Σοσιαλισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο σοσιαλισμός είναι κοινωνική, οικονομική και πολιτική θεωρία κατά την οποία η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία[1]. Ο όρος ιστορικά αφορά ένα πολιτικό κίνημα του 19ου αιώνα, γέννημα των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών της βιομηχανικής επανάστασης, και συσχετίζεται στενά με τον όρο Αριστερά.

Οι αντιλήψεις του σοσιαλισμού πρέπει να αναζητηθούν στις απαρχές της Γαλλικής Επανάστασης, στη παράταξη των Ιακωβίνων, και από μία άλλη σκοπιά στον «ουτοπισμό» του Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σοσιαλισμού είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) και η δημιουργία νέων συλλογικών σχέσεων παραγωγής, διανομής των προϊόντων και κατανομής του κοινωνικού πλούτου που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Οι νέες αυτές σχέσεις παραγωγής στηρίζονται στο ότι τα μέλη μιας κοινωνίας θα προσφέρουν ανάλογα με τις δυνατότητές τους και θα αμείβονται ανάλογα με τις ανάγκες τους ή με την εργασία τους. Τη θέση της ατομικής ιδιοκτησίας θα πάρει πλέον η συλλογική διαχείριση με μορφή εθελοντικά συνεταιριστική ή κρατική, οι λεγόμενες κολεκτίβες. Μία κοινωνία οργανωμένη κατ' αυτόν τον τρόπο, ο τελικός στόχος του σοσιαλιστικού κινήματος, αποκαλείται πολλές φορές κομμουνιστική και αντιπαρατίθεται με τον καπιταλισμό και την ελεύθερη αγορά.

Πολιτικά ο σοσιαλισμός έχει συσχετιστεί κατά καιρούς τόσο με συστήματα λήψης αποφάσεων βασισμένα στην άμεση δημοκρατία, όσο και στηριγμένα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία ή στον ολοκληρωτισμό (εθνικοσοσιαλισμός).

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της αναδυόμενης αστικής κοινωνίας, σημειώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Άγγλο βιομήχανο Ρόμπερτ Όουεν. Αν και παρατηρήθηκαν σημαντικά μεμονωμένα αποτελέσματα, το πείραμά του μακροπρόθεσμα απέτυχε. Η απόπειρα αυτή για πολλούς απέδειξε την αδυναμία της ειρηνικής εγκαθίδρυσης σοσιαλιστικών νησίδων σ' ένα καπιταλιστικό ωκεανό. Να σημειωθεί ότι το εν λόγω πείραμα αφορούσε τους 2.500 εργάτες που απασχολούσε ο ίδιος στην επιχείρησή του. Ο Όουεν είναι ένας από τους πιο σημαντικούς πρώιμους εκπροσώπους των σοσιαλιστικών ιδανικών, από κοινού με τους Κλοντ Ανρί ντε Σεν Σιμόν και Σαρλ Φουριέ. Χαρακτηρίστηκαν αργότερα ως ουτοπικοί σοσιαλιστές.

Αγάλματα του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς στο Βερολίνο.

Η κατοπινή εμφάνιση του Καρλ Μαρξ, αλλά και του φιλελεύθερων καταβολών αναρχοατομικισμού, βοήθησε στον οριστικό σχηματισμό του σοσιαλισμού ως συγκεκριμένου, νεωτερικού πολιτικού χώρου, που απέρριπτε τόσο τον συντηρητισμό της Δεξιάς της εποχής όσο και τον αστικό φιλελευθερισμό. Η ανάλυση του Μαρξ για την πάλη των τάξεων και για τη μεθοδολογία του ιστορικού υλισμού, που στόχευε στην επιστημονική μελέτη της Ιστορίας, είναι καθοριστική για την πορεία του σοσιαλισμού ο οποίος υιοθετεί πιο ριζοσπαστική και επαναστατική προσέγγιση. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα ο σοσιαλισμός βοηθά στην ανάδυση του εργατικού κινήματος και του συνδικαλισμού, αποτελώντας συνήθως το ιδεολογικό τους υπόβαθρο.

