Αυτό είναι ένα προβεβλημένο λήμμα. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες ακολουθώντας αυτό τον σύνδεσμο.

Ανδρέας Μιαούλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανδρέας Μιαούλης - Βώκος
Miaoulis.jpg
Ανδρέας Μιαούλης
Σχέδιο του Karl Krazeisen, 1827
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 20 Μαΐου 1769
Ύδρα
Θάνατος 11 Ιουνίου 1835
Πειραιάς
Εθνικότητα Έλληνας
Ανδρέας Μιαούλης. Εγχρωμη λιθογραφία. Τζιοβάνι Μπόγκι.

Ο Ανδρέας Μιαούλης - Βώκος (Ύδρα 20 Μαΐου 176911 Ιουνίου 1835 Πειραιάς) ήταν Έλληνας καραβοκύρης, δηλαδή πλοιοκτήτης, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821, ως διοικητής ναύαρχος του ελληνικού στόλου, αλλά και στη μετέπειτα πολιτική ζωή του τόπου, με αποκορύφωμα την ανταρσία της Ύδρας κατά του Καποδίστρια, που είχε ως αποτέλεσμα την πυρπόληση του εθνικού στόλου στον Πόρο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμήθηκε πλείστες φορές από το οθωνικό καθεστώς, ενώ συμπεριλήφθηκε και στην τριμελή επιτροπή που προσέφερε το στέμμα στον νεαρό τότε Όθωνα. Υπήρξε ο γενάρχης της οικογένειας των Μιαούληδων και γιος του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αθανάσιος Μιαούλης.

Η προσφορά του τιμάται κάθε χρόνο στα Μιαούλεια, φεστιβάλ το οποίο είναι αφιερωμένο στη στρατιωτική δράση του Ανδρέα Μιαούλη κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων (1821-1827).

Πρώιμα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στην Ύδρα[i] και το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βώκος[ii]. Ήταν το δεύτερο παιδί του Υδραίου πλοιοκτήτη και κοτζαμπάση Δημήτριου Βώκου, γόνου αρχοντικής Υδραίικης οικογένειας, η οποία προερχόταν από τα Φύλλα, κοντά στη Χαλκίδα και ήταν εγκαταστημένη στην Ύδρα από το 1668. Οι Βώκοι εξαιτίας διαμάχης με τον Τούρκο Γκεζαΐρ Πασά, γνωστό και ως Χαζναντράραγα, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν αρχικά στη Δοκό και στη συνέχεια στην ημιαυτόνομη Ύδρα.[1] Η μητέρα του λεγόταν Ανδριανή και ήταν χήρα του Ανδρέα Βόχα ή Βοχαΐτου.

Ο πατέρας του προσπάθησε ανεπιτυχώς να του μάθει γράμματα˙ ο νεαρός τότε Ανδρέας στράφηκε στη ναυτιλία, στην οποία είχε δείξει ιδιαίτερη κλίση από τα εφηβικά του χρόνια. Σε ηλικία μόλις 16 ετών και παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του έγινε πλοίαρχος στο οικογενειακό πλοίο. Ανέλαβε να παραδώσει σιτάρι στη Νίκαια , παραλιακή πόλη της Γαλλίας. Το κέρδος ήταν τεράστιο για την εποχή. Αμέσως μετά πούλησε το πλοίο της οικογένειας και αγόρασε από έναν Οθωμανό της Χίου το εμπορικό πλοίο Μιαούλ. Από τότε εμφανίζεται με το επώνυμο Μιαούλης.

Στη συνέχεια, και αφού η περιουσία του συνεχώς αυξανόταν, ανέθεσε στον Υδραίο ναυπηγό Μαστρογεώργη την κατασκευή ενός νέου μεγάλου εμπορικού πλοίου. Η χωρητικότητα του νέου αυτού πλοίου ήταν 498 τόνοι, ήταν εφοδιασμένο με 22 κανόνια ενώ το πλήρωμα υπερέβαινε τα 100 άτομα. Με το ξέσπασμα του Αγγλογαλλικού πολέμου ο Ανδρέας Μιαούλης απέκτησε τεράστια περιουσία διασπώντας τους αγγλικούς αποκλεισμούς. Σε ένα ταξίδι όμως, περίπου το 1802, κοντά στο Κάδιξ συνελήφθη το πλοίο του από περιπολικό και ρυμουλκήθηκε στη ναυαρχίδα του Άγγλου ναύαρχου Νέλσωνα. Ο Ναύαρχος, ύστερα από την ειλικρινή ομολογία του και θαυμάζοντας τη τόλμη του τον άφησε ελεύθερο.[iii] Μάλιστα έχει διασωθεί κατά τη ναυτική παράδοση η ακόλουθη στιχομυθία μεταξύ ναυάρχου Νέλσωνα και Μιαούλη που πιθανώς έγινε στην ισπανική γλώσσα, την οποία μιλούσε ο Μιαούλης:[2]

-Είσαι Έλληνας;
-Μάλιστα Ναύαρχε!
-Το ξέρεις πως σ' αυτά τα μέρη εφαρμόζω αποκλεισμό;
-Το γνωρίζω πολύ καλά κύριε ναύαρχε!
-Και τότε γιατί τον παραβιάζεις;
-Για το συμφέρον μου ναύαρχε!
-Αν ήμουν εγώ στη θέση σου και εσύ στη δική μου τι θα έκανες;
-Θα σε κρεμούσα απ' το λαιμό, στο πινό της μαΐστραςς, Ναύαρχέ μου! (=σημείο ανακρέμασης άγκυρας)

Είχε όμως την ατυχία λίγους μήνες αργότερα το πλοίο του να χτυπήσει σε ύφαλο κοντά στο Γιβραλτάρ και να βουλιάξει. Ύστερα από αυτό αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γένοβα και να ναυπηγήσει νέο πλοίο, χωρητικότητας 400 τόνων και αξίας 160.000 πιάστρων, ποσό που του στέρησε την πρωτιά μεταξύ των Υδραίων πλοιοκτητών. Ο ιστορικός Yemeniz αναφέρει ότι σε ένα από τα πρώτα του ταξίδια είχε συλληφθεί από Μαλτέζους πειρατές, οι οποίοι αρχικά είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν, στη συνέχεια όμως τους έπεισε να τον πάνε στην Πελοπόννησο για να τους δώσει ένα χρηματικό ποσό με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Τελικά το πειρατικό, αφού αποβίβασε τον Μιαούλη και έξι πειρατές σε κάποιο χωριό αναγκάστηκε να αποχωρήσει, αφήνοντάς τον ελεύθερο, λόγω της εμφάνισης τουρκικού πλοίου.

