Μάχη των Δερβενακίων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη των Δερβενακίων
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Map of the battle of Derbenakia.JPG
Χάρτης της μάχης των Δερβενακίων
Ημερομηνία 26 - 28 Ιουλίου 1822
Τόπος Δερβενάκια
Έκβαση Νίκη των Ελλήνων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
8.000 άτακτο στράτευμα
24.000 πεζικό,
06.000 ιππικό
Απώλειες
50 οπλίτες
άνω των 3.000, διάλυση των ατάκτων
Η μάχη των Δερβενακίων (καλλιτεχνική απεικόνιση)

Η Μάχη των Δερβενακίων ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες που πραγματοποιήθηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες και ολική καταστροφή των υπό του οσμανίδη αρχιστράτηγου Μαχμούτ πασά της Δράμας, αποκαλούμενου εξ αυτού Δράμαλη οθωμανικών δυνάμεων. Η μάχη αυτή δόθηκε στο τριήμερο 26 - 28 Ιουλίου του 1822, στα τρία από τα τέσσερα μικρά ορεινά περάσματα (δερβενάκια, στη γλώσσα του 1821) μεταξύ Κορίνθου και κοιλάδας Άργους, εξ ου και η ονομασία της, χαρίζοντας μία από τις λαμπρότερες και περιφανείς νίκες στον αγώνα για την ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους. Η μάχη αυτή που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στην Ευρώπη παραβάλλεται με τη νίκη των αρχαίων Ελλήνων κατά των Περσών στη Μάχη του Μαραθώνα, ως προς τα μεγάλα επακόλουθα που είχε. Οι Έλληνες στη μάχη αυτή για πρώτη φορά εφάρμοσαν στρατιωτική τακτική αντιπερισπασμού με απόλυτη επιτυχία. Η δε φήμη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που ακολούθησε φόβισε τους τότε πολιτικούς.

Η κάθοδος του Δράμαλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από την τελική ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, οι οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Δράμαλη που είχαν σταθμεύσει στη Λάρισα (μεγάλο οθωμανικό στρατιωτικό κέντρο της εποχής) κινήθηκαν νότια, για να αντιμετωπίσουν την ελληνική επανάσταση με ένα πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη στην εσχατιά της Βαλκανικής στρατιωτικό σχηματισμό, αποτελούμενος από περίπου 24.000 πεζούς, 6.000 ιππείς και 6 κανόνια[1], ή κατ΄ άλλους 6.000 πεζούς και 18.000 ιππείς[2], ή κατά Τούρκους ιστοριογράφους συνολικής δύναμης 24.000 μαχητών[3]. Κύριος στόχος του Δράμαλη ήταν η ανάκτηση των οχυρών της Κορίνθου, του Ναυπλίου και της Τριπολιτσάς με επακόλουθο να συντρίψει την ελληνική εξέγερση, του Χαϊνί Ζορμπαλίκ όπως την αποκαλούσαν οι Οθωμανοί.
Με τον Δράμαλη είχαν συστρατευθεί επίσης ως υπαρχηγοί και σωματάρχες τμημάτων ο Ζίχναλή Χασάν Πασάς, o πρώην Μέγας Βεζίρης Τοπάλ Αλή Πασάς, ο πρώην υπουργός εσωτερικών Ερήπ Αχμέτ Πασάς, ο περίφημος Χασάν Κασάμπασης, ο Τσαρκατζή Αλή Πασάς, ο Μόραλη Αλή Πασάς, ο διαβόητος Δελή ή Ντελή Αχμέτ, ο σπουδαίος Δελήμπασης, καθώς και διάφοροι Δερεμπέηδες (= αυτόνομοι Μπέηδες) της Μακεδονίας, Θράκης και Μαγνησίας καθώς και τιμαριώτες όπως ο Εμίναγας Κιοπρουλή, ο Καστοριά Μεχμέτμπεης, ο Γιακούμπ Αγάς Καραοσμάνογλους κ.ά.

Ο Δράμαλης σταθμεύοντας για λίγο στο Ζητούνι περί τα τέλη Ιουνίου, συνέχισε την κάθοδό του προς τα νότια μέσω της Βοιωτίας, καταστρέφοντας την Θήβα (1 Ιουλίου) [4] και παρακάμπτοντας την Αθήνα. Ήδη οι πολιορκημένοι στην Ακρόπολη είχαν παραδοθεί στους Οθωμανούς από τις 21 Ιουνίου λόγω έλλειψης νερού. Στο πέρασμά εκείνου του τεράστιου συρφετού του Δράμαλη κανένα από τα ελληνικά σώματα ατάκτων της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας δεν κατάφερε να το ανακόψει. Οι κάτοικοι των τόπων που διερχόταν κατέφευγαν στα βουνά και σε σπηλιές, οι δε κάτοικοι της δυτικής Αττικής και της Μεγαρίδας καθώς και πολλοί Αρεοπαγίτες κατέφευγαν στη Σαλαμίνα, ενώ κάποιες μικρές δυνάμεις Ελλήνων που προσπάθησαν να υπερασπίσουν τα Μεγάλα Δερβένια του Κιθαιρώνα και στα Γεράνεια όρη υπό τους Ρήγα Παλαμήδη και Θανάση Δεληγιάννη καθώς και εκείνες στο φρούριο Ακροκόρινθου υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, δείλιασαν μπροστά σ΄ εκείνον τον οθωμανικό χείμαρρο και σκόρπισαν υποχωρώντας στην Πελοπόννησο και σκορπώντας τον πανικό.

