Τζέιμς Κάλαχαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Τζέιμς Κάλαχαν

Ο Λέοναρντ Τζέιμς Κάλαχαν, Βαρώνος Κάλαχαν του Κάρντιφ, μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλικά: Leonard James Callaghan) (27 Μαρτίου 1912 - 26 Μαρτίου 2005) ήταν Βρετανός πολιτικός που διετέλεσε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1976 έως το 1979 και αρχηγός του Εργατικού κόμματος από το 1976 έως το 1980. Ήταν μέλος του ιπποτικού βασιλικού τάγματος της Περικνημίδας.

Ο Κάλαχαν γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας στις 27 Μαρτίου 1912. Πήρε το όνομα του πατέρα του. Ο Τζέιμς Κάλαχαν ο πρεσβύτερος ήταν αρχικελευστής στο Βασιλικό ναυτικό και πέθανε το 1921, όταν ο γιος του ήταν μόλις εννέα ετών. Τον Τζέιμς μεγάλωσε η μητέρα του Σάρλοτ. Όταν τέλειωσε το σχολείο, το 1929, επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσει, εργάστηκε ως υπάλληλος της εφορείας στο Κεντ. Όσο εργαζόταν ως έφορος, βοήθησε σημαντικά στην ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλήλων της εφορείας και έγινε μέλος της Εθνικής εκτελεστικής επιτροπής τους. Το 1931 ο Κάλαχαν έγινε μέλος του κλάδου του Εργατικού κόμματος στο Μέιντστοουν. Το 1934 πήρε μετάθεση στα γραφεία της εφορείας του Λονδίνου. Μετά τη συγχώνευση των συνδικάτων το 1936, o Κάλαχαν διορίστηκε, με πλήρες ωράριο, συνδικαλιστής, και μάλιστα αναπληρωτής γραμματέας της Ομοσπονδίας Εργαζομένων της εφορείας.

Η θέση του αυτή τον έφερε σε επαφή με τον Χάρολντ Λάσκι, πρόεδρο της Εθνικής Εκτελεστικής Επιτροπής του εργατικού κόμματος και ακαδημαϊκό στην σχολή Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου. Ο Λάσκι τον ενθάρρυνε να θέσει υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο.

Ο Κάλαχαν εντάχθηκε στο σώμα εθελοντών του Βασιλικού Ναυτικού ως απλός ναύτης κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο από το 1942 όπου υπηρέτησε στον στόλο Ανατολικών Ινδιών και προήχθη στον βαθμό του ανθυπολοχαγού τον Απρίλιο του 1944. Όσο εκπαιδευόταν για την προαγωγή του, διαγνώστηκε ότι έπασχε από φυματίωση και εισήχθη στο νοσοκομείο του Βασιλικού Ναυτικού στο Γκόσπορτ κοντά στο Πόρτσμουθ. Μετά την ανάρρωσή του απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του και του ανατέθηκαν καθήκοντα στο Ναυαρχείο. Τοποθετήθηκε στο ιαπωνικό τμήμα και έγραψε ένα εγχειρίδιο για το Βασιλικό Ναυτικό με τίτλο: Η εχθρός Ιαπωνία.

Ενώ ήταν σε άδεια, ο Κάλαχαν επιλέχθηκε ως κοινοβουλευτικός υποψήφιος για το Νότιο Κάρντιφ. Κέρδισε οριακά στην τοπική κομματική ψηφοφορία με δώδεκα ψήφους έναντι έντεκα του ισχυρότερου αντιπάλου του. Το 1945 τοποθετήθηκε στον Ινδικό στόλο στο θωρηκτό Βασίλισσα Ελισάβετ. Μετά την νίκη των Συμμάχων στην Ευρώπη, μαζί με άλλους πιθανούς υποψήφιους, επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο για τις βουλευτικές εκλογές.

Οι Εργατικοί κέρδισαν στις 26 Ιουλίου 1945 φέρνοντας στην εξουσία τον Κλέμεντ Άττλη. Ο Κάλαχαν κέρδισε την έδρα του στο Κάρντιφ το 1945 στις γενικές εκλογές (έδρα που θα κατείχε συνεχώς μέχρι το 1987). Κέρδισε με διαφορά 6.000 ψήφων τον υποψήφιο των Συντηρητικών, Σερ Άρθουρ Έβανς. Στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία σε θέματα όπως η ταχεία αποστράτευση των ενόπλων δυνάμεων και για ένα νέο πρόγραμμα κατασκευής κατοικιών. Ταυτόχρονα με την εκλογή του, γεννήθηκε και ο γιος του Μάικλ.

Ο Κάλαχαν διορίστηκε Υφυπουργός στο Υπουργείο Μεταφορών το 1947. Κατά την θητεία του υπήρξε σημαντική βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Για τα επόμενα χρόνια, από το 1951 έως το 1964, όπου οι Εργατικοί ήταν συνεχώς στην αντιπολίτευση, ο Κάλαχαν εκλεγόταν συνέχεια βουλευτής.

Τον Οκτώβριο του 1964 έγιναν γενικές εκλογές όπου επικράτησαν οι Εργατικοί. Ο Πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον, βλέποντας την άσχημη οικονομική κατάσταση, διόρισε τον Κάλαχαν υπουργό οικονομικών. Ο Κάλαχαν είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα οικονομικά προβλήματα που τον ανάγκασαν να πάρει δραστικά μέτρα για να εμποδίσει την υποτίμηση της λίρας, κάτι που τελικά έγινε και είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση του. Στις 30 Νοεμβρίου 1967 ορίστηκε ως Υπουργός Εσωτερικών.