Ο Μιαούλης λόγω της γενναιότητας του αλλά και της ισχυρογνωμοσύνης του είχε εμπλακεί σε πολλές διαμάχες. Η πιο διάσημη ήταν αυτή με ένα γαλλικό πλοίο λίγο έξω από τις ακτές της Ιταλίας. Η ναυμαχία διήρκεσε τρεις ολόκληρες μέρες και τελικά είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του γαλλικού πλοίου.[3]

Το 1807 αναγκάστηκε να διαμείνει στην Αθήνα για θεραπεία λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και του υπερβολικού καπνίσματος. Από τότε σταμάτησε να πίνει και να καπνίζει. Το ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στην εμφύλια διαμάχη που παραλίγο να ξεσπάσει στην Ύδρα. Αιτία ήταν η πρόσκληση των Ρώσων στους Υδραίους να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων, κάτι που μεγάλη μερίδα των κοτζαμπάσηδων και των πλοιοκτητών αποστρεφόταν. Ο Γεώργιος Βούλγαρης, διοικητής του νησιού, κατέφυγε στην Αθήνα και έδωσε εντολή στον Μιαούλη να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα και να ανακαταλάβει την εξουσία. Ο Μιαούλης, όντας άνθρωπος με επιρροή, κατάφερε μυστικά να συγκεντρώσει Υδραίους στρατιώτες και να παραδώσει πάλι την εξουσία στον Βούλγαρη.[4]

Μετά την πτώση του Ναπολέοντα ο Μιαούλης από το 1816 έπαψε να ταξιδεύει και αποσύρθηκε στην Ύδρα όπου και ασχολήθηκε με το εμπόριο παραδίδοντας ουσιαστικά τη ναυτιλιακή επιχείρηση στον γιό του, Δημήτριο. Παράλληλα τα πλοία του ταξίδευαν στις Ευρωπαϊκές ακτές.[1]

Συμμετοχή στην επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ανδρέας Μιαούλης στο πλοίο "Κως"
Peter von Hess, 1824
Η υποδοχή του Μιαούλη στην Υδρα. Λάδι. Αιμίλιος Προσαλέντης.

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αντίθετος με την εθνική εξέγερση γιατί πίστευε ότι οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα επαρκώς προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν τον τούρκικο στρατό. Ήταν απολύτως λογικό να φοβάται λοιπόν μια επικείμενη επανάσταση αφού μια ενδεχόμενη αποτυχία θα έπληττε τα συμφέροντα της Ύδρας, η οποία ήταν ημιαυτόνομη, πλην όμως είδε με ευχαρίστηση την εκλογή του γιου του στη θέση του μοίραρχου - αρχηγού των υδραίικων πλοίων.

Σημασία έχει ότι στις 27 Μαρτίου του 1821 ο Αντώνιος Οικονόμου ξεσήκωσε τους Υδραίους, κήρυξε την επανάσταση στο νησί και ουσιαστικά ανάγκασε κάτω από την πίεση του λαού τους κοτζαμπάσηδες, μεταξύ αυτών και τον Μιαούλη, να συμμετάσχουν στον απελευθερωτικό αγώνα. Την επόμενη μέρα ο Μιαούλης προσέφερε υπέρ της ανεξαρτησίας 3.625 σπανικά τάλιρα ενώ στις 31 Μαρτίου υπέγραψε ως Αντώνη Βοκού την εκλογή του Οικονόμου ως διοικητή του νησιού. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη αποσύρθηκε στην οικία του και απλά παρακολουθούσε τα γεγονότα. Σύμφωνα με τους ιστορικούς δεν φαίνεται να ενεπλάκη καθόλου στη δολοφονία του Οικονόμου ενώ τον πρώτο χρόνο δεν πήρε μέρος σε καμία ναυμαχία σε αντίθεση με τον γιο του, Δημήτριο Μιαούλη (1794-1836), ο οποίος ήταν πλοίαρχος και συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες στον Κορινθιακό κόλπο, στις Σπέτσες κ.λπ.[5]

Στις 20 Ιουλίου του 1821 ο Μιαούλης μαζί με τους Φραγκίσκο Βούλγαρη, Μανώλη Τομπάζη και Γεώργιο Κιβώτο έθεσαν με έγγραφο τους τα πλοία τους και τους εαυτούς τους στη διάθεση της πατρίδας.[6] Μέχρι τα τέλη Αυγούστου ο Μιαούλης απλώς προστάτευε τα ευρωπαϊκά πλοία και παρατηρούσε τις κινήσεις των τουρκικών. Στις 19 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε επικεφαλής 21 Υδραϊκών πλοίων να συναντηθεί με 9 Σπετσιώτικα για να κατευθυνθούν όλα μαζί στο Νιόκαστρο. Πράγματι στις 28 Σεπτεμβρίου έφτασαν και δύο μέρες αργότερα συγκρούστηκαν με τον τουρκικό στόλο. Όμως ο ελληνικός στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει αφού τα τουρκικά πλοία ήταν καλύτερα ενώ παράλληλα είχαν την υποστήριξη της Αγγλίας, η οποία τα τροφοδοτούσε από τα Ιόνια νησιά. Μετά από αυτή τη ναυμαχία επέστρεψε στις 10 Οκτωβρίου στην Ύδρα.