Τελικά ο Δράμαλης έφθασε με το ασκέρι του στην Κόρινθο στις 5 Ιουλίου όπου και στρατοπέδευσε και στις 7 Ιουλίου κατέλαβε τον Ακροκόρινθο αμαχητί, έχοντας εγκαταλείψει προηγουμένως οι υπερασπιστές του το χώρο. Οι δε θησαυροί και η χήρα του Κιαμήλμπεη περιήλθαν στην κατοχή του. Γιορτάζοντας στη συνέχεια την μέχρι τότε επιτυχή του εκστρατεία προέβη στο ανοσιούργημα κάποιους αιχμαλώτους από τη Ρούμελη να τους χτίσει ζωντανούς και να κρεμάσει ανάποδα δύο υπερήλικες χριστιανούς ιερωμένους. Μετά τις "γιορτές" αυτές συγκάλεσε συμβούλιο για να αποφασίσει την πορεία της εκστρατείας του. Οι σύμβουλοί του με προεξέχοντα τον Σέρεζλη Γιουσούφ Πασά φρούραρχο της Πάτρας, που είχε ξεθαρρέψει από τη λύση της πολιορκίας των Πατρών, αλλά και ο Μόραλη Αλή πασάς που γνώριζε την περιοχή του πρότειναν να κάνει βάση του την Κόρινθο, σύμφωνα και με το παλαιότερο σχέδιο του Χουρσίτ Πασά, και να συγκεντρώσει ισχυρό στόλο στο λιμάνι της. Ο Δράμαλης όμως, μετά και από τις πληροφορίες των κατασκόπων του ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος από επαναστάτες, αποφάσισε να συνεχίσει την επέλασή του με κατεύθυνση την Αργολίδα και από εκεί το Ναύπλιο. Έτσι πέρασε από το στενό των Δερβενακίων και έφτασε στο Άργος στις 12 Ιουλίου στα περίχωρα του οποίου και στρατοπέδευσε. Παράλληλα έστειλε στο Ναύπλιο ένα απόσπασμα του ιππικού της εμπροσθοφυλακής από 50 ιππείς υπό τον Μόραλη Αλή πασά ορίζοντάς τον μουχαφούζη (= φρούραρχο) Ναυπλίου προκειμένου να λύσει την υπό των Ελλήνων πολιορκία της φρουράς που ήταν ήδη έτοιμη να παραδοθεί και να ετοιμάσει την πόλη για μεγαλοπρεπή υποδοχή. Πράγματι ο Πελοποννήσιος αυτός αξιωματούχος έγινε πανηγυρικά δεκτός στο Ναύπλιο όπου και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα.

Επικρατούσα ελληνική κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικρατούσα την περίοδο εκείνη κατάσταση στο στρατόπεδο των Ελλήνων αγωνιστών δεν ήταν και η καλλίτερη, όταν τότε άρχισε να εμφανίζεται η πρώτη δυσπιστία μεταξύ των πολιτικών και προκρίτων με τους οπλαρχηγούς. Τον Ιανουάριο του 1822 η τότε ελληνική κυβέρνηση (Εκτελεστικό) απέστειλε στον Θ. Κολοκοτρώνη δίπλωμα στρατηγού και τον διόρισε αρχηγό της πολιορκίας της Πάτρας, ώστε οι οθωμανικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί εκεί να μη ξεχυθούν στην Πελοπόννησο. Πράγματι ο Θ. Κολοκοτρώνης από τις 1 Μαρτίου ξεκινά την πολιορκία της Πάτρας με 6.500 ατάκτους Πελοποννησίους και μερικούς Ζακυνθινούς. Παράλληλα όμως οι πρόκριτοι κυρίως της ΒΔ. Πελοποννήσου ήθελαν ο αγώνας κατά των Οθωμανών να μετατοπιστεί στη Στερεά Ελλάδα, χωρίς βέβαια να λείψουν και οι ραδιουργίες και οι παρασκηνιακές αντενέργειες ιδίως των Δεληγιανναίων σε βάρος του Κολοκοτρώνη. Η μόνη δε αξιόλογη μάχη που έγινε τότε έξω από την Πάτρα ήταν στις 9 Μαρτίου με νίκη των Ελλήνων. Τότε άρχισαν να διαδίδονται διάφορες φήμες από προκρίτους ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης στην Κόρινθο μαζί με κάποιους οπλαρχηγούς ετοιμάζονται να ανατρέψουν τον "εκλαμπρότατον"[5] πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Α. Μαυροκορδάτο. Τα αποτελέσματα αυτών των φημών υπήρξαν ολέθρια κυρίως στη στρατολόγηση αλλά και στη γενικότερη οργάνωση των Ελλήνων (πολιτική και στρατιωτική).

