Διεθνής Συνθήκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συνθήκη (Convention ή Treaty) χαρακτηρίζεται κάθε συμφωνία που παρέχει συγκλίνουσες βουλήσεις ή σύμπτωση αυτών δύο ή περισσοτέρων υποκειμένων (μερών) του Διεθνούς Δικαίου, καθώς και το έγγραφο, στο κείμενο του οποίου, διατυπώνονται αυτές.
Τα μέρη εν προκειμένω, υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου μπορεί να είναι Κράτη, Αρχηγοί Κρατών, Ηγεμόνες ή Πρόεδροι, ή ακόμη και "Διεθνείς Οργανισμοί".

  • Οι προφορικές συμφωνίες σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν Συνθήκες.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Διεθνές Δίκαιο σε ευρύτατη χρήση είναι οι όροι «Convention» και «Treaty». Και όμως στην ελληνική γλώσσα ο όρος Convention παρότι χρησιμοποιείται με τρεις βασικές εννοιολογικές χρήσεως δεν μπορεί να αποδοθεί με μια λέξη, ο δε δεύτερος όρος Treaty χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις και ως συνώνυμος του πρώτου. Γενικά και οι δύο όροι κατά βάση σημαίνουν συνθήκη , με τις παρακάτω όμως αποκλίσεις, που παραθέτονται (με αντιστοιχία ελληνικών έναντι των αγγλικών εννοιών) για την ευρύτερη αντίληψή τους.

Χρήσεις όρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1η Περίπτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Convention = «συμβατικότητα» ή «κατά συνθήκη».
Όταν ο όρος εκλαμβάνεται ως «πρακτική» (practice), ή ως «συνηθισμένη χρήση» (usage), ή ως κάποιος «κανόνας» (rule), επί διαγωγής (conduct) ή συμπεριφοράς (behaviour) σχετικά με το τι επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να κάνουν τα μέλη μιας ορισμένης ομάδας (group) ή κοινότητας (community). Στη περίπτωση αυτή ο αντίστοιχος ελληνικός όρος είναι «συμβατικότητα» ή η ελληνική έκφραση «κατά συνθήκη».

2η Περίπτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Convention = (διεθνής) «Σύμβαση» ή «Συνθήκη».
Όταν ο όρος χρησιμοποιείται για να καταδείξει ένα διεθνές συμβατικό μέσο – πράξη, λαμβάνοντας τον ορισμό: μια γραπτή ή προφορική σύμπτωση βουλήσεων (συμφωνία - agreement) μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών ή οργανώσεως κρατών με στόχο τη δημιουργία νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεσμευτικών για τα μέρη που υπογράφουν (ή υπόσχονται). Στη περίπτωση αυτή ο αντίστοιχος ελληνικός όρος που αποδίδεται είναι (διεθνής) «Σύμβαση» ή «Συνθήκη».

3η Περίπτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Convention = «Συνέλευση».
Όταν ο όρος χρησιμοποιείται για την συνάντηση εξουσιοδοτημένων (απεσταλμένων - delegates) ή αντιπροσώπων (representatives) για κάποιον ειδικό σκοπό όπως στις περιπτώσεις επαγγελματικών ενώσεων, φορέων, σωματείων (professional associations), συλλόγων, πολιτικών κομμάτων. Στη περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται στην ελληνική ο όρος «Συνέλευση» τόσο στη καθομιλουμένη όσο και στη νομική (Αστικός Κώδικας 80 «συνέλευση μελών», 1177 και 1247 «συνέλευση μετόχων» Α.Ε. κλπ).

4η Περίπτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Convention = «ήθη και έθιμα» ή «έθιμο και χρήση».
Όταν ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως από την Κοινωνιολογία που έχει τη τάση να εκλαμβάνεται ως «ήθη και έθιμα» (folkways)ή κανόνες(norms), ή από την πολιτική επιστήμη τον όρο «Έθιμο και χρήση» (custom and usage). Αντίστοιχα και στην ελληνική γλώσσα.

