Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πρόεδρος της
Ελληνικής Δημοκρατίας
Standard of the President of Greece.svg
Διακριτικό Σήμα (Σημαία) του Προέδρου της Δημοκρατίας (Π.Δ. 274/1979)
Κάτοχος
Κάρολος Παπούλιας

από 12 Μαρτίου 2005
Προσφώνηση Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε
Κατοικία Προεδρικό Μέγαρο
διορίζεται από Βουλή των Ελλήνων
Διάρκεια θητείας Πέντε έτη, άπαξ ανανεώσιμη
Αρχικός κάτοχος Μιχαήλ Στασινόπουλος
Δημιουργία 18 Δεκεμβρίου 1974
Ιστοσελίδα Επίσημος ιστότοπος

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος άρχων της Ελλάδας. Η θέση του Προέδρου υπήρξε στις περιόδους 1924-1935 και 1973-σήμερα, περίοδοι στις οποίες η Ελλάδα δεν είχε ως ανώτατο άρχοντα βασιλιά. Από το 1975, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή των Ελλήνων με πενταετή θητεία. Ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Κάρολος Παπούλιας.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας εμφανίστηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του 1924. Μετά το δημοψήφισμα που διενεργήθηκε και με το οποίο ανακηρύχθηκε η αβασίλευτη δημοκρατία, ο μέχρι τότε Αντιβασιλέας Παύλος Κουντουριώτης έγινε προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το Μάρτιο του 1926, μετά την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, παραιτήθηκε από το αξίωμα του Προέδρου, το οποίο ανέλαβε ο ίδιος ο Πάγκαλος μετά από μία εκλογική διαδικασία αμφίβολης νομιμότητας, και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ύστερα από την ανατροπή του τελευταίου, επανήλθε στον προεδρικό θώκο. Με το Σύνταγμα του 1927 καθιερώθηκε ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος περιοριζόταν στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Το 1929 εξελέγη για δεύτερη φορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τη Γερουσία και τη Βουλή των Ελλήνων ο Παύλος Κουντουριώτης. Τον ίδιο χρόνο όμως παραιτήθηκε και τον διαδέχθηκε ως προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, λόγω του γεγονότος ότι ήταν Πρόεδρος της Γερουσίας, ο οποίος τελικά επιλέχθηκε από τη Γερουσία και τη Βουλή ως καταλληλότερος για το αξίωμα του Προέδρου. Επανεξελέγη το 1934 και παρέμεινε μέχρι το 1935, οπότε και λόγω της πολιτειακής μεταβολής καταργήθηκε ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ως θεσμός επανήλθε επί του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών με το δεύτερο "Σύνταγμα" του 1973, το οποίο έδινε υπερεξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, συγκεντρώνοντας πια όλη την δύναμη στο πρόσωπό του, καθιερώνοντας παράλληλα και θέση Αντιπροέδρου. Με το Σύνταγμα του 1975 ρυθμίστηκε εκ νέου ο ακριβής του ρόλος, αλλά οι αρμοδιότητές του περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1986. Σήμερα ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι περισσότερο συμβολικός και εθιμοτυπικός.

Εκλογικές διαδικασίες από το 1975[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας

Από το 1974 έως σήμερα έχουν εκλεγεί από τη Βουλή στο προεδρικό αξίωμα οι Μιχαήλ Στασινόπουλος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Χρήστος Σαρτζετάκης, Κωστής Στεφανόπουλος και Κάρολος Παπούλιας.

Μετά το δημοψήφισμα του 1974 και την εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας, κατά την πρώτη εκλογική διαδικασία ο Μιχαήλ Στασινόπουλος εξελέγη από τη Βουλή προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 206 ψήφους.

Με την κατάρτιση και θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος της χώρας το 1975 ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη στο αξίωμα υποστηριζόμενος από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, συγκεντρώνοντας 210 ψήφους, πιθανότατα προερχόμενες από τους βουλευτές της Ν.Δ. που είχε 215 έδρες στο Κοινοβούλιο σε σύνολο 295 εδρών. Αντίπαλος του ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που υποστηρίχθηκε από την Ένωση Κέντρου, ενώ το ΠΑΣΟΚ και η Ενωμένη Αριστερά ψήφισαν λευκό.

