Γεώργιος Κονδύλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γεώργιος Κονδύλης
Georgios Kondylis.jpg
Ο Γεώργιος Κονδύλης ως συνταγματάρχης
Πρωθυπουργός της Ελλάδας
Περίοδος
23 Αυγούστου 1926 – 4 Δεκεμβρίου 1926
Προκάτοχος Αθανάσιος Ευταξίας
Διάδοχος Αλέξανδρος Ζαΐμης
Περίοδος
10 Οκτωβρίου 1935 – 30 Νοεμβρίου 1935
Προκάτοχος Παναγής Τσαλδάρης
Διάδοχος Κωνσταντίνος Δεμερτζής
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 14 Σεπτεμβρίου 1879 (1879-09-14)
Προυσός Ευρυτανίας
Θάνατος 1 Φεβρουαρίου 1936 (56 ετών)
Αθήνα
Εθνικότητα Ελληνική

Ο Γεώργιος Κονδύλης (14 Αυγούστου 1879 - 1 Φεβρουαρίου 1936) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά από πραξικόπημα, αντιβασιλέας, πολλές φορές βουλευτής και υπουργός.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στον Προυσό[1] Ευρυτανίας. Σε ηλικία 18 χρονών κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό (πεζικό) και συμμετείχε στην Κρητική Επανάσταση του 1896. Ήταν οπλαρχηγός στο Μακεδονικό αγώνα (1904-1908) στην περιοχή Καστοριάς και Μοριχόβου. Μετά το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα στάλθηκε σε ειδική αποστολή ως δάσκαλος στο χωριό Οργάς της Ανατολικής Θράκης, το 1910, όπου προήχθη σε ανθυπολοχαγό. Ως υπολοχαγός στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), υπηρετώντας στο 5ο Σύνταγμα της υπό τον Μανουσογιαννάκη 5ης Μεραρχίας. Διακριθείς στους πολέμους αυτούς προήχθη σε λοχαγό. Το 1915 λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων του τοποθετήθηκε αξιωματικός του Επιτελείου της 6ης Μεραρχίας παρότι δεν προερχόταν από τη Σχολή Ευελπίδων.

Στρατιωτική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Βουλγαρικού μετώπου (1916-1918). Ειδικότερα το 1916 με την έκρηξη του Κινήματος της Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας σ΄ αυτό προήχθη ταγματάρχης και τέθηκε επικεφαλής των ταγμάτων του λεγόμενου Στρατού Εθνικής Αμύνης αναλαμβάνοντας στη συνέχεια διοικητής του συντάγματος Σερρών. Συμμετείχε στη μάχη του Σκρα όπου διακριθείς προήχθη κατ΄ εκλογή αντισυνταγματάρχης, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του συντάγματος Καλαμών. Συμμετέχοντας στην εκστρατεία στην Ουκρανία (1919) ως διοικητής συντάγματος της 13ης Μεραρχίας προήχθη συνταγματάρχης. Με το άδοξο τέλος της τελευταίας στάλθηκε στις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία (1919-1920), όπου έδρασε κυρίως στην περιοχή Σαλιχλή.
Μετά τις εκλογές του 1920, (1 Νοεμβρίου), εγκατέλειψε την μονάδα του και εγκαταστάθηκε αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη απ' όπου άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση στην τότε νέα ελληνική κυβέρνηση. Με την Επανάσταση του 1922 επανήλθε στο στρατό και τοποθετήθηκε διοικητής της Μεραρχίας Κρήτης που δρούσε τότε στον Έβρο την οποία και αναδιοργάνωσε. Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου (1923) βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη όπου και ανέλαβε ο ίδιος την καταστολή του και στη συνέχεια φθάνει στην Αττική όπου και κατόρθωσε παρά τον Κιθαιρώνα να εξαναγκάσει τα επαναστατικά εκεί στρατεύματα να παραιτηθούν των ενεργειών τους. Για την ταχύτατη αυτή δράση του αποκαλούνταν "Κεραυνός".
Κατόπιν παραίτησής του αποστρατεύθηκε τον ίδιο χρόνο με το βαθμό του υποστρατήγου. Ως αξιωματικός αναδείχθηκε, κυρίως, για το θάρρος που επέδειξε στις μάχες, αλλά και για τις στρατηγικές του ικανότητες.

