Στέμμα της Αραγονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στέμμα της Αραγόνας
Corona d'Aragó
1162-1715

Πρωτεύουσα Σαραγόσα, Βαρκελώνη
Πληθυσμός Το 1479 περίπου 850.000.
Γλώσσες λατινικά, καταλανικά, αραγονικά
Σημερινά κράτη Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία

Tο Στέμμα της Αραγονίας (αραγονικά: Corona d'Aragón, καταλανικά: Corona d'Aragó, λατινικά: Corona Aragonum, ισπανικά: Corona de Aragón) ήταν μια μόνιμη ένωση πολλών τίτλων και κρατών στα χέρια του Βασιλιά της Αραγονίας[1] από το 1162 μέχρι το 1715. Η Αραγωνία έφτασε στην μέγιστη ακμή της τον 14ο και 15ο αιώνα όταν έλεγχε όλο το ανατολικό τμήμα της Ισπανίας: Το Βασίλειο της Αραγονίας, το Βασίλειο της Βαλένθια, η Καταλονία (περιλαμβάνει τη Βόρεια Καταλονία) και των Βαλεαρίδων, το Βασίλειο της Νάπολης, στην Ιταλία, τα νησιά Σικελία, Σαρδηνία και Μάλτα καθώς και το Δουκάτο των Αθηνών, που από τα τέλη του 14ου αιώνα ελεγχόταν από την Καταλανική Εταιρεία. Για σύντομο διάστημα το στέμμα της Αραγωνίας είχε υπό την εξουσία του και το Δουκάτο των Νέων Πατρών στην περιοχή της Ελλάδας. Το στέμμα της Αραγόνας βρέθηκε από το 1517 κι έπειτα να έχει κοινό μονάρχη με το στέμμα της Καστίλης το 1479, θέτοντας έτσι το εδαφικό και πολιτισμικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε σταδιακά η σημερινή Ισπανία.

Το Στέμμα της Αραγωνίας στην μεγαλύτερη έκταση του τη δεκαετία του 1380.[2]

Η γέννησή του εντοπίζεται στην δυναστική ένωση του κόμη της Βαρκελώνης Ραΰμούνδου Βερεγγάριου Δ΄ με την κόρη του βασιλιά της Αραγόνας Ραμίρο του Μοναχού Πετρονίλα το 1137, που κληροδότησαν στον γιο τους Αλφόνσο τα εδάφη που τους ανήκαν. Αυτός, από το 1162[3] υπήρξε ο πρώτος κοινός μονάρχης των εδαφών του Στέμματος υπό τους τίτλους του Βασιλέα της Αραγόνας και του Κόμη της Βαρκελώνης. Οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των εδαφών αυτών ξεπέρασαν την απλή συνύπαρξη κάτω από έναν κοινό μονάρχη και σύντομα εξελίχθηκαν σε μια μεσαιωνική ομοσπονδία μεσαιωνικών κρατών (1319)[4][5] που σεβόταν τις ιδιαιτερότητες κάθε επικράτειας. Όλα τα εδάφη του Στέμματος έφτασαν να διαμορφώσουν μια κοινή εξωτερική πολιτική και διοικητική δομή που αποτελείτο από ένα Κοινοβούλιο, μια Επιτροπή Διακυβέρνησης (Ζενεραλιτάτ) και ένα κοινό σώμα νόμων[4]· το πρόσωπο των μοναρχών του Oίκου της Αραγόνας[6], της δυναστείας των κόμητων της Βαρκελώνης[7], λειτουργούσε ως η ενσάρκωση της ενότητας του Στέμματος. Πάντα ωστόσο ο ανώτερος τίτλος των μοναρχών ήταν αυτός του Βασιλιά της Αραγόνας[8], εξ' ού και πολλάκις ταυτίζεται λανθασμένα το Στέμμα με το Βασίλειο της Αραγόνας. Ο θάνατος του Μαρτίνου του Ανθρώπινου το 1410 αποτέλεσε το τέλος της δυναστείας των κόμητων της Βαρκελώνης και ανέδειξε στον θρόνο την καστιλιανική δυναστεία των Τραστάμαρα.