Τον Κωνσταντίνο Τσάτσο διαδέχθηκε το 1980 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος πρώτα παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία. Για την εκλογή του πραγματοποιήθηκαν τρεις ψηφοφορίες. Στην πρώτη συγκέντρωσε 179 ψήφους (175 έδρες είχε η Νέα Δημοκρατία), στη δεύτερη 181 και στην τρίτη 183 ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ απείχε και από τις τρεις ψηφοφορίες, το ΚΚΕ ψήφισε λευκό, ενώ η Εθνική Παράταξη υπέρ του.[1] Οι βουλευτές της ΕΔΗΚ δεν είχαν ξεκάθαρη θέση, καθώς μερικοί ψήφισαν υπέρ και μερικοί κατά.

Η διαδικασία εκλογής του 1985 θεωρείται ως η πιο επεισοδιακή από όλες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα. Η ρήξη της 9ης Μαρτίου και η απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου να προτείνει τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Σαρτζετάκη ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η επικείμενη ριζική αναθεώρηση του Συντάγματος με παράλληλη κατάργηση πολλών «υπερεξουσιών» του Προέδρου, η αποκαθήλωση του Καραμανλή από την Προεδρία και η επιλογή του Ανδρεα Παπανδρέου να τον αντικαταστήσει επίτηδες με τον άνθρωπο που θύμιζε την χειρότερη στιγμή των καραμανλικών κυβερνήσεων (δολοφονία Λαμπράκη) προκάλεσαν πολιτικό σεισμό.

Στις τρεις ψηφοφορίες ανέκυψαν δύο διαδικαστικά προβλήματα, τα οποία αφορούσαν την ψήφο του Προέδρου της Βουλής Ιωάννη Αλευρά που μετά την παραίτηση Καραμανλή τον αναπλήρωνε στη θέση του Προέδρου, και το χρώμα των ψηφοδελτίων κατά τη μυστική ψηφοφορία. Συγκεκριμένα στην πρώτη ψηφοφορία συγκεντρώθηκαν 184 ψήφοι υπέρ του Σαρτζετάκη, τον οποίο στήριζαν ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, ενώ βρέθηκαν και δύο λευκά. Δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία απείχε, τα λευκά προέρχονταν από την κυβερνητική παράταξη. Στη δεύτερη όμως ψηφοφορία μοιράστηκαν έγχρωμα ψηφοδέλτια γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης που διαμαρτυρόταν για ξεκάθαρη παραβίαση της μυστικής ψηφοφορίας. Ο βουλευτής μάλιστα της ΝΔ, Ελευθέριος Καλογιάννης, άρπαξε την κάλπη από την αίθουσα Ολομέλειας, και κρατώντας την στα χέρια του προσπάθησε να την μεταφέρει στην αίθουσα των γραφείων της ΝΔ. Στις αιτιάσεις της ΝΔ για τη νομιμότητα της διαδικασίας, ο προεδρεύων αντιπρόεδρος Μιχαήλ Στεφανίδης απάντησε ότι το Σύνταγμα απαιτεί τα ψηφοδέλτια να είναι ομοιόμορφα, όμως πουθενά δεν αναφέρει ότι πρέπει να είναι και ομοιόχρωμα. Στη δεύτερη ψηφοφορία ο Σαρτζετάκης συγκέντρωσε 181 ψήφους, ενώ στην τρίτη και τελευταία 180 ψήφους, την οριακή δηλαδή πλειοψηφία που απαιτεί το Σύνταγμα.

Και ενώ όλα αυτά συνέβαιναν μέσα στο κτίριο της Βουλής, έξω από αυτό είχε συγκεντρωθεί πλήθος από φανατικούς οπαδούς του ΠΑΣΟΚ που κρατούσαν στα χέρια τους την εφημερίδα Αυριανή και τραγουδούσαν υβριστικά και απαξιωτικά συνθήματα κατά του Καραμανλή.[2]

Μετά την εκλογή Σαρτζετάκη η ΝΔ αμφισβήτησε το δικαίωμα ψήφου του Προέδρου της Βουλής, Ιωάννη Αλευρά, καθώς ασκούσε καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας αναπληρώνοντας τον παραιτηθέντα Καραμανλή και την αξίωσή της υποστήριξαν γνωστοί συνταγματολόγοι όπως ο Αριστόβουλος Μάνεσης. Αντίθετα, ο καθηγητής Γεώργιος Κασιμάτης και ο νεαρός τότε Ευάγγελος Βενιζέλος υποστήριξαν την ερμηνεία του Συντάγματος που τελικά επικράτησε, ότι δηλαδή ο Πρόεδρος της Βουλής που αναπληρώνει τη χηρεύουσα θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας έχει δικαίωμα να ψηφίσει ως βουλευτής κατά τη διαδικασία εκλογής του νέου Προέδρου.[3][1] Κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1986 η μυστική ψηφοφορία αντικαταστάθηκε από ονομαστική.