Τον Ιανουάριο του 1822 εκλέχθηκε, μετά την παραίτηση του Ιάκωβου Τομπάζη, ναύαρχος του στόλου της Ύδρας. Στις 8 Φεβρουαρίου, ως ναύαρχος πια, ξεκίνησε για τη Ζάκυνθο. Εκεί συναντήθηκε με τα Ψαριανά και τα Σπετσιώτικα και στις 20 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η ναυμαχία των Πατρών, όπου ο τουρκικός στόλος ηττήθηκε και αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Η ιδέα της ναυμαχίας ανήκε στον Μιαούλη και σύμφωνα με τον ιστορικό Διονύσιο Κόκκινο η νίκη ήταν δικό του επίτευγμα. Σημειώνει επίσης ότι από τότε αναγνωρίστηκε από όλους ως αρχηγός του ελληνικού στόλου.[7]

Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, και αφού είχε λάβει μέρος σε μερικές αψιμαχίες στη Χίο, βρέθηκε στο Ναύπλιο. Εκεί αντιμετώπισε με επιτυχία το στόλο του Καπιτάν πασά που αριθμούσε πάνω από 80 πλοία, σε αντίθεση με τον ελληνικό που είχε μόλις 60. Ο Μιαούλης σε συνεργασία και με τους άλλους πλοιάρχους, και κυρίως με τον Υδραίο Αντώνη Κριεζή, κατάφερε να τρέψει σε φυγή τον τουρκικό στόλο και να εμποδίσει τον ανεφοδιασμό του τουρκικού φρουρίου του Ναυπλίου, το οποίο πολιορκούνταν από τους Έλληνες. Στις 30 Σεπτεμβρίου ο Στάικος Σταϊκόπουλος κατέλαβε το κάστρο του Ναυπλίου και ο Μιαούλης παρέλαβε τον τουρκικό πληθυσμό για να τον μεταφέρει στη Μικρά Ασία, απ' όπου επέστρεψε τον Ιανουάριο του 1823.

Το ακρόπρωρο του πλοίου Άρης του Μιαούλη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα

Στις 11 Ιανουαρίου ανακηρύχτηκε αρχηγός των Υδραίων με τη σύμφωνη γνώμη προκρίτων και λαού. Στη συνέχεια απέπλευσε για τη Σαμοθράκη, όπου απλώς παρακολουθούσε τις κινήσεις του τουρκικού στόλου. Επιστρέφοντας, τα πλοία του δέχθηκαν επίθεση στο Άγιο Όρος ενώ στις 20 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε ναυμαχία στη Σκιάθο. Εκεί ο ελληνικός στόλος αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή προκαλώντας όμως στον εχθρικό στόλο μεγάλες ζημιές. Στις 4 Ιουλίου του 1824 ο Μιαούλης έσπευσε καθυστερημένα στα Ψαρά, όπου βρήκε μια μικρή μοίρα του τούρκικου στόλου, την οποία και κατέστρεψε. Στις 24 Αυγούστου του 1824 ενεπλάκη με τον ενωμένο Τουρκοαιγυπτιακό στόλο, τον οποίο παρέσυρε στον κόλπο του Γέροντα. Στις 29 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η Ναυμαχία του Γέροντα, στην οποία ο εχθρικός στόλος έχασε 27 πολεμικά πλοία. Ο Μιαούλης επιτέθηκε στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, ο οποίος αριθμούσε 101 πλοία και 50.000 ναύτες, και τον ανάγκασε να υποχωρήσει, αποτρέποντας έτσι τους Τούρκους από το να αποβιβαστούν στη Σάμο. Επί 20 ημέρες ο ελληνικός στόλος παρενοχλούσε τον εχθρικό με αποτέλεσμα ο τουρκικός να αποχωρήσει για τον Ελλήσποντο και ο Αιγυπτιακός να καθυστερήσει να αποβιβάσει στρατιωτικά σώματα στην Πελοπόννησο.[8]

Τους επόμενους μήνες πραγματοποιήθηκαν διάφορες ναυμαχίες ήσσονος σημασίας κοντά στη Χίο, στην Ικαρία κ.α. Την 1η Νοεμβρίου του 1824 ο ελληνικός στόλος επιτέθηκε στον Αιγυπτιακό κοντά στην Κρήτη. Η σφοδρότητα της μάχης ήταν μεγάλη και ο Αιγυπτιακός στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει έχοντας τεράστιες απώλειες. Ο Παναγιώτης Ι. Καρατζάς γράφει από την Πίζα στον Μιαούλη για την επιτυχία του: «Μόνος ο Μιαούλης είναι ο μη θαυμάζων τον Μιαούλην».[9]

Τους πρώτους μήνες του 1825 ο Μιαούλης βρισκόταν μεταξύ Πελοποννήσου και Κρήτης ανήμπορος να εμποδίσει την απόβαση στρατιωτικών σωμάτων από τον Αιγυπτιακό στόλο. Στις 2 Απριλίου βρέθηκε στο Ναυαρίνο ενώ λίγες μέρες αργότερα ο ελληνικός στρατός κατατροπώθηκε στη Σφακτηρία εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού στόλου να τον ενισχύσει. Τις επόμενες μέρες όμως ο ελληνικός στόλος υπό τον Μιαούλη αιφνιδίασε τον Αιγυπτιακό στη Μεθώνη. Οι καταστροφές που προκάλεσε ήταν μεγάλες και καθυστέρησαν αρκετά τον Ιμπραήμ. Η σημασία της νίκης ήταν τεράστια για τους Έλληνες αφού ανυψώθηκε το ηθικό τους και παράλληλα κέρδισαν χρόνο για να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ.

Στις 31 Μαΐου συγκρούστηκε με τον τουρκικό στόλο στη Σούδα και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την Ύδρα. Στις 14 και 25 Νοεμβρίου συναντήθηκε με τον τουρκικό στόλο στη Γλαρέντζα και στο Μεσολόγγι αντίστοιχα, στον οποίο προκάλεσε μεγάλες καταστροφές. Στην πρώτη σύγκρουση φονεύθηκε και ο καπετάνιος Θεόδωρος Βώκος.

Σημαντική ήταν και η προσφορά του στην ενίσχυση της άμυνας του Μεσολογγίου. Ο Μιαούλης κατά την πρώτη πολιορκία κατάφερνε συνεχώς να διασπά τον ναυτικό αποκλεισμό. Τον Ιανουάριο του 1826 βρέθηκε στην πόλη την οποία και ανεφοδίασε. Η εντύπωση τότε που σχημάτισε ήταν θλιβερή. Σε γράμμα προς την κυβέρνηση ανέφερε ότι το Μεσολόγγι δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολύ καιρό ακόμα. Λόγω έλλειψης τροφίμων αναγκάστηκε να φύγει αλλά επανήλθε στις 25 Μαρτίου του ίδιου χρόνου. Στις 5 Απριλίου σε γράμμα του προς τους προκρίτους της Ύδρας αναφέρει: «Λογαριάσετε ως χαμένον το Μεσολόγγι». Πράγματι τα λόγια του επαληθεύθηκαν πέντε μέρες αργότερα οπότε και πραγματοποιήθηκε η ηρωική έξοδος. Μετά την καταστροφή του Μεσολογγίου ο Μιαούλης αναχώρησε για το Αιγαίο, όπου στις 28-30 Αυγούστου, κοντά στη Μυτιλήνη συγκρούστηκε με τον τουρκικό στόλο. Στη συγκεκριμένη ναυμαχία και οι δύο πλευρές είχαν μεγάλες απώλειες.

