Ανδρέας Π. Μεταξάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανδρέας Μεταξάς
Andreas Metaxas.jpg
Ο Ανδρέας Μεταξάς, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
Royal Coat of Arms of Greece (1863-1936).svg
Πρωθυπουργός της Ελλάδας
(ως Πρόεδρος της Επαναστατικής Κυβέρνησης)
Περίοδος
3 Σεπτεμβρίου 1843 – 16 Φεβρουαρίου 1844
Προκάτοχος Όθων
Διάδοχος Κωνσταντίνος Κανάρης
Προσωπικά στοιχεία
Ψευδώνυμο Κόντε Λάλας
Γέννηση 1790
Αργοστόλι
Θάνατος 8 Σεπτεμβρίου 1860 (70 ετών)
Αθήνα
Εθνικότητα Ελληνική

Ο Ανδρέας Μεταξάς (1790- 8 Σεπτεμβρίου 1860) ήταν Κεφαλλονίτης αγωνιστής του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι ήταν γιος του Πέτρου Μεταξά, της ιστορικής οικογένειας των Μεταξάδων. Έφερε τον τίτλο του Κόμη. Οι οπλαρχηγοί του 1821 του έδωσαν το ειρωνικό παρωνύμιο Κόντε Λάλας (επειδή είχε ματώσει το χέρι του στη μάχη του Λάλα)[1].

Επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και όταν κηρύχθηκε η επανάσταση έσπευσε στην Πελοπόννησο και συγκρότησε, μαζί με τον αδερφό του Αναστάσιο και τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο, στρατιωτικό σώμα 350 ανδρών από την Κεφαλλονιά (κυρίως από τις περιοχές Σάμου και Πυργίου) εξοπλισμένων και με δύο τηλεβόλα που είχε προσφέρει ο Ευαγγελινός Πανάς. Ηγετική θέση στο σώμα είχαν και οι Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς, Κωνσταντίνος Φωκάς Καρανδινός κ.ά. Με το πρόσχημα καταδίωξης πειρατών επιβιβάστηκαν σε πλοίο του Αναστασίου και των αδελφών Φωκά Θεοδωράτου που ήταν εξοπλισμένο με 18 κανόνια, 50 ναύτες και 50 οπλοφόρους. Αποβιβάστηκαν στη Κυλλήνη στις 9 Μαΐου του 1821 και βάδισαν προς Μανωλάδα. Εκεί ενώθηκαν με άλλους οπλαρχηγούς (Βιλαέτη, Σισίνη και Πλαπούτα) και στη συνέχεια εκστράτευσαν εναντίον του χωριού Λάλα. Πολιόρκησαν τους περίφημους για την ανδρεία τους λαλαίους Τουρκαλβανούς τους οποίους και ανάγκασαν να φύγουν στη Πάτρα (13 Ιουνίου 1821). Κατά τη διάρκεια εκείνων των συγκρούσεων ο Α. Μεταξάς τραυματίστηκε και στα δύο χέρια και από τότε ασχολήθηκε μόνο με διοικητικά θέματα της Επανάστασης.[2]

Στις 25 Μαΐου του 1822 με ομόφωνη απόφαση εγκρίθηκε πράξη του "Εκτελεστικού" με την οποία ο Κόμης Ανδρέας Μεταξάς, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει μέχρι τότε προς την πατρίδα, πολιτογραφήθηκε Έλληνας κάτοικος Πελοποννήσου. Τον Απρίλιο του 1826 διορίσθηκε υπουργός του πολέμου και στη συνέχεια πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους και μέλος του Νομοτελεστικού, ενώ χρημάτισε και υπουργός Αστυνομίας. Μαζί με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στάλθηκε από την Κυβέρνηση στην Βερόνα για αναζήτηση οικονομικών πόρων αλλά και για να εμποδίσουν τις Μεγάλες Δυνάμεις να επέμβουν εναντίον της Ελλάδος, το οποίο και επέτυχε με την βοήθεια του γνώριμου του Ιωάννη Καποδίστρια.[3]

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ανδρέας Μεταξάς έφιππος στην μάχη του Λάλα. Έργο του Πέτερ φον Χες

