Ανθρώπινα δικαιώματα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Μάγκνα Κάρτα όριζε τον σεβασμό ορισμένων νομικών δικαιωμάτων του λαού από μέρους του μονάρχη

Τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν ηθικές αρχές που θέτουν συγκεκριμένα πρότυπα ανθρώπινης συμπεριφοράς και συνήθως προστατεύονται ως νόμιμα δικαιώματα κατά το εθνικό και διεθνές δίκαιο[1]. Θεωρούνται ως «κοινώς αντιλαμβανόμενα αναπαλλοτρίωτα θεμελιώδη δικαιώματα που κάθε άτομο δικαιούται από τη στιγμή της γέννησής του, απλώς και μόνο επειδή είναι ανθρώπινο ον»[2]. Αυτά περιλαμβάνουν αστικά και πολιτικά δικαιώματα όπως το δικαίωμα στη ζωή και την ελευθερία, την ελευθερία σκέψης και έκφρασης, καθώς και την ισότητα ενώπιον του νόμου[3]. Στα ανθρώπινα δικαιώματα περιλαμβάνονται, επίσης, κοινωνικά, πολιτιστικά και οικονομικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της συμμετοχής στον πολιτισμό, το δικαίωμα στην τροφή, την ιατρική περίθαλψη, δικαίωμα στην εργασία, την εκπαίδευση και το δικαίωμα στην παροχή στέγης.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα, λοιπόν, θεωρούνται διεθνή (εφαρμόζονται και ισχύουν παντού) και διαφυλάττουν την ισότητα (ισχύουν τα ίδια για όλους). Το δόγμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει επηρεάσει καταφανώς το διεθνές δίκαιο καθώς και τα εθνικά συντάγματα, τις πολιτικές των κρατών και τη δράση μη-κυβερνητικών οργανισμών κι αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της δημόσιας τάξης ανά τον κόσμο. Κατά την ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[4], «αν ο δημόσιος διάλογος εν καιρώ ειρήνης στην παγκόσμια κοινότητα διαθέτει κοινή ηθική γλώσσα, είναι αυτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Οι έντονες αξιώσεις του δόγματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξακολουθούν να προκαλούν μεγάλο σκεπτικισμό και διαφωνίες όσον αφορά στο περιεχόμενο, τη φύση και το σκεπτικό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και σήμερα. Πράγματι, το ερώτημα τι συνιστά «δικαίωμα» είναι από μόνο του αμφιλεγόμενο και αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης φιλοσοφικής διαμάχης[5].

Πολλές από τις βασικές ιδέες που πυροδότησαν το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διαμορφώθηκαν ως επακόλουθο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των θηριωδιών του Ολοκαυτώματος και κλιμακώθηκαν με την υιοθέτηση της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Παρίσι από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, το 1948. Ο αρχαίος κόσμος δεν συμπεριλάμβανε την έννοια των διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων[6]. Ο πραγματικός προάγγελος της συζήτησης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν η έννοια των φυσικών δικαιωμάτων, που συνιστούσε μέρος της μεσαιωνικής παράδοσης του Φυσικού Δικαίου που πρέσβευαν κατά τον Διαφωτισμό φιλόσοφοι όπως ο Τζον Λοκ, ο Φράνσις Χάτσεσον κι ο Ζαν-Ζακ Μπουρλαμακί, ενώ δέσποζε στο Αγγλικό Νομοσχέδιο περί Δικαιωμάτων και τα πολιτικά ιδεώδη της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης.

Αυτά ήταν τα θεμέλια από τα οποία εκπορεύθηκαν τα σύγχρονα επιχειρήματα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα[7].

    Επειδή η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο...

-1η πρόταση του Προοιμίου της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ[8][9]    

    Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης.

-Άρθρο 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ[9]    

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία της έννοιας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι ιδέες περί δικαιωμάτων και ελευθερίας έχουν υπάρξει με κάποια μορφή για ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, δεν μοιάζουν με τη σύγχρονη αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τον Τζακ Ντόνελι, στην αρχαιότητα «οι παραδοσιακές κοινωνίες συνήθως είχαν επεξεργασμένα και λεπτομερή συστήματα κατανομής των καθηκόντων [...] αντιλήψεις περί δικαιοσύνης, πολιτικής νομιμότητας, ανθρώπινης ευημερίας που επεδίωκε να καταστήσει πραγματικότητα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, καθώς και ευημερίας εντελώς ανεξάρτητης από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτοί οι θεσμοί και οι πρακτικές είναι περισσότερο εναλλακτικές παρά διαφορετικές διατυπώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα». Η σύγχρονη έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να θεωρηθεί ότι γεννήθηκε στην Ευρώπη της Αναγέννησης και της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, παράλληλα με την εξαφάνιση του φεουδαρχικού απολυταρχισμού και του θρησκευτικού συντηρητισμού που κυριαρχούσε τον Μεσαίωνα. Μια θεωρία είναι ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αναπτύχθηκαν ως θεωρία κατά την πρώιμη σύγχρονη περίοδο, παράλληλα με την Ευρωπαϊκή εκκοσμίκευση της ιουδαίο-χριστιανικής ηθικής. Η πιο ευρέως πλέον διαδεδομένη άποψη είναι ότι η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Δύση και ότι, ενώ νωρίτερα οι διάφοροι πολιτισμοί είχαν σημαντικές ηθικές έννοιες, γενικά δεν υπήρχε η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, ο McIntyre υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει καμία λέξη που να αποδίδει την έννοια «δικαίωμα» σε οποιαδήποτε γλώσσα πριν το 1400.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαία Μεσοποταμία μαρτυρούνται από το 2350 Π.Κ.Χ. περίπου οι αρχαιότεροι νομικοί κώδικες οι οποίοι περιλάμβαναν σε κάποιο βαθμό την έννοια του δικαιώματος. Ο αρχαιότερος νομικός κώδικας που σώζεται ως σήμερα είναι ο νεοσουμερικός Κώδικας του Ουρ-Ναμμού (περ. 2050 Π.Κ.Χ.). Στη γνωστότερη σειρά νόμων, τον Κώδικα του Χαμουραμπί (περ. 1780 Π.Κ.Χ.), περιέχονται κανόνες —και ποινές σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων— που ρυθμίζουν μια σειρά από ζητήματα όπως τα δικαιώματα των γυναικών, των παιδιών και των δούλων[10].

Στους προλόγους αυτών των κωδίκων γίνεται επίκληση στους Μεσοποτάμιους θεούς με σκοπό την θεϊκή επικύρωση. Η προέλευση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις κοινωνίες συχνά πήγαζε από θρησκευτικά ιερά κείμενα. Οι Βέδες, η Βίβλος, το Κοράνι και τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου είναι μεταξύ των αρχαίων γραπτών πηγών που πραγματεύονται με ζητήματα όπως τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ατόμου. Παρόμοια, ποικίλες φιλοσοφικές ιδέες περιλάμβαναν αντιλήψεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ανθρώπινα δικαιώματα.

Αξιοσημείωτη θέση στο ιστορικό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ο Κύλινδρος του Κύρου του 539 Π.Κ.Χ., ο οποίος έχει περιγραφεί ως «η πρώτη διακήρυξη ανθρωπίνων δικαιωμάτων» της ιστορίας[11]. Τα Ήδικτα (Διατάγματα) του αυτοκράτορα Ασόκα της Ινδίας (272-231 Π.Κ.Χ.) αποτελούν κοινωνικές και ηθικές εφαρμογές αρχών του Βουδισμού. Το Σύνταγμα της Μεδίνας του 622 Κ.Χ., το οποίο συντάχθηκε από τον Μωάμεθ, αποτέλεσε επίσημη συμφωνία μεταξύ των φυλών που ζούσαν στη Μεδίνα και περιλάμβανε Μουσουλμάνους, Εβραίους και παγανιστές[12].

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγγλική Magna Carta του 1215, ένας μεσαιωνικός καταστατικός χάρτης της ελευθερίας, έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ιστορία της αγγλικής νομοθεσίας, αλλά και στη σύγχρονη διεθνή και συνταγματική νομοθεσία. Η Magna Carta όμως δεν ήταν καταστατικός χάρτης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά μάλλον μόνο ένα θεμέλιό τους και αποτέλεσε μια μορφή περιορισμένης πολιτικά και νομικά δεσμευτικής συμφωνίας για την αντιμετώπιση ειδικών πολιτικών συνθηκών. Στην περίπτωση της Magna Carta, αυτή αναγνωρίστηκε αργότερα κατά τη διάρκεια των πρώιμων σύγχρονων συζητήσεων σχετικά με τα δικαιώματα.