5η Περίπτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Convention = γενικές ονομασίες μέσων.
Τα διεθνή μέσα (συμφωνίες, αποφάσεις, ομολογίες, υποσχέσεις κλπ) που συνάπτονται μεταξύ κρατών ή μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών πολλές φορές λαμβάνουν διάφορες ονομασίες όπως: «Σύμβαση» ή «Συνθήκη» (Convention), «Δήλωση» ή «Διακήρυξη» (decleration), «Συμφωνία» (pact), Πρωτόκολλο (protocol) και «Σύμφωνο» ή «Συνθήκη» (treaty). Στις αγγλόφωνες χώρες συνηθέστερος όρος εν προκειμένω είναι treaties, ενώ οι περισσότερες διεθνείς συμφωνίες που καταρτίσθηκαν από το 1864 ως το 1945 χαρακτηρίστηκαν “Conventions” .

Παρατηρήσεις στη χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το παρελθόν οι παραπάνω ονομασίες διαλέγονταν στη τύχη, χωρίς κανείς να σκοτίζεται για τη σημασία τους. Αλλά και από τότε οι συγγραφείς και κωδικογράφοι δεν διέκριναν τεχνική διάκριση αυτών των όρων θεωρώντας ότι και οι δύο παραπάνω όροι είναι εξ ίσου δεσμευτικοί έχοντας την αυτή νομική ισχύ. Τελευταία όμως από του έτους 1953 ο Myers αν και παραδέχεται ότι δεν υφίσταται διαφορά, αναφέρει: «Ο όρος Convention κατέληξε να είναι η καθιερωμένη ονομασία για πράξεις πολυμερών σωμάτων (multirateral bodies) επί ειδικών θέσεων – πλευρών ενός γενικού ζητήματος χωρίς να προϋποθέτει και την ολοκληρωτική ρύθμιση αυτού του τομέα σχέσεων.

Η τελευταία αυτή άποψη αναγνωρίζει το γεγονός ότι, όλο και πιο συχνά, κράτη και διεθνείς οργανώσεις χρησιμοποιούν τις «συμφωνίες» (Conventions) προκειμένου να ρυθμίσουν ευρύτατη ποικιλία ζητημάτων, ζωτικών για τη λειτουργία των διακρατικών σχέσεων πχ ταχυδρομικοί κανονισμοί, μεταχείριση αιχμαλώτων, προσφύγων, διακίνησης ναρκωτικών κλπ. Παρότι αυτά τα ζητήματα δεν έχουν και μεγάλη πολιτική σημασία, παίζουν ωστόσο πολύ σημαντικό ρόλο στην ευημερία της διεθνούς κοινότητος.

Πάντως, όπως και να ΄χει, σήμερα ο όρος "Convention" εξακολουθεί να έχει ευρύτερο νόημα.

Γλώσσα Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν τα συμβαλλόμενα μέρη (Χώρες) έχουν την αυτή γλώσσα τότε χρησιμοποιείται η κοινή τους γλώσσα. Αντίθετα όταν έχουν διαφορετική τότε κατά εθιμικό δίκαιο όπως έχει επικρατήσει από τον 18ο αιώνα συντάσσεται στη γαλλική γλώσσα. Μπορεί όμως και να συνταχθεί και στις δύο γλώσσες των συμβαλλομένων.

Επειδή σε πολυμερείς συνθήκες το σύστημα χρησιμοποίησης πολλών γλωσσών παρουσιάζει πράγματι δυσχέρειες ακολουθείται το άρθρο 111 του Καταστατικού του ΟΗΕ σύμφωνα με το οποίο : ".... είναι το κινεζικό, γαλλικό, ρωσικό, αγγλικό και ισπανικό κείμενα εξ ίσου αυθεντικά...".