Τότε το εκτελεστικό έστειλε διαταγές στους προκρίτους για υποχρεωτική στρατολόγηση ανδρών των περιοχών τους προκειμένου να οργανωθεί τακτικός στρατός και να εκστρατεύσουν στην Ανατολική και Δυτική Στερεά. Η στρατολόγηση αυτή που γινόταν υπό απειλή δήμευσης περιουσιών στους μη προσερχόμενους, είχε αποφασιστεί σε γενική συνέλευση και των δύο πολιτικών σωμάτων με δεδομένο ότι ο εχθρός εκινείτο στη Στερεά. Παρότι όμως το βουλευτικό εξαιρούσε της στρατολόγησης τους άνδρες που βρίσκονταν περί την Πάτρα οι πρόκριτοι φθονώντας τον Κολοκοτρώνη εφάρμοσαν το μέτρο και στην Πάτρα με συνέπεια να απογυμνώνεται σιγά σιγά ο στρατηγός από το στράτευμα που είχε δημιουργήσει. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Θ. Κολοκοτρώνη ο οποίος και αποφάσισε τη λύση της πολιορκίας της Πάτρας. Ο ίδιος μετακινήθηκε στο Άργος όπου και προσκάλεσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Νικήτα Σταματελόπουλο και άλλους φίλους του σε συνάντηση. Η κίνησή του αυτή σε συνέχεια των φημών δημιούργησε έντονες αγωνίες για την εξέλιξη της κατάστασης τόσο στους χωρικούς όσο κυρίως στους προκρίτους. Την αγωνία εκείνη ήρθε και ενίσχυσε η είδηση της καταστροφής που σημειώθηκε στη μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου), όπου ο φόβος εμφυλίου άρχισε να γίνεται ορατός. Σαν να μην έφθαναν αυτά, άρχισαν και οι φιλονικίες μεταξύ των οπλαρχηγών για την κατοχή κάποιων αρματολικιών όπως π.χ. των Αγράφων μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, του Βλοχού μεταξύ Στάικου και Βλαχόπουλου, των Κραβάρων μεταξύ Πηλάλα και Καναβού, ενώ πολλοί ακόμα οπλαρχηγοί άρχιζαν να «βάζουν ψευτοκάπακο», (κατά τη γλώσσα του 1821), δηλαδή να ψευτοπροσκυνούν προσωρινά τον εχθρό όπως π.χ. ο Γώγος, ο Σιαφάκας, ο Στορνάρης κ.ά.

Στις κρίσιμες εκείνες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης την έκρηξη εμφυλίου απέτρεψε κυριολεκτικά η συνταρακτική είδηση της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο και η κατάληψη του Ακροκόρινθου, η απώλεια του οποίου υπήρξε πλήγμα για τους Έλληνες[6]. Έτσι ο φόβος του εμφυλίου μετατράπηκε σε πανικό από την κυβέρνηση μέχρι τους χωρικούς. Η δε ταχύτατη κάθοδος του Δράμαλη είχε ευνοηθεί ακριβώς από την γενικότερη ακαταστασία των τότε ελληνικών πραγμάτων, τόσο στη Στερεά όσο και στην Πελοπόννησο. Σημειώνεται ότι η τότε ελληνική διοίκηση δεν είχε καμία πληροφορία για την κάθοδο του Δράμαλη και των σκοπών του, παρότι από τις 24 Ιουνίου ο μόλις αμνηστευθείς Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε στείλει στον αντιπρόεδρο του εκτελεστικού Αθανάσιο Κανακάρη την περίφημη λακωνική επιστολή που ανέφερε:

Σας στέλω 30.000 Τούρκους για να μονοιάσετε. Κάμετέ τους ότι θέλετε. Εγώ υπόσχομαι να μην αφήσω άλλους να περάσουν και αναλαμβάνω τον Σερασκέρ Χουρσίτ πασά."

Κανείς όμως δεν έδωσε στοιχειώδη σημασία επειδή ακριβώς αποστολέας ήταν ο Δυσέας (στη γλώσσα των αγωνιστών).