Το Σαρτζετάκη διαδέχθηκε το 1990 στο προεδρικό αξίωμα για δεύτερη φορά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος κατάφερε να εκλεγεί στην πέμπτη ψηφοφορία με 153 ψήφους, αφού είχε ήδη πραγματοποιηθεί διάλυση της Βουλής λόγω της αποτυχίας να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε τρεις ψηφοφορίες. Το ΠΑΣΟΚ υποστήριξε τον Ιωάννη Αλευρά, ενώ ο Συνασπισμός τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο.[1] Η επιστροφή του Καραμανλή στην Προεδρία ήταν απαίτηση της βάσης του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας που σε εκείνη την συγκυρία ήταν πρώτο κόμμα, αλλά ούτε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ενθουσιασμένοι με την επιστροφή Καραμανλή

Διαδικασία εκλογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϋποθέσεις εκλογιμότητας και κωλύματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Coat of arms of Greece.svg
Αυτό το λήμμα ανήκει στη σειρά:
Πολιτικό σύστημα της Ελλάδας
 

Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται από την Βουλή των Ελλήνων και οι υποψήφιοι προτείνονται μόνο από τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Για να εκλεγεί κάποιος στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να πληροί τέσσερεις βασικές ροϋποθέσεις:[4]

  • Να είναι Έλληνας πολίτης για πέντε τουλάχιστον έτη
  • Να έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή
  • Να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του
  • Να έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν

Από τη στιγμή που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, μπορεί οποιοσδήποτε να προταθεί από τις κοινοβουλευτικές ομάδες για το αξίωμα. Αν και απαιτείται να δοθεί όρκος ενώπιον της Βουλής σύμφωνα με το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα (άρθρο 33 παρ. 2), κρατεί η άποψη ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η θρησκεία του υποψηφίου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η επανεκλογή του ίδιου προσώπου επιτρέπεται μία μόνο φορά, ενώ Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να συμμετάσχει στην εκλογή που ακολουθεί εξαιτίας της παραίτησής του.[5]

Διαδικασία εκλογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνήθως ένα μήνα πριν λήξει η θητεία του εν ενεργεία Προέδρου της Δημοκρατίας συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Βουλής συνεδρίασή της με σκοπό την εκλογή του διαδόχου του. Η ψηφοφορία γίνεται ονομαστικά, ψηφίζουν όλοι οι βουλευτές και δεν προηγείται συζήτηση. Αν και τους υποψηφίους τους προτείνουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες, ψήφοι υπέρ προσώπων που δεν έχουν προταθεί δεν θεωρούνται άκυρες, εκτός από την 6η ψηφοφορία που θεωρούνται έγκυρες μόνο οι ψήφοι μεταξύ των δύο επικρατεστέρων (βλ. παρακάτω). Πρόεδρος εκλέγεται αυτός που στην πρώτη ψηφοφορία θα συγκεντρώσει τα 2/3 του συνόλου των βουλευτών (200 έδρες).[4] Σε περίπτωση που δεν υπάρξει αποτέλεσμα επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία μετά από πέντε μέρες και, αν και πάλι δεν επιτευχθεί αποτέλεσμα, πραγματοποιείται τρίτη ψηφοφορία, πάλι μετά από πέντε μέρες, αλλά αυτή τη φορά απαιτείται πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των βουλευτών (180 έδρες).[4] Αν και πάλι δεν εκλεγεί κάποιος, η Βουλή διαλύεται μέσα σε δέκα μέρες και προκηρύσσονται εκλογές.[4] Δεν απαιτείται η προσυπογραφή του Διατάγματος για την διάλυση της Βουλής από τον Πρωθυπουργό.

Μετά το πέρας των εκλογών, η Βουλή συνέρχεται αμέσως και διεξάγει νέα ψηφοφορία στην οποία απαιτείται αρχικά πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου, ήτοι 180 έδρες.[4] Αν δεν επιτευχθεί ούτε αυτή η πλειοψηφία, προβλέπεται πέμπτη ψηφοφορία με την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, ήτοι 151 έδρες.[4] Στην περίπτωση που δεν αναδειχθεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας ούτε και τότε, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μεταξύ των δύο επικρατεστέρων, δηλαδή αυτών που συγκέντρωσαν τις περισσότερες ψήφους και εκλέγεται αυτός που θα συγκεντρώσει τη σχετική πλειοψηφία.[4] Αν οι δύο αυτοί ισοψηφίσουν, τότε πραγματοποιείται κλήρωση.

