Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η συντομογραφία ΕΣΔΑ ανακατευθύνει εδώ. Βλέπε επίσης Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, γνωστή και ως Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), υιοθετήθηκε υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης[1] το 1950 με σκοπό την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης συμμετέχουν στη Σύμβαση, όπως επίσης αναμένεται από τα νέα μέλη να την επικυρώσουν το ταχύτερο δυνατό.

Βάσει της Σύμβασης ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο πολίτης που θεωρεί ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματά του σύμφωνα με τη Σύμβαση από ένα κράτος μέλος μπορεί να φέρει την υπόθεση στο Δικαστήριο. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι νομικά δεσμευτικές και το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να επιδικάσει αποζημίωση. Το καθεστώς που δίνει τη δυνατότητα να προστατεύονται οι πολίτες από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί καινοτομία όσον αφορά τις διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς παρέχει στο άτομο έναν ενεργό ρόλο στη διεθνή σκηνή (παραδοσιακά, μόνο τα κράτη θεωρούνταν υποκείμενα της διεθνούς νομοθεσίας). Η ΕΣΔΑ παραμένει η μόνη διεθνής συμφωνία για τα ανθρώπινα δικαιώματα που παρέχει αυτό τον υψηλό βαθμό προστασίας του ατόμου. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να φέρουν υποθέσεις εναντίον άλλων κρατών μελών στο Δικαστήριο, αν και αυτή η δυνατότητα σπάνια χρησιμοποιείται.

Η Σύμβαση περιλαμβάνει αρκετά πρωτόκολλα. Για παράδειγμα, το Πρωτόκολλο 6 απαγορεύει την θανατική ποινή με εξαίρεση σε καιρό πολέμου. Η αποδοχή των πρωτοκόλλων ποικίλλει για κάθε κράτος μέλος, αν και είναι κατανοητό ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμμετέχουν σε όσο το δυνατόν περισσότερα πρωτόκολλα.

Πριν την έναρξη της ισχύος του Πρωτοκόλλου 11, δεν παρεχόταν η δυνατότητα στον πολίτη να έχει άμεση πρόσβαση στο Δικαστήριο· θα έπρεπε να κάνουν αίτηση στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία εφόσον κατέληγε στο ότι ήταν καλά θεμελιωμένη η υπόθεση, θα έφερνε την υπόθεση στο Δικαστήριο εκ μέρους του ατόμου. Επιπλέον, όταν επικυρωνόταν η Σύμβαση, τα κράτη μπορούσαν να επιλέξουν να μην αποδεχτούν κάποιες από τις προτάσεις που παρείχαν τη δυνατότητα στον πολίτη άμεσης πρόσβασης στην Επιτροπή, και κατά συνέπεια μειωνόταν η δυνατότητα δικονομικής προστασίας του πολίτη. Το Πρωτόκολλο 11 κατάργησε την Επιτροπή, αύξησε το μέγεθος του Δικαστηρίου (παρέχοντάς του λειτουργίες και εξουσίες οι οποίες ανήκαν προηγουμένως στην Επιτροπή), και επέτρεψε στους πολίτες να φέρουν τις υποθέσεις τους σε αυτό απευθείας. Με την επικύρωση του Πρωτοκόλλου 11, όλα τα κράτη μέλη αποδέχτηκαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να αποφαίνεται για υποθέσεις πολιτών εναντίον τους.


Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν πρέπει να συγχέεται με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συμμετέχει στη Σύμβαση και δεν παίζει κανέναν ρόλο στη διοίκηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.


Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσθετες πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]