε από την Ένωση Κέντρου, αρνούνταν να εγκαταλείψει το υπουργείο. Κατά τον Π. Γαρουφαλιά, η άρνησή του ίδιου οφειλόταν στην αντίστασή του κατά της κομματικοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τελικά ο Γ. Παπανδρέου πρότεινε να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε, είτε επειδή επιθυμούσε να τοποθετηθεί πρόσωπο της δικής του εμπιστοσύνης είτε επειδή ο Γ. Παπανδρέου ήταν πατέρας του Α. Παπανδρέου και συνεπώς θα είχε προφανές διαπλεκόμενο συμφέρον με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Τότε ο Παπανδρέου θεώρησε ότι είναι απαράδεκτο ο πρωθυπουργός να μην μπορεί να αναλάβει όποιο υπουργείο επιθυμεί («πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν») και παραιτήθηκε.

Στο χρονικό διάστημα 8-14 Ιουλίου είχε προηγηθεί ανταλλαγή πέντε οξύτατων επιστολών μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Παπανδρέου, σχετικά με την υπογραφή του διατάγματος για την αντικατάσταση του Γαρουφαλιά, καθώς και μία μεταξύ τους συνάντηση στην Κέρκυρα. Ο βασιλιάς βρισκόταν στο διάστημα αυτό εκεί, στο ανάκτορο Μον Ρεπό, όπου επρόκειτο να γεννήσει η βασίλισσα Άννα Μαρία το πρώτο τους παιδί, την Αλεξία.

Οι επιστολές του βασιλιά, κατά τον Γεώργιο Παπανδρέου, συνιστούσαν αντισυνταγματική επέμβασή του στη διακυβέρνηση της χώρας. Στις 7:00 το απόγευμα της 15ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε στα ανάκτορα (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο, στην οδό Ηρώδου Αττικού) η τελευταία συνάντηση του Κωνσταντίνου με τον Παπανδρέου. Διήρκεσε μόνο δέκα λεπτά και επιβεβαίωσε την προδιαγεγραμμένη ρήξη. Όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε και πάλι να υπογράψει το διάταγμα, ο Παπανδρέου δήλωσε ότι επρόκειτο να υποβάλλει εγγράφως την παραίτηση της κυβέρνησης την επομένη.

Κατά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και οι δύο πλευρές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδιαλλαξία.

Κυβέρνηση Αθανασιάδη-Νόβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πενήντα λεπτά μετά την προφορική δήλωση Παπανδρέου και χωρίς να υπάρχει έγγραφη παραίτηση της κυβέρνησης, ορκίστηκε ο πρώτος «αποστάτης» Πρωθυπουργός, ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, μέλος της Ενώσεως Κέντρου, ο οποίος είχε ήδη ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος. Επειδή η ορκωμοσία του ήταν προφανώς προαποφασισμένη και προσυνεννοημένη με τον βασιλιά, ονομάστηκε «κατεψυγμένος πρωθυπουργός». Η πρώτη κυβέρνηση αποστατών ήταν τριμελής και περιλάμβανε τον βουλευτή και απόστρατο ναύαρχο Ιωάννη Τούμπα, Υπουργό Δημοσίας Τάξεως, και τον Σταύρο Κωστόπουλο, Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Τις επόμενες μέρες συμπληρώθηκαν και τα υπόλοιπα χαρτοφυλάκια, όλα από βουλευτές που προέρχονταν από την Ένωση Κέντρου.

Στο μεταξύ ο Γ. Παπανδρέου είχε κηρύξει νέο «ανένδοτο αγώνα» κατά της συνταγματικής εκτροπής. Στους δρόμους γίνονταν μεγάλες διαδηλώσεις οργανωμένες από την Ένωση Κέντρου και την αριστερή ΕΔΑ και συγκρούσεις με την αστυνομία. Σε μια τέτοια σύγκρουση σκοτώθηκε ο 25χρονος φοιτητής και στέλεχος της Αριστεράς Σωτήρης Πέτρουλας. Στις πορείες ακούγονταν έντονα αντιβασιλικά συνθήματα με κυρίαρχο το «Δε σε θέλει ο λαός, παρ' τη μάνα σου και μπρος», ενώ χιουμοριστικό σύνθημα με αναφορά στη νεογέννητη κόρη του βασιλιά ήταν το «Αλεξία, πάρε θέση».

