Λυκούργος Λογοθέτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πίνακας του Λυκούργου Λογοθέτη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Ο Λυκούργος Λογοθέτης (1772 - 22 Μαΐου[1] 1850), πραγματικό του όνομα Γεώργιος Παπλωματάς, ήταν Έλληνας αγωνιστής του 1821 και πολιτικός.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτικός και Στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης του 1821.

Γεννήθηκε στο Νέο Καρλόβασι στις 10/21 Φεβρουαρίου 1772. Ήταν το πέμπτο  παιδί του Γιάννη Παπλωματά και της Μαρίας (κατά τον Επαμεινώνδα Σταματιάδη, Μαρούδας). Ο πατέρας του είχε ως επάγγελμα «την εμπορίαν ταπήτων, βάμβακος και εφαπλωμάτων», απ΄ όπου και το επώνυμο. Τα μεγαλύτερα αδέλφια του ονομάζονταν κατά σειρά γέννησης: Ειρήνη, Δάφνη, Αλέξανδρος και Μελαχροινή. Από τους τοπικούς ιστοριογράφους ο Εμμανουήλ Κρητικίδης αναφέρει  ότι «Ο Γεώργιος Παπλωματάς Λογοθέτης ή Λυκούργος εγεννήθη εκ πατρός Πισιδέως και μητρός Ικαρίας…» μια πληροφορία που φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο σύγχρονός του Γεώργιος Δημητριάδης από τον Μαραθόκαμπο της δυτικής Σάμου. Ωστόσο, ο Νικόλαος Σταματιάδης στα τέλη του 19ου αιώνα αμφισβητεί τη μικρασιατική καταγωγή του Γιάννη Παπλωματά. Στα Σαμιακά του αναφέρει με βεβαιότητα ότι «εξ άλλων πληροφοριών καθίσταται βέβαιον ότι ο πατήρ αυτού [του Λυκούργου] ήτο Ικάριος» και, εν συνεχεία, επικαλείται σειρά προφορικών μαρτυριών -ικαριώτικης προέλευσης επί το πλείστον- που συνδέουν την οικογένεια του Γιάννη Παπλωματά με την οικογένεια των Κουλιάδων από την Πέρα Μαριά της Ικαρίας. Η παραπάνω εκδοχή ίσως αποκτά μεγαλύτερη ισχύ, αν συνδυαστεί επιπλέον και με την πληροφορία του Γιάννη Ζαφείρη ότι ο Γεώργιος Παπλωματάς γεννήθηκε στη συνοικία «Καριωτέικα» (σημ. Καναπτσέικα, Νέου Καρλοβάσου).

Ο Γεώργιος Παπλωματάς φοίτησε στο «ελληνικόν σχολείον» Καρλοβάσου, στην κατόπιν γνωστή ως Πορφυριάδα σχολή και μετά την  ολοκλήρωση των σπουδών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη (1791-1794) και εντάσσεται στο φαναριώτικο περιβάλλον. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες ιστορικές πληροφορίες η δικτύωση με τους κύκλους αυτούς εξασφάλισε γρήγορα στον νέο  διανοούμενο τον διορισμό του ως γραμματεύς των Πατριαρχείων.  Η μετάβασή του, αργότερα, στο επίσης προνομιακό περιβάλλον των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών αναμφίβολα αποτελούσε για εκείνον αναβάθμιση της κοινωνικής του θέσης αλλά και δικαίωση των προσπαθειών του. Από το 1794 ως το 1802 σταδιοδρομεί στις Αυλές πανίσχυρων ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, γίνεται γραμματέας του ηγεμονικού γραφείου του Κωνσταντίνου Υψηλάντη και του Αλέξανδρου Σούτσου και λαμβάνει τα αξιώματα του ταμία και «δεύτερου λογοθέτη». Το 1802 ακολούθησε τον Αλ. Σούτσο στην Κωνσταντινούπολη, όπου βιώνει τις ραγδαίες ανακατατάξεις που επιφέρουν στην οθωμανική αυτοκρατορία οι στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις της εποχής (γαλλικός επεκτατισμός, αγγλική αντίδραση, ρωσική απειλή).