Η ενσωμάτωση της δυναστείας των κόμητων της Βαρκελώνης στον βασιλικό Οίκο της Αραγόνας (1137-1162)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που ο όρος «Στέμμα της Αραγόνας» δεν εμφανίστηκε νωρίτερα από τον 14ο αιώνα, στην ιστοριογραφία χρησιμοποιείται πολλάκις αναχρονιστικά για λόγους ευκολίας. Η γέννηση του Στέμματος έλαβε χώρα το 1162, έτος κατά το οποίο ο Αλφόνσος ξεκίνησε τη βασιλεία του ως βασιλιάς της Αραγόνας και κόμης της Βαρκελώνης. Εντούτοις τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είχαν γίνει μερικά χρόνια πριν, με τη συμφωνία του γάμου των γονέων του Αλφόνσου, Ραϋμούνδου Βερεγγάριου και της βασίλισσας Πετρονίλας το 1137.

Η μάχη για το θρόνο της Αραγόνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσέγγιση της Κομητείας της Βαρκελώνης με το Βασίλειο της Αραγόνας οφείλεται εξαρχής στον θάνατο άνευ αρρένων διαδόχων του βασιλιά της Αραγόνας και της Παμπλόνας, Αλφόνσου Α΄ το 1134. Στην διαθήκη του όριζε ως διαδόχους του τα μοναστικά τάγματα που δρούσαν στο βασίλειο, μια επιθυμία που σε καμία περίπτωση δεν έγινε αποδεκτή από τους υποτελείς του και προκάλεσε μια περίπλοκη διαδικασία διαδοχής. Από τη μία πλευρά οι αραγονέζοι βαρώνοι ανακήρυξαν διάδοχο τον αδερφό του αποθανούντος, μητροπολίτη Ραμίρο και από την άλλη, οι ναβαρέζοι ευγενείς ανέδειξαν έναν έτερο συγγενή του βασιλιά, τον Γκαρθία Ραμίρεθ. Ο βασιλιάς της Καστίλης Αλφόνσος Ζ΄ υποστήριξε κι αυτός τα δικαιώματά του στον θρόνο ενώ ούτε τα μοναστικά τάγματα ούτε και ο Πάπας, επικυρίαρχος του βασιλείου, έκαναν κάποια κίνηση για να επιβληθούν στο βασίλειο. Η κατάσταση χειροτέρευσε με την επίθεση των Αλμοραβιδών που σε λίγο χρόνο ανακατέκτησαν μεγάλο μέρος των εδαφών που τους είχε στερήσει ο Αλφόνσος Α΄, γνωστός και ως «ο Κατακτητής». Αρχικά ο Ραμίρο επιχείρησε να έρθει σε συμφωνία με τους υπόλοιπους διεκδικητές· η αποτυχία των συνομιλιών επέφερε την οριστική διάσπαση των βασιλείων της Αραγόνας και της Παμπλόνα και τον υποχρέωσε να παντρευτεί με σκοπό να αποκτήσει διάδοχο, παρά την ιερατική του ιδιότητα. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτική για τους αραγονέζους γέννηση της μοναδικής του κόρης, Πετρονίλας, το 1136. Αντίθετα με την Καστίλη, στην Αραγόνα δεν ήταν δυνατό να κυβερνήσει μια γυναίκα παρά μονάχα να μεταβιβάσει τα δυναστικά δικαιώματα. Πρώτη επιλογή για γάμο ήταν ο γιος του βασιλιά της Καστίλης αλλά η διαδικασία δεν προχώρησε λόγω του φόβου των αραγονέζων ευγενών να υποταχθούν στην ισχυρή Καστίλη.