Η κυβέρνηση Νόβα ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης στις 4 Αυγούστου. Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε στη Βουλή οι πιστοί στον Γ. Παπανδρέου βουλευτές φώναζαν και προπηλάκιζαν τους «αποστάτες», με αποτέλεσμα να επικρατήσει πανδαιμόνιο. Υπέρ ψήφισαν οι 98 βουλευτές της ΕΡΕ, οι 8 του κόμματος του Σπύρου Μαρκεζίνη και 25 αποσχισθέντες από την Ένωση Κέντρου. Αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 151 ψήφους, η κυβέρνηση Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα κατέρρευσε.

Κυβέρνηση Τσιριμώκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την παραίτηση Νόβα ο βασιλιάς έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Στέφανο Στεφανόπουλο. Αυτός σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ενώσεως Κέντρου στις 9 Αυγούστου του 1965 δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς την έγκριση του κόμματος. Σε ψηφοφορία που ακολούθησε από τους 139 παρόντες βουλευτές οι 113 ψήφισαν ότι μόνο κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου θα στήριζαν. Έτσι ο Στεφανόπουλος την άλλη μέρα κατέθεσε την εντολή στον βασιλιά χωρίς να σχηματίσει κυβέρνηση.

Στις 18 Αυγούστου εντολή σχηματισμού κυβέρνησης παίρνει ο Ηλίας Τσιριμώκος. Μαζί με τους Στεφανόπουλο, Νόβα και Κ. Μητσοτάκη προσπαθεί με πιέσεις και υποσχέσεις να βρει πολιτικούς της Ε.Κ. να αναλάβουν υπουργοί. Τελικά η κυβέρνησή του ορκίζεται δύο ημέρες αργότερα. Στο μεταξύ οι ταραχές στους δρόμους συνεχίζονται. Στις 28 Αυγούστου γίνεται ψηφοφορία για την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η κυβέρνηση Τσιριμώκου καταψηφίζεται και αυτή με ψήφους 159 κατά - 135 υπέρ. Υπέρ ψήφισαν 98 βουλευτές της ΕΡΕ και 37 βουλευτές της Ε.Κ.

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Τσιριμώκο και η στήριξή του από την ΕΡΕ ήταν γεγονός απροσδόκητο για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι η ΕΡΕ είχε μεν στηρίξει και την κυβέρνηση Νόβα, στην περίπτωση Τσιριμώκου όμως στήριξε έναν αριστερό πολιτικό, παλαιό μέλος της ΕΔΑ, και τον οποίο ως τότε θεωρούσε μέρος του «κομμουνιστικού κινδύνου». Λίγους μήνες πριν, όταν ο Γ. Παπανδρέου τον είχε κάνει υπουργό τον Ιανουάριο του 1965, η ΕΡΕ και κάποιοι βουλευτές του κόμματος των Προοδευτικών είχαν επιτεθεί με σφοδρότητα εναντίον του πρωθυπουργού που είχε περιλάβει στην κυβέρνησή του ένα πρώην μέλος της «κυβέρνησης του Βουνού» (ΠΕΕΑ), ενώ οι δεξιές εφημερίδες έκαναν λόγο για «νομιμοποίηση του ΚΚΕ» και «υποδούλωση στην ΕΔΑ». Εννιά μήνες αργότερα οι ίδιοι του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ως πρωθυπουργού.

Ο δεύτερος είναι η αντιφατική συμπεριφορά του ίδιου του Τσιριμώκου. Μετά την παραίτηση Γ. Παπανδρέου είχε πάει ως αντιπρόσωπός του στη Θεσσαλονίκη και σε μεγάλη συγκέντρωση στις 28 Ιουλίου είχε καταγγείλει τη συμπεριφορά του βασιλιά και τον σχηματισμό κυβέρνησης από τον Νόβα ως «καταρράκωση του δημοσίου βίου» και απόπειρα επαναφοράς της ΕΡΕ στην κυβέρνηση παρά το γεγονός ότι ο λαός την είχε καταψηφίσει. Τρεις εβδομάδες αργότερα όμως δέχθηκε ο ίδιος να σχηματίσει κυβέρνηση παρά την αντίθεση του Γ. Παπανδρέου και με τη στήριξη της ΕΡΕ.

