Ελευθερία του λόγου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η έννοια ελευθερία του λόγου αναφέρεται στην δυνατότητα έκφρασης χωρίς λογοκρισία.

Μορφές της ελευθερίας του λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικότερα, η ελευθερία του λόγου δεν θεωρείται ότι αναφέρεται μόνο στον προφορικό και τον γραπτό λόγο αλλά περιλαμβάνει και άλλες μορφές έκφρασης όπως την τέχνη.

Σχετικές έννοιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έννοια Ελευθερία της έκφρασης πολλές φορές χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε οποιαδήποτε μορφή έκφρασης, όχι απλά τον λόγο (αν και η Ελευθερία του λόγου πολλές φορές εννοείται να τις συμπεριλαμβάνει).

Θεσμοποίηση της ελευθερίας του λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ελευθερία του λόγου κατοχυρώνεται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών.

Κοινωνικές συναναστροφές και κοινότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνιμος τοίχος ελευθερίας του λόγου στο Charlottesville της Βιρτζίνια

Ο Ρίτσαρντ Μουν έχει αναπτύξει το επιχείρημα ότι η αξία της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της έκφρασης έγκειται στις κοινωνικές συναναστροφές. Ο Μουν γράφει ότι «διά της επικοινωνίας τα άτομα διαμορφώνουν δεσμούς και σχέσεις με τους άλλους - οικογένεια, φίλοι, συνάδελφοι στην εργασία, εκκλησίασμα και συμπατριώτες. Συζητώντας με τους άλλους ένα άτομο συμμετέχει στην ανάπτυξη της γνώσης και στην κατεύθυνση της κοινότητας[1]».

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA) Τζην Μπλοκ εξέδωσε μια δήλωση που αφορούσε τόσο στην αξία της ελευθερίας του λόγου, όσο και την ευθύνη για πολιτισμένο διάλογο. Η δήλωση υπερασπιζόταν ένα περιβάλλον, εντός του οποίου οι άνθρωποι που ξεκινούν από διαφορετικές πεποιθήσεις και παρελθόντα έχουν τη δυνατότητα να διαλέγονται ακόμη και έντονα χωρίς όμως να υποτιμούν ο ένας τον άλλον. Κατά τη γνώμη του Μπλοκ, «το ότι η ελευθερία του λόγου προστατεύεται από το Σύνταγμα, δεν σημαίνει ότι ο λόγος είναι πάντοτε σοφός, δίκαιος ή παραγωγικός[2]».

Περιορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Οργανισμό «Φόρουμ της Ελευθερίας» (Freedom Forum), τα νομικά συστήματα και η κοινωνία γενικότερα, αναγνωρίζουν όρια στην ελευθερία του λόγου, ιδίως όταν η ελευθερία του λόγου συγκρούεται με άλλες αξίες ή δικαιώματα[3]. Οι περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου μπορούν να είναι σύμφωνοι με την «αρχή της βλάβης» ή την «αρχή της προσβολής», για παράδειγμα στην περίπτωση της πορνογραφίας ή του λόγου μίσους. Οι περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου μπορούν να επέρχονται μέσω νομικών κυρώσεων ή κοινωνικής αποδοκιμασίας ή και των δύο[4].

Σε μέλη της Εκκλησίας Βαπτιστών του Westboro απαγορεύτηκε η είσοδος στον Καναδά εξαιτίας λόγου μίσους[5].

Στο έργο του «Για την Ελευθερία» (1859), ο Τζον Στιούαρτ Μιλ υποστήριξε ότι «...πρέπει να υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία στην προβολή ισχυρισμών και στη συζήτηση, ως ζήτημα ηθικής πεποίθησης, κάθε δόγματος, όσο ανήθικο και εάν θεωρείται[4]». Ο Μιλ υποστηρίζει ότι η πληρέστερη δυνατή ελευθερία στην έκφραση είναι απαραίτητη, ώστε τα επιχειρήματα να οδηγηθούν στα ακραία όριά τους, και όχι στα όρια, στα οποία θα τα περιόριζε η κοινωνική αποδοκιμασία. Ωστόσο, ο Μιλ επίσης εισήγαγε τη λεγόμενη αρχή της βλάβης, θέτοντας τον παρακάτω περιορισμό στην ελεύθερη έκφραση: «ο μόνος λόγος, για τον οποίον μπορεί να ασκηθεί δικαιολογημένα εξουσία επί ενός οποιουδήποτε μέλους μιας πολιτισμένης κοινωνίας, παρά τη θέλησή του, είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλους[4]».

