Τατόι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°09′45″N 23°47′37″E / 38.16250°N 23.79361°E / 38.16250; 23.79361

Ειδυλλιακή άποψη των Ανακτόρων περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Περιοδικό Εστία του 1893

Το Τατόι βρίσκεται 15 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας. Στο κτήμα βρίσκεται το θερινό ανάκτορο της πρώην ελληνικής βασιλικής οικογένειας. Το αρχαίο και τρέχον επίσημο όνομα της περιοχής είναι Δεκέλεια. Το Τατόι είναι ο τόπος γέννησης του Γεωργίου Β΄.

Η ιστορία του Τατοΐου είναι ο άθλος της σχεδόν εκ του μηδενός δημιουργίας και, στη συνέχεια, διατήρησης ενός από τα πιο ωραία δάση της Αττικής στους πρόποδες της Πάρνηθας.

Ιστορία του κτήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμόρφωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημερινή εικόνα του κτήματος

Tο Τατόι έχει την προϊστορία του, που ξεκινά από την Αρχαία Δεκέλεια - η θέση της οποίας συμπίπτει με το κεντρικό του τμήμα - και καταλήγει στα τρία οθωμανικά τσιφλίκια Τατόι, Μαχούνια και Λιόπεσι, που συνενώθηκαν το 1835 στα χέρια του Σκαρλάτου Σούτσου και επί δεκαετίες κατόπιν υπήρξαν κρησφύγετα ληστών. Όμως, η πραγματική του ιστορία αρχίζει το 1872, με την αγορά του από τον Γεώργιο Α΄.

Tο 1898, έπειτα από διαδοχικές αγορές, αλλά και με την παραχώρηση στον Βασιλέα από τη Βουλή ως ιδιωτική περιουσία τού πρώην εθνικού κτήματος Μπάφι, το Τατόι απέκτησε τη μέγιστη έκτασή του: 47.427 στρέμματα. Σε σχέση με τα 250.000 στρέμματα που κατείχε η οικογένεια Σούτσου και τα 300.000 του Ανδρέα Συγγρού το κτήμα του Βασιλέως δεν ήταν το μεγαλύτερο στην Αττική. Ως κτήμα αναψυχής ήταν, αντιθέτως, το πρώτο στην Ελλάδα.

Παράλληλα με τη στρεμματική του μεγέθυνση, προχώρησε δραστήρια η οργάνωση της διαχείρισής του και η ανάπτυξη της υποδομής του. Στα έργα αυτά, απολύτως πρωτοπόρα στην Ελλάδα της εποχής, προϊστάμενος ήταν ο Λουδοβίκος Μύντερ (1873-1892), Δανός δασολόγος και φιλέλληνας, καθώς και, στη συνέχεια, ο διάδοχός του στη διεύθυνση του κτήματος Ότο Βάισμαν (1893-1914). Πρώτα από όλα, όμως, το Τατόι είναι το προσωπικό δημιούργημα του Γεωργίου Α΄, που το σχεδίασε ως ένα κτήμα αναψυχής στο οποίο κυρίαρχο λόγο θα έχει το δάσος και δευτερεύοντα τα οικοδομήματα, προς μεγάλη απογοήτευση του Ερνστ Τσίλλερ, ο οποίος αρχικά εξέλαβε τον Γεώργιο ως έναν άλλο Λουδοβίκο της Βαυαρίας, και ήταν ο αρχιτέκτων της πρώτης βασιλικής κατοικίας.

Το πρώτο σπίτι που περατώθηκε το 1874 ήταν ένα απλό διώροφο σπίτι ελληνοελβετικού ρυθμού, με δίρρικτη στέγη, το οποίο παραδόξως προοριζόταν όχι ως ανάκτορο αλλά ως βασιλικός ξενώνας, χρήση για την οποία ουδέποτε διατέθηκε. Πάνω από το ήδη χαραγμένο περιβόλι, για το οποίο επελέγησαν φυτά από ολόκληρη τη Μεσόγειο, άρχισε να οικοδομείται από τον αρχιτέκτονα Σάββα Μπούκη, το 1884, το καθ' αυτό ανάκτορο, μιμούμενο μια έπαυλη του συγκροτήματος των ανακτόρων του Πέτερχοφ, στην Αγία Πετρούπολη, που ανήκε στον τσάρο Αλέξανδρο Β΄, θείο της βασίλισσας Όλγας.

Κατοικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νέο σπίτι πρωτοκατοικήθηκε από τον Γεώργιο το 1889, αμέσως δηλαδή μετά τον γάμο του Διαδόχου Κωνσταντίνου, στον οποίον αφέθηκε η χρήση του παλιού σπιτιού. Μέχρι το τέλος του 19ου αι. το Τατόι είχε αποκτήσει δύο ναούς - Προφήτη Ηλία (1873) και Αναστάσεως (1899) - ένα υπασπιστήριο, μερικές οικίες για αυλικούς υπηρεσίας, ένα τηλεγραφείο, την κατοικία του διευθυντή, τρία συγκροτήματα εργατόσπιτων, ένα οινοποιείο, ένα βουτυροκομείο, τρεις στάβλους, αποθήκες, εργαστήρια και καταλύματα για τη Φρουρά. Ο παλιός ανεμόμυλος μετατράπηκε σε πύργο, μέσα στον οποίο διαρρυθμίστηκε ένα αρχαιολογικό μουσείο με τα ευρήματα των μικροανασκαφών στην περιοχή.

Το Τατόι είχε επίσης αποκτήσει 400 χιλιόμετρα οδικού δικτύου/αλεών, γέφυρες, άρτιο σύστημα υδροδότησης και πυρασφάλειας, καθώς και δύο μικρές τεχνητές λίμνες, τη Χήνα και την Κιθάρα. Δεδομένου ότι το διέσχιζε ο δημόσιος δρόμος της Χαλκίδας, το κτήμα είχε το χάνι του για τους περαστικούς. Απέκτήσε επίσης ένα ξενοδοχείο, το «Τατόιον», που διαφημιζόταν στους ευρωπαϊκούς τουριστικούς οδηγούς της εποχής. Αρχιτέκτων της περιόδου αυτής ήταν ο Αναστάσιος Μεταξάς. Στα 1880, ο λόφος του Παλαιοκάστρου δεχτηκε το πρώτο του μνήμα (της Πριγκίπισσας Όλγας, που πέθανε σε ηλικία έξι μηνών), τριάντα τρία χρόνια προτού ενταφιασθεί εκεί, σε τάφο απέριττο, ο Γεώργιος Α΄.

Το ανάκτορο του Τατοΐου

Την πρώτη δεκαετία του 20ού αι. κτίστηκαν οι πέτρινοι στρατώνες, στα δε 1913/14, επί Κωνσταντίνου Α΄, το κτίριο του προσωπικού. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι παράλληλα με τον εξελληνισμό της Δυναστείας, το Τατόι έχανε την αρχική αισθητική του ομοιογένεια και οπωσδήποτε, όλο και πιο πολύ, τον βόρειο χαρακτήρα του.

Η μεγάλη πυρκαγιά του 1916 σηματοδότησε το τέλος της χρυσής εποχής. Κάηκε το μεγαλύτερο μέρος του δάσους, κάηκαν κατά εκατοντάδες τα ελάφια που ο Γεώργιος είχε εισαγάγει από την Ουγγαρία, οι ανακτορικοί στάβλοι, ο ναός του Προφήτη Ηλία, το μουσείο, το παλιό ανάκτορο.