Πολιτική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά την αποστράτευση του τον Νοέμβριο του 1923 ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλέχτηκε βουλευτής Ροδόπης στη Δ΄ Εθνοσυνέλευση όπου και ηγήθηκε μικρού κόμματος του Ελληνικού Δημοκρατικού Κόμματος με το οποίο και επιτέθηκε με δριμύτητα κατά των κυβερνήσεων Ε. Βενιζέλου και Γ. Καφαντάρη θεωρώντας τις τελείως ξένες προς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Στις 12 Μαρτίου του 1924 επί κυβερνήσεως Αλ. Παπαναστασίου ανέλαβε επί τρίμηνο υπουργός των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου του 1924 επί κυβερνήσεως Ανδρ. Μιχαλακοπούλου ορκίσθηκε υπουργός των Εσωτερικών, από τη θέση την οποία και παραιτήθηκε λίγο πριν τη δικτατορία του στρατηγού Θ. Παγκάλου (Ιούνιος 1925). Τάχθηκε όμως αμέσως κατά της δικτατορίας, παρασύροντας στρατιωτικές φρουρές σε ένοπλη εξέγερση, και την ανέτρεψε στις 21 Αυγούστου του 1926, συλλαμβάνοντας στις Σπέτσες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θεόδωρο Πάγκαλο και άλλους οπαδούς του. Κατόπιν ορκίσθηκε Πρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός των Στρατιωτικών και των Ναυτικών. Πρώτο του έργο ήταν να αποκαταστήσει στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και να προκηρύξει εκλογές για τις 7 Νοεμβρίου του 1926. Οι εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχε ο ίδιος και το κόμμα του, διενεργήθηκαν άψογα και αδιάβλητα. Όταν στις 4 Δεκεμβρίου σχηματίσθηκε, υπό τον Αλ. Ζαΐμη, Οικουμενική κυβέρνηση, ο Γ. Κονδύλης, παρέδωσε την εξουσία.

Αργότερα στις εκλογές (Αύγουστο 1928) εξελέγη βουλευτής Καβάλας οπότε και μετονόμασε το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε ιδρύσει, σε Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1932 (Σεπτέμβριος 1932) το κόμμα του συνεργάσθηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων και εκλέχθηκε βουλευτής Τρικάλων. Όταν το Λαϊκό κόμμα αναγνώρισε την Αβασίλευτη Δημοκρατία συνεργάσθηκε με αυτό αναλαμβάνοντας έτσι στην πρώτη κυβέρνηση του Π. Τσαλδάρη (4 Νοεμβρίου 1932) το υπουργείο Στρατιωτικών, στο οποίο και παρέμεινε μέχρι τις 16 Ιανουαρίου του 1933, όταν ανατράπηκε η κυβέρνηση Τσαλδάρη από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις εκλογές 5 Μαρτίου 1933 συνεργάσθηκε με το Λαϊκό κόμμα όπου στη νέα Κυβέρνηση του Τσαλδάρη που αναδείχθηκε ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Στρατιωτικών (10 Μαρτίου 1933) και λίγο αργότερα στις 5 Απριλίου την αντιπροεδρία της Κυβέρνησης.