Από πολιτικής πλευράς ο Μιούλης υποστήριζε ανοιχτά από το 1825 την Αγγλία. Ήταν ο πρώτος, μαζί με τον Κολοκοτρώνη, που υπέγραψε την αίτηση αγγλικής προστασίας, την οποία στη συνέχεια υπέγραψαν όλοι οι Έλληνες ηγέτες.[10] Σύμφωνα με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη ο Μιαούλης αναφερόταν μέσα στο έγγραφο «ως πρόεδρος της θαλάσσης».[11] Η αγγλική επιρροή, συγκεκριμένα αυτή του Μαυροκορδάτου, θα ενισχύσει τους Υδραίους στην αντιπολίτευσή τους κατά του Καποδίστρια και θα οδηγήσει στην ανταρσία της Ύδρας. Ενδεικτικό της σχέσης του με το αγγλικό κόμμα είναι ότι την επιστολή της κυβέρνησης προς τον Άγγλο υπουργό εξωτερικών ανέλαβε να την παραδώσει ο Δημήτριος Μιαούλης. Σε τοπικό επίπεδο ο Μιαούλης είχε εναντιωθεί στην οικογένεια Κουντουριώτη. Η κόντρα μεταξύ των δύο οικογενειών ανάγκασε τον πρώτο στις 22 Νοεμβρίου του 1826 να εγκαταλείψει την Ύδρα ενώ παράλληλα το σπίτι του δεχόταν επίθεση από τον λαό, ο οποίος είχε υποκινηθεί από τους Κουντουριώτηδες.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης διαδραματίζονταν σε παρασκηνιακό επίπεδο διπλωματικά παιχνίδια εις βάρος της Ελλάδας αλλά και εις βάρος διαφόρων αγωνιστών. Ένα από αυτά είχε σχέση και με τον διορισμό του Κόχραν στη θέση του αντιναυάρχου του ελληνικού στόλου. Η Αγγλία εκβιάζοντας την ελληνική κυβέρνηση για το θέμα του δανείου, την ανάγκασε να διορίσει τον Κόχραν αντιναύαρχο του ελληνικού στόλου, διορισμός που επικυρώθηκε στις 16 Μαρτίου του 1827 από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Ο Κόχραν ήδη από τις αρχές Μαρτίου είχε φθάσει στην Ελλάδα ως αρχηγός του στόλου με αποτέλεσμα ο Μιαούλης, προβλέποντας την απομάκρυνση του, να υποβάλλει την παραίτησή του χωρίς όμως να αφήσει τον παραμικρό υπαινιγμό για την πράξη της κυβέρνησης. Μετά την παραίτηση του περιορίστηκε στη διοίκηση του πολεμικού πλοίου Ελλάς.[12]

Έλευση Καποδίστρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ανδρέας Μιαούλης
Ελαιογραφία, Εθνικό ιστορικό μουσείο

Με τον ερχομό του Καποδίστρια, ο Μιαούλης αντικατέστησε τον Κόχραν, ο οποίος είχε φύγει κρυφά για το Λονδίνο. Η κύρια αποστολή που του ανατέθηκε ήταν η πάταξη της πειρατείας, η οποία βασάνιζε την ελληνική κυβέρνηση αφού η Ελλάδα γι' αυτό το θέμα γινόταν συχνά στόχος των εφημερίδων στο εξωτερικό. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες κατάφερε να καταστήσει ασφαλή τα ελληνικά χωρικά ύδατα πατάσσοντας την πειρατεία.

Αρχικά ο Μιαούλης κατάφερε να πείσει τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου να σταματήσουν την πειρατεία και να υπακούσουν στην ανώτατη αρχή. Στη συνέχεια, αφού συνέλαβε μερικά πειρατικά, αναχώρησε για τη Χίο με σκοπό να βοηθήσει στην υπεράσπισή της. Τον Ιανουάριο του 1828 φτάνει στη Χίο όπου η κατάσταση είναι τραγική. Οι στρατιώτες λιποτακτούν ενώ ο τουρκικός στρατός ενισχύεται ακόμα περισσότερο. Λόγω του περιορισμένου αριθμού πολεμικών που είχε υπό τη διοίκηση του δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο. Τελικά στις 5 Μαρτίου ο Φαβιέρος και οι στρατιώτες του επιβιβάστηκαν στο πλοίο του Μιαούλη και μεταφέρθηκαν στα Ψαρά και στη Σύρο.

Στα τέλη Μαΐου ο ελληνικός στόλος υπό τον Μιαούλη συγκρούστηκε στη Μυτιλήνη με τον τουρκικό. Ο τουρκικός στόλος νικήθηκε και τράπηκε σε φυγή αφήνοντας αφύλαχτα μερικά τουρκικά εμπορικά πλοία, τα οποία και μεταφέρθηκαν στην Αίγινα. Η νίκη όμως αυτή ήταν σημαντική γιατί έτσι αποτράπηκε η απόβαση 8.000 Τούρκων στρατιωτών στη Σάμο. Ύστερα και από αυτή τη νίκη ο Καποδίστριας για να τον τιμήσει όρισε να του δοθούν 2.000 γρόσια για να καλύψει τις τυχόν ανάγκες του. Τον Ιανουάριο του 1829 συνάντησε τον Γάλλο στρατηγό Μαιζόν για να του επιδώσει ευχαριστήρια επιστολή. Τον Μάρτιο απέπλευσε για τη Ναύπακτο και το Μεσολόγγι αποκλείοντάς τα. Μετά από λίγες μέρες και τα δύο φρούρια παραδόθηκαν με συνθήκη. Ο Μιαούλης φρόντισε να τηρηθεί η συνθήκη και όλοι οι Τούρκοι να φτάσουν ασφαλείς στις Τουρκικές ακτές.[13]