Το 1985 ο Τζόελ Φάινμπεργκ εισήγαγε τη λεγόμενη «αρχή της προσβολής», υποστηρίζοντας ότι η αρχή της βλάβης του Μιλ δεν παρέχει επαρκή προστασία απέναντι στις επιβλαβείς συμπεριφορές των άλλων. Ο Φάινμπεργκ έγραψε: «πάντα είναι σωστή η δικαιολόγηση μιας προτεινόμενης ποινικής απαγόρευσης, ότι θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας αποτελεσματικός τρόπος αποτροπής σοβαρής προσβολής (κατ’ αντιδιαστολή με τον τραυματισμό ή τη βλάβη) σε πρόσωπα άλλα από το υποκείμενο, και ότι είναι μάλλον αναγκαίο μέσο για το σκοπό αυτό[6]». Επομένως, ο Φάινμπεργκ υποστηρίζει ότι η αρχή της βλάβης θέτει τον πήχυ πολύ ψηλά και ότι ορισμένες μορφές έκφρασης μπορούν δικαιολογημένα να απαγορευθούν από το νόμο επειδή είναι πολύ προσβλητικές. Αλλά, καθώς η προσβολή κάποιου είναι λιγότερο σοβαρή από την πρόκληση βλάβης σ’ αυτόν, οι ποινές που προβλέπονται για την πρόκληση βλάβης πρέπει να είναι υψηλότερες. Κατ’ αντιδιαστολή, ο Μιλ δεν υποστηρίζει νομικές τιμωρίες, εκτός εάν στηρίζονται στην αρχή της βλάβης[6]. Επειδή ο βαθμός, στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να θεωρήσουν εαυτούς προσβεβλημένους ποικίλλει, ή μπορεί να είναι το αποτέλεσμα αδικαιολόγητης προκατάληψης, ο Φάινμπεργκ προτείνει μια σειρά από παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμηθούν όταν εφαρμόζεται η αρχή της προσβολής, περιλαμβάνοντας: το εύρος, τη διάρκεια και την κοινωνική αξία του λόγου, την ευκολία με την οποία μπορεί να αποφευχθεί, τα κίνητρα του ομιλητή, τον αριθμό των ανθρώπων που προσεβλήθησαν, την ένταση της προσβολής και το γενικό συμφέρον της κοινωνίας συνολικά[4].

Ο Κουρτ Βέστεργκααρντ, Δανός σκιτσογράφος, δημιούργησε το αμφιλεγόμενο σκίτσο του Προφήτη του Ισλάμ Μωάμεθ που είχε μια βόμβα μέσα από το τουρμπάνι του και, επειδή εξέφρασε τη γνώμη του, βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονες, βίαιες αντιδράσεις από Μουσουλμάνους σε όλο τον κόσμο, και σε Δυτικά κράτη. Ο Βέστεργκααρντ έχει λάβει ακόμη και αρκετές απειλές για τη ζωή του και έχουν γίνει απόπειρες δολοφονίας του από Μουσουλμάνους. Παρ’ όλο που άσκησε το δικαίωμά του στην ελευθερία του λόγου, επειδή ζει σε μια κοινωνία όπου το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται, παρενοχλήθηκε από πιστούς μιας άλλης κουλτούρας που δεν είναι ανεκτική στην κριτική[7].

Οι ερμηνείες των αρχών τόσο της βλάβης, όσο και της προσβολής, είναι πολιτιστικά και πολιτικά σχετικές. Για παράδειγμα, στη Ρωσία, οι αρχές της βλάβης και της προσβολής έχουν χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσουν το ρωσικό νόμο κατά της προπαγάνδας από ομοφυλοφίλους (LGBT) που περιορίζει το λόγο (και τις πράξεις) που σχετίζονται με τέτοια θέματα. Ένας λιγότερο περιοριστικός αλλά παρόμοιος νόμος σε σχέση με την ομοφυλοφιλία θεσπίσθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο ως Κεφάλαιο του Νόμου για την Τοπική Διακυβέρνηση του 1988. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο απαγορεύει την «προώθηση της τρομοκρατίας», μετά από ψήφισμα που έγινε μετά από τρομοκρατικό χτύπημα το 2004. Η Τουρκία απαγορεύει την «προσβολή της τουρκικότητας» και ούτω καθεξής.