Η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας μπορεί να παραταθεί σε περίπτωση πολέμου ή μη εκλογής εγκαίρως νέου Προέδρου.[5] Η αναπλήρωση δε συνιστά λόγο εκλογής νέου Προέδρου και ενεργείται από τον Πρόεδρο της Βουλής, σε περίπτωση δε που αυτή έχει διαλυθεί, από τον Πρόεδρο της τελευταίας Βουλής και, αν αυτός αρνείται ή δεν υπάρχει, από την Κυβέρνηση συλλογικά. Όσο διαρκεί η αναπλήρωση, ο αναπληρωτής Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να κάνει χρήση όλων των προεδρικών αρμοδιοτήτων.

Αρμοδιότητες και ποινική ευθύνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας σήμερα είναι αρκετά περιορισμένες σε σχέση με το παρελθόν, και κυρίως μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1986. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του συγκαταλέγονται ο διορισμός του Πρωθυπουργού, των λοιπών μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, η ανάθεση διερευνητικών εντολών για τη δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής, η απαλλαγή της Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της, η σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο, η διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη εκλογών, η έκδοση και δημοσίευση των ψηφισμένων από τη Βουλή νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου προκειμένου να καταστούν νόμοι του κράτους, η αναπομπή στη Βουλή ψηφισμένου νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου, η έκδοση διαταγμάτων και πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, η προκήρυξη δημοψηφίσματος, η απεύθυνση διαγγελμάτων προς το λαό και η χάρη, μετατροπή ή μετριασμός των ποινών που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια. Πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Συντάγματος, σε κάθε περίπτωση, εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δεν ενεργεί ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε με την προσυπογραφή του αρμοδίου υπουργού, ο οποίος είναι και ο μόνος πολιτικά υπεύθυνος.

Για τις πράξεις του ο Πρόεδρος ευθύνεται ποινικά μόνο για αυτές που συνιστούν εσχάτη προδοσία ή παραβίαση με πρόθεση του Συντάγματος (Σύντ. άρθρο 49, ν. 265/1976). Για άλλα αδικήματα, που δε σχετίζονται με την άσκσηση των καθηκόντων του, η δίωξη αναστέλλεται μέχρι τη λήξη της θητείας του. Η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να τον παραπέμπει σε δίκη με σκοπό την τιμώρησή του [κάθειρξη (μόνο για εσχάτη προδοσία), έκτωση από το αξίωμα, αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων]. Για να υποβληθεί πρόταση για παραπομπή σε δίκη του Προέδρου της Δημοκρατίας απαιτούνται 100 υπογραφές βουλευτών, ενώ για να γίνει δεκτή αυτή απαιτείται πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή 200. Σε περίπτωση αποδοχής της πρότασης από τη Βουλή, παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο που δικάζει και τους υπουργούς κατά το άρθρο 86 και αναπληρώνεται μέχρι την έκδοση απαλλακτικής απόφασης.

Προεδρία της Δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λογότυπο της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας

Η Προεδρία της Δημοκρατίας είναι μια αυτοτελής δημόσια υπηρεσία, η οποία τελεί υπό τη διεύθυνση Γενικού Γραμματέα, ο οποίος έχει το προβάδισμα έναντι όλων των Γενικών Γραμματέων του κράτους, και της οποίας το προσωπικό διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας χωρίς υπουργική προσυπογραφή. Σκοπός της είναι η υποβοήθηση και εξυπηρέτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας στην άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του. Διαρθρώνεται στο Ιδιαίτερο Γραφείο του Προέδρου, το Νομικό Γραφείο, το Διπλωματικό Γραφείο, το Στρατιωτικό Γραφείο, στο οποίο υπάγεται και η Προεδρική Φρουρά, το Γραφείο Διοικητικών Υποθέσεων και το Γραφείο Οικονομικών Υποθέσεων. Οι υπηρεσίες της Προεδρίας στεγάζονται στο Προεδρικό Μέγαρο, που βρίσκεται επί της οδού Ηρώδου Αττικού, και στο μέγαρο στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου Β΄ και Στησιχόρου.