Στις 14 Αυγούστου εκλέχθηκε γερουσιαστής πρώτου τμήματος, θέση όμως από την οποία παραιτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου. Από τότε ουσιαστικά ξεκινάει η κόντρα μεταξύ των δύο ανδρών αφού ο Μιαούλης περνάει στην αντιπολίτευση διαμαρτυρόμενος για την πολιτική του κυβερνήτη απέναντι στους Υδραίους πλοιοκτήτες. Στις 18 Μαρτίου του 1830 παραχωρήθηκε στον Δημήτριο Μιαούλη, ύστερα από απαίτηση του Ανδρέα και παρέμβαση του Καποδίστρια, εθνική γη στη Γλυκεία του Ναυπλίου.[14]

Η ανταρσία της Ύδρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσπάθεια του Καποδίστρια να παραγκωνίσει από τις θέσεις εξουσίας προσωπικότητες της επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία χάσματος μεταξύ των μεγάλων πολιτικών οικογενειών και του Καποδίστρια. Στις μεταρρυθμίσεις και στον τρόπο διακυβέρνησης του κράτους αντιτάχθηκαν κυρίως οι οικογένειες των Μαυρομιχαλέων και των Κουντουριωτέων καθώς και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έχοντας την ηθική συμπαράσταση του Κοραή.[15] Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αρχηγός της οικογένειας των Μαυρομιχαλέων, αντιπροσώπευε τη γαλλική παράταξη ενώ ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Λάζαρος Κουντουριώτης την αγγλική. Και οι δύο όμως παρατάξεις συνεργάστηκαν προκειμένου να διώξουν τον Ρωσόφιλο, όπως τον χαρακτήριζαν, Ιωάννη Καποδίστρια.[16]

Γρήγορα λοιπόν η Μάνη, προπύργιο της οικογενείας Μαυρομιχάλη, και η Ύδρα, προπύργιο της οικογένειας Κουντουριώτη, εξελίχτηκαν σε αντικαποδιστριακά κέντρα. Στην Ύδρα και στη Μάνη οι πρόκριτοι ξεκίνησαν τις επαφές και με προκρίτους άλλων περιοχών για την προετοιμασία εξέγερσης. Ο Μιαούλης παρόλο που είχε ευεργετηθεί από τον Καποδίστρια, προσχώρησε στην ομάδα των Υδραίων προκρίτων.

Στα μέσα Ιουλίου του 1831 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης υποκίνησε εξέγερση στη Μάνη αναγκάζοντας τον Καποδίστρια να στείλει στρατιωτικά σώματα για να την καταστείλει. Τη 14η Ιουλίου οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας.[17] Η φρουρά του νησιού στάθηκε ανίκανη να τους αντιμετωπίσει, αφού στήριξη από το ναυτικό δεν υπήρξε.

Ο Μιαούλης μαζί με τον Μαυροκορδάτο προσπάθησαν να πείσουν τον Κωνσταντίνο Κανάρη να συνταχθεί μαζί τους χωρίς όμως επιτυχία. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Ο Μιαούλης στις συναντήσεις αυτές, ως διοικητής του ναύσταθμου του Πόρου πια, είχε βαρύνουσα γνώμη. Ήταν όμως ανέφικτος πια κάθε συμβιβασμός. Σύμφωνα με τον Γάλλο πλοίαρχο Vaillant που βρισκόταν εκείνη την εποχή στον Πόρο, σε κατ' ιδίαν συνάντηση του με τον Μιαούλη ο δεύτερος αποκάλεσε τον Καποδίστρια, Ρώσο και τύραννο.[18]

Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι οι Αγγλικοί, Γαλλικοί και Ρωσικοί στόλοι είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα ήταν υπο την αρχηγία του Κανάρη, που δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες.

Η πρύμη και η πλώρη της λέμβου της Ελλάς, που χρησιμοποίησε ο Μιαούλης για να διαφύγει μετά την πυρπόληση του στόλου. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις,[19] ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο[20] και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα».[21] Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα».

Με εγκύκλιο του ο Καποδίστριας πληροφορεί τον ελληνικό λαό για τα γεγονότα στον Πόρο ενώ ο Κωνσταντίνος Κανάρης ανέφερε σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια: «Εν Πόρω 1 Αυγούστου 10 1/2 ώρας προς μεσημβρίας. Ο Μιαούλης παρέδωκεν εις τας φλόγας την Ελλάδα και την κορβέτταν η Ύδρα. Είθε παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαροτάτης εις αιώνιον ανάθεμα! Τα στρατεύματα κατέλαβον την πόλιν, το φρούριον και τα διασωθέντα ατμοκίνητα. Ευρέθησαν δε εις τ'ατμοκίνητα αυτά εις τον ναύσταθμον και εις τας αποθήκας φιτύλια εις τα υπονόμους, αι οποία έμελλον να αποκαταστήσουν τον Πόρον σωρόν ερειπίων και φαίνεται ότι ολίγον έλειψεν ώστε να τελειώσουν ο Μιαούλης και οι συναίτιοι του τοιαύτην πράξιν καταστροφής και ερημώσεως».[22]

Η πράξη του Μιαούλη ξεσήκωσε την γενική κατακραυγή όλων των σημαινουσών προσωπικοτήτων, εκτός βέβαια από αυτών της Μάνης και της Ύδρας. Το αν ο Μιαούλης έγινε όργανο του Μαυροκορδάτου δεν εξακριβώθηκε ακόμα [iv], χωρίς εν πάση περιπτώσει να δικαιολογείται η πράξη της πυρπόλησης του στόλου[vi]. Ο Κωνσταντίνος Κούμας θα σημειώσει: «Αγαθέ ποτέ Μιαούλη κοσμοπεριβόητε δια τας κατά των εχθρών ανδραγαθίας σου πως έστερξας να γείνης όργανον αδικίας ανηκούστου και να περικαλύψης με όνειδος την μέχρι τούδε με κλέος στεφανωμένην κεφαλήν σου;».[23] Σίγουρη είναι πάντως η μεταμέλεια του Μιαούλη αφού σύμφωνα με τον Νικόλαο Δραγούμη, ο Μιαούλης είχε πει στον Σπυρίδωνα Τρικούπη το 1833: «Αν σε είχα σιμά μου εις τον Πόρον να με συμβουλεύσης οταν αποφάσισα να καύσω την φρεγάτα δεν θα την έκαια».[24]

Στις 13 Αυγούστου παραπέμφθηκαν σε δίκη, αν και δεν είχαν συλληφθεί, ενώ στις 14 Αυγούστου ο Καποδίστριας τους διεμήνυσε ότι σε περίπτωση που σταματήσουν τις εχθρικές τους ενέργειες προς την κυβέρνηση, «η κυβέρνησις είναι έτοιμη να λησμονήση τα παρελθόντα προς χάριν αυτών». Τελικά όλα έληξαν με τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831.