Ένα από τα παλαιότερα ιστορικά αρχεία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι το καταστατικό του Kalisz (1264), που παραχωρούσε προνόμια στην εβραϊκή μειονότητα στο Βασίλειο της Πολωνίας, όπως η προστασία από τις διακρίσεις και την ρητορική μίσους.

16ος-18ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η οποία κυρώθηκε από την Γαλλική Εθνοσυνέλευση στις 26 Αυγούστου 1789.

Πολλοί από τους σύγχρονους νόμους και οι περισσότερες από τις σύγχρονες ερμηνείες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων προέρχονται από την σχετικά πρόσφατη ιστορία. Η πρώτη σύλληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πιστώνεται στις ιδέες για τα φυσικά δικαιώματα που απορρέουν από το φυσικό νόμο. Ειδικότερα, το θέμα των οικουμενικών δικαιωμάτων εισήχθη από την εξέταση του ενδεχόμενου της επέκτασης των δικαιωμάτων των αυτοχθόνων λαών από τους Ισπανούς κληρικούς, όπως οι Francisco de Vitoria και Bartolomé de las Casas. Στη συζήτηση που διεξήχθη στο Βαγιαδολίδ, ο Juan de Ginés Sepúlveda, ο οποίος υποστήριξε την αριστοτελική άποψη περί της ανθρωπότητας η οποία χωρίζεται σε διαφορετικές ταξικές κατηγορίες διαφορετικής αξίας, διαφώνησε με τον Las Casas, ο οποίος τάχθηκε υπέρ των ίσων δικαιωμάτων στην ελευθερία από την δουλεία για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη φυλή ή τη θρησκεία τους.

Ο Άγγλος φιλόσοφος Τζον Λοκ τον 17ο αιώνα ανέφερε τα φυσικά δικαιώματα στο έργο του, προσδιορίζοντάς τα ως δικαιώματα «στη ζωή, την ελευθερία και την περιουσία (ακίνητη)», και υποστήριξε ότι τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα δεν μπορούν να παραλειφθούν από το κοινωνικό συμβόλαιο. Στη Βρετανία του 1689, η αγγλική «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων» (Bill of Rights) και η αντίστοιχη Αξίωση Δικαιωμάτων της Σκωτίας κατέστησαν παράνομες μια σειρά από καταπιεστικές κυβερνητικές ενέργειες. Δύο μεγάλες επαναστάσεις κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μία στις Ηνωμένες Πολιτείες (1776) και μία στη Γαλλία (1789), οδήγησαν στην υιοθέτηση της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, αντίστοιχα, στη βάση των οποίων κατοχυρώθηκαν συγκεκριμένα νομικά δικαιώματα. Επιπλέον στα παραπάνω, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων της Βιρτζίνια του 1776 κωδικοποιεί σε νόμο έναν αριθμό θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών.

    Θεωρούμε αυτές τις αλήθειες ως αυτονόητες, ότι δηλαδή όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι, ότι είναι προικισμένοι από τον Δημιουργό τους με συγκεκριμένα απαραβίαστα Δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας.

-Ηνωμένες Πολιτείες Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, 1776    

Ακολούθησε η πρόοδος στη φιλοσοφία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων από φιλοσόφους όπως ο Αμερικανός Τόμας Πέιν, ο Άγγλος Τζον Στιούαρτ Μιλ και ο Γερμανός Γκέοργκ Χέγκελ κατά τη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα. Ο όρος «ανθρώπινα δικαιώματα» ήρθε σε ύπαρξη πιθανώς στην περίοδο μεταξύ του έργου Δικαιώματα του Ανθρώπου του Πέιν και των κειμένων του Γουίλιαμ Λόιντ Γκάρισον στην εφημερίδα The Liberator ο οποίος έγραψε ότι προσπαθούσε να στρατεύσει τους αναγνώστες του «στο μεγάλο αγώνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»[13]. Ωστόσο, ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί από τουλάχιστον ένα συγγραφέα ήδη το 1742[14].

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον δέκατο ένατο αιώνα τα ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν κεντρικό ζήτημα με αφορμή το ζήτημα της δουλείας. Ένας αριθμός μεταρρυθμιστών, ιδιαίτερα ο Ουίλιαμ Ουίλμπερφορς στην Βρετανία, εργάστηκαν με στόχο την κατάργηση της δουλείας. Αυτό έγινε εφικτό στην Βρετανική Αυτοκρατορία μέσω της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για το Εμπόριο Δούλων του 1807 και της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για την Κατάργηση της Δουλείας του 1833. Στις ΗΠΑ , όλες οι βόρειες πολιτείες είχαν καταργήσει τον θεσμό της δουλείας μεταξύ του 1777 και του 1804, παρόλο που οι νότιες πολιτείες παρέμεναν σφιχτά προσκολλημένες στον «ιδιόρρυθμο θεσμό». Η σύγκρουση και οι αντιπαραθέσεις για την επέκταση της δουλείας σε νέες περιοχές ήταν μια από τις αιτίες για την απόσχιση των νοτίων πολιτειών και τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Κατά την περίοδο της ανοικοδόμησης που ακολούθησε τον πόλεμο, πραγματοποιήθηκαν διάφορες τροπολογίες στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε αυτές περιλαμβάνονται η 13η τροπολογία που καταργεί την δουλεία, η 14η τροπολογία που διασφαλίζει πλήρη υπηκοότητα και πολιτικά δικαιώματα σε όλους όσους έχουν γεννηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και η 15η τροπολογία, που διασφαλίζει στους αφρο-αμερικανούς το δικαίωμα ψήφου.

Πολλές ομάδες και κινήματα πέτυχαν βαθιές κοινωνικές αλλαγές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, στο όνομα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική, εργατικά συνδικάτα προκάλεσαν νόμους που διασφάλιζαν το δικαίωμα της απεργίας στους εργαζόμενους, θέσπιζαν ελάχιστες συνθήκες εργασίας και απαγόρευαν ή ρύθμιζαν νομοθετικά την παιδική εργασία. Το κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών πέτυχε να εξασφαλίσει το δικαίωμα ψήφου για πολλές γυναίκες. Τα κινήματα εθνικής ανεξαρτησίας σε πολλές χώρες, πέτυχαν να εκδιώξουν αποικιακές δυνάμεις. Ένα από τα πιο σημαίνοντα ήταν το κίνημα του Μαχάτμα Γκάντι να απελευθερώσει την πατρίδα του την Ινδία από την Βρετανική κατοχή. Κινήματα από επί μακρόν καταπιεσμένες φυλετικές και θρησκευτικές μειονότητες πέτυχαν σε πολλά μέρη του κόσμου, μεταξύ αυτών το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Αφρο-αμερικανών και πιο πρόσφατα ποικίλα κινήματα πολιτικών ταυτότητας, για λογαριασμό των γυναικών και διαφόρων μειονοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η θέσπιση της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, ο Κώδικας του Lieber του 1864 και η πρώτη από τις Συμβάσεις της Γενεύης επίσης το 1864 έθεσαν τα θεμέλια του διεθνούς ανθρωπιστικού νόμου, ο οποίος αναπτύχθηκε περαιτέρω μετά τους δυο παγκόσμιους πολέμους.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, η τεράστια απώλεια ανθρώπινων ζωών και οι κραυγαλέες καταπατήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκειά τους, ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την ανάπτυξη των σύγχρονων εργαλείων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Κοινωνία των Εθνών ιδρύθηκε το 1919, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη των Βερσαλλιών που ακολούθησαν το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι στόχοι της ΚτΕ περιλάμβαναν αφοπλισμό, παρεμπόδιση του πολέμου μέσω συλλογικής ασφάλειας, επίλυση των διαφορών μεταξύ χωρών με διαπραγματεύσεις και διπλωματία και βελτίωση της παγκόσμιας ευημερίας. Στον καταστατικό της χάρτη προβλεπόταν η εντολή να προωθηθούν πολλά από τα δικαιώματα που περιελήφθησαν αργότερα στην παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στη Διάσκεψη της Γιάλτας του 1945, οι Συμμαχικές δυνάμεις συμφώνησαν να να δημιουργήσουν ένα νέο σώμα για να αντικαταστήσει τον ρόλο της Κοινωνίας των Εθνών. Αυτό επρόκειτο να είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Ο Ο.Η.Ε. έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στη διεθνή νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα από την ίδρυση του. Μετά τους παγκόσμιους πολέμους ο Ο.Η.Ε. και τα μέλη του ανέπτυξαν μεγάλο μέρος του διαλόγου και τα νομοθετικά σώματα που τώρα συνιστούν τον διεθνή ανθρωπιστικό νόμο και την διεθνή νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα σύμφωνα με το σύνταγμα (άρθρα 4 έως 25),[15] αλλά και στο Αστικό Δίκαιο(άρθρα 281-286).

Φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φιλοσοφία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπαθεί να εξετάσει την υποκείμενη βάση της έννοιας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βλέπει με κριτική ματιά το περιεχόμενο της και την αιτιολόγηση της. Πολλαπλές θεωρητικές προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί στην προσπάθεια εξήγησης του πώς και γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν γίνει μέρος των κοινωνικών προσδοκιών.

Μια από τις αρχαιότερες δυτικές φιλοσοφίες που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πως αποτελούν μέρος ενός φυσικού δικαίου και απορρέουν από διαφορετικές φιλοσοφικές ή θεολογικές βάσεις. Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα κωδικοποιούν την ηθική συμπεριφορά, η οποία είναι προϊόν ενός ανθρώπινου κοινωνικού προϊόντος που αναπτύσσεται μέσω μιας διαδικασίας βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης (σχετίζεται με τον Χιουμ). Παράλληλα, τα ανθρώπινα δικαιώματα περιγράφονται και ως ένα κοινωνιολογικό μοντέλο ρύθμισης κανόνων (όπως φαίνεται στην κοινωνιολογική θεώρηση και στο έργο του Βέμπερ). Τέτοιου είδους προσεγγίσεις συμπεριλαμβάνουν την ιδέα ότι τα άτομα σε μια κοινωνία δέχονται κανόνες από μια νόμιμη αρχή με αντάλλαγμα πλεονεκτήματα σε ασφάλεια και οικονομία (όπως ισχυρίζεται ο Ρωλς), δηλαδή ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Οι δυο θεωρίες που επικρατούν στις μοντέρνες συζητήσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η θεωρία περί ενδιαφέροντος και η θεωρία περί βούλησης. Η θεωρία περί ενδιαφέροντος διατείνεται ότι η κύρια λειτουργία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η προστασία και η προώθηση συγκεκριμένων βασικών ανθρώπινων ενδιαφερόντων, ενώ η θεωρία περί βούλησης προσπαθεί να τεκμηριώσει την εγκυρότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βασισμένη στην μοναδική ανθρώπινη δυναμικότητα για ελευθερία[16].

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ισχυρισμοί σχετικά με την καθολικότητα των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν οδηγήσει σε κριτική. Στους φιλόσοφους που έχουν ασκήσει κριτική σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα συμπεριλαμβάνονται οι Τζέρεμι Μπένθαμ, Έντμουντ Μπερκ, Φρίντριχ Νίτσε και Καρλ Μαρξ. Ο καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας Charles Blattberg υποστηρίζει ότι η συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όντας αφηρημένη, αποτρέπει τα άτομα από το να τηρούν τις αξίες που τα δικαιώματα πρέπει να προασπίζουν[17]. Η Διαδικτυακή Εγκυκλοπαίδεια της Φιλοσοφίας (Internet Encyclopedia of Philosophy) δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε δυο είδη κριτικής: σε μια που αμφισβητεί την καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε μια που τα απορρίπτει για λόγους αντικειμενικότητας[18]. Ο διεθνούς φήμης νομικός λόγιος Alain Pellet, κριτικάρει την προσέγγιση μέσω ανθρωπίνων δικαιωμάτων γιατί αρνείται την αρχή της κυριαρχίας και πως απαιτεί για τα ανθρώπινα δικαιώματα μια προνομιακή θέση ανάμεσα στους κλάδους του διεθνούς δικαίου[19], ενώ ο Alain de Benoist αμφισβητεί τις προϋποθέσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων σχετικά με την ισότητα των ανθρώπων[20]. Ο νομικός David Kennedy έχει απαριθμήσει ρεαλιστικές ανησυχίες και δηκτικές κατηγορίες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα το 2002 στο Harvard Human Rights Journal[21].

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να ταξινομηθούν και να οργανωθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Στο διεθνές πεδίο, ο πιο συνηθισμένος τρόπος κατηγοριοποίησής τους είναι να διακρίνονται σε αστικά και πολιτικά δικαιώματα καθώς και σε οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 21 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΟΔΑΔ) και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα στα άρθρα 22 έως 28 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΟΔΑΔ) και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΔΣΟΚΠΔ).

Αδιαίρετο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ΟΔΑΔ περιέχει τόσο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, όσο και αστικά και πολιτικά δικαιώματα, καθώς βασίζεται στην αρχή ότι τα διάφορα δικαιώματα μόνο συνδυασμένα μπορούν να υπάρξουν επιτυχώς:

    Το ιδεώδες του ελεύθερου ανθρώπου, που απολαμβάνει αστική και πολιτική ελευθερία και είναι απελευθερωμένος από το φόβο και την αθλιότητα, μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν δημιουργηθούν συνθήκες κάτω από τις οποίες κάθε άνθρωπος θα μπορεί να απολαμβάνει τα αστικά και πολιτικά του δικαιώματα, καθώς και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά του δικαιώματα.

— Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, 1966    

Αυτό θεωρείται αληθές, επειδή χωρίς αστικά και πολιτικά δικαιώματα, είναι αδύνατο η κοινωνία να διεκδικήσει οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματά. Παράλληλα, αν στερείται μέσων διαβίωσης και ενός λειτουργικού πλαισίου, το κοινό δεν μπορεί να διεκδικήσει ή να κάνει χρήση αστικών ή πολιτικών δικαιωμάτων (γνωστό ως θεωρία γεμάτης κοιλιάς).

Το αδιαίρετο και η αλληλεξάρτηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν επικυρωθεί από την Διακήρυξη της Βιέννης του 1993 και του Προγράμματος Δράσης:

    Όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι παγκόσμια, αδιαίρετα, αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να αντιμετωπίζει τα δικαιώματα του ανθρώπου σφαιρικά και με τρόπο ισότιμο και δίκαιο, με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια έμφαση.

—Διακήρυξη της Βιέννης και Πρόγραμμα Δράσης, Παγκόσμια Διάσκεψη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, 1993[22]    

Μολονότι έγιναν αποδεκτά από τους υπογράφοντες την ΟΔΑΔ, πρακτικά η πλειονότητα δεν δίνει την ίδια βαρύτητα στα διάφορα είδη δικαιωμάτων. Ορισμένοι δυτικοί πολιτισμοί έχουν εστιάσει συχνότερα στα αστικά και πολιτικά δικαιώματα, μερικές φορές εις βάρος οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία και τη στέγαση. Παρομοίως, οι ασιατικές και πρώην Σοβιετικού μπλοκ χώρες έχουν την τάση να δίνουν προτεραιότητα στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, αλλά σπανίως παρέχουν αστικά και πολιτικά δικαιώματα.

Κατηγοριοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντίπαλοι του αδιαίρετου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα διαφέρουν ριζικά από τα αστικά και τα πολιτικά και επομένως απαιτούν εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις. Υποστηρίζεται ότι τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα είναι:

  • φιλοδοξίες ή στόχοι, σε αντίθεση με πραγματικά «νομικά δικαιώματα»
  • ιδεολογικά διχαστικά/πολιτικά δηλαδή δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το τι θα έπρεπε και τι δεν θα έπρεπε να παρέχεται ως δικαίωμα
  • μη αγώγιμα, δηλαδή η παροχή ή η παραβίασή τους, δεν μπορεί να κριθεί από δικαστικές αρχές
  • θετικά, δηλαδή απαιτούν την ενεργό παροχή δικαιωμάτων από το κράτος (σε αντίθεση με την απαίτηση προς το κράτος να αποφεύγει απλώς παραβιάσεις δικαιωμάτων)
  • προοδευτικά, που σημαίνει ότι αρκετός χρόνος απαιτείται για την εφαρμογή τους
  • έντασης πόρων, δηλαδή είναι ακριβά και δύσκολα στην παροχή
  • σοσιαλιστικά, σε αντίθεση με καπιταλιστικά
  • ακαθόριστα, δηλαδή δεν μπορούν να μετρηθούν ποσοτικά, και είναι δύσκολο να κριθεί το αν παρέχονται επαρκώς.