Διαδίκτυο και Κοινωνία της Πληροφορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λεγόμενη «σημαία ελευθερίας του λόγου» (Free Speech flag)

Ο Τζο Γκλάνβιλ, εκδότης του Πανδέκτη της Λογοκρισίας (Index on Censorship), αναφέρει ότι «το διαδίκτυο υπήρξε μια επανάσταση, τόσο για τη λογοκρισία όσο και για την ελεύθερη έκφραση[8]». Διεθνή, εθνικά και τοπικά πρότυπα αναγνωρίζουν ότι η ελευθερία του λόγου, ως μία μορφή της ελευθερίας της έκφρασης, εφαρμόζεται σε κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου[9]. Ο αμερικανικός νόμος «περί Ευπρέπειας στις Επικοινωνίες» (Communications Decency Act - CDA) του 1996, ήταν η πρώτη σημαντική απόπειρα του Κογκρέσου των Η.Π.Α. να ρυθμίσει θέματα πορνογραφικού υλικού στο διαδίκτυο. Το 1997, στην υπόθεση – ορόσημο του κυβερνονόμου της Υπουργού Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Janet Reno εναντίον της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Δικαιωμάτων (Reno v. ACLU), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μερικώς ανέτρεψε το νόμο αυτό[10]. Ο δικαστής Stewart R. Dalzell, ένας εκ των τριών ομοσπονδιακών δικαστών, ο οποίος, τον Ιούνιο του 1996 κήρυξε τμήματα του νόμου CDA ως αντισυνταγματικά, στην απόφασή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα[11]:

    Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ ισχυρότερο μέσον διατύπωσης της έκφρασης απ’ ό,τι ο Τύπος, οι χώροι συνάθροισης των πολιτών ή το ταχυδρομείο. Δεδομένου ότι αναγκαστικά θα επηρέαζε την ίδια τη φύση του διαδικτύου, ο νόμος CDA θα είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου των ενηλίκων στο μέσο αυτό, κάτι το οποίο θα αποτελούσε μία συνταγματικώς απαράδεκτη συνέπεια. Μερικές από τις συζητήσεις στο διαδίκτυο ασφαλώς θέτουν σε δοκιμασία τα όρια της συμβατικής συζήτησης. Η έκφραση στο διαδίκτυο μπορεί να μην υφίσταται κανένα φιλτράρισμα, να είναι άκομψη και αντισυμβατική, ακόμη και φορτισμένη συναισθηματικά, να έχει ανοικτές σεξουαλικές αναφορές και να είναι χυδαία – με μία λέξη «άσεμνη» για αρκετές κοινωνικές ομάδες. Αλλά θα πρέπει να θεωρούμε αναμενόμενο το ότι η έκφραση στο διαδίκτυο θα λαμβάνει και τέτοια μορφή, αφού πρόκειται για ένα μέσο στο οποίο έχουν πρόσβαση πολίτες κάθε κοινωνικού στρώματος. Οφείλουμε επίσης να προστατεύσουμε την αυτονομία την οποία ένα τέτοιο μέσο παρέχει στους απλούς ανθρώπους αλλά και στους μεγιστάνες των μέσων. [...] Η ανάλυσή μου δεν στερεί στην Κυβέρνηση από τα μέσα να προστατεύσουν τα παιδιά από τους κινδύνους της επικοινωνίας μέσω διαδικτύου. Η Κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να προστατεύει τα παιδιά από την διαδικτυακή πορνογραφία, μέσω της αυστηρής εφαρμογής των υφισταμένων νόμων οι οποίοι ποινικοποιούν την αισχρότητα και την παιδική πορνογραφία. [...] Όπως μάθαμε κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι εμφανής επίσης μία πιεστική ανάγκη εκπαίδευσης των πολιτών για τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους αυτού του νέου μέσου, και η Κυβέρνηση μπορεί να συμβάλει σε αυτό. Κατά την άποψή μου, η απόφασή μας σήμερα πρέπει να σημαίνει ότι η επιτρεπτή εποπτεία της Κυβέρνησης στο περιεχόμενο του διαδικτύου σταματά στην παραδοσιακή κόκκινη γραμμή της ελευθερίας του λόγου. [...] Η απουσία κυβερνητικών κανονισμών στο περιεχόμενο του διαδικτύου, είχε αναμφιβόλως ως αποτέλεσμα κάποιου είδους χάος, αλλά, όπως ετέθη από έναν εκ των ειδικών του ενάγοντος, κατά την ακροαματική διαδικασία: «Αυτό το οποίο οδήγησε στην επιτυχία, είναι το ίδιο το χάος το οποίο αποτελεί το διαδίκτυο. Η ισχύς του διαδικτύου είναι το χάος». Όπως ακριβώς η ισχύς του διαδικτύου είναι το χάος, έτσι και η ισχύς της ελευθερίας μας βασίζεται στο χάος και στην κακοφωνία του αδέσμευτου λόγου, τον οποίο προστατεύει η Πρώτη Τροπολογία (του Συντάγματος των ΗΠΑ)[11]    