Στην περίοδο του Καποδίστρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ανδρέας Μεταξάς πρωτοστάτησε στην εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια και παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός του σύμμαχος. Με την σειρά του ο Καποδίστριας τον τίμησε με σοβαρά αξιώματα. Με πρωτοβουλία του, έγινε μέλος στο "Πανελλήνιον" και διορίστηκε προϊστάμενος του "Φροντιστηρίου των στρατιωτικών", καθώς και έκτακτος επίτροπος της Πελοποννήσου. Από τη θέση αυτή ο Μεταξάς βοήθησε, κυρίως, στην οργάνωση του στρατού αλλά και στην απεξάρτηση του από τα πολιτικά μίση. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια αντιτάχθηκε στην εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, αλλά παρ´όλα αυτά κρατήθηκε μακριά από τις διασπαστικές τάσεις του Κωλέττη. Παρά ταύτα διετέλεσε όμως μέλος της προσωρινής κυβέρνησης μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Στην περίοδο της Ανεξαρτησίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίοδο της Αντιβασιλείας, διορίστηκε νομάρχης Λακωνίας[4] και στη συνέχεια τον Οκτώβριο του 1835 σύμβουλος της Επικράτειας. Σύντομα όμως συκοφαντήθηκε από αντιπάλους του ως ύποπτος για τις φιλελεύθερες αρχές του οπότε και απελάθηκε στην Σύρο απ´όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στην Μασσαλία. Όμως μετά πάροδο λίγου χρόνου το ίδιο έτος, ανακλήθηκε αφού κρίθηκε ακίνδυνος[5] από την Αντιβασιλεία και στάλθηκε στην Μαδρίτη και στην Λισσαβόνα, ως πρέσβης της Ελλάδος.[6] Το 1839 όταν επέστρεψε στην Ελλάδα επαναδιορίστηκε σύμβουλος της Επικρατείας. Το 1841 χρημάτισε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Μετά τη παραίτησή του από υπουργός Στρατιωτικών αναμίχθηκε με άλλους για παραχώρηση συντάγματος στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Μετά τον θάνατο του Κολοκοτρώνη, ανέλαβε αρχηγός του Ρωσικού Κόμματος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1843 ο λαός επαναστάτησε κατά του στέμματος ζητώντας την μετάβαση του πολιτεύματος από απόλυτη μοναρχία σε συνταγματική. Τις κρίσιμες εκείνες ώρες του πρωινού της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 ο Όθωνας ανέθεσε στον Ανδρέα Μεταξά να σχηματίσει κυβέρνηση με σκοπό την προετοιμασία αρχών και λαού για την ψήφιση του Συντάγματος. Ο Μεταξάς επέδειξε απόλυτη ψυχραιμία και μετριοπάθεια και για να αποφύγει το διχασμό του έθνους ζήτησε από τον Όθωνα να σχηματίσει υπουργείο με την συμμετοχή του Φαναριώτη Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του γαλλόφιλου Ιωάννη Κωλέττη. Σχημάτισε κυβέρνηση στις 3 Σεπτεμβρίου 1843 και ήταν ο πρώτος στην πολιτική ιστορία της Ελλάδος αρχηγός κυβερνήσεως που ονομάστηκε πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του διατήρησε τη τάξη και διενήργησε τις εκλογές για τη σύγκλιση της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης στη οποία εκλέχθηκε "τιμής ένεκεν" σε πέντε περιφέρειες και έλαβε μέρος στις εργασίες της. Τον επόμενο χρόνο που διενεργήθηκαν πάλι εκλογές της Α΄ Περιόδου (1844-1845) εκλέχθηκε βουλευτής Αττικής, γενόμενος στη συνέχεια στην κυβέρνηση Κωλέττη υπουργός των Οικονομικών, θέση που διατήρησε από τον Αύγουστο 1844 μέχρι τον Αύγουστο του 1845, όταν παραιτήθηκε ύστερα από την προσπάθεια του τελευταίου να ανατρέψει το σύνταγμα. Κατά τα έτη 1846 και 1847 διετέλεσε γερουσιαστής και από το 1850 μέχρι το 1859 βουλευτής Αττικής. Το 1850, προάχθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου, όπου και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος. Στις 15 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, στάλθηκε ως πρέσβης της Ελλάδος στη Κωνσταντινούπολη.

Με την έκρηξη όμως του Κριμαϊκού πολέμου έσπευσε να παραιτηθεί από την θέση του αυτή στις 10 Μαρτίου 1854 και επανήλθε στην Αθήνα για να αποσυρθεί πλέον της πολιτικής. Το κίνημα της εξέγερσης της Θεσσαλίας και της Ηπείρου φαίνεται πως το υποστήριξε κρυφά. Όμως απέκρουσε τη βιαστική απόφαση του Βασιλέως, όταν έσπευσε κρυφά στα Ανάκτορα και τον έπεισε να μη μεταβεί προλαμβάνοντας έτσι τρομερά κατά της Ελλάδος δεινά. Λίγο πριν τον θάνατο του, φέρεται πως ο Όθωνας του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης αλλά εκείνος αρνήθηκε.

Ο Ανδρέας Μεταξάς διετέλεσε επίσης και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας καθώς και πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Σε όλο τον βίο του υπήρξε γενναίος, ειλικρινής και φιλόπατρις με ακέραιο χαρακτήρα. Πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1860.

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη σ.62
  2. Φραντζής Αμβρόσιος, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. 3, κεφ. 4.
  3. Εκείνη την εποχή (1823) ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν υπουργός εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου
  4. Απόφαση της 23 Απριλίου/8 Μαΐου του 1833 «Περί διορισμού των νομαρχών δια τους δέκα νομάρχες του βασιλείου της Ελλάδος»:Φραγκίσκος Μαύρος (Αργολίδος και Κορινθίας), Γεώργιος Γλαράκης (Αχαΐας και Ήλιδος), Δημήτριος Χρηστίδης (Μεσσηνίας), Κωνσταντίνος Ζωγράφος (Αρκαδίας), Ανδρέας Π. Μεταξάς (Λακωνίας), Αναγνώστης Μοναρχίδης (Ακαρνανίας και Αιτωλίας), Ιωάννης Αμβροσιάδης (Φωκίδος και Λοκρίδος), Μ. Σχινάς (Αττικής και Βοιωτίας), Γεώργιος Αινιάν (Εύβοιας), και Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (Κυκλάδων)
  5. Είχε προηγηθεί η δική του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα
  6. Ήταν η πρώτη Ελληνική(επίσημα) παρουσία στην Ιβηρική Χερσόνησο. Διέμεινε εκεί τέσσερα χρόνια από το 1835 έως το 1839