Παράλληλα, τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα κατηγοριοποιούνται ως εξής:

  • καπιταλιστικά
  • χωρίς κόστος
  • άμεσα, δηλαδή μπορούν να παρέχονται, εάν το κράτος το αποφασίσει
  • αγώγιμα
  • αρνητικά, δηλαδή το κράτος μπορεί να τα προστατέψει απλώς χωρίς να αναλάβει δράση
  • μη ιδεολογικά/μη πολιτικά
  • συγκεκριμένα, δηλαδή η παροχή τους είναι εύκολο να μετρηθεί και να κριθεί
  • πραγματικά «νομικά» δικαιώματα

Η Ολίβια Μπολ και ο Πολ Γκρίντι υποστηρίζουν ότι μπορεί να βρει κανείς εύκολα παραδείγματα αστικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων, που δεν ταιριάζουν στην παραπάνω κατηγοριοποίηση. Μεταξύ πολλών άλλων τονίζουν το γεγονός ότι η διατήρηση ενός δικαστικού συστήματος, που αποτελεί θεμελιώδη επιταγή του αστικού δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ενώπιον του νόμου και άλλα δικαιώματα σχετικά με τη δικαστική διαδικασία, είναι θετική, έντασης πόρων, προοδευτική, αόριστη, ενώ το κοινωνικό δικαίωμα στη στέγαση είναι συγκεκριμένο αγώγιμο και μπορεί να είναι ένα πραγματικό «νόμιμο» δικαίωμα[23].

Τρεις γενιές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρελ Βασάκ προσφέρει μια άλλη άποψη, αυτή των τριών γενιών ανθρωπίνων δικαιωμάτων: αστικά και πολιτικά δικαιώματα πρώτης γενιάς (δικαίωμα στη ζωή και στην πολιτική συμμετοχή), οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα δεύτερης γενιάς (δικαίωμα συντήρησης) και δικαιώματα αλληλεγγύης τρίτης γενιάς (δικαίωμα στην ειρήνη, δικαίωμα σε καθαρό περιβάλλον). Από αυτές τις γενιές, η τρίτη είναι αυτή που συζητείται περισσότερο απ’ όλες και που στερείται νομικής και πολιτικής αναγνώρισης. Αυτή η κατηγοριοποίηση είναι αντίθετη με το αδιαίρετο των δικαιωμάτων, εφόσον δηλώνει εμμέσως πως ορισμένα δικαιώματα μπορούν να υπάρξουν δίχως άλλα. Η ιεράρχηση των δικαιωμάτων για πρακτικούς λόγους είναι, ωστόσο, μια ευρέως αποδεκτή ανάγκη. Ο ειδικός για τα Ανθρώπινα δικαιώματα Φίλιπ Όλστον υποστηρίζει:

    Αν κάθε στοιχείο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κρίνεται ουσιώδες ή αναγκαίο, τότε τίποτα δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί ως πραγματικά σημαντικό[24]    

Εφιστά, μαζί με άλλους, την προσοχή στην ιεράρχηση των δικαιωμάτων:

    Η έκκληση για προσοχή στην ιεράρχηση δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε προφανής παραβίαση δικαιωμάτων μπορεί να αγνοηθεί.

—Φίλιπ Όλστον[24]    

    Όπου είναι αναγκαίο, οι προτεραιότητες θα πρέπει να ακολουθούν βασικές έννοιες (όπως εύλογες προσπάθειες προς σταδιακή υλοποίηση) και αρχές (όπως η κατάργηση των διακρίσεων, η ισότητα και η συμμετοχή).

—Ολίβια Μπολ, Πολ Γκτίντι[25]    

Ορισμένα ανθρώπινα δικαιώματα περιγράφονται ως «αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα». Ο όρος αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα (ή απαράγραπτα δικαιώματα) αναφέρεται σε «ένα σύνολο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν θεμελιώδη σημασία, δεν χορηγούνται από ανθρώπινη εξουσία, και δεν γίνεται να παραδοθούν».

Διεθνής προστασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον απόηχο των θηριωδιών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρχε όλο και μεγαλύτερη ανησυχία για την κοινωνική και νομική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως θεμελιώδεις ελευθερίες. Η ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών και οι διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη τους παρείχαν μια βάση για ένα ολοκληρωμένο σύστημα διεθνούς δικαίου και πρακτικής για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από τότε, το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα χαρακτηρίζεται από ένα συνδεδεμένο σύστημα συμβάσεων, συνθηκών, οργανώσεων και πολιτικών φορέων, και όχι από οποιαδήποτε ενιαία οντότητα ή σύνολο νόμων[26].

Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών παρείχαν μια βάση για την ανάπτυξη της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[26]. Το προοίμιο του Χάρτη ορίζει ότι τα μέλη της «επαναβεβαιώνουν την πίστη στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην ισότητα δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών» και το άρθρο 1 (3) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών δηλώνει ότι ένας από τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών είναι: «να επιτύχει διεθνή συνεργασία στην επίλυση διεθνών προβλημάτων οικονομικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και ανθρωπιστικής φύσεως, και στην προώθηση και ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση ως προς τη φυλή, το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία[27]». Το άρθρο 55 ορίζει ότι:

    Τα Ηνωμένα Έθνη θα προωθούν: α) βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, πλήρη απασχόληση και συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής προόδου και ανάπτυξης β) λύσεις των διεθνών οικονομικών, κοινωνικών, υγειονομικών, και συναφών προβλημάτων γ) τη διεθνή πολιτιστική και εκπαιδευτική συνεργασία δ) τον οικουμενικό σεβασμό και την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση ως προς τη φυλή, το φύλο, τη γλώσσα, ή τη θρησκεία.    

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το άρθρο 56 του Χάρτη: «Όλα τα Μέλη δεσμεύονται να λάβουν από κοινού και ξεχωριστά, σε συνεργασία με τον Οργανισμό για την επίτευξη των σκοπών που ορίζονται στο άρθρο 55». Αυτή είναι μια δεσμευτική διάταξη συνθήκης που ισχύει τόσο για τον Οργανισμό όσο και τα μέλη του και έχει θεωρηθεί ότι συνιστά νομική υποχρέωση για τα μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών[26]. Σε γενικές γραμμές, οι αναφορές στα ανθρώπινα δικαιώματα στο Χάρτη είναι γενικές και αόριστες. Ο Χάρτης δεν περιέχει συγκεκριμένα νομικά δικαιώματα, ούτε διατάσσει καμία διαδικασία επιβολής για την προστασία αυτών των δικαιωμάτων[28]. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία της υιοθέτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εντός του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η σημασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο διεθνές πεδίο μπορεί να αποδοθεί στη σημασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να θεωρηθεί ως το σημείο αφετηρίας για την ανάπτυξη ενός ευρέως φάσματος μηχανισμών, δηλώσεων, συνθηκών, μηχανισμών εφαρμογής και επιβολής, οργάνων των Ηνωμένων Εθνών, επιτροπών και εκθέσεων σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου[28]. Τα δικαιώματα που υιοθετήθηκαν στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών θα κωδικοποιούνταν και οριστικοποιούνταν στη συνέχεια στη Διεθνή Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που αποτελείται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα.

Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Δεν είναι μια σύμβαση...[Στο μέλλον μπορεί] να γίνει μια διεθνής Magna Carta»[29]. Η Ελεάνορ Ρούζβελτ με το ισπανικό κείμενο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα το 1949.

Η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΟΔΑΔ) εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών[9] το 1948, εν μέρει ως απάντηση στις φρικαλεότητες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά το γεγονός ότι η ΟΔΔΑ ήταν ένα μη δεσμευτικό ψήφισμα, θεωρείται πλέον από κάποιους ότι έχει αποκτήσει την ισχύ του διεθνούς εθιμικού δικαίου που μπορεί να επικληθεί υπό κατάλληλες συνθήκες από τις εθνικές και άλλες δικαστικές αρχές[30]. Η ΟΔΑΔ καλεί τα κράτη-μέλη να προωθήσουν μια σειρά από ανθρώπινα, αστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, θεωρώντας τα δικαιώματα αυτά ως μέρος των «θεμελίων της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο». Η δήλωση ήταν η πρώτη διεθνής νομική προσπάθεια να περιοριστεί η συμπεριφορά των κρατών και να εισαχθούν σε αυτά υποχρεώσεις προς τους πολίτες τους σύμφωνα με το πρότυπο της δυαδικότητας δικαιωμάτων και καθηκόντων.