Κυβέρνηση Στεφανόπουλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από πολλές διαβουλεύσεις του βασιλιά με τους πολιτικούς αρχηγούς και ενώ ο Γ. Παπανδρέου επέμενε ότι η μόνη λύση ήταν ο διορισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης και η διεξαγωγή εκλογών, τελικά ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 17 Σεπτεμβρίου 1965 ο Στέφανος Στεφανόπουλος, έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη της ΕΡΕ, του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη και ορισμένων βουλευτών της Ε.Κ. Χαρακτηριστικό είναι ότι ορισμένοι υπουργοί αποφάσισαν τελευταία στιγμή να ενδώσουν στις πιέσεις για συμμετοχή στην κυβέρνηση και από φόβο μήπως αλλάξουν γνώμη τους όρκισαν βιαστικά, άλλους αξύριστους και άλλους με τα καθημερινά τους ρούχα. Στην κυβέρνηση μετέχουν οι Τσιριμώκος και Νόβας ως αντιπρόεδροι και ο Μητσοτάκης ως υπουργός Συντονισμού και Οικονομικών.

Όταν η νέα κυβέρνηση παρουσιάστηκε στη Βουλή στις 22 Σεπτεμβρίου, στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ε.Κ. είχαν απομείνει από τους αρχικούς 171 μόνο 126 βουλευτές. Τελικά η κυβέρνηση Στεφανόπουλου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 24 Σεπτεμβρίου με 152 ψήφους υπέρ και 148 κατά.

Οι περισσότεροι «αποστάτες» βουλευτές θα ιδρύσουν δικό τους κόμμα, το «Φιλελεύθερον Δημοκρατικόν Κέντρον» (ΦΙΔΗΚ) τον Δεκέμβριο του 1965 με αρχηγό τον Στεφανόπουλο.

Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου θα παραμείνει στην εξουσία ως την 21η Δεκεμβρίου 1966, οπότε και θα ανατραπεί ύστερα από συμφωνία του βασιλιά, του αρχηγού της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ε.Κ. Γ. Παπανδρέου για διορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης και διεξαγωγή εκλογών.

Τα αίτια της κρίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αληθινά αίτια της κρίσης είναι αρκετά και δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμα πλήρως. Αφορμή για την άρνηση του βασιλιά να επιτρέψει στον Γ. Παπανδρέου να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμύνης ήταν η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, η οποία είχε τότε ξεσπάσει και στην οποία φερόταν να εμπλέκεται ο γιος του, Ανδρέας Παπανδρέου. Επρόκειτο για μια μυστική οργάνωση αξιωματικών, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι ήθελαν να ανατρέψουν τους «εθνικόφρονες» συναδέλφους τους και να αλληλοπροωθηθούν σε καίριες θέσεις του στρατεύματος. Ούτε από τις ανακρίσεις ούτε από αλλού προέκυψαν ιδιαίτερα επιβαρυντικά στοιχεία ούτε για την επικινδυνότητα της ομάδας ούτε για την ανάμιξη του ίδιου τον Ανδρέα Παπανδρέου, αρκετοί όμως (κυρίως η αντιπολίτευση της ΕΡΕ) θεώρησαν ότι για όσο διαρκούν οι ανακρίσεις θα έπρεπε να τοποθετηθεί υπουργός Άμυνας πρόσωπο αμερόληπτο και ευρύτερης αποδοχής.

Ως κύρια αιτία φέρεται η επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και της μητέρας του Φρειδερίκης να ελέγχουν πλήρως το στράτευμα.[1] Άλλωστε για τον ίδιο λόγο είχαν συγκρουστεί τα ανάκτορα στο παρελθόν και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Π. Γαρουφαλιάς ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον οποίο εμπιστευόταν και το Παλάτι. Ο Γ. Παπανδρέου είχε αποδεχθεί στο παρελθόν την επιλογή ΑΓΕΣ προσκείμενου στο Παλάτι μη θέλοντας να συγκρουστεί μετωπικά με τα ανάκτορα και ως τότε είχε φανεί υποχωρητικός στις απαιτήσεις τους. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είδε όμως ότι υπονομευόταν από τον Γαρουφαλιά και θεώρησε ότι, αν δικαιούται να είναι πρωθυπουργός, τότε δικαιούται να είναι και υπουργός Αμύνης. Από την αντίδραση του βασιλιά και τις οξύτατες επιστολές του φάνηκε ότι τα ανάκτορα δεν ήταν διατεθειμένα να χάσουν τον έλεγχο του στρατού, δε δίστασαν μάλιστα να δημιουργήσουν και μείζονα κρίση με βαρύτατες συνέπειες για τον σκοπό αυτόν.