Ψηφοφορίες για την ανάδειξη Προέδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους παρακάτω πίνακες παρατίθενται όλες οι μεταπολιτευτικές ψηφοφορίες της Βουλής για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατίας. Εντός παρένθεσης μετά το όνομα του υποψήφιου Προέδρου, αναφέρεται το κόμμα ή τα κόμματα που στήριξαν την επιλογή του προσώπου.

1974[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

18 Δεκεμβρίου 1974
Μιχαήλ Στασινόπουλος (Ν.Δ.) Ναι 206
Όχι 74
Λευκά 8
Άκυρα 3
Απόντες 9
Σύνολο 300

1975[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

19 Ιουνίου 1975
Κωνσταντίνος Τσάτσος (Ν.Δ.) 210
Παναγιώτης Κανελλόπουλος (Ε.Κ.–Ν.Δ.) 65
Λευκά 20
Απόντες 5
Σύνολο 300

1980[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

23 και 29 Απριλίου και 5 Μαΐου 1980   Α'     Β'     Γ'  
Κωνσταντίνος Καραμανλής (Ν.Δ.) 179 181 183
Γεώργιος Μυλωνάς (ΚΟΔΗΣΟ) 4 3 3
Λεωνίδας Κύρκος (ΚΚΕ Εσωτερικού) 1 1 1
Φαίδων Βεγλερής (ΕΔΑ) 1 1 1
Νικήτας Βενιζέλος (ΕΔΗΚ) 3
Ηλίας Ηλιού (ΕΔΑ) 1
Στέλιος Παπαθεμελής (Ανεξάρτητος) 1
Ιωάννης Ζίγδης (ΕΔΗΚ) 4
Λευκά 15 13 12
Άρνηση ψήφου 92 97 94
Απόντες 4 3 2
Σύνολο 300 300 300

1985[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

17, 23 και 29 Μαρτίου 1985   Α'     Β'     Γ'  
Χρήστος Σαρτζετάκης (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ) 178 181 180
Λευκά 3 1 1
Άκυρα 3 3 5
Άρνηση ψήφου 113 110 112
Απόντες 3 5 2
Σύνολο 300 300 300

1990[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

19 και 25 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 30 Απριλίου και 4 Μαΐου 1990   Α'     Β'     Γ'     Δ'     Ε'  
Κωνσταντίνος Καραμανλής (Ν.Δ.) 149 153
Ιωάννης Αλευράς (ΠΑΣΟΚ) 127 128 123 125
Χ. Σαρτζετάκης (ΠΑΣΟΚ, Εν. Συνασπισμός) 151 21 21
Κ. Δεσποτόπουλος (Ενιαίος Συνασπισμός) 21 21
«Παρών» 148 148 148 1 1
«Απών» (αντί λευκού) 1 0 2 0 0
Απόντες 0 4 1 6 0
Σύνολο 300 300 300 300 300

1995[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

24 Φεβρουαρίου, 2 και 8 Μαρτίου 1995   Α'     Β'     Γ'  
Κωστής Στεφανόπουλος (ΠΟΛΑΝ, ΠΑΣΟΚ) 181 181 181
Αθανάσιος Τσαλδάρης (Ν.Δ.) 109 108 109
«Παρών» 10 8 10
Απόντες 0 3 0
Σύνολο 300 300 300

2000[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

8 Φεβρουαρίου 2000
Κωστής Στεφανόπουλος (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ.) 269
Λεωνίδας Κύρκος (Συνασπισμός) 10
«Παρών» 19
Απόντες 2
Σύνολο 300

2005[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

8 Φεβρουαρίου 2005
Κάρολος Παπούλιας (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ) 279
«Παρών» 17
Απόντες 4
Σύνολο 300

2010[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

3 Φεβρουαρίου 2010
Κάρολος Παπούλιας (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ) 266
«Παρών» 32
Απόντες 2
Σύνολο 300

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γρ. Τζιοβαρας (06/02/2005). «Με ρεκόρ ψήφων ο 6ος Πρόεδρος Δημοκρατίας». Πολιτική. Το Βήμα. http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=32&artid=164020&dt=06/02/2005. Ανακτήθηκε στις 10/06/2009. 
  2. Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης Σταθερή Δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική Ιστορία
  3. Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης Σταθερή Δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική Ιστορία
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 Διαδικασία εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας, in.gr
  5. 5,0 5,1 Ειδικές περιπτώσεις στην εκλογή προέδρου, in.gr

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]