    ...η αναγνώριση της εγγενούς αξιοπρέπειας και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης οικογένειας, είναι το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο...[31].    

Η ΟΔΑΔ ήταν πλαισιωμένη από μέλη της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με πρόεδρό της την πρώην πρώτη κυρία Ελεάνορ Ρούζβελτ, η οποία άρχισε να συζητά μια Διεθνή Διακήρυξη των Δικαιωμάτων το 1947. Τα μέλη της Επιτροπής δεν συμφώνησαν αμέσως στην μορφή μιας τέτοιας διακήρυξης δικαιωμάτων, και εάν, ή πώς, θα πρέπει να ενεργοποιηθεί. Η Επιτροπή προέβη στη διαμόρφωση της ΟΔΑΔ και των συνοδευτικών συμβάσεων, αλλά η ΟΔΔΑ σύντομα έγινε προτεραιότητα[32]. Ο Καναδός καθηγητής νομικής Τζον Χάμφρι και ο Γάλλος δικηγόρος Ρενέ Κασέν ήταν υπεύθυνοι για μεγάλο μέρος της διακρατικής έρευνας και της δομή του εγγράφου, αντίστοιχα, όπου τα άρθρα της δήλωσης ερμήνευαν τις γενικές αρχές του προοιμίου. Το έγγραφο δομήθηκε από τον Κασέν με τρόπο που να συμπεριλαμβάνει τις βασικές αρχές της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και της αδελφότητας στα δύο πρώτα άρθρα, ακολουθούμενα διαδοχικά από τα δικαιώματα που αφορούν τα άτομα: δικαιώματα των ατόμων στις μεταξύ τους σχέσεις, σε σχέση με ομάδες, πνευματικά, δημόσια και πολιτικά δικαιώματα, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Τα τρία τελευταία άρθρα τοποθετούν, σύμφωνα με τον Κασέν, δικαιώματα στο πλαίσιο των ορίων, των υποχρεώσεων και της κοινωνικής και πολιτικής τάξης στην οποία προβλέπεται να υλοποιηθούν[32]. Οι Χάμφρι και Κασέν είχαν σκοπό τα δικαιώματα στην ΟΔΑΔ να μπορούν να επιβληθούν με κάποιον τρόπο, όπως εκφράζεται στην τρίτη ρήτρα του προοιμίου[32]:

    Επειδή έχει ουσιαστική σημασία να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε ο άνθρωπος να μην αναγκάζεται να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυραννίας και της καταπίεσης[33].    

Μέρος της ΟΔΑΔ ερευνήθηκε και συντάχθηκε από μια επιτροπή διεθνών εμπειρογνωμόνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων από όλες τις ηπείρους και όλες τις μεγάλες θρησκείες, και με βάση τις διαβουλεύσεις με ηγέτες όπως ο Μαχάτμα Γκάντι[34][35]. Η προσθήκη των αστικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων[32][36] βασίσθηκε στην παραδοχή ότι όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αδιαίρετα και ότι οι διαφορετικοί τύποι δικαιωμάτων συνδέονται άρρηκτα. Κανένα κράτος μέλος δεν διαφώνησε με την αρχή αυτή (η διακήρυξη υιοθετήθηκε ομόφωνα). Ωστόσο, η αρχή αυτή υπέστη αργότερα σημαντικές προκλήσεις[36].

Η Οικουμενική Διακήρυξη διακλαδώθηκε σε συνθήκες, ένα Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και ένα άλλο για τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά δικαιώματα, λόγω ερωτήσεων σχετικά με την καταλληλότητα και την αρμοδιότητα οικονομικών και κοινωνικών διατάξεων στις συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και οι δύο ρήτρες ξεκινούν με το δικαίωμα των ανθρώπων στην αυτοδιάθεση και στην κυριαρχία επί των φυσικών τους πόρων[37]. Αυτή η συζήτηση για το κατά πόσον τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πιο θεμελιώδη από τα οικονομικά συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι συντάκτες των Συμφώνων αρχικά σχεδίαζαν μόνο ένα όργανο. Τα αρχικά σχέδια περιελάμβαναν μόνο πολιτικά και αστικά δικαιώματα, αλλά προτάθηκαν επίσης οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η διαφωνία για το ποια δικαιώματα ήταν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα οδήγησε στην ύπαρξη δύο συμφώνων. Η συζήτηση ήταν το αν οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα εκφράζουν προσδοκία, σε αντίθεση με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία όλοι οι άνθρωποι έχουν αποκλειστικώς βάσει της ανθρώπινης ύπαρξης, διότι δικαιώματα οικονομικά και κοινωνικά εξαρτώνται από τον πλούτο και τη διαθεσιμότητα των πόρων. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία καθορίζονται αποκλειστικά από τη φύση (πνευματικές και σωματικές ικανότητες) των ανθρώπων, η αναγνώριση κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων εξαρτάται από ιδεολογία ή οικονομικές θεωρίες. Συζητήθηκε το κατά πόσον τα οικονομικά δικαιώματα ήταν κατάλληλα θέματα για δεσμευτικές υποχρεώσεις και αν η έλλειψη ομοφωνίας επί αυτών των δικαιωμάτων θα μείωνε την ισχύ των πολιτικών δικαιωμάτων. Υπήρξε ευρεία συμφωνία και σαφής αναγνώριση ότι τα μέσα που απαιτούνται για να επιβληθεί ή να παρακινηθεί η συμμόρφωση με τις κοινωνικο-οικονομικές επιχειρήσεις διέφεραν από τα μέσα που απαιτούνται για πολιτικά δικαιώματα[38].

Η συζήτηση αυτή και η επιθυμία για το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό υπογραφόντων στο δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων οδήγησαν σε δύο σύμφωνα. Το σοβιετικό μπλοκ και μια σειρά από αναπτυσσόμενες χώρες υποστήριξαν την ένταξη όλων των δικαιωμάτων σε ένα λεγόμενο Ψήφισμα Ενότητας. Και τα δύο σύμφωνα επιτρέπουν στα κράτη να παρεκκλίνουν ορισμένων δικαιωμάτων. Αυτοί που τάσσονταν υπέρ μιας ενιαίας συνθήκης δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν επαρκή συναίνεση[39][40].

Διεθνείς Συνθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1966, το διεθνές σύμφωνο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων (ICCPR) και το διεθνές σύμφωνο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων (ICESCR) υιοθετήθηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη, μετατρέποντας τα δικαιώματα που εμπεριέχονται στην σύμβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε δεσμευτικά για όλα τα κράτη που έχουν υπογράψει την σύμβαση, δημιουργώντας το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Από τότε πολλές άλλες συμβάσεις (Νομοθετήματα) έχουν προταθεί σε διεθνές επίπεδο. Είναι ευρέως γνωστές ως διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μερικές από τις ποιο σημαντικές, γνωστές και ως (συμπεριλαμβανομένων και των ICCPR και ICESCR) «οι επτά θεμελιώδεις συνθήκες», είναι:

  • Σύμβαση υπέρ της εξάλειψης όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW, υιοθετήθηκε το 1979, έναρξη ισχύος: 1981)
  • Σύμβαση υπέρ της εξάλειψης όλων των μορφών φυλετικής διάκρισης (CERD, υιοθετήθηκε το 1966, έναρξη ισχύος: 1969)
  • Σύμβαση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία (CRPD, υιοθετήθηκε το 2006, έναρξη ισχύος: 2008)
  • Σύμβαση των δικαιωμάτων του παιδιού (CRC, υιοθετήθηκε το 1989, έναρξη ισχύος: 1989)
  • Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στα βασανιστήρια (CAT, υιοθετήθηκε το 1984, έναρξη ισχύος: 1984)
  • Διεθνής σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων των Μεταναστών Εργατών και των Μελών των Οικογενειών τους (ICRMW ή πιο συχνά MWC, υιοθετήθηκε το 1990, έναρξη ισχύος: 2003)

Εθιμικό διεθνές δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιπλέον της προστασίας από τις διεθνείς συμβάσεις, το εθιμικό διεθνές δίκαιο ενδεχομένως προστατεύει μερικά ανθρώπινα δικαιώματα όπως η απαγόρευση των βασανιστηρίων, της γενοκτονίας και της δουλείας, καθώς και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων[41].

Διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συμβάσεις της Γενεύης διαμορφώθηκαν μεταξύ 1864 και 1949 ως αποτέλεσμα των προσπαθειών του Ερρίκου Ντυνάν, ιδρυτή της διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού. Οι συμβάσεις προάσπιζαν τα δικαιώματα των ατόμων που εμπλέκονταν σε ένοπλη συμπλοκή, και βασιζόμενες στις συμβάσεις της Χάγης του 1899 και 1907, αποτελούν την πρώτη προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να επισημοποιήσει τους νόμους του πολέμου και των εγκλημάτων πολέμου μέσω ενός κοσμικού διεθνούς δικαίου. Οι συμβάσεις αναθεωρήθηκαν σαν αποτέλεσμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επανεκδόθηκαν από την διεθνή κοινότητα το 1949.

Μη-κυβερνητικοί παίκτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μη κυβερνητικές οργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι κάποιος που ατομικά ή μαζί με άλλους δρα για να προωθήσει ή να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι εκείνοι οι άνδρες και οι γυναίκες που ενεργούν ειρηνικά για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Εταιρείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πολυεθνικές εταιρείες παίζουν έναν όλο και πιο αυξανόμενο ρόλο στον κόσμο και είναι υπεύθυνες για πολλές καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[42]. Παρότι το νομικό και ηθικό πλαίσιο που περιβάλει τις ενέργειες των κυβερνήσεων είναι σε λογικό βαθμό επαρκώς ανεπτυγμένο, εκείνο που περιβάλει την δραστηριότητα των πολυεθνικών εταιρειών θεωρείται πιο αμφιλεγόμενο και μη επαρκώς διασαφηνισμένο. Η πρωταρχική ευθύνη των πολυεθνικών εταιρειών είναι έναντι των μετόχων τους κι όχι έναντι εκείνων που επηρεάζονται από τις ενέργειές τους. Τέτοιες εταιρείες μπορεί να είναι μεγαλύτερες από τις οικονομίες κάποιων κρατών μέσα στα οποία λειτουργούν και μπορούν να αποκτήσουν αξιοσημείωτη οικονομική και πολιτική ισχύ. Δεν υπάρχουν διεθνείς συνθήκες που να καλύπτουν συγκεκριμένα τη συμπεριφορά των εταιρειών σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι εθνικές νομοθεσίες ποικίλουν σημαντικά. O Jean Ziegler, Ειδικός Εισηγητής της Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών για το δικαίωμα στην τροφή, δήλωσε σε μια αναφορά του το 2003:

    Η αυξανόμενη ισχύς των δι-εθνικών εταιρειών και η επέκταση της εξουσίας τους μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, της νομοθετικής απελευθέρωσης και της απόσυρσης του Κράτους, σημαίνει επίσης ότι είναι καιρός να αναπτύξουμε δεσμευτικούς νομικούς κανόνες που θα συγκρατούν τις εταιρείες στο πλαίσιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θα παρεμποδίζουν πιθανή κατάχρηση της θέσης ισχύος τους[43].    

Τον Αύγουστο του 2003 η υπο-επιτροπή της Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών για την Προώθηση και Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων εξέδωσε το σχέδιο «Κανονισμοί σχετικά με τις ευθύνες των δι-εθνικών εταιρειών και άλλων επιχειρήσεων σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα»[44]. Αυτοί ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2004 αλλά δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και δεν εποπτεύονται[45].

Παραβιάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκύπτουν όταν ενέργειες από κρατικούς (ή μη-κρατικούς) παράγοντες καταχρώνται, αγνοούν ή αρνούνται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα (συμπεριλαμβανομένων των αστικών, πολιτικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων). Επιπλέον, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να προκύψουν όταν κάποιος κρατικός ή μη κρατικός φορέας παραβιάζει οποιοδήποτε μέρος της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ή άλλου διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όσον αφορά τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της νομοθεσίας των Ηνωμένων Εθνών, το άρθρο 39 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ορίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (ή άλλη εξουσιοδοτημένη Αρχή) ως το μόνο δικαστήριο που μπορεί να καθορίσει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρακολουθούνται από επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών, εθνικούς οργανισμούς και κυβερνήσεις και από πολλές ανεξάρτητες μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, η Διεθνής Ομοσπονδία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Παγκόσμια Οργάνωση κατά των Βασανιστηρίων, η Οργάνωση «Freedom House», η Διεθνής Οργάνωση Ανταλλαγής Πληροφοριών για την Ελευθερία της Έκφρασης, και η Διεθνής Οργάνωση κατά της Δουλείας. Αυτές οι οργανώσεις συλλέγουν στοιχεία και αποδείξεις από καταγγελλόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασκούν πίεση για την εφαρμογή των νόμων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Επιθετικοί πόλεμοι, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας, αποτελούν παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και είναι από τις πιο σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο πλαίσιο των προσπαθειών για την εξάλειψη των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οικοδόμηση της ευαισθητοποίησης και η διαμαρτυρία για την απάνθρωπη μεταχείριση έχουν συχνά οδηγήσει σε εκκλήσεις για δράση και μερικές φορές βελτίωσαν τις καταστάσεις. Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχει μεσολαβήσει με ειρηνευτικές δυνάμεις, και άλλα κράτη και συνθήκες (όπως το ΝΑΤΟ) παρενέβησαν σε καταστάσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ουσιώδη δικαιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικαίωμα στη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται από το νόμο. Από κανένα δεν μπορεί να αφαιρεθεί αυθαίρετα η ζωή[46].    

Το δικαίωμα στη ζωή είναι το ουσιαστικό δικαίωμα του ανθρώπου να μην σκοτώνεται από άλλον άνθρωπο. Η έννοια του δικαιώματος στη ζωή είναι βασικό στη συζήτηση ζητημάτων άμβλωσης, θανατικής ποινής, ευθανασίας, αυτοάμυνας και πολέμου. Σύμφωνα με τους ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η θανατική ποινή αποτελεί παραβίαση αυτού του δικαιώματος[47]. Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν καλέσει τα κράτη που διατηρούν τη θανατική ποινή να θέσουν δικαιοστάσιο με σκοπό την κατάργησή της[48]. Όποιο κράτος δεν συμμετέχει σε αυτήν την προσπάθεια υφίσταται σημαντικές ηθικές και πολιτικές πιέσεις.

Ελευθερία από βασανιστήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βασανιστήρια ιστορικά χρησιμοποιούνταν ως μέσο πολιτικής επανεκπαίδευσης, ανάκρισης, τιμωρίας και εξαναγκασμού. Πέρα από τα κρατικά βασανιστήρια, τα άτομα ή ομάδες μπορεί να ωθούνται στον βασανισμό άλλων για λόγους παρόμοιους με τους λόγους ενός κράτους. Όμως το κίνητρο για να βασανίσει κανείς μπορεί να προέρχεται από την ανάγκη για σαδιστική ικανοποίηση του βασανιστή, όπως στην περίπτωση των δολοφόνων των Μουρς.

Τα βασανιστήρια διώκονται από το διεθνές δίκαιο και το εσωτερικό δίκαιο στις περισσότερες χώρες στον 21ο αιώνα. Θεωρούνται παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και έχουν κηρυχθεί ως ανεπίτρεπτα από το Άρθρο 5 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών. Οι υπογράφοντες των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 και των Πρόσθετων Πρωτοκόλλων Ι και ΙΙ της 8ης Ιουνίου 1977 επισήμως συμφώνησαν να μην βασανίζουν αιχμαλώτους σε πολεμικές συρράξεις, είτε αυτές είναι διεθνείς είτε εγχώριες. Τα βασανιστήρια επίσης απαγορεύονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών Κατά των Βασανιστηρίων, που έχει επικυρωθεί από 155 χώρες[49].