Τελευταία χρόνια και προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αριστείο Αγώνα απονεμημένο από τον Όθωνα και το ρολόι του Μιαούλη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.
Λήκυθος με την καρδιά του Μιαούλη.Ιστορικό μουσείο Ύδρας.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Μιαούλης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Τον Μάϊο του 1832 αρνήθηκε τη θέση του στολάρχου του ελληνικού στόλου, χωρίς ουσιαστικά να δικαιολογεί πειστικά την απόφαση του. Μερικοί ιστορικοί θεωρούν ότι η άρνηση του να αναλάβει στόλαρχος ήταν συνέπεια των τύψεων που τον βασάνιζαν για την πυρπόληση του στόλου και ότι δεν οφειλόταν στο αίσθημα της μετριοφροσύνης.[25]

Τον Οκτώβριο του 1832, επιλέχθηκε από τη Βαυαρική αυλή ως ένας από τους τρεις Έλληνες που θα παρέδιδαν το στέμμα και το σχετικό ψήφισμα στον νεαρό τότε Όθωνα.[v] Η τριμελής επιτροπή αποτελείτο από τους Δημήτριο Πλαπούτα, Κωνσταντίνο Μπότσαρη και Ανδρέα Μιαούλη. Το 1833 με βασιλικό διάταγμα διορίστηκε αρχηγός του ναυτικού διευθυντηρίου και πρόεδρος της επιτροπής απόδοσης τιμών σε ήρωες του ναυτικού της επανάστασης, του παραχωρήθηκε τιμητική σύνταξη και εθνική γή, περιλήφθηκε στους ναυτικούς ανωτέρας τάξης, τιμήθηκε με βασιλικό παράσημο και τέλος δόθηκε το όνομα του σε πολεμικό πλοίο. Με νέο βασιλικό διάταγμα του 1835 διορίστηκε γενικός επιθεωρητής του στόλου και σύμβουλος επικρατείας ενώ προβιβάσθηκε και σε αντιναύαρχο.

Ανδριάντας του στην Ύδρα.

Απεβίωσε, λόγω της φυματίωσης που τον ταλαιπωρούσε μέρες, το απόγευμα της Κυριακής της 11ης Ιουνίου του 1835 στην οδό Αιόλου 9, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στον Πειραιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει, ο Όθωνας τον είχε επισκεφθεί δύο φορές και μάλιστα την πρώτη του είχε επιδώσει τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος. Η νεκρώσιμος ακολουθία πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης παρουσία της Ιεράς Συνόδου, της κυβέρνησης, αρκετών ξένων διπλωματούχων και πλήθους λαού. Την πομπή προς την τελευταία του κατοικία συνόδευε ιππικό και πεζικό ενώ προπορευόντουσαν και έξι κανόνια. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο πολιτικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Περικλής Αργυρόπουλος.

Ενταφιάστηκε σε ακτή του Πειραιά, η οποία από τότε ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Ο τόπος ταφής δεν ήταν τυχαίος αφού σύμφωνα με την παράδοση εκεί βρισκόταν και ο τάφος του Θεμιστοκλή.[26] Το 1952 τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και το 1986 στην Ύδρα. Η καρδιά του τοποθετήθηκε σε ασημένια λήκυθο και φυλάσσεται στο Μουσείο Ύδρας, ενώ προς τιμήν του κόπηκαν αναμνηστικά μετάλλια που δόθηκαν τιμητικά σε αγωνιστές του 1821.[27]

Ήταν παντρεμένος από το 1792 με την Ειρήνη Μπίκου, κόρη του ιερέα Ιωάννη. Παντρεύτηκε δεύτερη φορά την Ευαγγελίδου και το 1823, σε τρίτο γάμο, τη χήρα του Κωνσταντίνου Γκιούστου. Παιδιά του από τον πρώτο γάμο ήταν:

  1. ο Δημήτριος Μιαούλης (1794-1836), αγωνιστής του 1821 και πλοίαρχος
  2. ο Αντώνιος Μιαούλης(1800-1836), υπασπιστής του Όθωνα
  3. ο Ιωάννης Μιαούλης (1803-1830), αγωνιστής του 1821, απεβίωσε στην Αθήνα από τύφο
  4. ο Αθανάσιος Μιαούλης (1815-1867), πρωθυπουργός της Ελλάδας και ναύαρχος
  5. ο Εμμανουήλ Μιαούλης(1812-1871), αξιωματικός του βασιλικού ναυτικού, γιος του οποίου ήταν ο ζωγράφος Νικόλαος Βώκος
  6. ο Νικόλαος Μιαούλης (1818-1872), αξιωματικός του βασιλικού ναυτικόυ και υπασπιστής του Όθωνα
  7. η Μαρία, σύζυγος του Θεόδωρου Γκίκα και μετέπειτα του Λαζάρου Πινότση

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Υπάρχει διχογνωμία σχετικά με τον ακριβή τόπο γέννησης του Ανδρέα Μιαούλη. Πολλοί ιστορικοί με βάση τοπικές παραδόσεις υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στα Φύλλα Ευβοίας.[28] Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο αφού οι Βώκοι παρουσιάζονται μόνιμα εγκαταστημένοι στην Ύδρα από το 1668. Έτσι θεωρείται πιθανότερο, αν όχι σίγουρο, να έχει γεννηθεί στην Ύδρα. Την τελευταία άποψη ενστερνίζονται και οι Γεώργιος Κριεζής, Αντώνιος Σαχίνης, Κωνσταντίνος Ράδος κ.α.[29] Ο Ανδρέας Μιαούλης σε επιστολή προς τον Καποδίστρια σχετικά με γράμμα δημογερόντων της Εύβοιας αναφέρει: «Αυτής» εννοώντας την Εύβοια «ως ούσης γής της γεννήσεως των πατέρων μου, λογίζομαι πατριώτης». Αναγνωρίζει λοιπόν την Εύβοια ως τόπο γέννησης των προγόνων του αλλά οχι δικό του.[30]