Επικύρωση Συνθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικύρωση Συνθήκης ονομάζεται η έγκριση του περιεχομένου της (όποιας) Συνθήκης από τα συνταγματικώς αρμόδια όργανα εκάστου μέρους των συμβαλλομένων Χωρών. Όλες οι Συνθήκες αμέσως μετά την υπογραφή τους υπό των Αρχηγών ή των επισήμων αντιπροσώπων των Χωρών υποβάλλονται προς επικύρωση προς τα αρμόδια όργανα νομοθέτησης εκάστης Χώρας δια των οποίων και εκφράζεται η οριστική συγκατάθεση της εκάστης των συμβαλλομένων Πολιτείας, στον καταρτισμό της διεθνούς αυτής δικαιοπραξίας.

Συνεπώς η επικύρωση και όχι η υπογραφή είναι εκείνη που παρέχει στη Συνθήκη την οριστική της ισχύ. Ως πράξη δε για να χαρακτηρισθεί οριστική και αμετάκλητος θα πρέπει να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο της Συνθήκης και να μην έχει εγερθεί καμία επιφύλαξη.

Προσχώρηση σε Συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Προσχώρηση ενός Κράτους σε μια Συνθήκη που δεν έχει υπογράψει απ΄ την αρχή της σύστασής της, αποτελεί διαδικασία που συνήθως προβλέπεται από τη ίδια την Συνθήκη και βεβαίως μπορεί να επιτρέπει την διεύρυνση του αρχικού συμβατικού κύκλου. Η Προσχώρηση χαρακτηρίζεται πράξη μονομερής, δια της οποίας ένα Κράτος δηλώνει ότι υποβάλλεται στο θεσπιζόμενο υπό της συγκεκριμένης συνθήκης "νομικό καθεστώς".

Η προσχώρηση πραγματοποιείται με ειδική συνθήκη, με ανταλλαγή δηλώσεων δια μονομερούς πράξης που και αυτή ακολουθεί την οδό της επικύρωσή της προκειμένου να τεθεί σε ισχύ.

Ερμηνεία Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εφαρμογή των Συνθηκών πολλές φορές έχει διαπιστωθεί να αναφύονται περιπτώσεις προβλημάτων ερμηνείας των διατάξεών τους σε έννοιες που κατά την σύστασή τους ή παραβλέφθηκαν ή δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν.

Σε τέτοιες περιπτώσεις η ερμηνεία γίνεται (αναζητείται) είτε δια της διπλωματικής οδού,απ΄ ευθείας από τα συμβαλλόμενα μέρη, είτε δια διεθνούς διαιτητικής ή δικαστικής πράξης, όπου αποφαίνεται το αρμόδιο διεθνές δικαστήριο ή άλλο δικαστικό όργανο. Στο εσωτερικό πεδίο, εκάστου των συμβαλλομένων, η ερμηνεία δίδεται είτε από το νομοθετικό σώμα, (εκδίδοντας ερμηνευτικούς νόμους, διατάγματα), είτε από τα δικαστήρια.

Γενικά η διεθνής νομολογία έχει διατυπώσει τους ακόλουθους επτά ερμηνευτικούς κανόνες:

  1. Την αρχή της καλής πίστης, που οδηγεί στην αναζήτηση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, βάσει του κειμένου ή άλλων στοιχείων.
  2. Την αρχή της καθόλου έρευνας΄του κειμένου και όχι τμηματικά αυτού.
  3. Την αρχή όπου σαφείς διατάξεις δεν χρήζουν ερμηνειών, όπου εν προκειμένω εφαρμόζονται έστω και αν δεν ικανοποιούν τους συμβαλλόμενους.
  4. Την αναζήτηση της σκοπιμότητας.
  5. Την ερμηνεία εκ της συμπεριφοράς των συμβαλλομένων στη πράξη
  6. Την προσφυγή σε προπαρασκευαστικές εργασίες, εφόσον το κείμενο παρουσιάζει ασάφειες. Και τέλος,
  7. Την εφαρμογή της "συσταλτικής ερμηνείας" που επάγει τις ολιγότερες υποχρεώσεις από τους συμβαλλομένους.