Ο γάμος με τον Κόμη της Βαρκελώνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν τέλει, στις 11 Αυγούστου του 1137, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Αλφόνσου Α΄ της Αραγόνας και της Παμπλόνα, ο βασιλιάς Ραμίρο ο Μοναχός συμφώνησε το γάμο της κόρης του με τον κόμη της Βαρκελώνης Ραΰμούνδο Βερεγγάριο Δ΄. Δια μέσω μιας σειράς εγγράφων, ο Ραμίρο μεταβίβασε στον Κόμη την εξουσία (potestas), μετατρέποντάς τον γενικό κυβερνήτη και στρατιωτικό διοικητή, κύριο των ευγενών του βασιλείου. Παράλληλα του μεταβίβασε την κόρη του μαζί με το βασίλειό της και όχι απευθείας το βασίλειο. Ο ίδιος ο Ραϋμούνδος θα γινόταν κύριος του βασιλείου μόνο σε περίπτωση που η Πετρονίλα πέθαινε. Δεδομένου ότι αυτό ποτέ δεν συνέβη, το βασίλειο υπήρξε αποκλειστικά ιδιοκτησία της συζύγου του. Ο Ραμίρος δεν μπόρεσε να μεταβιβάσει στον Ραϋμούνδο ούτε τις βασιλικές γαίες διότι από νόμο, αυτές μεταβιβάζονταν μονάχα σε μέλη της βασιλικής οικογένειας, μια ιδιότητα που ποτέ δεν απέκτησε ο Κόμης, που ακόμη και μετά τον θάνατο του αραγονέζου μονάρχη ποτέ δεν έφερε τον τίτλο του βασιλιά παρά μονάχα αυτόν του πρίγκιπα. Με την ολοκλήρωση των διαδικασιών, ο Ραμίρο αποσύρθηκε εκ νέου στη μοναστική ζωή.

Ο Ραϋμούνδος Βερεγγάριος εφάρμοσε μια πολιτική συμφιλίωσης με όλες τις πλευρές που είχαν εμπλακεί στο ζήτημα της αραγονικής διαδοχής. Ξεκίνησε συνομιλίες με τον Πάπα περί των δικαιωμάτων των ταγμάτων στην Αραγόνα και συμμετείχε στην σταυροφορία του Αλφόνσου Ζ΄ εναντίον της μουσουλμανικής Αλμερίας το 1147. Το 1151 υπέγραψε με τον καστιλιανό μονάρχη την συνθήκη του Τουδιγιέν που καθόριζε τα όρια εξάπλωσης των δύο δυνάμεων, του δημιουργούμενου Στέμματος και της Καστίλης εις βάρος της Αλ-Άνταλους. Η σύμπραξη αραγονέζων και Καταλανών έδωσε νέο αέρα στην κατάκτηση των συνοριακών με το Στέμμα μουσουλμανικών βασιλείων τάιφα: τα Εμιράτα της Τορτόζα (1148) και της Αλ-Λαρίδα (1149) κατακτήθηκαν οριστικά ενώ επανακτήθηκαν όσα εδάφη είχαν στερήσει οι Αλμοραβίδες από την Αραγόνα μετά τον θάνατο του Αλφόνσου Α΄. Οι κατακτήσεις αυτές συνοδεύτηκαν με ένα ισχυρό πρόγραμμα εποικισμού των νέων εδαφών της Νέας Καταλονίας, όπου έδρασε και το τάγμα του Κίστερ με την ανέγερση σημαντικών ναών όπως το Πομπλέτ, το Σάντες Κρέους και την Μπαλβόνα δε λες Μόνζες.