Πανικός στην Αργολίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η είδηση της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο καθώς και η αναφορά στο τεράστιο ασκέρι του σκόρπισε τον πανικό. Απελπισμένοι οι χωρικοί εγκατέλειψαν τα χωριά τους αναζητώντας καταφύγιο στα βουνά. Μεγαλύτερη όμως ταραχή και πανικός σημειώθηκε στο Άργος που την εποχή εκείνη είχαν μεταφερθεί εκεί οι πρόσφυγες των Κυδωνιών και της Χίου. Τα γυναικόπαιδα αυτών στην ιδέα ότι μπορεί να ξαναζήσουν τις τουρκικές αγριότητες που είχαν υποστεί πριν λίγους μήνες, με αλαλαγμούς και θρήνους άρπαζαν ότι πολύτιμο είχαν και σαν τρελοί έπαιρναν το δρόμο για τους Μύλους. Η δε κυβέρνηση που έδρευε τότε στο Άργος αντί με το παράδειγμά της να δώσει θάρρος στον κόσμο λιποψύχησε και τα περισσότερα μέλη του Εκτελεστικού, της Βουλευτικής επιτροπής και μινίστροι (υπουργοί) ξεπαραβγαίνοντας την άτακτη φυγή των κατοίκων έσπευσαν πανικόβλητα στους Μύλους όπου και επιβιβάστηκαν σε δύο πλοία - ημιολίες - που βρίσκονταν εκεί, μία των Κουντουριωτών και μία του Σπετσιώτη Κολομπόταση, με τις οποίες στη συνέχεια ανοίχτηκαν στον Αργολικό Κόλπο[7].

Παράλληλα στο Άργος είχαν καταφύγει και ο Δ. Υψηλάντης με λίγους ατάκτους του, αλλά και οι πρόκριτοι της Κορίνθου που έντρομοι ανακηρύττουν τον Θ. Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο με απόλυτη ελευθερία δράσης. Μέσα σ΄ εκείνη την ατμόσφαιρα του τρόμου, της σύγχυσης και της αναρχίας ένεκα πανικού δύο ιστορικές μορφές ξεχωρίζουν και επιβάλλονται, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Υψηλάντης λαμβάνοντας τη θαρραλέα απόφαση της άμεσης σύγκρουσης με τις δυνάμεις του Δράμαλη.

Πολεμικό σχέδιο Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον ίδιο χρόνο που συσκεπτόταν ο Δράμαλης στην Κόρινθο, ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Υψηλάντης κατέστρωναν το σχέδιο αντιμετώπισής του στο Άργος. Κύριο πρόβλημα ήταν ο τεράστιος οθωμανικός στρατός σε αντίθεση με τις σχεδόν ανύπαρκτες ελληνικές δυνάμεις ατάκτων, έπειτα μάλιστα από τις ανόητες εκείνες κυβερνητικές διαταγές στρατολόγησης για δημιουργία τακτικού στρατού υπό των προκρίτων, που το μόνο που είχαν επιφέρει ήταν η σύγχυση και η έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους των στρατολογημένων και τελικά η διάλυσή τους αφού καμία επιχείρηση δεν ανέλαβαν (οι πρόκριτοι). Έτσι αναζητήθηκαν τρόποι ή συνθήκες που θα μπορούσαν να μειώσουν την επιχειρησιακή ικανότητα του εχθρού αλλά και πίστωση χρόνου για ανασυγκρότηση ελληνικών μονάδων ατάκτων. Λύση στην πρώτη περίπτωση έδινε η ίδια η μορφολογία του ελληνικού εδάφους που δεν ήταν τίποτε άλλο από την εκμετάλλευση των ορεινών περασμάτων, για δε τη δεύτερη επιλέχθηκε ο αντιπερισπασμός με συνεχείς οχλήσεις προκειμένου να επέλθει διάσπαση της εχθρικής δύναμης, ή χρονική καθήλωση με ταυτόχρονη εφαρμογή παθητικής άμυνας μέχρι να ολοκληρωθεί η ανασυγκρότηση των ατάκτων. Πρώτη ενέργεια παθητικής άμυνας ήταν η άμεση διαταγή της πυρπόλησης όλων των γεννημάτων και καρπών του αργολικού κάμπου και η απομάκρυνση όλων των κοπαδιών αιγοπροβάτων και των βοοειδών από την περιοχή.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, αν και πρόεδρος τότε της Βουλευτικής επιτροπής δεν μιμήθηκε την ιταμή φυγή σε πλοία αλλά έσπευσε στους Μύλους όπου και συγκρότησε ομάδα 700 ανδρών αναλαμβάνοντας την εκτέλεση των αντιπερισπασμών. ενισχύοντας αρχικά την Ακρόπολη του Άργους, το καλούμενο φρούριο Λάρισα. που στο μεταξύ είχε προκαταλάβει ο Μανιάτης οπλαρχηγός Καραγιάννης με τους συντρόφους του. Ο δε Θ. Κολοκοτρώνης αναλαμβάνοντας την ανασυγκρότηση ατάκτων δυνάμεων περιέτρεχε έφιππος την ύπαιθρο της Αρκαδίας καλώντας τους Έλληνες "στα όπλα". Το παράδειγμά του ακολούθησαν ο Νικηταράς και ο Παπαφλέσσας που είχαν προστρέξει εξ αρχής.
Η δυνατή φωνή του Κολοκοτρώνη αντήχησε σ΄ όλη την Πελοπόννησο και χιλιάδες μαχητές άρχισαν να τον ακολουθούν. Ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν τελείως αγράμματος πλην όμως, παράλληλα με τις ηγετικές του ικανότητες είχε το χάρισμα να μεταδίδει αυτό που πίστευε διεγείροντας πάντα υπέρ αυτού τα αισθήματα των Ελλήνων. Εν προκειμένω στους εγερτήριους λόγους του δεν περιοριζόταν μόνο στις έννοιες πατρίδα, θρησκεία και δόξα αλλά ήξερε να διεγείρει τις ισχυρότερες λαϊκές προλήψεις, βεβαιώνοντας ότι πλήθος οιωνών όπως αρνιά, περιστέρια και κοράκια προαναγγέλλουν την ασφαλή καταστροφή του Δράμαλη. Με τέτοιους πειστικούς λόγους είχαν φθάσει οι Μωραΐτισσες να φωνάζουν στους άνδρες τους "τρέξτε γιατί αν δεν πάτε θα πάμε εμείς !". Κάτω από αυτές τις συνθήκες και η Γερουσία "εξ ανάγκης"[8] συνέπραξε καλώντας όλους τους οπλαρχηγούς να συνταχθούν με τον επίσημα πλέον αρχιστράτηγο Κολοκοτρώνη.