Ως επιπλέον αιτία έχει προβληθεί ότι τα ανάκτορα επιδίωκαν τη διάσπαση της Ενώσεως Κέντρου.[2] Παραστρατιωτικά κέντρα στον στρατό και στην ΚΥΠ παρουσίαζαν (για δικούς τους σκοπούς) ψευδείς εκθέσεις για έξαρση του κομμουνισμού στην ύπαιθρο και οι σύμβουλοι των ανακτόρων δυσπιστούσαν προς την Ε.Κ., η οποία ακολουθούσε μια λιγότερο αντικομμουνιστική πολιτική από την ΕΡΕ. Η διάσπαση αυτή πέτυχε με την ανάθεση της πρωθυπουργίας σε σημαίνοντα στελέχη της Ε.Κ. μετά τον παραγκωνισμό του Γ. Παπανδρέου και με την εξώθηση πολλών βουλευτών να στηρίξουν και να συμμετάσχουν στις κυβερνήσεις των «αποστατών».

Μια ακόμη αιτία ενδέχεται να είναι η άνοδος της δημοτικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου.[3] Ο Α. Παπανδρέου είχε αναλάβει για πρώτη φορά υπουργός το 1964 και εξέφραζε θέσεις που τον έκαναν δημοφιλή. Κύρια θέση του ήταν η ανεξαρτητοποίηση της εξωτερικής πολιτικής από την πολιτική των ΗΠΑ και των λοιπών δυτικών συμμάχων και ο περιορισμός της επιρροής τους στην Ελλάδα. Είναι πιθανό βλέποντας τη δημοτικότητά του να ανεβαίνει στελέχη τόσο του εσωτερικού (επίδοξοι διάδοχοι του Γ. Παπανδρέου που ένιωθαν να απειλούνται τα σχέδιά τους, όπως ο Κ. Μητσοτάκης) όσο και του εξωτερικού (Αμερικανοί αξιωματούχοι) να επιθυμούσαν με την κρίση αυτή να ανακόψουν την πορεία του. Ο Α. Παπανδρέου είχε διαφοροποιηθεί κατ´επανάληψιν από τις μετριοπαθείς θέσεις του πατέρα του απέναντι στους Αμερικανούς και στο παλάτι, γεγονός που είχε ανησυχήσει τους πρώτους. Πίστευαν ότι παρέσυρε τον πατέρα του σε συγκρούσεις με τον στρατό και το παλάτι για να προωθήσει προσωπικές του φιλοδοξίες.[4] Κατά τη διάρκεια των ταραχών που ακολούθησαν την αποπομπή του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία οι Αμερικανοί διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι ο Α. Παπανδρέου είχε έλθει σε συνεννόηση με την αριστερή ΕΔΑ, κάτι που ανησυχούσε ιδιαίτερα το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών.[5] Εξάλλου ο Κ. Μητσοτάκης είχε ενεργό ρόλο στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό και τη στήριξη των κυβερνήσεων των «αποστατών», στον οποίο ενισχυόταν και από τον φίλο του εκδότη της «Ελευθερίας», της μεγαλύτερης κεντρώας εφημερίδας της εποχής, Πάνο Κόκκα.[6] Σε συζητήσεις με Αμερικανούς διπλωμάτες λίγο πριν τα γεγονότα του Ιουλίου ο Κ. Μητσοτάκης είχε εκφράσει την άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου ήταν η κύρια πηγή των προβλημάτων της Ε.Κ. και ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την Ελλάδα.[7]

Τα ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεων της «αποστασίας» υποστήριξαν ότι κίνητρό τους ήταν η διατήρηση της πολιτειακής ομαλότητας και η αποτροπή κινδύνου πραξικοπήματος. Αποχωρώντας από την Ε.Κ. ο Τσιριμώκος είχε κατηγορήσει τον Γ. Παπανδρέου ότι είχε ταυτίσει τη δημοκρατία με τον εαυτό του, ενώ πριν ακόμη λάβει διαστάσεις η κρίση τόσο αυτός όσο και ο Κ. Μητσοτάκης είχαν προσπαθήσει μάταια να πείσουν τον Γ. Παπανδρέου να υποχωρήσει στις αξιώσεις των ανακτόρων και να μην παραιτηθεί.