Ο Ραϋμούνδος Βερεγγάριος πέθανε ξαφνικά στο Μπόργκο Σαν Νταλμάτσο στις 7 Αυγούστου 1162· άφησε στον πρωτότοκο γιο του όλα τα εδάφη και τις τιμές που του ήρμοζαν στην Καταλονία και την Αραγόνα, με εξαίρεση την Κομητεία της Σερδάνια που δόθηκε στον δευτετότοκό του γιο πάντα υπό την επικυριαρχία του πρώτου.[9]

Η Κληρονομιά του Αλφόνσου Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γιος των δύο ηγεμόνων, Αλφόνσος, έλαβε από τους γονείς του ένα σύνολο αρκετά διαφοροποιημένων εδαφών το 1162. Από τη μία το Βασίλειο της Αραγόνας είχε γεννηθεί ως αναπόσπαστο κομμάτι του Βασιλείου της Παμπλόνα όταν μέλη της βασιλικής του οικογένειας είχαν μεταφερθεί ανατολικά και δηλώνοντας υποταγή στον Πάπα ίδρυσαν το βασίλειό τους στις τέως κομητείες της Αραγόνας, της Ριβαγόρσα και του Σοβράρβε. Από την άλλη, ο κόμης της Βαρκελώνης ήταν επικυρίαρχος διαφόρων κομητειών στη σημερινή Καταλονία, που όπως και η Αραγόνα, είχαν ψάξει στην προστασία του Πάπα την ελευθερία τους από τα φεουδαρχικά δεσμά τους με το Φραγκικό Βασίλειο.

Όπως συμπεραίνει ο ιστορικός Σαντιάγο Σοβρεκές, μόνο μετά το 1162 ο γιος του κόμη της Βαρκελώνης και της Πετρονίλας κληρονόμησε τις δύο κρατικές οντότητες με πλήρη δικαιώματα.[1] Αυτό αποδεικνύεται από τα έγγραφα: Ego Ildefonsus, gratia Dei rex Aragonensis et comes Barchinonensis, filius qui fui domini venerabilis Raimundi Berengari, comitis Barchinonensis et principis Aragonensis et uxoris eius, Aragonensis regine· στις 24 Φεβρουαρίου 1163 ανακηρύχθηκε δημόσια Κόμης της Βαρκελώνης. Από την πλευρά του, ο ιστορικός Αντόνιο Ουβιέτο προσθέτει πως τον επόμενο χρόνο, στις 18 Ιουνίου 1164, η μητέρα του παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της στον αραγονικό θρόνο για χάρη του Αλφόνσου που ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Αραγόνας στις 11 Νοεμβρίου 1164 στη Σαραγόσα.[10] Το νεαρό της ηλικίας του ωστόσο δεν του επέτρεψε να αναλάβει την εξουσία της κληρονομιάς του μέχρι το 1174.

Απόδειξη της απουσίας οποιασδήποτε ιδέας περί ενότητας των εδαφών των βασιλέων της Αραγόνας και κόμητων της Βαρκελώνης και παράλληλα, θεώρησής τους ως προσωπική περιουσία είναι τα ίδια τα λόγια και οι πράξεις τους. Ο Αλφόνσος αναφέρεται στα εδάφη που του ανήκουν ως «γη μου»· στη συνέχεια ο Ιάκωβος Α΄ με τον διαμοιρασμό των εδαφών του μεταξύ των δύο γιων του αποδεικνύει εκ νέου την παραπάνω θέση.[11] Θα πρέπει να φτάσουμε στην βασιλεία του Ιάκωβου του Δίκαιου (1267-1327) για να βρούμε τον όρο «Στέμμα της Αραγόνας» που με τους «Όρκους Ένωσης» (Juraments d'Unió) ανάγει την αδιαιρετότητα του Στέμματος σε πρωταρχικό δόγμα της μοναρχίας. Τότε και μέχρι το 1715 τα τρία βασικά και αδιαίρετα μέλη του Στέμματος είναι η Καταλονία, η Αραγόνα και το Βασίλειο της Βαλένθια μαζί με το Βασίλειο της Μαγιόρκα που επανεντάχθηκε οριστικά στο Στέμμα το 1344.