Χαρακτηριστική έκφραση και απόπειρα πραγμάτωσης των σοσιαλιστικών ιδεών αποτελεί η Παρισινή Κομμούνα του 1871, ή αλλιώς σύμφωνα με έκφραση του Μαρξ «η έφοδος του ανθρώπου προς τον ουρανό», η οποία κράτησε μόνο δύο μήνες. Την ίδια περίοδο η Πρώτη Διεθνής, μία διεθνής σοσιαλιστική πολιτική οργάνωση η οποία είχε ιδρυθεί από τους Μαρξ και Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, διασπάται σε αναρχικούς και μαρξιστές, με κύριο σημείο διαφωνίας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί για να μετασχηματιστεί η Ανθρωπότητα προς τον κομμουνισμό. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν υποστηρίζει την άμεση μετάβαση σε μία αταξική, ακρατική και αυτοδιευθυνόμενη κομμουνιστική κοινωνία μέσω λαϊκής επαναστατικής ρήξης με το αστικό καθεστώς, ενώ ο Μαρξ υποστηρίζει πως μεταξύ της επανάστασης και της οικοδόμησης του κομμουνισμού πρέπει να μεσολαβήσει μία κρατικιστική, μεταβατική περίοδος όπου το κράτος θα είναι υπό τον έλεγχο της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού, της εργατικής τάξης (δικτατορία του προλεταριάτου). Αυτή είναι η απαρχή της διαίρεσης των σοσιαλιστών σε ελευθεριακούς και κρατικιστές.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι περισσότεροι μαρξιστές οργανώνονταν πλέον σε αστικού τύπου πολιτικά κόμματα τα οποία συμμετείχαν νόμιμα στις κοινοβουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις. Ορισμένα από αυτά τα κόμματα άρχισαν να απορρίπτουν την επαναστατική προοπτική και να υποστηρίζουν έναν σταδιακό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας μέσω διαρκών μετριοπαθών μεταρρυθμίσεων και κυβερνητικών μέτρων, στοχευμένων μακροπρόθεσμα σε μεγαλύτερη ισοκατανομή του πλούτου, μέσα στο πλαίσιο όμως του αστικού φιλελευθερισμού και της συνταγματικής νομιμότητας. Οι σοσιαλιστές αυτοί αργότερα αποκλήθηκαν σοσιαλδημοκράτες (ο όρος βρισκόταν ήδη σε χρήση, παλαιότερα όμως περιέγραφε συλλήβδην όλους τους μαρξιστές επειδή συμμετείχαν σε κοινοβουλευτικές εκλογές) και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε την αφορμή για την οριστική απόσχισή τους από τον επαναστατικό μαρξισμό. Αργότερα, μετά τη Μεγάλη Ύφεση, οι περισσότεροι σοσιαλδημοκράτες εγκατέλειψαν οριστικά τον μαρξισμό και την αμφισβήτηση της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού, υιοθετώντας αντίθετα τον κεϋνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας ως κεντρικό οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό τους μοντέλο.

Παράλληλα τα επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα άρχισαν να συσπειρώνονται γύρω από τον λενινισμό, την πολιτική θεωρία και πρακτική του ρωσικού κόμματος των Μπολσεβίκων, οι οποίοι το 1917 κατάφεραν να ανατρέψουν τόσο την απολυταρχική τσαρική μοναρχία όσο και το φιλελεύθερο καθεστώς που είχε εμφανιστεί μετά από μία προηγούμενη εξέγερση, και να εγκαθιδρύσουν ένα νέο καθεστώς που όρισαν ως δικτατορία του προλεταριάτου (βλ. Οκτωβριανή επανάσταση). Εκείνη την περίοδο τα λενινιστικά κόμματα διεθνώς άρχισαν να ονομάζονται «Κομμουνιστικά» (π.χ. Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας).