Η Διακήρυξη Αρχών της Παγκόσμιας Συνάντησης Κορυφής για την Κοινωνία της Πληροφορίας (World Summit on the Information Society - WSIS) η οποία υιοθετήθηκε το 2003, κάνει ειδική αναφορά στη σημασία για την «Κοινωνία της Πληροφορίας», του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, δηλώνοντας:

    Επαναβεβαιώνουμε, ως ουσιώδες θεμέλιο της κοινωνίας της πληροφορίας και όπως περιγράφεται στο Άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της άποψης και έκφρασης. Ότι αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει το δικαίωμα να έχει κανείς άποψη χωρίς να υφίσταται επιρροές και να αναζητά, να λαμβάνει και να μοιράζεται πληροφορίες και ιδέες με κάθε μέσο και ανεξαρτήτως συνόρων. Η επικοινωνία είναι μία θεμελιώδης κοινωνική διεργασία, μιά βασική ανθρώπινη ανάγκη και το θεμέλιο της όλης κοινωνικής οργάνωσης. Αποτελεί το επίκεντρο της Κοινωνίας της Πληροφορίας. Παντού, ο καθένας θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να συμμετέχει και κανένας δεν πρέπει να εξαιρείται από τα αγαθά που προσφέρει η Κοινωνία της Πληροφορίας[12].    

Σύμφωνα με τον Μπερντ Χούγκενχολτς και Λούσι Γκιμπό, ο χώρος δημόσιας κυριότητας (public domain) υφίσταται πίεση από «την εμπορευματοποίηση της πληροφορίας», αφού πληροφορίες, όπως γεγονότα, προσωπικά δεδομένα, γενετικά δεδομένα και ιδέες, που στο παρελθόν είχαν ελάχιστη ή και καθόλου οικονομική αξία, στην εποχή της πληροφορίας απέκτησαν αυτόνομη οικονομική αξία. Η εμπορευματοποίηση της πληροφορίας γίνεται μέσω της νομοθεσίας για την πνευματική ιδιοκτησία, το εμπορικό δίκαιο καθώς και μέσω της νομοθεσίας που διέπει τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και τις τηλεπικοινωνίες[13].

Ελευθερία της πληροφόρησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελευθερία της πληροφόρησης θεωρείται μια επέκταση της ελευθερίας του λόγου, όπου το μέσον της έκφρασης είναι το διαδίκτυο. Η ελευθερία της πληροφόρησης μπορεί επίσης να αναφέρεται στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα στο πλαίσιο του διαδικτύου και της τεχνολογίας της πληροφορικής. Όπως και με το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι ένα αναγνωρισμένο ανθρώπινο δικαίωμα και η ελευθερία της πληροφόρησης λειτουργεί ως επέκταση του δικαιώματος αυτού[14]. Η ελευθερία της πληροφόρησης μπορεί επίσης να αφορά τη λογοκρισία στο πλαίσιο της τεχνολογίας της πληροφορίας, ήτοι τη δυνατότητα πρόσβασης περιεχομένου στο διαδίκτυο χωρίς λογοκρισία ή περιορισμούς[15].

Η ελευθερία της πληροφόρησης προστατεύεται επίσης ρητώς από νόμους όπως ο Νόμος για την Ελευθερία της Πληροφορίας και την Προστασία της Ιδιωτικότητας του Οντάριο στον Καναδά[16].