Την ημέρα που ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στο Άργος ο Κολοκοτρώνης ξεκινούσε από την Τρίπολη έχοντας συγκεντρώσει πολυάριθμους ατάκτους που συνεχώς αυξάνονταν, όπως ο ποταμός που δέχεται τα ρυάκια από τις εκατέρωθεν πλαγιές των βουνών. Στο δρόμο της επιστροφής στον Αχλαδόκαμπο ο Κολοκοτρώνης συναντώντας μία ομάδα Μανιατών με μουλάρια που ερχόταν από το Άργος με λάφυρα τους φώναξε "για πού τραβάτε, ορέ;" και εκείνοι απάντησαν "παμε να ξεφορτώσουμε τους αρρώστους και τα πράγματά μας και μετά επιστρέφουμε στη μάχη", "Άε στου διαόλου τη μάνα, κακαβούλια!"[9] τους αποκρίθηκε εκείνος και συνέχισε την κάθοδο προς τους Μύλους. Οι Μανιάτες προκειμένου ν΄ αποφύγουν τη χλεύη των ατάκτων που ακολουθούσαν άλλαξαν δρόμο. Την ντροπή τους ξέπλυνε ο οπλαρχηγός Καραγιάννης στο κάστρο του Άργους.

Οι αντίπαλοι στρατοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δράμαλης, ήταν πρίγκιπας (Μπεηζάνης) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχοντας διακριθεί παλαιότερα ως στρατιωτικός (Σερντάρης), στην Αίγυπτο αλλά και στον ελλαδικό χώρο από τον Μάιο του 1821, και ήδη Βαλής της Λάρισας. Μετά το θάνατο του Αλή Πασά και τη διάλυση του Πασαλικιού των Ιωαννίνων διορίσθηκε από τον Σουλτάνο Μόρα-Βαλεσί λαμβάνοντας ταυτόχρονα εντολή να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση. Για το σκοπό αυτό κατάφερε και συγκρότησε μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη, πρωτοφανή για την περιοχή από την αρχή της τουρκοκρατίας, από περίπου 30.000 πάνοπλους μαχητές, εκ των οποίων το 1/5 αποτελούσαν ιππείς, επικουρούμενοι από έξι κανόνια φερόμενα σε αραμπάδες. Σημειώνεται όμως ότι απ΄ όλη αυτή τη δύναμη μόνο το 1/3 αποτελούσε τακτικό οσμανικό στρατό, τα υπόλοιπα 2/3 συγκροτούνταν από ατάκτους ντελήδες (= ριψοκίνδυνους), τουρκαλβανούς, (μουσουλμάνους Αλβανούς), παλαίμαχους προηγουμένων εκστρατειών, συνεπώς έμπειρους αλλά και οπλισμένους με καινούργια όπλα. Η διοικητική μέριμνα όμως μιας τέτοιας σε μέγεθος στρατιάς ήταν δυσανάλογα ανεπαρκής.
Η δε κίνηση της στρατιάς αυτής ακολουθούσε το οσμανικό τυπικό της συνεχούς φάλαγγας όπου προηγούνταν οι δερβίσηδες και οι ιερωμένοι, αγέρωχοι και υπό ενθουσιασμό αλαλάζοντας. Αυτούς ακολουθούσαν τύμπανα και άλλα βροντώδη όργανα σε ρυθμικούς ήχους, των οποίων έπονταν ο αρχιστράτηγος με το επιτελείο, τις σημαίες, και τη φρουρά του και ακολούθως ο τακτικός στρατός που έψελνε στίχους του Κορανίου. Τούτων ακολουθούσαν τα άτακτα στίφη, που άλλοι τραγουδούσαν, ή αλάλαζαν, ή πυροβολούσαν στον αέρα. Τελευταίοι ακολουθούσε ένα πλήθος από υποζύγια, κάρα, υπηρέτες και υπαλλήλους, όπως αστρολόγοι, τροφοδότες, πεταλωτές και σιδηρουργοί, διάφοροι ιπποκόμοι, αργυραμοιβοί, δήμιοι, τυχοδιώκτες, ληστές και πάσης λογής άνθρωποι. Εκατέρωθεν της φάλαγγας περιέτρεχαν καλπάζοντας οι ιππείς προκαλώντας τεράστια σύννεφα κονιορτού σε όλο το μήκος της. Οι δε ήχοι τυμπάνων, οι αλαλαγμοί, οι κρότοι των όπλων και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων ενισχύονταν από την αντήχηση μέσα σε χαράδρες.[10] Ο Πουκεβίλ περιγράφοντας τη στρατιά παρομοιάζει το θόρυβο της με μυκηθμούς παμμέγιστης αγέλης ταύρων σε εξόρμηση.

Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες αποτελούσαν περιστασιακά σώματα ατάκτων Πελοποννησίων χριστιανών (Ελλήνων και Αρβανιτών), κυρίως γεωργών και κτηνοτρόφων που είχαν εγκαταλείψει τις εργασίες τους και είχαν πρόχειρα στρατολογηθεί από τους καπεταναίους και τους οπλαρχηγούς. Αυτοί ήταν μερικώς οπλισμένοι με παλιά τουφέκια και σπαθιά ενώ πολλοί από αυτούς ως οπλισμό έφεραν αγροτικά εργαλεία όπως τσουγκράνες, δρεπάνια και μαχαίρια. Αν και ασύντακτοι και απειθάρχητοι ήταν ικανότατοι σε γιουρούσια (καταδρομικές επιχειρήσεις) κλεφτοπολέμου και ιδιαίτερα εκπληκτικοί σε όλους τους τύπους ακροβολισμών και προκαλύψεων, (και ας μη τους γνώριζαν αυτούς τους όρους), καθώς και σε ταχύτατες διαβάσεις ορεινών όγκων. Βέβαια στερούνταν σε ιππικό σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, γεγονός που τους στερούσε τη δυνατότητα καταδίωξης του εχθρού μετά από μάχες. Έτσι σε νικηφόρες εκβάσεις περιορίζονταν στη συνέχεια στη λαφυραγωγία για αποκατάσταση των ελλείψεών τους όπως π.χ. πιστόλες, τουφέκια, βόλια, σπάθες (γιαταγάνια), κανόνια και μπάλες καθώς και διάφορα υποζύγια (άλογα, καμήλες, μουλάρια κ.λπ), ή είδη εκστρατείας π.χ. καζάνια, σκηνές κ.λπ.. Η διανομή όλων αυτών γινόταν πάντα υπό την επιμέλεια των οπλαρχηγών και καπεταναίων
Υπό τον αρχιστράτηγο Θ. Κολοκοτρώνη στρατολογήθηκαν τουλάχιστον 6.000 πεζοί, ενώ άλλοι 2.000 υπό τους αρχηγούς Υψηλάντη, Νικηταρά και Παπαφλέσσα. Μεταξύ δε αυτών των δυνάμεων υπήρχαν και 100 Μακεδόνες υπό τον καπετάν Γάτσο.

Αποκλεισμός στην Αργολίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δράμαλης φθάνοντας με το ασκέρι του στο Άργος στις 12 Ιουλίου αντελήφθη την ερήμωση του κάμπου πλην όμως αποφάσισε να στρατοπεδεύσει προκειμένου να καταλάβει το κάστρο Λάρισα μη θέλοντας στη πορεία του για Τρίπολη ν΄ αφήσει πίσω του εχθρικές εστίες. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι το κάστρο Λάρισα ήταν και το πρώτο κατά τη κάθοδό του στην Πελοπόννησο που πρόβαλε αντίσταση, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι σ΄ αυτό οι Αργείοι έχουν αποθηκεύσει τις περιουσίες τους καθώς και πολλά τρόφιμα. Έτσι ξεκίνησε από την επομένη η πολιορκία του κάστρου.
Μέρα με τη μέρα όμως ο οσμανικός στρατός άρχισε να δέχεται τις πρώτες επιθέσεις του "καπετάν ψωμά" (ή καπετάν πείνα), κατά την ιδιωματική γλώσσα των αγωνιστών του 1821, δηλαδή την έλλειψη τροφίμων. Κατά κακή σύμπτωση το Καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, την Άνοιξη υπήρξαν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα πηγάδια και ρέματα γύρω από το Άργος είχαν στερέψει. Τα δε σταφύλια κάποιων μικρών αμπελώνων ήταν ακόμα άγουρα που προκαλούσαν πυρετούς και δυσεντερίες σε όσους τα έτρωγαν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Δράμαλης άρχισε να σκέπτεται σοβαρά τη διακοπή της εισβολής και την επάνοδο στην Κόρινθο.