Ομόφωνα τα κράτη απαγορεύουν τα βασανιστήρια, διεθνώς αλλά και στα εδάφη τους, καθώς είναι ανήθικα και μη πρακτικά[50]. Παρά τις διεθνείς αυτές συμβάσεις, οργανισμοί που παρακολουθούν την κατάχρηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων (λ.χ. Διεθνής Αμνηστία, Διεθνές Συμβούλιο Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων) καταγγέλλουν την ευρεία χρήση βασανιστηρίων που παραβλέπονται από κράτη πολλών περιοχών του κόσμου[51]. Η Διεθνής Αμνηστία υπολογίζει ότι τουλάχιστον 81 κυβερνήσεις ασκούν βασανιστήρια, ορισμένες μάλιστα και ανοικτά[52].

Ελευθερία από τη δουλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελευθερία από τη δουλεία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη ως ανθρώπινο δικαίωμα. Το Άρθρο 4 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υπαγορεύει το εξής:

    Κανείς δεν επιτρέπεται να ζει υπό καθεστώς δουλείας, ολικής ή μερικής. Η δουλεία και το δουλεμπόριο υπό οποιαδήποτε μορφή απαγορεύεται[53].    

Παρά ταύτα, ο αριθμός των δούλων σήμερα είναι υψηλότερος από ποτέ άλλοτε στην ιστορία[54] και εκτιμάται από 12[55] έως και 27 εκατομμύρια[56][57][58]. Οι περισσότεροι είναι δούλοι για χρέη που τους επιβάρυναν δανειστές, συχνά ακόμα και επί γενιές[59]. Η εμπορία ανθρώπων συμβαίνει κυρίως για την έκδοση γυναικόπαιδων στις βιομηχανίες του σεξ[60].

Ομάδες όπως οι αμερικανικές Anti-Slavery Group, Free the Slave και οι βρετανικές Anti-Slavery Society και Anti-Slavery International εξακολουθούν να εργάζονται για την απαλοιφή της δουλείας στον κόσμο.

Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    Ο κάθε άνθρωπος έχει πλήρες δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια ακρόαση από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του καθώς και για κάθε κατηγορία εναντίον του[61].    

Το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη έχει ορισθεί από πολυάριθμους τοπικούς και διεθνείς οργανισμούς αρμόδιους για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι ένα από τα πλέον διαδεδομένα ανθρώπινα δικαιώματα και όλοι οι οργανισμοί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το κατοχυρώνουν σε περισσότερα του ενός άρθρα[62]. Το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη είναι ένα από τα πλέον εκδικασμένα και υπάρχει σημαντική νομολογία επί της ερμηνείας του ανθρώπινου αυτού δικαιώματος[63]. Παρά τις διαφοροποιήσεις στις διατυπώσεις και στις τοποθετήσεις των διαφόρων δικαιωμάτων για δίκαιη δίκη, οι διεθνείς οργανισμοί για τα ανθρώπινα δικαιώματα ορίζουν το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη με τους ίδιους γενικώς όρους[64]. Στόχος του δικαιώματος είναι να διαφυλαχθεί η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Ως ελάχιστες προϋποθέσεις, το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη περιλαμβάνει τα ακόλουθα επί μέρους δικαιώματα κατά τις αστικές και ποινικές ακροαματικές διαδικασίες[65]:

  • Το δικαίωμα δίκης από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο
  • Το δικαίωμα σε δημόσια ακροαματική διαδικασία
  • Το δικαίωμα της εύλογης διάρκειας της ακροαματικής διαδικασίας
  • Το δικαίωμα της υπερασπίσεως
  • Το δικαίωμα της διερμηνείας[65]

Ελευθερία λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελευθερία του λόγου είναι το να μιλάει κανείς ελευθέρως χωρίς να λογοκρίνεται. Ο όρος ελευθερία της έκφρασης χρησιμοποιείται μερικές φορές ως συνώνυμο, αλλά περιλαμβάνει κάθε πράξη αναζήτησης, λήψης και μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου μέσου. Στην πράξη, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου δεν είναι απόλυτο σε καμία χώρα και διάφορες εκφάνσεις της υπόκεινται σε περιορισμούς, όπως οι λίβελοι, οι συκοφαντίες, οι αισχρολογίες, η παρακίνηση προς εγκληματικές πράξεις, κ.λ.π.

Η ελευθερία της έκφρασης αναγνωρίζεται ως ανθρώπινο δικαίωμα στο Άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αναγνωρίζεται στη διεθνή νομοθεσία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR). Το άρθρο 19 του Διεθνούς αυτού Συμφώνου ορίζει ότι «ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει άποψη ανεπηρρέαστος» και «ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, λήψης και μετάδοσης πληροφορίας και ιδεών όλων των ειδών, ανεξαρτήτως συνόρων, είτε προφορικώς, είτε γραπτώς ή εντύπως, υπό τη μορφή έργων τέχνης, ή μέσω οιουδήποτε άλλου μέσου της επιλογής του».

Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικαίωμα μετακίνησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικαιώματα σε δημόσιο διάλογο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικαίωμα οπλοφορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μελλοντικές γενιές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σεξουαλικός προσανατολισμός και προσδιορισμός φύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπόριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσβαση σε νερό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δικαίωμα στο νερό έχει αναγνωριστεί σε μια ευρεία γκάμα διεθνών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων συνθηκών, διακηρύξεων και άλλων προτύπων. Για παράδειγμα, η «Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών» του 1979 (CEDAW) απαιτεί από τα Κράτη να εξασφαλίζουν για τις γυναίκες το δικαίωμα στο «να χαίρουν επαρκείς συνθήκες διαβίωσης, ιδιαίτερα σε σχέση με […]την υδροδότηση». Η «Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού» του 1989 (CRC) απαιτεί από τα Κράτη μέρη να καταπολεμήσουν την αρρώστια και τον υποσιτισμό «μέσω της παροχής φαγητού με επαρκή θρεπτική αξία και καθαρού πόσιμου νερού».

Ο πιο ξεκάθαρος ορισμός του Ανθρώπινου Δικαιώματος για Νερό έχει δοθεί από την Επιτροπή για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του ΟΗΕ. Αυτός ο φορέας ερμήνευσε τις νομικές υποχρεώσεις ενός Κράτους μέρους στο «Διεθνές σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα» (ICESCR) με την έκδοση το 2002 μιας μη δεσμευτικής ερμηνείας που επιβεβαίωνε ότι η πρόσβαση στο νερό ήταν προαπαιτούμενο για το δικαίωμα επαρκούς συνθήκης διαβίωσης και πως είναι αλληλένδετο με το δικαίωμα για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού επίπεδου υγείας (βλέπε ΙCESCR Άρθρο 11 & 12), και συνεπώς πρόκειται για ανθρώπινο δικαίωμα:

    Το ανθρώπινο δικαίωμα για νερό παρέχει στον καθένα το δικαίωμα για επαρκές, ασφαλές, αποδεκτό, φυσικά και οικονομικά προσβάσιμο νερό για προσωπική και οικιακή χρήση[66].    

Στις 28 Ιουνίου 2010, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ανακήρυξε το νερό και την υγιεινή ως ανθρώπινα δικαιώματα. Σήμερα, όλα τα Κράτη έχουν επικυρώσει τουλάχιστον μια σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έμμεσα ή άμεσα να αναγνωρίζει το δικαίωμα, και έχουν όλα υπογράψει τουλάχιστον μια πολιτική διακήρυξη που να αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό.