Λογοκρισία στο διαδίκτυο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έννοια της ελευθερίας της πληροφόρησης έχει ανακύψει ως απάντηση στην κρατική λογοκρισία, τον κρατικό έλεγχο και την κρατική παρακολούθηση του διαδικτύου. Η λογοκρισία στο διαδίκτυο περιλαμβάνει τον έλεγχο ή την καταπίεση της δημοσίευσης ή της πρόσβασης σε πληροφορίες στο διαδίκτυο[17]. Το Παγκόσμιο Κονσόρτσιουμ της Ελευθερίας του Διαδικτύου (Global Internet Freedom Consortium) ισχυρίζεται ότι παραμερίζει εμπόδια στην «ελεύθερη ροή της πληροφορίας» για αυτές που ονομάζουν «κλειστές κοινωνίες»[18]. Σύμφωνα με τον «Κατάλογο των Εχθρών του Διαδικτύου» που έχουν δημοσιεύσει οι «Ανταποκριτές χωρίς Σύνορα», οι παρακάτω χώρες λογοκρίνουν κατά τρόπο επεμβατικό το διαδίκτυο: Κίνα, Κούβα, Ιράν, Μυανμάρ/Βιρμανία, Βόρειος Κορέα, Σαουδική Αραβία, Συρία, Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν και Βιετνάμ[19].

Ένα πολύ διαδεδομένο δείγμα λογοκρισίας του διαδικτύου είναι το «Σινικό Τείχος Προστασίας» (που αναφέρεται τόσο στο ρόλο του ως διαδικτυακού τείχους προστασίας και στο αρχαίο Σινικό Τείχος). Το σύστημα αυτό εμποδίζει την πρόσβαση σε υλικό αποτρέποντας διευθύνσεις IP να διακινούνται μέσα στο δίκτυο και αποτελείται από ένα κλασικό τείχος ασφαλείας και διακομιστές διαμεσολάβησης στις διαδικτυακές πύλες. Το σύστημα επίσης επιλεκτικά προχωρά σε επιμόλυνση ονομάτων χώρου όταν αναζητούνται συγκεκριμένες ιστοσελίδες ή μπλοκάρει ολόκληρους ιστοχώρους[20]. Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να εξετάζει συστηματικά το περιεχόμενο του διαδικτύου, καθώς κάτι τέτοιο δεν φαίνεται τεχνικά πρακτικό[21]. Η λογοκρισία επί του διαδικτύου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας διεξάγεται υπό το μανδύα πολλών και ποικίλων νόμων και διοικητικών διατάξεων. Σε συμμόρφωση προς τους νόμους αυτούς περισσότεροι από 60 κανονισμοί του διαδικτύου έχουν καταστρωθεί από την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και συστήματα λογοκρισίας εφαρμόζονται με ιδιαίτερη δραστηριότητα από τους τοπικούς κλάδους κρατικών παρόχων διαδικτύου, εμπορικών εταιρειών και οργανισμών[22][23].