Το 1805 επιστρέφει στη γενέτειρά του και εμπλέκεται ενεργά στην εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στις τοπικές φατρίες των Καρμανιόλων και των Καλικαντζάρων. Συστρατεύεται με εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που είχαν από τα τέλη του 19ου  αιώνα είχαν αποκτήσει δύναμη κυρίως από τις οικονομικές-εμπορικές τους δραστηριότητες και βαθμιαία επιδίωκαν να εκτοπίσουν από την τοπική εξουσία το ισχυρό κατεστημένο πήγμα των παλαιών προεστών. Εξελίσσεται συνεπώς σε ηγετική φυσιογνωμία της καρμανιόλικης φατρίας σε μία εποχή μεταβατική, που ένας άγριος εσωτερικός αγώνας ξεσπά για την κατάληψη της τοπικής εξουσίας στην οθωμανοκρατούμενη Σάμο και διώκεται απηνώς από τους αντιπάλους του. Κατορθώνει επανειλημμένως να γλιτώσει τη ζωή του από απόπειρες δολοφονικές και εξορίζεται με σουλτανικό φιρμάνι στο Άγιο Όρος για δύο χρόνια (1809-1810).

Τον 1811, αφού έχει επιστρέψει στη Σάμο, νυμφεύεται την Πουλουδίτσα Γεωργιάδη από τη μεγάλη προυχοντική οικογένεια του Μαραθοκάμπου. Πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος τα συγγενικά δίκτυα, γίνεται προεστός δυτικής Σάμου και το 1812 πρόεδρος του σώματος των προεστών. Με την Πουλουδίτσα θα αποκτήσει εννέα παιδιά εκ των οποίων τα πέντε πέθαναν: τη Μαρουδιώ, τη Διαμαντούλα, τον Ιπποκράτη, τον Αλέξανδρο, την Κλεοπάτρα, τη Μαρία, τον Αλέξανδρο, την Αγγελική και τον Ιωάννη. Τα επιζήσαντα τέσσερα ήταν  η Διαμαντούλα (1814-1897), ο Ιπποκράτης (1816-1857), η Κλεοπάτρα (1824-1882) και ο Αλέξανδρος (1826-1875), μετέπειτα καθηγητής στη θεολογική σχολή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1861-1866) και αρχιεπίσκοπος Σύρου και άλλων Κυκλάδων (1866-1875). Όταν στις αρχές του 1813 η φατρία των Καρμονιόλων χάνει την εξουσία από τους Καλικαντζάρους, η ζωή του Λογοθέτη αντιμετωπίζει ξανά θανάσιμο κίνδυνο. Αναχωρεί από τη Σάμο και δύο χρόνια αργότερα, το 1815, μετά από συνεχείς μετακινήσεις (Μύκονος, Τήνος, Κέρκυρα, Πόλη, Νέα Έφεσσος-Κουσάντασι) εγκαθίσταται με την οικογένειά του οριστικά στη Σμύρνη ασκώντας το επάγγελμα του ιατρού/φαρμακέμπορου.

Τον Ιούνιο του 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία από τον θεσσαλό Αριστείδη Παππά και λαμβάνει το όνομα «Λυκούργος» (από το όνομα του αρχαίου σπαρτιάτη νομοθέτη), το οποίο έκτοτε θα κρατήσει ως το τέλος της ζωής του. Ορίζεται από τον απόστολο Δημήτριο Θέμελη ως «τοποτηρήτης της Αυτού Εκλαμπρότητος» [sic. του Αλέξανδρου Υψηλάντη-Αόρατης Αρχής της Φιλικής] στη Σάμο και αποβιβάζεται στο νησί στις 24 Απριλίου/6 Μαΐου 1821, λίγο μετά τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις στο Βαθύ υπό την αρχηγία του καπετάν Κωνσταντή Λαχανά. Αναπτύσσει έντονη επαναστατική δραστηριότητα προσπαθώντας να μυήσει στην τοπική αδελφότητα συμπατριώτες του, ακόμη και από τη αντίπαλη φατρία. Στις 8/20 Μαϊου 1821 κηρύσσει επίσημα τη σαμιακή επανάσταση στο Καρλόβασι και στις 12/24 Μαΐου στη Χώρα. Λίγο αργότερα, ιδρύει τον Στρατοπολιτικό Διοργανισμό της νήσου Σάμου, το αυτόνομο επαναστατικό πολίτευμα του νησιού, που αποτελεί θεσμική πλαισίωση της ιδεολογίας των Καρμανιόλων, του καρμανιολισμού (βλ. σχετικό λήμμα). Ο ίδιος ανακηρύσσεται Γενικός Διοικητής και Στρατηγός και γίνεται ο μεγάλος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης οργανώνοντας ταχύτητατα το νησί σε διοικητικό και στρατιωτικό επίπεδο ενόψει του οθωμανικού κινδύνου.