Αναπαραγωγικά δικαιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τεχνολογίες πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Nickel 2010
  2. Sepúlveda et al. 2004, σ. 3[1]
  3. The American Heritage Dictionary of the English Language, Fourth Edition, 2000, Houghton Mifflin Company, λήμμα "Human rights"
  4. Beitz 2009, σ. 1
  5. Shaw 2008, σ. 265
  6. Freeman 2002, σσ. 15–17
  7. Moyn 2010, σ. 8
  8. Η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υιοθετήθηκε από την απόφαση 217 A (III) της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948· διαθέσιμη εδώ, σε ιστότοπο της Ύπατης Αρμοστείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, του Ο.Η.Ε.
  9. 9,0 9,1 9,2 UDHR 1948
  10. Αποσπάσματα από τον Κώδικα του Χαμουραμπί εδώ, στον ιστότοπο commonlaw.com (αγγλικά).
  11. The Iranian, 21ης Απριλίου 1998, "U.N. chief awarded Cyrus cylinder" (αγγλικά).
  12. The Encyclopaedia of Islam, New Edition, 1993, Brill Publications, Τόμ. 7ος, λήμμα "Muhammad" (αγγλικά).
  13. Henry Mayer, All on Fire: William Lloyd Garrison and the Abolition of Slavery, 2000, St Martin's Press, σ. 110.
  14. Turnbull, George (1742). Observations Upon Liberal Education, In All Its Branches: In Three Parts. Millar. http://books.google.com/books?id=rXtNAAAAcAAJ. 
  15. Αριστόβουλος ΜάνεσηςΑτομικές ελευθερίες, 1982
  16. Fagan 2005
  17. Blattberg, C (2010). «The Ironic Tragedy of Human Rights». Patriotic Elaborations: Essays in Practical Philosophy. McGill-Queen's University Press. σελ. 43–59. ISBN 0-7735-3538-1. 
  18. Andrew Fagan Philosophical criticisms of human rights, Internet Encyclopedia of Philosophy, Human Rights 2003-2005
  19. Alain Pellet, "Droits-de-l’hommisme" et droit international 2000 (γαλλικά)
  20. Alain de Benoist, Au-dela des droits de l'homme Krisis 2004 (γαλλικά); Religion of Human Rights, 1988 (γερμανικά) (Ρωσικά)
  21. The International Human Rights Movement: Part of the Problem? Harvard Human Rights Journal / Τόμ. 15, Άνοιξη 2002
  22. Η δήλωση αυτή υιοθετήθηκε και πάλι από την Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής του 2005 στη Νέα Υόρκη (παράγραφος 121).
  23. Ball & Gready 2006, σ. 37
  24. 24,0 24,1 Alston 2005, σ. 807
  25. Ball & Gready 2006, σ. 42
  26. 26,0 26,1 26,2 Brownlie 2003, σ. 532
  27. [2] Χάρτης Ηνωμένων Εθνών, άρθρο 1(3).
  28. 28,0 28,1 Shaw 2008, σ. 277
  29. Roosevelt 1948
  30. Ball, Gready.
  31. «Προοίμιο της Ο.Δ.Α.Δ., 1948». 
  32. 32,0 32,1 32,2 32,3 Glendon 2004
  33. «Προοίμιο της Ο.Δ.Α.Δ., 1948». 
  34. Glendon (2001).
  35. "'Mrs R' and the human rights scripture". Asia Times (Hong Kong). 2 Νοεμβρίου 2002. http://www.atimes.com/atimes/Front_Page/DK02Aa02.html. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2010. 
  36. 36,0 36,1 Ball & Gready 2006, σ. 34
  37. Henkin, Louis. The International Bill of Rights: The Universal Declaration and the Covenants, in International Enforcement of Human Rights 6–9, Bernhardt and Jolowicz, eds, (1987).
  38. Henkin, Louis. Introduction, The International Bill of Rights 9–10 (1981).
  39. Ball & Gready 2006, σ. 35
  40. Littman, David G. (19 Ιανουαρίου 2003). "Human Rights and Human Wrongs". National Review (Νέα Υόρκη). http://www.nationalreview.com/comment/comment-littman011903.asp. «The principal aim of the 1948 Universal Declaration of Human Rights (UDHR) was to create a framework for a universal code based on mutual consent. The early years of the United Nations were overshadowed by the division between the democratic and communist conceptions of human rights, although neither side called into question the concept of universality. The debate centered on which "rights" — political, economic, and social — were to be included among the Universal Instruments.» 
  41. Shaw 2008, σ. 275
  42. «Corporations and Human Rights». Human Rights Watch. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2007. http://web.archive.org/web/20071215000427/http://hrw.org/worldreport99/special/corporations.html. Ανακτήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2008. 
  43. «Transnational corporations should be held to human rights standards – UN expert». UN News Centre. 13 Οκτωβρίου 2003. http://www.un.org/apps/news/story.asp?NewsID=8536&Cr=right&Cr1=food. Ανακτήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2008. 
  44. «Norms on the responsibilities of transnational corporations and other business enterprises with regard to human rights». UN Sub-Commission on the Promotion and Protection of Human Rights. http://www.unhchr.ch/huridocda/huridoca.nsf/(Symbol)/E.CN.4.Sub.2.2003.12.Rev.2.En.. Ανακτήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2008. 
  45. «Report to the Economic and Social Council on the sixtieth session of the commission (E/CN.4/2004/L.11/Add.7)» (PDF). United Nations Commission on Human Rights. σ. 81. http://www.unhchr.ch/huridocda/huridoca.nsf/e06a5300f90fa0238025668700518ca4/169143c3c1009015c1256e830058c441/$FILE/G0413976.pdf. Ανακτήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2008. 
  46. «Άρθρο 6.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα». 
  47. «Καταργήστε την θανατική ποινή». Διεθνής Αμνηστία. http://www.amnesty.org/en/death-penalty. Ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2012. 
  48. Ψήφισμα ΟΗΕ 62/149.
  49. «United Nations Treaty Collection». United Nations. http://treaties.un.org/pages/ViewDetails.aspx?src=TREATY&mtdsg_no=IV-9&chapter=4&lang=en. Ανακτήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2010. 
  50. «Torture and Ill-Treatment in the 'War on Terror'». Διεθνής Αμνηστία. 1 Νοεμβρίου 2005. http://www.amnesty.org/en/library/info/ACT40/014/2005/en. Ανακτήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2008. 
  51. «Έκθεση 2006». Διεθνής Αμνηστία. 20070317170847. http://web.amnesty.org/report2006/2af-summary-eng. 
  52. «Έκθεση 08: Με μια ματιά». Διεθνής Αμνηστία. 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Ιουλίου 2008. http://web.archive.org/web/20080708202906/http://thereport.amnesty.org/eng/report-08-at-a-glance. Ανακτήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2008. 
  53. «Ο νόμος κατά της δουλείας». Religion & Ethics – Ethical issues. BBC. http://www.bbc.co.uk/ethics/slavery/modern/law.shtml. Ανακτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2008. 
  54. Skinner, E. Benjamin (18 Ιανουαρίου 2010). "Sex trafficking in South Africa: World Cup slavery fear". Time (New York). http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,1952335,00.html. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2010. 
  55. «Forced labour – Themes». Ilo.org. http://www.ilo.org/global/Themes/Forced_Labour/lang--en/index.htm. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2010. 
  56. Bales, Kevin (1999). «1». Disposable People: New Slavery in the Global Economy. University of California Press. σελ. 9. ISBN 0-520-21797-7. 
  57. «UN Chronicle | Slavery in the Twenty-First Century». United Nations. http://www.smfcdn.com/assets/pubs/un_chronicle.pdf. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2010. 
  58. «Millions 'forced into slavery'». BBC News. 27 Μαΐου 2002. http://news.bbc.co.uk/2/hi/2010401.stm. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2010. 
  59. UK. «Slavery in the 21st century». Newint.org. http://www.newint.org/issue337/facts.htm. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2010. 
  60. «Experts encourage action against sex trafficking». Voice of America. 15 Μαΐου 2009. http://www1.voanews.com/english/news/a-13-2009-05-15-voa30-68815957.html?rss=human+rights+and+law. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2010. 
  61. «Άρθρο 10 της Ο.Δ.Α.Δ.». 
  62. Doebbler, Curtis (2006). Introduction to International Human Rights Law. CD Publishing. σελ. 107–108. ISBN 978-0-9743570-2-7. http://books.google.com/books?id=mQ61oCPJ1GEC&pg=PA108&dq=right+to+fair+trial#v=onepage&q=right%20to%20fair%20trial&f=false. 
  63. Doebbler, Curtis (2006). Introduction to International Human Rights Law. CD Publishing. σελ. 110. ISBN 978-0-9743570-2-7. http://books.google.com/books?id=mQ61oCPJ1GEC&pg=PA108&dq=right+to+fair+trial#v=onepage&q=right%20to%20fair%20trial&f=false. 
  64. Alfredsson, Gudmundur; Eide, Asbjorn (1999). The Universal Declaration of Human Rights: a common standard of achievement. Martinus Nijhoff Publishers. σελ. 225. ISBN 978-90-411-1168-5. http://books.google.com/books?id=FmuoB-BlMvEC&dq=%22right+to+property%22. 
  65. 65,0 65,1 Doebbler, Curtis (2006). Introduction to International Human Rights Law. CD Publishing. σελ. 108. ISBN 978-0-9743570-2-7. http://books.google.com/books?id=mQ61oCPJ1GEC&pg=PA108&dq=right+to+fair+trial#v=onepage&q=right%20to%20fair%20trial&f=false. 
  66. Επιτροπή ΟΗΕ για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσθετες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Human rights της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).