Όταν το 1935 εκδηλώθηκε το βενιζελικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 υπό του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, ο Γ. Κονδύλης συνέβαλε στην άμεση καταστολή και συντριβή του όπου και ακολούθησαν σειρές δικών από έκτακτα στρατοδικεία. Μετά τις εκλογές της Ε' Εθνοσυνέλευσης (9 Ιουνίου 1935) όπου το κόμμα του κατέλαβε 33 έδρες στη Βουλή, πεπεισμένος ότι η κρατούσα τότε πολιτική κατάσταση δεν παρείχε ασφάλεια, ησυχία και δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματα του ελληνικού λαού, τάχθηκε με δηλώσεις του υπέρ της επαναφοράς της Βασιλείας. Έτσι στις 5 Ιουλίου του 1935 μέσα στη Βουλή εκφώνησε τον ιστορικό λόγο του υπέρ της Βασιλείας. Τον λόγο αυτό η κυβέρνηση δέχθηκε θετικά όπου και υποσχέθηκε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

Πρωθυπουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά ταύτα οι διάφορες κωλυσιεργίες και αναβολές προσδιορισμού επ´ αυτού και εκ του φόβου εκδήλωσης τυχόν νέων κινημάτων στις 10 Οκτωβρίου του 1935 οι αρχηγοί των όπλων υπό τον Γ. Κονδύλη εξαναγκάζουν τον Π. Τσαλδάρη, μπλοκάροντας καθ' οδόν το όχημα που τον μετέφερε στην οικία του, επί της λεωφόρου Κηφισίας, στο ύψος περίπου του Γηροκομείου, σε πραξικοπηματική άμεση παραίτηση. Έτσι το ίδιο βράδυ ο Γ. Κονδύλης ορκίζεται στη Βουλή πρόεδρος της κυβέρνησης και σχηματίζει την Κυβέρνηση Κονδύλη του 1935 [2] με αντιπρόεδρο τον Ι. Θεοτόκη, όπου και καταργεί την Αβασίλευτη Δημοκρατία υπέρ της Βασιλευομένης. Η δε Βουλή αναθέτει την Αντιβασιλεία στον Γ. Κονδύλη.

Με το Δημοψήφισμα του 1935 που ακολούθησε επανήλθε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Λίγες όμως ημέρες αργότερα ο Γ. Κονδύλης διαφώνησε με τον Βασιλιά για το θέμα της παροχής αμνηστίας των Κινηματιών της 1ης Μαρτίου 1935 στο οποίο αντιτασσόταν ο πρώτος πεισματικά. Συνέπεια αυτού ήταν ο Βασιλιάς να τον αναγκάσει σε παραίτηση στις 30 Νοεμβρίου 1935.

Απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 56 ετών από καρδιακή προσβολή. Επίσημη αναφορά στο έργο του έγινε σε ειδική τελετή της Βουλής στις 22 Απριλίου του 1936.

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το 1972 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της χάλκινης προτομής του στην πλατεία του Προυσού Ευρυτανίας
  2. Όταν ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης είχε γίνει, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, Πρωθυπουργός & Αντιβασιλέας, η χώρα, ως συνήθως, αντιμετώπιζε οξύτατο οικονομικό πρόβλημα: Τα δημόσια έσοδα ήταν ανύπαρκτα, με τα πραξικοπήματα και οι δαπάνες τεράστιες. Ρώτησε ο στρατηγός τους οικονομικούς υπουργούς πώς θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Του είπαν με τρεις τρόπους: Με την έκδοση χαρτονομίσματος, με το διεθνή δανεισμό και την επιβολή φόρων. Ο στρατηγός απέκλεισε τον δεύτερο και τον τρίτο και γιατί κανένας δεν δάνειζε τη χώρα και γιατί ενδιαφερόταν για το λαό. Απέμεινε, λοιπόν, η έκδοση χαρτονομίσματος. Του είπαν ότι η αύξηση του κυκλοφορούντος χρήματος θα προκαλούσε πληθωριστικές πιέσεις: «Μα, εμείς δεν θα το πούμε σε κανέναν!», απάντησε

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΔ΄, σελ.803
  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.11ος, σελ.162.
  • Δ. Βρατσάνος "Ιστορία Ελληνικών Επαναστάσεων" σελ.266 κ.έ. - Αθήνα 1936.
  • Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANICA τόμος τριακοστός, σελ. 15-16 Αθήνα 2007