Αναθεώρηση Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την ευρεία έννοια Αναθεωρήση Συνθήκης ονομάζεται κάθε τροποποίηση των διατάξεων συγκεκριμένης Συνθήκης που μπορεί να επέλθει μόνο κατόπιν κοινής συμφωνίας των Κρατών που έχουν συνομολογήσει αυτή.

Κατά τη "στενή ερμηνεία" του όρου αναθεώρηση σημαίνει τροποποίηση των διατάξεών της συγκεκριμένης συνθήκης ή άλλων Συνθηκών σύμφωνα με την προβλεπόμενη υπό της συγκεκριμένης Συνθήκης ειδική διαδικασία. Δηλαδή διαδικασία που προβλέπει η ίδια η Συνθήκη είτε αμέσως είτε μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

Καταγγελία Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά κανόνα με καταγγελία συνθήκης λήγουν μόνο οι διμερείς συνθήκες. Η καταγγελία συνθήκης εκ μέρους μιας των συμβαλλομένων Χωρών αποτελεί πάντα μονομερής πράξη. Δι΄ αυτής ένα συμβαλλόμενο Κράτος ανακοινώνει τη πρόθεσή του, με ρητή κοινοποίηση, ότι παύει να δεσμεύεται από τη συγκεκριμένη Συνθήκη.

Στη προκειμένη περίπτωση εξετάζεται ειδικότερα η δυνατότητα (προβλεπόμενη) που μπορεί να παρέχει η ίδια η Συνθήκη για την ευχέρεια καταγγελίας της. Αν δεν υφίσταται τέτοια διάταξη που να περέχει τέτοια ευχέρεια τότε η καταγγελία συνιστά πράξη αθέμιτο, και τούτο διότι θεωρητικά δεν βασίζεται σε μονομερή βούληση αλλά στη συμβατική άδεια που παρέχει η συνθήκη από τη σύναψή της.

  • Σε περιπτώσεις συλλογικής ή πολυμερούς διακρατικής Συνθήκης η καταγγελία επιφέρει την μείωση και μόνο του αριθμού των συμβαλλομένων Κρατών. Πολλές διεθνείς συνθήκες σήμερα προβλέπουν λόγο καταγγελίας σε περιπτώσεις ουσιώδους παραβίασης της συνθήκης.

Επιφύλαξη επί Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατ΄ αρχήν οι επιφυλάξεις σε Συνθήκες μπορούν να δηλωθούν μόνο σε πολυμερείς Συνθήκες.
H επιφύλαξη αποτελεί μονομερής δήλωση βούλησης δια της οποίας ένα συμβαλλόμενο Κράτος, αν και αποδέχεται την Συνθήκη στο σύνολό της, διευκρινίζει ότι ορισμένη διάταξη δεν θα ισχύει έναντι αυτού ή θα έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής (είε τοπικά, είτε χρονικά) ή ότι θα πρέπει να προσλάβει αυτή ειδικό περιεχόμενο.

Η διατύπωση της κάθε επιφύλαξης μπορεί να γίνει είτε στο στάδιο της υπογραφής της Συνθήκης, είτε κατά την επικύρωσή της, είτε τέλος κατά την προσχώρηση στη Συνθήκη (νέου μέλους Κράτους).

Παραίτηση επί Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας από τους λόγους λύσης μιας Συνθήκης είναι και η λεγόμενη παραίτηση συμβαλλόμενου Κράτους, κυρίως επί δικαιωμάτων του, που παρέχονται σ΄ αυτήν. Πολλές φορές όμως συμβαίνει η λύση μιας συνθήκης με παραίτηση να μην είναι πάντοτε εφικτή. Η παραίτηση μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρά.

  • Η παραίτηση χαρακτηρίζεται ρητή όταν περιέχεται σε μεταγενέστερη διεθνή πράξη, που μπορεί έτσι να είναι και μονομερής.