Η Ναγιά Βαγιώ-Μπελκασέμ, γαλλίδα σοσιαλίστρια Υπουργός των Δικαιωμάτων των Γυναικών, πρότεινε η Γαλλική κυβέρνηση να υποχρεώσει το twitter να εντοπίζει και να εμποδίζει λόγο μίσους που απαγορεύεται από τη γαλλική νομοθεσία, όπως τον ομοφοβικό λόγο. Ο Τζέισον Φαράγκο, γράφοντας στον Guardian, επαίνεσε την προσπάθεια να περιορισθεί η ελεύθερη έκφραση της μισαλλοδοξίας[24], ενώ ο Γκλεν Γκρήνγουωλντ καταδίκασε έντονα τις προσπάθειες αυτές και τη στήλη του Φαράγκο[25].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Marlin, Randal (2002). Propaganda and the Ethics of Persuasion. Broadview Press. σελ. 229. ISBN 978-1551113760. http://books.google.com/?id=Zp38Ot2g7LEC&pg=PA226&dq=%22free+speech%22+democracy. 
  2. "A message from Chancellor Block on the importance of civil discourse." Newsroom. 16 Μαΐου 2014. 19 Μαΐου 2014.
  3. «Education for Freedom Lesson 4». Freedom Forum. http://www.freedomforum.org/packages/first/curricula/educationforfreedom/L04main.htm. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2014. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 «Freedom of Speech». Stanford Encyclopedia of Philosophy. 17 Απριλίου 2008. http://www.seop.leeds.ac.uk/entries/freedom-speech/#HarPriFreSpe. Ανακτήθηκε στις 29 Μαΐου 2011. 
  5. Church members enter Canada, aiming to picket bus victim's funeral, CBC News, 8 Αυγούστου 2008.
  6. 6,0 6,1 Kenneth Einar Himma. «Philosophy of Law». Internet Encyclopedia of Philosophy. http://www.iep.utm.edu/l/law-phil.htm. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2014. 
  7. "Tenemos Que Librar Con Ferocidad La Lucha Por La Libertad De Expresión", "Libertad Digital Internacional", 2010
  8. Glanville, Jo (17 Νοεμβρίου 2008). «The big business of net censorship». The Guardian (Λονδίνο). http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2008/nov/17/censorship-internet. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2014. 
  9. Andrew Puddephatt, Freedom of Expression, The essentials of Human Rights, Hodder Arnold, 2005, σελ.128
  10. Godwin, Mike (2003). Cyber Rights: Defending Free Speech in the Digital Age. MIT Press. σελ. 349–352. ISBN 0-262-57168-4. 
  11. 11,0 11,1 Rowland, Diane (2005). Information Technology Law. Routledge-Cavendish. σελ. 463-465. ISBN 978-1859417560. 
  12. Klang, Mathias; Murray, Andrew (2005). Human Rights in the Digital Age. Routledge. σελ. 1. ISBN 978-1-904385-31-8. http://books.google.com/?id=USksfqPjwhUC&dq=%22digital+rights%22+human+rights. 
  13. Guibault, Lucy; Hugenholtz, Bernt (2006). The future of the public domain: identifying the commons in information law. Kluwer Law International. σελ. 1. ISBN 9789041124357. http://www.google.com/books?id=KJmNGglq0nwC&dq=public+domain&lr=&as_brr=3&source=gbs_navlinks_s. 
  14. Protecting Free Expression Online with Freenet – Internet Computing, IEEE
  15. Pauli, Darren (14 Ιανουαρίου 2008). «Industry rejects Australian gov't sanitized Internet measure». The Industry Standard. http://www.thestandard.com/news/2008/01/14/industry-rejects-australian-govt-sanitized-internet-measure. 
  16. Martin, Robert; Adam, G. Stuart (1994). A Sourcebook of Canadian Media Law. McGill-Queen's Press. σελ. 232–234. ISBN 0886292387. 
  17. Deibert, Robert; Palfrey, John G; Rohozinski, Rafal; Zittrain, Jonathan (2008). Access denied: the practice and policy of global Internet filtering. MIT Press.
  18. «Mission». Global Internet Freedom Consortium. http://www.internetfreedom.org/mission. Ανακτήθηκε στις 2008-07-29. 
  19. Internet Enemies, Reporters Without Borders, Παρίσι, Μάρτιος 2011
  20. «Τον ιστότοπο του BBC μπλόκαρε η Κίνα». Αθήνα: naftemporiki.gr. 15 Οκτωβρίου 2014. http://www.naftemporiki.gr/story/867699/ton-istotopo-tou-bbc-mplokare-i-kina. 
  21. Watts, Jonathan (20 Φεβρουαρίου 2006). «War of the words». Λονδίνο: The Guardian. http://www.guardian.co.uk/china/story/0,,1713317,00.html. 
  22. «II. How Censorship Works in China: A Brief Overview». Human Rights Watch. http://www.hrw.org/reports/2006/china0806/3.htm. Ανακτήθηκε στις 2006-08-30. 
  23. Chinese Laws and Regulations Regarding Internet
  24. Farago, Jason (2 Ιανουαρίου 2013). «In praise of Vallaud-Belkacem, or why not to tolerate hate speech on Twitter». The Guardian (Λονδίνο). http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2013/jan/02/praise-vallaud-belkacem-hate-speech-twitter. Ανακτήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 2013. 
  25. «France's censorship demands to Twitter are more dangerous than 'hate speech'». http://www.theguardian.com/commentisfree/2013/jan/02/free-speech-twitter-france. Ανακτήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2013. 

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Freedom of speech (έκδοση 628365779) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).