Η θητεία του ως Υπουργού Εσωτερικών σημαδεύτηκε με την σύγκρουση στη Βόρεια Ιρλανδία καθώς ήταν αυτός ο οποίος διέταξε την ανάπτυξη στρατευμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου στην περιοχή μετά από αίτημα της τοπικής κυβέρνησης. Επίσης σημαντική ήταν η ψήφιση του νόμου περί φυλετικών σχέσεων, κατά το ίδιο έτος, γεγονός που καθιστά παράνομο να αρνείται κανείς την απασχόληση, τη στέγαση ή την εκπαίδευση με βάση την εθνική προέλευση.

Μετά την απρόσμενη ήττα του Ουίλσον από τον Έντουαρτ Χιθ στις γενικές εκλογές του 1970, ο Κάλαχαν αρνήθηκε να τον προκαλέσει για την ηγεσία του κόμματος, παρ' όλο που ο Ουίλσον ήταν ευάλωτος. Αυτό συνέβαλε πολύ στο να αποκατασταθεί στα μάτια του Ουίλσον.

Όταν τον Μάρτιο του 1974 ο Ουίλσον ξαναέγινε πρωθυπουργός, διόρισε τον Κάλαχαν Υπουργό Εξωτερικών. Ο Ουίλσον παραιτήθηκε ξαφνικά στις 16 Μαρτίου 1976, αφήνοντας ανεπίσημα ως διάδοχό του τον Κάλαχαν. Στις εσωκομματικές εκλογές ο Κάλαχαν, παρ' όλο που ήταν ο γηραιότερος υποψήφιος, νίκησε τους αντιπάλους του και ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος. Στις 5 Απριλίου 1976 ο Κάλαχαν ορκίστηκε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου σε ηλικία 64 ετών.

Ως πρωθυπουργός αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα όπως το ότι ήταν αναγκασμένος να κυβερνήσει μη έχοντας την πλειοψηφία στην Βουλή των Κοινοτήτων, γεγονός που τον οδήγησε στο να συνεργαστεί με μικρότερα κόμματα.

Ο Κάλαχαν αναγκάστηκε να ζητήσει από την Βασίλισσα να προκηρύξει εκλογές με την πρόταση μομφής που ψηφίσθηκε εναντίον του στο Κοινοβούλιο στις 28 Μαρτίου 1979. Στις εκλογές νικήτρια αναδείχθηκε η Μάργκαρετ Θάτσερ με το Συντηρητικό κόμμα.

Ο Κάλαχαν παραιτήθηκε από την ηγεσία του κόμματος τον Σεπτέμβριο του 1980.

Στις 26 Μαρτίου 2005 άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 92 ετών και 364 ημερών, γεγονός που τον καθιστά τον γηραιότερο άνθρωπο που διετέλεσε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σχέση με Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 16 Ιουλίου του 1974, μία ημέρα μετά την εκδήλωση του Πραξικοπήματος στην Κύπρο ο Τζ. Κάλαχαν, υπουργός τότε των Εξωτερικών, δήλωσε τις απογευματινές ώρες στη Βουλή των Κοινοτήτων: "Η Αγγλία δεν πρόκειται να επέμβει στρατιωτικώς στην Κύπρο", συμμεριζόμενος ίσως την μέχρι τότε γενική άποψη ότι το θέμα αφορούσε εσωτερική ελληνοκυπριακή υπόθεση.
Όταν δε, εκδηλώθηκε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αρχικά με τον Αττίλα Ι, όπου η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην επιστράτευση φέρεται, όπως δήλωσε αργότερα ο ίδιος να "εξεπλάγη", διότι δεν είχε προηγουμένως γνώση για επικείμενη τέτοια και κάλεσε αμέσως τον Τούρκο πρέσβη στο Λονδίνο για να του διαμαρτυρηθεί. Η δήλωσή του αυτή είχε γίνει δεκτή από ελληνικής πλευράς με πολύ σκεπτικισμό. Απέστειλε όμως τηλεγράφημα προς την ελληνική κυβέρνηση για την αποτροπή πολεμικής σύρραξης με την Τουρκία και στο οποίο σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού κατέληγε "... Η Ελληνική Κυβέρνησις θα κατανοήσει την σπουδαιότητα του παρόντος μηνύματος", αποκρύπτοντας έτσι την αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης.

Βέβαια κύρια επιδίωξη της Αγγλίας τότε ήταν η εξασφάλιση της διατήρησης των βάσεων που είχε στη Κύπρο αλλά και η ταχεία ειρήνευση προκειμένου να διατηρηθεί η συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας. Γεγονός πάντως είναι ότι άσκησε στη συνέχεια πίεση προς την πλευρά της Τουρκίας για την αποδοχή της απόφασης 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο.

Πλήρης Κατάλογος Πολιτικών Θέσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βουλευτής 1945-1987
  • Μέλος της Βουλής των Λόρδων ως Βαρόνος Κάλαχαν του Κάρντιφ 1987-2005
  • Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος στο Υπουργείο Συγκοινωνιών 1947-1950
  • Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος στο Υπουργείο Ναυτικού 1950-1951
  • Σκιώδης Μέγας Θησαυροφύλακας 1961-1964
  • Μέγας Θησαυροφύλακας 1964-1967
  • Υπουργός Εσωτερικών 1967-1970
  • Σκιώδης Υπουργός Εξωτερικών 1972-1974
  • Υπουργός Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας 1974-1976
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1976-1979
  • Υπουργός Οικονομικών 1976-1979
  • Υπουργός Δημοσίων Υπηρεσιών 1976-1979
  • Ηγέτης της Αντιπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1979-1980