Τέτοια παραδείγματα που αφορούσαν βεβαίως την Ελλάδα ήταν οι Συνθήκες του 1863 και 1867 με τις οποίες η Μεγάλη Βρετανία παραιτήθηκε της Συνθήκης του 1815, δηλαδή του Προτεκτοράτου της, των Ιονίων Νήσων υπέρ του Βασιλείου της Ελλάδος.
Ομοίως, στη Διεθνή σκηνή, παραίτηση θεωρήθηκαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου 1959 κατά τις οποίες η Μεγάλη Βρετανία παραιτήθηκε των κυριαρχικών δικαιωμάτων της επί και υπέρ της Κύπρου.

  • Η σιωπηρά παραίτηση μπορεί να λάβει χώρα (να σημειωθεί) στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:
α) Όταν διαμορφώνεται αντίθετο έθιμο με το περιεχόμενο της Συνθήκης (περίπτωση πολύ σπάνια).
β) Όταν η παραίτηση προκύπτει από τη συγκατάθεση του Κράτους σε κατάσταση πραγμάτων που συνεπάγει την απώλεια των συμβατικών του δικαιωμάτων, και
γ) Όταν μια Συνθήκη περιπίπτει για διάφορους λόγους σε αχρηστία.

Πάντως όπως και να εκδηλώνεται μια παραίτηση των πλεονεκτημάτων μια Συνθήκης, από μια Χώρα συμβαλλόμενη, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να παραβλάπτει άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα και μάλιστα δικαιώματα, των άλλων συμβαλλομένων Κρατών, που μια τέτοια περίπτωση θα μπορεί να οδηγήσει σε άλλες καταστάσεις.

Λύση των Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε Συνθήκη προκειμένου να καθορισθεί αν εξακολουθεί να ισχύει ή πρόκειται να παύσει να ισχύει θα πρέπει να εξετάζονται ιδιαίτερα τα ακόλουθα:

α) Αυτό τούτο το κείμενο της Συνθήκης που ενδέχεται να προβλέπει τους τρόπους και τις προϋποθέσεις της λύσης της (παύση της).
β) Το κείμενο άλλων προγενέστερων συμφωνιών που πιθανώς να προβλέπουν τρόπους λύσεως μεταγενεστέρων είτε ειδικά προς την συγκεκριμένη είτε διότι αναφερόμενες στο συγκεκριμένο θέμα της έχει δημιουργηθεί νέο δίκαιο μεταξύ των συμβαλλομένων Χωρών π.χ. Συνθήκη συμμαχίας δύο Χωρών που μεταγενέστερα εισήλθαν αμφότερες σε διεθνή Συμμαχία.
γ) Η εκτίμηση ορισμένων γεγονότων (π.χ. ανωτέρα βία, πόλεμος κ.ά.) όπου ενδεχόμενα να επιφέρουν είτε οριστική λύση (π.χ. διάλυση της "Τριπλής Συμμαχίας" μετά την είσοδο της Ιταλίας στον Α΄ Π.Π. στο πλευρό των Συμμάχων Αγγλίας - Γαλλίας), είτε αναστολή ισχύος αυτής. "Εν καιρώ πολέμου" η ισχύς μεγάλου αριθμού συνθηκών αναστέλλεται, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος παρεμποδίζει τη σύναψη άλλων συνθηκών όπως π.χ. συνθηκολόγηση, εκεχειρία, ανακωχή.

Το Δίκαιο των Συνθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1969 καταρτίστηκε η Συνθήκη της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1980. Η Συνθήκη αυτή ρυθμίζει το πώς καταρτίζεται, τροποποιείται και λύεται μια διεθνής συνθήκη, πώς ερμηνεύονται οι όροι της, πώς προσχωρούν τρίτα κράτη σε αυτήν κλπ. Ως διεθνής συνθήκη η ίδια δεσμεύει και αυτή μόνο τα συμβληθέντα κράτη.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]