ii. ^  Το οικογενειακό επώνυμο του Μιαούλη ήταν Βώκος ή Βόκος. Γιατί όμως ο Ανδρέας αποφάσισε να άλλαξει το επώνυμο του δεν είναι γνωστό. Εικάζεται ότι το επώνυμο Μιαούλης το απέκτησε από το τουρκικό πλοίο «Μιαούλ» που αγόρασε στη Χίο.[31] Μια άλλη εκδοχή κάνει λόγο για προσωνύμιο που του κόλλησαν οι άνδρες του πληρώματός του επειδή συνήθιζε να τους φωνάζει με «μια ούλοι», δηλαδή με «μιας όλοι μαζί».[1][32] Αυτό όμως αμφισβητείται από το γεγονός ότι τότε ο Μιαούλης δεν μπορούσε να δώσει τέτοιο παράγγελμα αφού τα πληρώματά του μιλούσαν και καταλάβαιναν μόνο αρβανίτικα.[33]

iii. ^  Αξίζει να αναφερθεί και η άποψη του Κορδάτου, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Μιαούλης ήταν μασόνος με αρκετά μεγάλο βαθμό. Έτσι ο Νέλσων, ο οποίος ήταν διάσημος μασόνος, λόγω της κοινής τους ιδιότητας τον άφησε ελεύθερο σε αντίθεση με τους δύο άλλους Σπετσιώτες που είχε συλλάβει και οι οποίοι δεν είχαν πραγματικά καμία σχέση με τους Γάλλους.[34]

iv. ^  Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δεν παραδέχθηκε ποτέ την εμπλοκή του στη λήψη της απόφασης του Μιαούλη να πυρπολήσει τον εθνικό στόλο. Χαρακτηριστικά σε ομιλία του στη βουλή αναφέρει: «Σας είπαν, Κύριοι, ότι εγώ εσυμβούλευσα τον εμπρησμόν του εθνικού στόλου· δεν είναι αληθές» [..] «αν τα πλοία δεν εκαίοντο τότε, η Ελλάς ήθελε θρηνεί σήμερον το γενικόν των ελευθεριών της ναυάγιον».[35] Βλέπουμε ότι στο τέλος της ομιλίας του ενώ αρνείται την κατηγορία περι συνενοχής δικαιολογεί ως πολιτικός σύμβουλος του Μιαούλη απολύτως την πράξη του.
Παραθέτουμε τις υπέρ Μαυροκορδάτου απόψεις: α) Ο Δραγούμης[36] αναφέρει ότι ο Μιαούλης είπε στον Τρικούπη: «Αν σε είχα σιμά μου εις Πόρον να με συμβουλεύσης όταν απεφάσισα να καύσω την φρεγάδαν, δεν θα την έκαια». Και συνεχίζει ο Δραγούμης: «Άρα η απόφασις εγένετο εν Πόρω και ουχί εν Ύδρα, όπου διέτριβεν ο Τρικούπης, ον ηδύνατο να συμβουλευθή ο πυρπολήσας τον στόλον πριν ή αναχωρήση». Αλλά από τον Πόρο έφυγε ο Μαυροκορδάτος πριν από την πυρπόληση.[37] Και τελικά κατά Δραγούμην: «Ο Κυβερνήτης…ουδέποτε απέδωκε ρητώς τω κατακεραυνοβολουμένω [στον Μαυροκορδάτο] το κακούργημα της πυρπολήσεως, ως προκύπτει εκ των εν τω κεφαλαίω Δ΄ δημοσίων αποδείξεων». β) Στον Καρολίδη,[38] συγγραφέα που δεν διάκειται και πολύ ευνοϊκά προς τον Μαυροκορδάτο, διαβάζουμε: «Ο ίδιος δε ο Μιαούλης, καθ’ ά είπεν αυτός βραδύτερον εις τον Σ.Τρικούπην, εθεώρει το έργον αυτού προϊόν εξάψεως υπερτάτης και ελυπείτο ότι εκείνην την στιγμήν δεν ευρέθη τις παρ’ αυτώ ανήρ της περιωπής Τρικούπη ή Μαυροκορδάτου ίνα κρατήση την χείρα αυτού». γ) Στην Ιστορική Ανθολογία του ο Βλαχογιάννης[39] είχε απαλλάξει τον Μαυροκορδάτο από την πυρπόληση του στόλου με τα λόγια: «Αυτά είπε και κανείς δεν τόλμησε να του απαντήση. Των εχτρών του τα στόματα κλειστήκανε πειά». Στον εχθρικό πλέον προς τον Μαυροκορδάτο Κασομούλη του[40] ο Βλαχογιάννης αποφαίνεται εν τέλει: «Μένει όμως ακόμα αδιαφώτιστο το ζήτημα της ενάντια στο Μαυροκορδάτο κατηγορίας» και δικαιολογεί στην ίδια σελίδα την απόφαση των Υδραίων να κάψουν τον στόλο.

v. ^  Η απόφαση της Βαυαρικής αυλής να συμπεριλάβει τον Μιαούλη στην τριμελή επιτροπή προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια μεγάλης μερίδας αγωνιστών της επανάστασης αλλά και στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος απέρριψε την πρόταση να αντικαταστήσει ο γιος του, Ιωάννης Γενναίος Κολοκοτρώνης, τον Νικηταρά στην τριμελή επιτροπή. Ύστερα και από αυτή την άρνηση, την κενή θέση κάλυψε ο Δημήτρης Πλαπούτας.