Στις 20 Ιουλίου οι Μύλοι Αργολίδας αποτελούν το στρατηγείο των Ελλήνων αγωνιστών πέριξ των οποίων έχουν συρρεύσει τα ελληνικά σώματα ατάκτων. Στο συμβούλιο που ακολουθεί αποφασίζεται ο εγκλωβισμός του εχθρού στην αργολικό κάμπο με αποκλεισμό των στενών των Δερβενακίων και την ισχυρή άμυνα του Αχλαδόκαμπου των Μύλων. Παράλληλα αποφασίζεται η απελευθέρωση των πολιορκημένων του Κάστρου Λάρισα που είχαν αρχίσει να υποφέρουν από ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Άλλωστε ο αντικειμενικός σκοπός για τον οποίο και είχαν εγκλειστεί, δια της ηρωικής αντίστασής τους είχε πετύχει απόλυτα με την καθήλωση του Δράμαλη στο Άργος δίνοντας τον απαιτούμενο χρόνο στρατολόγησης και συγκέντρωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Έτσι το βράδυ στις 23 Ιουλίου διατάζονται κάποια τμήματα να προσβάλουν απ΄ όλες τις πλευρές τον χώρο. Μέσα στη νυκτερινή εκείνη ταραχή ειδοποιημένοι κατάλληλα οι πολιορκημένοι εξήλθαν ασφαλώς και ενώθηκαν με τα ελληνικά τμήματα.

Η καταστροφή του τούρκικου στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να περικυκλώσουν τους Τούρκους και έτσι ο Δράμαλης βρέθηκε αποκλεισμένος στην πεδιάδα της Αργολίδας. Στις 26 Ιουλίου ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει προσωρινά στην Κόρινθο και κινήθηκε προς τα Δερβενάκια, ένα στενό που ενώνει την Αργολική με την Κορινθακή πεδιάδα. Η βασική διάβαση, με βάση το σχέδιο του Θ. Κολοκοτρώνη, φυλαγόταν από τον Αντώνη Κολοκοτρώνη και περίπου 1500 άντρες.

Παράλληλα ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε τοποθετήσει τον Πλαπούτα με περίπου 800 άντρες στο Σχινοχώρι για να φυλάει τη βορειοδυτική έξοδο της Αργολίδας προς τη Στυμφαλία, και τους Νικηταρά – Παπαφλέσσα στο Στεφάνι – Αγιονόρι, με άλλους 800 άντρες για να φυλάνε την τρίτη διάβαση προς την Κλένια.

Οι Τούρκοι της εμπροσθοφυλακής μπήκαν στο στενό πέρασμα και όταν έφτασαν στην έξοδο δέχτηκαν τα πυρά των κρυμμένων Ελλήνων. Λίγοι πέρασαν προς την πεδιάδα της Κουρτέσας και ο κύριος όγκος οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες.

Αφού αυτό το πέρασμα φυλαγόταν καλά από τους Έλληνες, η εμπροσθοφυλακή και το κύριο σώμα στράφηκε προς το δεύτερο κοντινό πέρασμα, αυτό του Άγιου Σώστη, ανατολικά από την κύρια διάβαση. Αυτό το πέρασμα ήταν πολύ ανηφορικό και πιο δύσκολο για τους πεζούς και τα ζώα, αλλά οι Τούρκοι το βρήκαν αφύλακτο και άρχισαν να περνάνε προς την Κουρτέσα, ενώ τα τμήματα του Αντώνη Κολοκοτρώνη τους πλευροκοπούσαν. Εν τω μεταξύ, το σώμα των Νικηταρά – Παπαφλέσσα, το μεσημέρι ειδοποιήθηκε με σήματα καπνού ότι ο Δράμαλης κινείται προς τα Δερβενάκια. Ανασυντάχτηκε και με γρήγορη πορεία έφτασε το απόγευμα στις κορυφές ανατολικά, πάνω από τον Αγιο Σώστη, και είδαν τους Τούρκους που περνούσαν προς την Κουρτέσα. Τότε επιτέθηκαν αμέσως στους Τούρκους που βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά, ανατολικά οι νεοφερμένοι και δυτικά τα τμήματα του Α. Κολοκοτρώνη.

Η μάχη κράτησε μέχρι αργά τη νύχτα και οι Τούρκοι είχαν τρομακτικές απώλειες, σε ανθρώπους, ζώα και υλικά. Όταν σκοτείνιασε, η προσπάθεια των Τούρκων σταμάτησε και γύρισαν στην Τίρυνθα όπου είχαν και πριν το στρατόπεδό τους. Οι απώλειες των Τούρκων και από τις δύο μάχες υπολογίζονται περίπου στους 4.500 νεκρούς (1.500 στα Δερβενάκια και την καταδίωξη προς τον Άγιο Σώστη και περίπου 3.000 στον Άγιο Σώστη). Οι Έλληνες μετά την νίκη τους επέπεσαν στα λάφυρα και το στράτευμα σχεδόν διαλύθηκε.

Στις 28 Ιουλίου ο Δράμαλης ξεκίνησε πάλι από την Τίρυνθα για να δοκιμάσει την τύχη του στην τρίτη διάβαση προς την Κόρινθο, αυτή που περνάει από Προσύμνη, Αγιονόρι, Κλένια. Το σώμα του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα είχε τοποθετηθεί πάλι στο Στεφάνι – Αγιονόρι για τη φύλαξη αυτής της διάβασης.