Κατά τη δεκαετία του 1960, σε μία εποχή αμφισβήτησης του κατεστημένου στις χώρες της Δύσης και ανάδυσης μίας άντεργκραουντ αντικουλτούρας, συνέβησαν σημαντικές θεωρητικές και πρακτικές εξελίξεις στον ευρύτερο σοσιαλιστικό χώρο με τελικό αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών θεωριών, όπως η Νέα Αριστερά, το αφροαμερικανικό κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων, ο μεταμαρξισμός, οι καταστασιακοί, ο σύγχρονος φεμινισμός, η αυτονομία, η πολιτική οικολογία, η κοινωνική οικολογία κλπ. Υπό τέτοιες συνθήκες, στη συνέχεια αναδύθηκε ο ευρωκομμουνισμός με αφορμή την Άνοιξη της Πράγας, αλλά και ο σύγχρονος μετααριστερός και εξεγερσιακός αναρχισμός, ο οποίος άσκησε κριτική στον κλασικό σοσιαλισμό και στις ιστορικές, σοσιαλιστικές τάσεις του κοινωνικού αναρχισμού.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμερικανική ψυχροπολεμική αντικομμουνιστική αφίσα.

Στον σοσιαλισμό έχει ασκηθεί κριτική από φιλελεύθερους και συντηρητικούς αναλυτές, ή και από σοσιαλιστές αντίθετους με τις ήδη εφαρμοσμένες, υπαρκτές εκδοχές σοσιαλισμού, η οποία μπορεί να διακριθεί σε δύο κατηγορίες: κριτική στον κομμουνισμό και κριτική στην κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία.

Η θεωρητική κριτική που έχει ασκηθεί στον κομμουνισμό με τη σειρά της μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις διαφορετικές τάσεις: κριτική στην ίδια τη σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας, κριτική στη μεταβατική «δικτατορία του προλεταριάτου» όπως αυτή εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση και στο ανατολικό μπλοκ (εδώ συμπεριλαμβάνεται η κριτική στον λενινιστικό κεντρικό σχεδιασμό ως οικονομικό σύστημα αυτής της «μεταβατικής» περιόδου), ή κριτική στο ανατολικό μπλοκ μόνο μετά από κάποιο χρονικό σημείο (π.χ. μετά τον θάνατο του Λένιν ή μετά τον θάνατο του Στάλιν). Για περισσότερα στοιχεία κριτικής τόσο εξ αριστερών όσο και εκ δεξιών, δείτε τα άρθρα αντικομμουνισμός και λενινισμός.

Η κριτική στην κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία συνήθως έχει καθαρά οικονομολογικό χαρακτήρα και στηρίζεται στην έννοια της οικονομικής μεγέθυνσης υπό συνθήκες καπιταλιστικής ελεύθερης αγοράς. Η κριτική αυτή συνδέεται σε θεωρητικό επίπεδο με τον νεοφιλελευθερισμό, ή ακόμα και με τον αναρχοκαπιταλισμό.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Λεξικό Μπαμπινιώτη, «Σοσιαλισμός είναι η θεωρία και το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, όπου τα μέσα παραγωγής και κατανομής των αγαθών κατέχονται και ελέγχονται από κοινωνικές ομάδες ή το κράτος και όχι από ιδιώτες, οπότε η ατομική ιδιοκτησία και η κατανομή του εισοδήματος υπόκεινται στον κοινωνικό έλεγχο, κατ' αντιδιαστολή προς τον καπιταλισμό και τον φιλελευθερισμό.»


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παπανδρόπουλος Αθ., «Η γένεση του σοσιαλισμού ως πολιτική ιδέα», Εποπτεία 92 (1984), 713-717.
  • Mohl, Ernst Theodor, «Σοσιαλισμός - Ἀναδρομὴ στὴν ἱστορία τῆς ἔννοιας » , Λεβιάθαν, 14 (1993-1994), σσ. 121-135[1]