Εμμανουήλ Παππάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ο Εμμανουήλ Παππάς, πίνακας του Κωνσταντίνου Παπαγιώργου

Ο Εμμανουήλ Παππάς (1772 - 1821) ήταν Φιλικός και αγωνιστής 1821, πρωτεργάτης της εξέγερσης στη Χαλκιδική, από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στη Δοβίστα Σερρών (σημερινή ονομασία: Εμμανουήλ Παππάς) το 1772, ήταν γιος κληρικού. Ανέπτυξε, παρά τις περιορισμένες γραμματικές του γνώσεις, μεγάλη εμπορική δραστηριότητα στις Σέρρες και αναδείχτηκε σε μεγαλέμπορο και τραπεζίτη με καταστήματα στη Βιέννη και την Κωνσταντινούπολη.

Ηγήθηκε της επανάστασης στη Μακεδονία, παραχώρησε ολόκληρη την προσωπική του περιουσία για τον αγώνα, οργάνωσε ένοπλο σώμα 4000 μακεδόνων αγωνιστών (οι 1000 αγιορείτες μοναχοί). Λόγω των δυσμενών συνθηκών (απουσία στήριξης, εγγύτητα περιοχής στην Κωνσταντινούπολη που ήταν κέντρο των στρατευμάτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απουσία αξιόλογων ορεινών όγκων στην περιοχή για ανταρτοπόλεμο) και παρά τις ηρωικές του προσπάθειες, ηττήθηκε και αναγκάστηκε να φύγει στην Ύδρα για να συνεχίσει εκεί τον Αγώνα.

Άγαλμα του Εμμανουήλ Παππά, στην πλατεία Ελευθερίας στις Σέρρες.

Στην πορεία του ταξιδιού από τη Μονή Εσφιγμένου προς το νησί το 1821, εξαντλημένος από τον μακραίωνο αγώνα και τις κακουχίες, υπέστη καρδιακό επεισόδιο και πέθανε.

Προς τιμήν του, ο δήμος στον οποίο ανήκει και ο τόπος καταγωγής του πήρε το όνομά του.


Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε στη Δοβίστα το 1773, ένα χωριό κοντά στις Σέρρες που τώρα έχει το όνομα του. Ο πατέρας του Δημήτριος πλούσιος προύχοντας της περιοχής, νεότατος χειροτονήθηκε ιερέας και τιμήθηκε με το εκκλησιαστικό αξίωμα του Οικονόμου. Από εκεί προέρχεται και το οικογενειακό όνομα Παπάς. Μετά τη στοιχειώδη μόρφωση του στο χωριό, ο Εμμανουήλ Παπάς μετέβη στις Σέρρες για να συμπληρώσει τις σπουδές του στην εκεί περιώνυμη σχολή. Όταν αποφοίτησε από τη Σχολή, επανήλθε στη Δοβίστα όπου και παντρεύτηκε. Το 1805 όμως, το επαγγελματικό του δαιμόνιο τον επανέφερε στις Σέρρες ακριβώς την εποχή που το εμπόριο βρισκόταν στην μεγαλύτερη ακμή του. Σύντομα αναδείχθηκε σε μεγάλο Τραπεζίτη και μεγαλέμπορο της εποχής εκείνης, σεβαστό ακόμα και στους Τούρκους Μπέηδες.

Ο Παπάς μυήθηκε πολύ νωρίς στη Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη και δεν δυσκολεύθηκε να μυήσει στα μυστικά του αγώνα και τα τέσσερα αδέρφια του καθώς και τους ικανότερους πρόκριτους της Δοβίστας που φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των γύρω χωριών. Λίγο αργότερα όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις Σέρρες λόγω σφοδρής φιλονικίας του με τον Μπέη των Σερρών και πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί στενότερα με τους εκεί Φιλικούς. Στο μεταξύ η φήμη του για την πατριωτική του δράση είχε φτάσει σε κάθε άκρη της Ελλάδας. Είχε σχεδιάσει μάλιστα και σχέδιο για δολοφονική απόπειρα κατά του Σουλτάνου, το οποίο όμως απέτυχε λόγω προδοσίας.

Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στο Άγιο Όρος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από ηγουμένους και μοναχούς και ανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος της Μακεδονίας. Αφού εγκατέστησε το αρχηγείο του στο Άγιο Όρος, με τους 2.500 άνδρες του ανέλαβε δράση.

Στο μεταξύ στις Σέρρες εκδηλώθηκε επαναστατικό κίνημα με την καθοδήγηση του Μητροπολίτη, το οποίο όμως καταπνίγηκε εν τη γενέσει του, η δε πόλη σώθηκε από θαύμα από την ερήμωση και τη σφαγή. Ήταν τότε η 8η Μαΐου του 1821 ημέρα γιορτής του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος και θεωρήθηκε σωτήρας της πόλης. Γι'αυτό και οι Σερραίοι, 14 χρόνια μετά, το 1835 έχτισαν προς τιμή του ομώνυμο ναό στη συνοικία Άνω Καμενίκια. Ενώ όμως η καταστροφή της πόλης αποφεύχθηκε, η εκδικητική μανία των Τούρκων ξέσπασε στην οικογένεια του Εμμανουήλ Παπά. Η σύζυγος του και τα παιδιά του φυλακίστηκαν, η περιουσία του δημεύτηκε και το σπίτι του κάηκε.

Ο ίδιος όμως άκαμπτος συνέχισε χωρίς βοήθεια το σκληρό αγώνα στη Χαλκιδική. Ενώ οι Τούρκοι είχαν αρχίσει γενική επίθεση κατά των Ελλήνων, ο Παπάς έκανε έκκληση βοήθειας προς τον Υψηλάντη αλλά δεν εισακούστηκε. Οι επιτυχίες του στην Κασσάνδρα και η διάθεση όλης της προσωπικής του περιουσίας για τον αγώνα δεν έσωσαν το επαναστατικό κίνημα. Έτσι μετά την εκστρατεία του Αβδούλ Αμπούδ, την καταστροφή της Κασσάνδρας και την υποταγή των Αγιορειτών, ο Παπάς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Άγιο Όρος καταδιωκόμενος από τον Τουρκικό στρατό. Με πλοιάριο αναχώρησε για την Ύδρα, αλλά εξαντλημένος από τις κακουχίες του πολέμου και από τις συγκινήσεις της τραγικής του περιπέτειας, πέθανε από συγκοπή μέσα στο πλοιάριο ακριβώς τη στιγμή που έπλεε τον Καφηρέα. Η σωρός του ήρωα μεταφέρθηκε στην Ύδρα και κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Το 1843 αναρτήθηκε στο Ελληνικό Βουλευτήριο το όνομα του σαν ενός από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής επανάστασης.