Ανεβαίνοντας από την Προσύμνη, οι Τούρκοι στράφηκαν πρώτα προς το Στεφάνι κατά του τμήματος του Νικηταρά που πολέμησε υποχωρώντας μπροστά στον όγκο τους μέχρι κοντά στο χωριό. Τότε οι Τούρκοι στράφηκαν ανατολικά και κατευθύνθηκαν προς το Αγιονόρι που στην είσοδο της Κλεισούρας τούς περίμενε το τμήμα του Παπαφλέσσα, ενώ το τμήμα του Νικηταρά τούς κυνηγούσε. Εκεί στην Κλεισούρα έγινε η δεύτερη μεγάλη καταστροφή της τούρκικης στρατιάς. Οι νεκροί Τούρκοι υπολογίζονται σε πάνω από 600 και οι υλικές απώλειες ήταν και πάλι πάρα πολλές και θα ήταν περισσότερες αν και πάλι οι Έλληνες δεν έπεφταν στα λάφυρα σταματώντας την καταδίωξη. Αυτές οι τρεις καθοριστικές μάχες, ουσιαστικά εξουδετέρωσαν τη στρατιά του Δράμαλη και τα υπολείμματά της δεν κατάφεραν να φύγουν ποτέ από την Κόρινθο.

Σύντομα η καταστροφή του Δράμαλη έγινε τραγούδι και θρύλος σε πολλά δημώδη ελληνικά τραγούδια:

Της Ρούμελης οι Μπέηδες και του Μωριά οι λεβέντες
Στο Ντερβενάκι κείτονται κορμιά δίχως κεφάλια...

Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο εμπνευστής, σχεδιαστής και πρωτεργάτης της νίκης. Όταν οι Έλληνες βρίσκονταν σε πανικό και έψαχναν δρόμο διαφυγής, με την επιμονή του και τη δραστηριότητά του κατόρθωσε να συντάξει και να οργανώσει στρατό και με το στρατηγικό του σχέδιο έφθειρε το στρατό του Δράμαλη στον κάμπο του Άργους. Αυτός επέμεινε να ερημώσουν τον τόπο από τα σιτηρά και τα τρόφιμα, ώστε να μη βρίσκει ο Δράμαλης ζωοτροφές. Αυτός επέμεινε να πιάσουν έγκαιρα τα στενά για να τους χτυπήσουν εκεί πιστεύοντας πως ο Δράμαλης δεν θα προχωρούσε βαθύτερα στην Πελοπόννησο, αλλά θα επέστρεφε στην Κόρινθο. Παρόλο που οι άλλες γνώμες στο πολεμικό συμβούλιο ήταν αντίθετες, πήρε επάνω του την ευθύνη εξαναγκάζοντας έτσι την ιστορία να περάσει από το δρόμο που ο ίδιος της άνοιξε.

Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στάθηκε ο οργανωτής και κύριος αυτουργός αυτής της νίκης που έσωσε την επανάσταση και εξασφάλισε την ελευθερία στη νεώτερη Ελλάδα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. κατά περιγραφή του Γάλλου διπλωμάτη στην Πάτρα Φρανσουά Πουκεβίλ
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, τ.21ος, σ.317
  3. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος τ.20ος, σ.98
  4. παρότι τελούσε υπό την προστασία της Βαλιντέ Σουλτάνας, που σημαίνει ότι είχε λάβει σχετική εντολή
  5. κατά ειρωνικό χαρακτηρισμό του στρατηγού Μακρυγιάννη, επειδή όποιοι οπλαρχηγοί και προεστοί από το σινάφι του τον αποκαλούσαν εκλαμπρότατο τους ανταπαντούσε γενναιότατοι!
  6. Στο κάστρο αυτό είχαν αποθηκευτεί πολλά τρόφιμα καθώς και οπλισμός
  7. Κ. Παπαρηγόπουλος σ.91
  8. "εκούσα άκουσα" όπως σημειώνει ο Κ Παπαρρηγόπουλος, σ.91
  9. κακαβούλια =μεταλλικά δοχεία, ως υποτιμητική έκφραση "παλιοτενεκέδες"
  10. Σημειώνεται ότι οι αλαλαγμοί, ο κονιορτός και τα τύμπανα αποτελούν στοιχεία του λεγόμενου ψυχολογικού πολέμου, που εφαρμόζονται και σήμερα κατά περίσταση, όπως π.χ. οι άνδρες των ΜΑΤ που κτυπούν ρυθμικά τα γκλοπς στις ασπίδες τους πριν ή κατά τις εφόδους τους

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.Θ΄, σ.49
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larous Britannica τ.2οος, σ.98 (Δερβενάκια)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larous Britannica τ.21ος, σ.316-317 (Δράμαλης)
  • Κ. Παπαρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τ.7ος, σ.91-95
  • Α. Βακαλόπουλος "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821" Αθήναι 1971, σ. 206-212

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]