Στο διάστημα από το 1821 ως το 1826 αποκρούει τρεις φορές συντονισμένες επιθετικές ενέργειες του οθωμανικού στόλου (υπό τον Καρά Αλή το 1821 και υπό τον Χοσρέφ το 1824 και 1826) και αναλαμβάνει στρατιωτικά την πρωτοβουλία «εξαγωγής» της εθνικής επανάστασης στη Χίο κατόπιν συνεννόησης με τον χιώτη Αντώνη Μπουρνιά, χωρίς την επίσημη εντολή της Κεντρικής επαναστατικής Διοίκησης.  Η επιχείρηση, στέφθηκε με αποτυχία (1822) και έγινε αιτία της ολοσχερούς καταστροφής του νησιού από τους Οθωμανούς. Για τον ίδιο  στάθηκε αφορμή διώξεων από τη Διοίκηση, σε μία περίοδο μάλιστα που η ηγεσία της Επανάστασης μεθόδευε, στα πλαίσια των αποφάσεων της Α΄και Β΄ Εθνοσυνέλευσης, τον περιορισμό αρχικά και την κατάργηση αργότερα των ισχυρών τοπικών κέντρων με τον διορισμό εντεταλμένων «ξένων» επάρχων στην περιφέρεια. Οι σχέσεις της Διοίκησης με τον «απείθαρχο» Λυκούργο αποκαταστάθηκαν τελικά το 1826, μετά την τρίτη απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου από τους Σαμιώτες και τον τυπικό συμβιβασμό της Διοίκησης με τις πραγματικότητες που παρήγαγε η ίδια η Επανάσταση στην εξέλιξή της.

Με την  έλευση του Καποδίστρια το 1828 καταργείται ο Στρατοπολιτικός Διοργανισμός και η Σάμος εντάσσεται στο καποδιστριακό διοικητικό οργανόγγραμμα ως έδρα του τμήματος Ανατολικών Σποράδων με Έκτακτο Επίτροπο τον Ιωάννη Κωλέττη. Ο Λυκούργος διορίζεται (16/28 Μαρτίου 1829) μέλος στο Πανελλήνιον και απομακρύνεται σκόπιμα από την πατρίδα του. Διορίζεται, εν συνεχεία, ‘Εκτακτος Επίτροπος Λακωνίας και Κάτω Μεσσηνίας (14 Αυγούστου 1829-28 Μαρτίου 1830) και παραιτείται στη συγκυρία της κοινοποίησης προς την ελληνική κυβέρνηση του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας (27 Μαρτίου/8 Απριλίου 1830) με το οποίο η Σάμος ετίθετο εκτός ελληνικών συνόρων. Επιστρέφει στο Ναύπλιο και κατόπιν συνεννόησης με τον Καποδίστρια υλοποιεί «σχέδιο» μετάβασης της Σάμου σε καθεστώς τοπικού Διευθυντηρίου που προβλέπει ταυτόχρονη αποχώρηση του Κωλέττη.