Η ταραγμένη πολιτικά περίοδος που ακολούθησε δεν επέτρεπε την άμεση ανασυγκρότηση. Αυτή πραγματοποιήθηκε στα χρόνια της Α΄ Αβασίλευτης Δημοκρατίας, χάρη στη φροντίδα όλων των διαδοχικών κυβερνήσεων, χάρη επίσης στην επίβλεψη και την ικανότητα του νέου διευθυντή Βασιλείου Δρούβα (1925-1961). Στα χρόνια περί το 1930, κτίστηκε το συγκρότημα κατοικιών και εργαστηρίων, γνωστό ως μάνδρα, όπως επίσης και ο σταθμός χωροφυλακής. Η παλινόρθωση της μοναρχίας πρόσθεσε μεν στο κτήμα το κομψό διευθυντήριο, το μαυσωλείο και τα διάσπαρτα πέτρινα φυλάκια της Φρουράς, τραυμάτισε όμως βάναυσα την ίδια την έπαυλη, στη μεγάλη επισκευή των ετών 1937-39. Αρχιτέκτονες της περιόδου αυτής ήταν ο Αναστάσιος Μεταξάς, ο Εμμανουήλ Λαζαρίδης και ο Κωνσταντίνος Σακελλάριος.

Ακολούθησαν τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, όπου ο Δρούβας ακροβατούσε ανάμεσα στον κατακτητή και το αντάρτικο της Πάρνηθας για να σώσει το κτήμα. Η πίεση του «βουνού» αυξύθηκε το καλοκαίρι του 1944. Στο διάστημα του φθινοπώρου οι λεηλασίες πλήθυναν, ώσπου καταλύθηκε στο Τατόι κάθε αρχή. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών το κτήμα και η έπαυλη διαλύθυκαν πλήρως και η μικρή κοινωνία του θρηνεί τα δικά της θύματα του Εμφυλίου που ξεκινούσε. Το καλοκαίρι του 1945 το κτήμα κάηκε ξανά. Τα κίνητρα ήσαν σαφώς πολιτικά.

Έτσι το Τατόι ξεκίνησε το 1946 και πάλι από το σημείο μηδέν. Για να αντισταθμίσει την απώλεια εσόδων από την καταστροφή του δάσους, ο Δρούβας έδώσε έμφαση στην παραγωγή κρασιού και στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Στα 1952 κτίστηκε το κομψό νέο βουστάσιο, τα προϊόντα του οποίου, όπως εν γένει τα προϊόντα του κτήματος, διατίθονταν προς πώληση σε ξενοδοχεία, νοσοκομεία, ιδρύματα και στρατόπεδα. Αρχιτέκτονες της περιόδου αυτής ήταν ο Κ. Γκίνης και ο Αλ. Μπαλτατζής.

Από το τέλος του 1948 εγκαταστάθηκε στην έπαυλη μονίμως η βασιλική οικογένεια, που την κατοίκησε αδιαλείπτως ως το πρωί του Αντικινήματος κατά της Χούντας, στις 13 Δεκεμβρίου 1967.

Το Τατόι στην Ελληνική Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως χώρος αυστηρά ιδιωτικός, το Τατόι κατάφερε σε γενικές γραμμές να παραμείνει έξω από τη μεγάλη Ιστορία. Ωστόσο, προσωπικότητες της εποχής, όπως ο τσάρος Νικόλαος Β' της Ρωσίας, η Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας, οι βασιλείς του Ηνωμένου Βασιλείου Εδουάρδος Ζ΄ και Αλεξάνδρα ή, τα τελευταία χρόνια, η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, η Τζάκυ Κέννεντυ και άλλοι το επισκέφθηκαν ή φιλοξενήθηκαν σ' αυτό.

Το Τατόι υπήρξε επίσης το θέατρο σκηνών μεγάλης δραματικής εντάσεως, όπως η έξωση του Κωνσταντίνου, το 1917, η αγωνία και ο θάνατος του Βασιλιά Αλέξανδρου, ο θάνατος του Βασιλιά Παύλου. Άπειρες ήσαν οι επίσημες ή ανεπίσημες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν εκεί και που επηρέασαν την πορεία των εθνικών και πολιτικών πραγμάτων: ιδιαίτερα σημαντικές ήσαν οι διαβουλεύσεις του θέρους του 1915, καθώς και οι συσκέψεις εν όψει της γερμανικής επιθέσεως τον χειμώνα του 1941 ή λόγω της καταρρεύσεως του μετώπου τον επόμενο τραγικό Απρίλιο. Τρεις κυβερνήσεις ορκίσθηκαν στο Τατόι: του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Αύγουστο του 1915, του Δημητρίου Ράλλη, τον Νοέμβριο του 1920, και του Γεωργίου Παπανδρέου, τον Φεβρουάριο του 1964.

Ιδιοκτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα του Ανακτόρου και των κήπων

Το κτήμα περιήλθε στο δημόσιο τρεις φορές, το 1924, το 1973 και το 1994. Πάντα, μετά από καθεστωτικές αλλαγές, είτε δινόταν αποζημίωση στην τέως βασιλική οικογένεια, είτε δημευόταν όλη η περιουσία.

Το 1924, με την ανακήρυξη της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, κατασχέθηκε το σύνολο της βασιλικής περιουσίας (δημόσια και ιδιωτική), υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Για την ιδιωτική περιουσία επιδικάσθηκε αποζημίωση, την οποία ουδέποτε εισέπραξε η τότε τέως βασιλική οικογένεια.

Το 1973 η Χούντα των Συνταγματαρχών κατάργησε τη μοναρχία και δήμευσε όλη την περιουσία, επιδικάζοντας πάλι μια μικρή αποζημίωση, που ποτέ δεν εισέπραξε και πάλι η τέως βασιλική οικογένεια.

Το 1994, είκοσι χρόνια μετά το Δημοψήφισμα του 1974, η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά δήμευσε όλη τη βασιλική περιουσία χωρίς καμία αποζημίωση. Η κατάσχεση αυτή κρίθηκε παράνομη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η επιχειρηματολογία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου στράφηκε στην αξίωση ότι η εν λόγω ιδιοκτησία αποκτήθηκε από τους προκατόχους του με νόμιμα μέσα και επομένως υπόκειτο στην κανονική προσωπική κληρονομιά. Το ελληνικό κράτος υποστήριξε ότι η ιδιοκτησία αυτή παρακολουθούσε το θεσμό της μοναρχίας και επομένως, μόλις καταργήθηκε η μοναρχία, η ιδιοκτησία έπρεπε να επανέλθει στο δημόσιο αυτόματα.

Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η περιουσία που παρακολουθούσε το θεσμό της μοναρχίας είχε ήδη περιέλθει αυτόματα στο ελληνικό κράτος (Ανάκτορα Αθηνών στη οδό Ηρώδου Αττικού, η έπαυλη Ψυχικού, το ανάκτορο "Καραμπουρνάκι" κ.α.) το 1974 και ότι το κτήμα Τατοΐου, το κτήμα Πολυδένδρι και το Μον Ρεπό αποτελούσαν ιδιωτική περιουσία και η Ελληνική Δημοκρατία έπρεπε να πληρώσει εύλογη αποζημίωση στη τέως βασιλική οικογένεια, αν ήθελε να διατηρήσει στην ιδιοκτησία της αυτά τα ακίνητα και εκτάσεις.

Η τέως βασιλική οικογένεια τελικά αποζημιώθηκε. Τον Μάρτιο του 2003 το Τατόι περιήλθε στην κυριότητα του κράτους και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους κηρύχθηκε διατηρητέο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, ύστερα από εισήγηση της Ελληνικής Εταιρείας για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Τον Ιούνιο του 2007 η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε ότι σκοπεύει να μετατρέψει το κτήμα σε μουσείο.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα εξετάζονται από το ελληνικό κράτος αγοραστές για το Τατόι, καθώς και για άλλες κρατικές ιδιοκτησίες.[1]

Το Βασιλικό Κοιμητήριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας της Ελλάδας

Στο βασιλικό κοιμητήριο, στο λοφίσκο Παλαιόκαστρο, έχουν ενταφιασθεί:

Bιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κ. Μ. Σταματόπουλος, «Το Χρονικό του Τατοΐου», εκδ. Καπόν, Αθήνα 2004, ISBN 960-7037-61-8

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Matthew Sparkes: Greece sells off London consulate and royal cemetery. Daily Telegraph vom 19. September 2012, Zugriff am 17. Dezember 2012