vi. ^  Βέβαια υπάρχει και η άποψη αρκετών ιστορικών, κυρίως Γερμανών, όπως του Βόλφ Ζαίντλ, του Φρειδερίκου Τίρς, του Karl Mendelsson Bartholdy, του Φίνλευ κ.α. οι οποίοι θεωρούν την πυρπόληση του στόλου πράξη ηρωϊκή και αναγκαία αφού ο Καποδίστριας κυβερνούσε δεσποτικά και απολυταρχικά. Οι απόψεις αυτές κρίνονται υπερβολικές αλλα δικαιολογημένες αφου οι περισσότεροι ξένοι ιστορικοί της εποχής θεωρούσαν τον Καποδίστρια όργανο της Ρωσικής πολιτικής και γι'αυτό είχαν αναπτύξει αντικαποδιστριακά αισθήματα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Ιστοσελίδα sansimera.gr, βιογραφία Ανδρέα Μιαούλη
  2. Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», τόμος 13, σελ. 544
  3. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.44-45, ISBN 960-05-1089-X
  4. Αντώνιος Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τόμος Α΄, σελ.60-67
  5. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.48, ISBN 960-05-1089-X
  6. Αντώνιος Λιγνός, Αρχείο κοινότητος Ύδρας, τόμος 7, Πειραιάς 1826, σελ.301
  7. Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμος Β΄, Αθήνα 1968, σελ.481
  8. Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Α΄,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997, σελ.144, ISBN 960-600-524-0
  9. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.125, ISBN 960-05-1089-X
  10. Τρικούπης, Γ΄263, Σιμόπουλος, Δ΄470. Πλην Υψηλάντη, Κωλέττη, Κουντουριώτη (για προσωπικούς λόγους), Γκούρα και δύο τριών βουλευτών.
  11. Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1959, σελ.129
  12. Σπύρος Μελάς,Ο ναύαρχος Μιαούλης, σ. 444-445.
  13. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.262, ISBN 960-05-1089-X
  14. Ιωάννης Λαζαρόπουλος, Το πολεμικόν ναυτικόν της Ελλάδος από ανεξαρτησίας μέχρι βασιλείας Όθωνος, Αθήνα 1936, σελ.265
  15. Καρολίδης, Παύλος, Συμπλήρωσις Ιστορίας Παπαρρηγοπούλου, τόμος Ζ΄, Ν.Δ. Νίκας, 1903, σελ.250
  16. Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Α΄,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997, σελ.227, ISBN 960-600-524-0
  17. Σπύρος Μελάς,Ο ναύαρχος Μιαούλης, σ. 471, Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος, Α΄79.
  18. Επιτομαί εγγράφων, του βρεταννικού υπουργείου εξωτερικών, σελ.510
  19. Νικόλαος Δραγούμης Ιστορικαί Αναμνήσεις, Α΄189.
  20. Εγκύκλιος της 3-8-1831 υπογραφόμενη από τον Καποδίστρια και τον Νικ. Σπηλιάδη (εις Δραγούμην, ε.α., Α΄ 188-192).
  21. όπως το χαρακτήρισε ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Απομνημονεύματα, 1894, σ. 280).
  22. Αρχεία Λάζαρου και Γεωργίου Κουντουριώτου, 4, σελ.493-494
  23. Κωνσταντίνος Κούμας, Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, τόμος ΙΒ΄, σελ.741-742
  24. Νικόλαος Δραγούμης, ιστορικές αναμνήσεις, τόμος Α΄, σελ.193
  25. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.344, ISBN 960-05-1089-X
  26. Μάρω Βουγιούκα-Βασίλης Μεγαρίδης, Οδωνυμικά του Πειραιά, Αθήνα 1996, σελ.351
  27. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.361, ISBN 960-05-1089-X
  28. Εμμανουήλ Δ. Σαγκριώτης, Ευβοϊκά, τεύχος Α΄, Χαλκίδα 1909, σελ.13
  29. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.31-32 ISBN 960-05-1089-X
  30. Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», Αθήνα 2003, σελ.29-30 ISBN 960-05-1089-X
  31. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, εκδ. Δομή, Αθήνα 1996, τόμος 22, σελ.145
  32. Εφημερίδα Το ΒΗΜΑ, Ανδρέας Μιαούλης, Κυριακή 6 Ιουλίου 2003
  33. Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου, τόμος 13, σελ.543
  34. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, τόμος Β΄, Αθήνα 1957, σελ.589
  35. Αρχείο κοινότητας Ύδρας, 15, σελ.495-497
  36. Δραγούμης, Νικόλαος Ιστορικαί Αναμνήσεις, 2η έκδοση 1879, εκδόσεις Ερμής, 1973, τόμος Α΄, σελ.193
  37. Λούκος, Χρήστος, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ΤΑ ΝΕΑ, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Αθήνα 2010, σελ.49
  38. Καρολίδης Παύλος, Συμπλήρωσις Ιστορίας Παπαρρηγοπούλου, τόμος Ζ΄, Ν. Δ. Νίκας, 1903, σελ.251
  39. Βλαχογιάννης Γιάννης, Ιστορική Ανθολογία, α΄ έκδοση 1927, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.223
  40. Κασομούλης Νικόλαος: Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, Χ. Κοσμαδάκης & Σία, 1939. τόμος Γ΄, σ. 408

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βλαχογιάννης Γιάννης, Ιστορική Ανθολογία, α΄ έκδοση 1927, «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2000, ISBN 960-05-0921-2
  • Βουγιούκα Μάρω - Μεγαρίδης Βασίλης, Οδωνυμικά του Πειραιά, εκδ. «Φιλιππότης», Αθήνα 1996, ISBN 9780002950213
  • Βουρνάς, Τάσος, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Α΄,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997, ISBN 960-600-524-0
  • Δραγούμης, Νικόλαος, Ιστορικαί Αναμνήσεις, 2η έκδ. 1879 (Ερμής, 1973).
  • Κάσδαγλη, Αγλαΐα-Νέλλη, Ο Ανδρέας Μιαούλης βιογραφούμενος από τον γιο του. Σελίδες από το αρχείο του Τόμας Γκόρντον, Μνήμων 17 (1995), σσ. 163-174
  • Λιγνός, Αντώνιος, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τόμος Α΄, Αθήναι 1953
  • Λούκος, Χρήστος, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ΤΑ ΝΕΑ – «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Αθήνα 2010,
  • Μελάς, Σπύρος, Ο ναύαρχος Μιαούλης, Μπίρης, 3η έκδοση, χ.χ.
  • Πρασσά, Αννίτα - Αδαμοπούλου-Παύλου, Κων/να, Ανδρέας Μιαούλης 1769-1835. Από την υπόδουλη ως την ελεύθερη Ελλάδα, εκδ. «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», 2003.
  • Σιμόπουλος, Κυριάκος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, 1982-1990.
  • Σταμέλος, Δημήτριος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», Αθήνα 2003, ISBN 960-05-1089-X
  • Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο, 1857 (Γιοβάνης, 1978).