Οι συνέπειες της κρίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη συνέπεια της «αποστασίας» ήταν η πολιτική αστάθεια που δημιουργήθηκε. Το μεγαλύτερο κόμμα, η Ένωσις Κέντρου, διασπάστηκε και βασικά στελέχη της αποχώρησαν. Έτσι το κόμμα που στις εκλογές του 1964 είχε λάβει 52% των ψήφων βρέθηκε στην αντιπολίτευση, ενώ η κυβέρνηση ήταν πλέον ουσιαστικά όργανο του βασιλιά. Με τον τρόπο αυτόν παραβιάστηκε η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

Η πιο σημαντική συνέπεια όμως ήταν η απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών και η εξουδετέρωση της άμυνας του συστήματος απέναντι σε πολιτειακές εκτροπές. Αυτή η απαξίωση και η άμβλυνση των μηχανισμών άμυνας εξέθρεψαν και επέτρεψαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Αφ´ενός για να πειστούν οι βουλευτές της Ε.Κ. να αποχωρήσουν χρησιμοποιήθηκαν ταπεινά δολώματα. Προσφέρθηκαν υπουργικοί θώκοι σε πολιτικούς ήσσονος σημασίας για να στηρίξουν τις κυβερνήσεις, έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση πως όποιος βουλευτής αποχωρούσε από την Ε.Κ. λάμβανε αυτόματα και υπουργείο. Παράλληλα υπήρξαν και καταγγελίες για χρηματισμό και εξαγορά ψήφων.[8] O Παν. Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ, που είχε στηρίξει την Αποστασία και τις βασιλικές επιλογές, σε υπόμνημά του προς τον Κωνσταντίνο τον Ιανουάριο 1966, σχολιάζοντας την στάση των αποστατών της ΕΚ, σημείωσε ότι εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ορισμένες λεπτομέρειες της κρίσης:

    «Το χειρότερον ... είναι ότι η απόσπασις των αναγκαίων βουλευτών... έγινε με εξαγοράν συνειδήσεων... με τον υπουργικόν θώκον ή και με άλλα ακατονόμαστα μέσα ...».[9]    

Συνέπεια αυτού ήταν η μείωση της εμπιστοσύνης του κόσμου στη δημοκρατία, αφού έβλεπε ότι οι πολιτικοί ήταν διατεθειμένοι να αλλάζουν γνώμη και στρατόπεδο εν μιά νυκτί προκειμένου να εξασφαλίσουν υλικά ανταλλάγματα.

Αφ' ετέρου με την επιμονή του βασιλιά να ελέγχει το στράτευμα και με την αναταραχή που δημιουργήθηκε λόγω αυτής τελικά αφέθηκαν να δρουν ανεξέλεγκτα οι παραστρατιωτικές ομάδες με κυριότερη αυτήν του τότε αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλου, κατοπινού δικτάτορα. Οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων αλλά και τα ανάκτορα φέρθηκαν κοντόφθαλμα και στάθηκαν ανίκανοι να προβλέψουν τους κινδύνους από αυτήν την πολιτειακή κρίση. Μόνος ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού είχε προειδοποιήσει κατ' επανάληψιν από το βήμα της Βουλής για την επικινδυνότητα της κατάστασης, για «απαρχή εφαρμογής σχεδίου προς προπαρασκευήν του εδάφους δι' ανωμάλους λύσεις»[10] και είχε διερωτηθεί με αφορμή το «Σαμποτάζ του Έβρου», που οργανώθηκε τον Ιούνιο του 1965 ως προβοκάτσια εις βάρος των κομμουνιστών από τον Παπαδόπουλο, «πώς ... είναι δυνατόν ... να εγκαθιδρυθεί ξανά το βασίλειον του φόβου εις αυτόν τον τόπον επί τη βάσει οιασδήποτε αυθαιρέτου, κακοβούλου ενεργείας οιουδήποτε κ. Παπαδοπούλου;».[11]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους σελ. 216, Λιναρδάτος σελ. 239 κ.εξ.
  2. Λιναρδάτος σελ. 241.
  3. Λιναρδάτος, σελ. 182
  4. Παπαχελάς, σελ. 222.
  5. Παπαχελάς, σελ. 185.
  6. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ. 216, κατονομάζει τον Κ. Μητσοτάκη ως βασικό εμπνευστή της επίθεσης κατά του Α. Παπανδρέου, ενώ δεν αποκλείει και την ανάμιξη του ξένου παράγοντα.
  7. Παπαχελάς, σελ. 178.
  8. Ο Ραφαηλίδης, σελ. 404, μιλά για «ταρίφα» μεταξύ 100.000 και 200.000 δολλαρίων της εποχής κατ' άτομο.
  9. Απόσπασμα του υπομνήματος παρατίθεται στον Λιναρδάτο, σελ. 296.
  10. Λιναρδάτος, σελ. 282, με παραπομπή στα Πρακτικά της Βουλής της 25ης Αυγούστου 1965.
  11. Απόσπασμα της ομιλίας στον Λιναρδάτο, σελ. 198, με παραπομπή στα Πρακτικά της Βουλής της 23ης Ιουνίου 1965.