Πολιτική ορθότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πολιτική ορθότητα είναι η χρήση λέξεων ή συμπεριφορών που δεν θεωρούνται προσβλητικές για καμία ομάδα ανθρώπων. Σε γενική εκτίμηση θεωρείται σημαντικό να έχουν όλοι ίση, δίκαιη και αξιοπρεπή μεταχείριση. Ορισμένες λέξεις ή εκφράσεις έχουν χρησιμοποιηθεί για πολλά χρόνια με τρόπους που ενδέχεται να ήταν προσβλητικοί για κάποια άτομα. Κάποιες από αυτές έχουν πια αντικατασταθεί με άλλες που δεν είναι προσβλητικές. Τέτοιες λέξεις / εκφράσεις ονομάζονται πολιτικά ορθές. Η πολιτικά ορθή ορολογία κάποιες φορές χρησιμοποιείται και με ειρωνική διάθεση, φτάνοντας στα όρια του επιτρεπτού μιας «κόσμιας» συμπεριφοράς.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία [Επεξεργασία]

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από τις αρχές του 1990.

Παραδείγματα [Επεξεργασία]

Πολιτικά ορθές λέξεις ή όροι χρησιμοποιούνται για να μπορεί να επισημαίνει κανείς διαφορές μεταξύ ατόμων ή ομάδων με μη προσβλητικό τρόπο, όπως διαφορές στη φυλή, το φύλο, τις ιδέες, το θρήσκευμα, το σεξουαλικό προσανατολισμό, το όριο της σωματικής ή πνευματικής ικανότητας ή και όποια διαφορά θεωρείται πέραν του συνηθισμένου (κανονικού) για τον μέσο άνθρωπο.

Πολιτική ορθότητα σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό [Επεξεργασία]

  • Άτομα που προτιμούν συντρόφους του ίδιου φύλου αποκαλούνται ομοφυλόφιλοι.
  • Άνδρας που έχει υποβληθεί σε εγχείρηση αλλαγής φύλου και ζει ως γυναίκα, αντιμετωπίζεται ως γυναίκα.

Πολιτική ορθότητα στην ιατρική [Επεξεργασία]

  • Άνθρωποι με νοητικά προβλήματα πλέον σπανίως περιγράφονται ως «διανοητικά καθυστερημένοι». Αντιθέτως, αναφέρεται κανείς σε αυτούς ως «άτομα με ειδικές ανάγκες».
  • Άνθρωποι τυφλοί ή κωφοί μπορούν να χαρακτηριστούν ως έχοντες αδυναμία όρασης ή ακοής. Άτομα που δεν μπορούν να μιλήσουν δεν αποκαλούνται «μουγκοί», αλλά «βωβοί» ή «άλαλοι».
  • Επίσης, περιγράφοντας υπό μια οπτική τη θαυμαστή ικανότητα προσαρμογής τους που τους επιβάλλουν οι αδυναμίες τους, γίνεται αναφορά σε αυτούς ως «άτομα με ειδικές δεξιότητες».

Παραπομπές [Επεξεργασία]