Μετά την επιστροφή του στη Σάμο η Γενική Συνέλευση του νησιού τον αναγορεύει Διευθυντή των Διοικητικών Πραγμάτων της Σάμου. Έκτοτε ξεκινά η τετραετής (1830-1834) περίοδος της Ελληνικής Πολιτείας της Σάμου, κατά την οποία ένα Διευθυντήριο (αποτελούμενο από τον Διευθυντή, την εκάστοτε Επαρχιακή Δημογεροντία και τη Γενική Συνέλευση ως δημοκρατική έκφραση του τοπικού πολιτεύματος),  εγκαθιδρύεται ως συνέχεια του καταργημένου Στρατοπολιτικού Διοργανισμού και διαχειρίζεται το μέλλον της πολιτικής ύπαρξης του νησιού. Στα τέσσερα αυτά χρόνια ο άλλοτε πανίσχυρος Γενικός Διοικητής'και χρισμένος από την Αόρατη Αρχή Αρχιστράτηγος της Σάμου θα αποδυθεί εκούσια περισσότερο τον ρόλο του ενεργητικού εντολοδόχου και εκφραστή της λαϊκής βούλησης παρά του αποκλειστικού και αδιαφιλονίκητου αρχηγού που άλλοτε επιβαλλόταν με την αυθεντία του. Μάλιστα, από το 1831 και λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών, που διαμορφώθηκαν στο νησί από τη διπλωματική πορεία του Σαμιακού Ζητήματος, η Γενική Συνέλευση κατέστη βαθμηδόν ισχυρότερη από τον Διευθυντή.

Αναφορικά με την εξωτερική πολιτική που ασκήθηκε από το Διευθυντήριο και τον Λυκούργο προσωπικά, υπήρξε μία προσπάθεια να προωθηθεί μία ρεαλιστική διπλωματική λύση για το νησί αποφεύγοντας το οδυνηρό ενδεχόμενο της επιστροφής στην οθωμανική νομιμότητα. Από την άλλη, διαρκούσης της εκκρεμότητας του Σαμιακού Ζητήματος, που είχε ανακύψει, ο Διευθυντής αντιμετώπιζε μία ολοένα αυξανόμενη αντίδραση από τους εσωτερικούς του αντιπάλους - μεταξύ των οποίων και πολλών πρώην συναγωνιστών  Καρμανιόλων- οι οποίοι τον κατηγορούσαν για ενδοτισμό, ακόμη και για συναλλαγή. Γενικότερα, στην προώθηση του Σαμιακού Ζητήματος ο Λυκούργος κλήθηκε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ατολμία της ελληνικής κυβέρνησης, την αδιαλλαξία των Μεγάλεων Δυνάμεων, τον ορατό κίνδυνο μίας στρατιωτικής επέμβασης των Οθωμανών αλλά και μία ογκούμενη αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του.

Η πόλωση έλαβε πολύ νωρίς ακραίες διαστάσεις και συναρτήθηκε με διπλωματικές αποτυχίες (πβ. Σαμιακή Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη το 1831). Οι τολμηροί διπλωματικοί χειρισμοί, στους οποίους κατέφυγε το Διευθυτήριο, προκειμένου να υπάρξει ένας έντιμος συμβιβασμός στο Ζήτημα, αποτιμώνταν με καχυποψία. Ακόμη περισσότερο, κρινόταν ότι απομάκραιναν στην πραγματικότητα τη Σάμο από την ποθούμενη και επισήμως διακηρυγμένη ενωτική λύση, η οποία προβαλλόταν προς τα έξω ως ενιαία και αρραγής διπλωματική γραμμή, ανεξαρτήτως των σοβαρότατων διαφωνιών ή αντιρρήσεων που υπήρχαν στο εσωτερικό. Μάλιστα, σε κάποια περιβάλλοντα εδραιωνόταν η πεποίθηση ότι ο Διευθυντής ασκούσε μυστική διπλωματία με ιδιοτελή κίνητρα.

Κοντολογίς, η συμβιβαστική πολιτική λύση της «μέσης οδού», που εκείνος προωθούσε, εκλαμβανόταν από τους εσωτερικούς του αντιπάλους και ένα τμήμα του αμφιρρεπούς κοινωνικού σώματος ως αποδοχή του όρου της υποταγής στους Οθωμανούς με αντάλλαγμα την προσωπική του εδραίωση και διατήρηση στην τοπική εξουσία ως ηγεμόνας μίας φόρου υποτελούς ημιαυτόνομης Σάμου υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου.

Στη διάρκεια αυτής της τετραετίας, κατά την οποία η Σάμος αντιπαλεύει με τα ιστορικά τετελεσμένα των ευρωπαϊκών Συνθηκών και Πρωτοκόλλων, ο Λυκούργος καθιστά εκούσια και βαθμιαία τον σαμιακό λαό όχι απλά συνδιαμορφωτή και συνυπεύθυνο της εξωτερικής πολιτικής της πατρίδας του αλλά πρωταγωνιστή των τελικών αποφάσεων ή κινήσεων στις οποίες προβαίνει ή πρόκειται να προβεί.

Μετά τη βίαιη επέμβαση των οθωμανικών στρατευμάτων στη Σάμο με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων ο Λυκούργος εγκαταλείπει το Διοικητήριο (10/22 Μαΐου 1834) και  αναχωρεί οριστικά από τη Σάμο (Ιούνιος). Δυο μήνες αργότερα (22 Αυγούστου) επιβάλλεται το ηγεμονικό καθεστώς και η Σάμος καθίσταται αυτόνομη Ηγεμονία φόρου υποτελής στον σουλτάνο με διορισμένο χριστιανό πρίγκιπα-ηγεμόνα. Ο δε Λογοθέτης Λυκούργος μαζί με άλλους Καρμανιόλους κρίνεται «απόβλητος και απαράδεκτος εις την Πατρίδα» από την πρώτη Γενική Συνέλευση του  νέου καθεστώτος.

Μετά από διετή παραμονή στην Τήνο έρχεται στο Ναύπλιο και, εν συνεχεία, εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα. Εισέρχεται στο οθωνικό περιβάλλον και τιμάται από το Ελληνικό Βασίλειο για την προσφορά του στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Το 1836 λαμβάνει  τον στρατιωτικό βαθμό του συνταγματάρχη στη Βασιλική Φάλαγγα και το 1837 διορίζεται Σύμβουλος της Επικρατείας. Στις 15 Νοεμβρίου 1843 ορκίζεται μαζί με τον Σταμάτη Γεωργιάδη πληρεξούσιος Σάμου στην Εθνοσυνέλευση του 1843-1844 και στις 27 Νοεμβρίου είναι υποψήφιος στην αναθεωρητική ψηφοφορία της ΙΔ΄ συνεδρίασης για την ανάδειξη της επιτροπής σύνταξης  Συντάγματος. Στις 16 Ιουνίου 1844 διορίζεται γερουσιαστής και το 1847 προβιβάζεται υποστράτηγος της Βασιλικής Φάλαγγας. Πέθανε «εξ αποστεώσεως των βαλβίδων της καρδίας» 22 Μαΐου/2 Ιουνίου 1850.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μητρώο Βουλευτών 1822-1935, ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων, ανάκτηση 16-3-2013.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Επ.Σταματιάδης, Σαμιακά ήτοι ιστορία της νήσου Σάμου από των παναρχαίων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς,  τ. 2, Εν Σάμω 1881.
  • Ν. Σταματιάδης, Σαμιακά ήτοι Ανέλιξις της νεωτέρας Ιστορίας της Σάμου δι΄ επισήμων εγγράφων, ων προτάσσονται αι βιογραφίαι των Λογοθέτου Λυκούργου και Κωνσταντίνου Λαχανά, εν Σάμω εκ του Ηγεμονικού τυπογραφείου, τ. 1(1899) και 2(1900).
  • Γ. Ζαφείρης, Λογοθέτης Λυκούργος. Ο Μεγάλος του 1821, Αθήνα 1977.
  • Γ. Λαμπρινός, Μορφές του Εικοσιένα, Καστανιώτης, Αθήνα 20026
  • Αλ. Σεβαστάκης, Σαμιακή Πολιτεία 1830-1834, Λογοθέτης Λυκούργος, Αθήνα 1985.
  • Αλ. Σεβαστάκης,Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο, 1805-1812, με ανέκδοτα έγγραφα, Αθήνα 1996.
  • Μ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκράτης ηγέτης κατά την Επανάσταση του ΄21. Ο Γ. Λογοθέτης Λυκούργος της Σάμου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2014.
  • Κωνσταντίνος Π. Μπέλσης, Από την οθωμανική νομιμότητα στο εθνικό κράτος. Το «άτομο» στο επίκεντρο της Ιστορίας. Λυκούργος Λογοθέτης (1772-1850)'', Παπαζήσης, Αθήνα 2014 (διδ. διατριβή-πολιτική βιογραφία)