Η γέννηση της Καταλονίας και το Βασίλειο της Αραγόνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έναρξη της βασιλείας του Αλφόνσου οι δύο κρατικές οντότητες που απάρτιζαν το Στέμμα κυβερνιόνταν για πρώτη φορά από έναν κοινό μονάρχη. Τα δύο εδαφικά σύνολα αποτελούσαν δύο αρκετά διακριτά σώματα, τόσο όσον αφορά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική τους δομή όσο και την νομική τους παράδοση και την γλωσσική και πολιτισμική τους ταυτότητα. Αυτή η ετερογένεια διέκρινε και το εσωτερικό τους, όντας τα ίδια ένα σύνολο πόλεων, φεουδαρχικών κτήσεων ευγενών και εκκλησιαστικών ιδιοκτησιών. Προτεραιότητα του Αλφόνσου ήταν να μειώσει την εσωτερική τους ετερογένεια και να ισχυροποιήσει τα δεσμά μεταξύ των δύο με βάση την μοναρχία. Πράγματι, μόνο ο βασιλιάς και οι σύμβουλοί του ήταν κοινοί και για την Αραγόνα και για την Κομητεία· όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι και θεσμοί ήταν διαφορετικοί για το κάθε μέρος. Αυτή η τάση φαίνεται και στην αλλαγή των τίτλων του μονάρχη: από «βασιλιάς των Αραγονέζων» και «βαρκελωνέζος κόμης» έγινε «βασιλιάς της Αραγόνας» και «κόμης της Βαρκελώνης».

Το 1170 κατέλαβε το Κάσπε, εποίκισε το Τερουέλ και το 1177 απελευθέρωσε από τα δεσμά υποτέλειας στους βασιλείς της Καστίλης το βασίλειο της Σαραγόσα. Με αυτόν τον τρόπο το σύνολο των εδαφών του βασιλείου της Αραγόνας μπόρεσε να αποκτήσει μια στοιβαρή ταυτότητα, ανάλογη των υπόλοιπων μεσαιωνικών βασιλείων.[12]

Από την άλλη, ενσωματώθηκαν στις κτήσεις του Αλφόνσου η κομητεία του Ροσελιό και η κομητεία του Κάτω Παλιάρς το 1172 και το 1192 αντίστοιχα. Ήδη ο αραγονέζος μονάρχης κατείχε τις κομητείες της Βαρκελώνης, της Ζιρόνα, της Οζόνα, της Μανρέζα, της Μπεζαλού, της Σερδάνια, της Μπέργα και του Κονφλέν, μαζί με τις μαρκίες της Τορτόζα και της Λιέιδα. Όλα αυτά τα κρατίδια συμπεριλήφθηκαν τότε για πρώτη φορά στον συλλογικό νομικό όρο «Καταλονία»[12] που ορίστηκε ως «η γη που εκτείνεται από το Σάλσες (σημερινό Salses-le-Château στο Ρουσιγιόν) μέχρι την Τορτόζα» («de Salsis usque Dertusam et Ilerdam cim suis finibus»).[12] Δεν χαρακτηρίστηκε συλλογικά με κανέναν άλλο φεουδαρχικό τίτλο όπως πριγκιπάτο, κομητεία ή δουκάτο, παρά χρησιμοποιείτο πλέον είτε το όνομα Καταλονία είτε αυτό της σημαντικότερης κομητείας της περιοχής, αυτής της Βαρκελώνης. Η νομική, πολιτική και πολιτισμική σύγκλιση των παραπάνω κρατιδίων επετεύχθη με τη θέσπιση μεταξύ του 1170 και του 1195 των τριών νομοθετικών σωμάτων που πολλάκις αναφέρονται ως «τα τρία μνημεία της καταλανικής πολιτικής ταυτότητας»,[13] τα Usatici Barchinonae, το Liber domini regis και το Gesta Comitum Barchinonensium που δίνουν μια τελική μορφή στην Καταλονία ως ένα μεσαιωνικό βασίλειο με κοινούς νόμους, ενοποιημένη νομοθεσία και κοινές πολιτισμικές αναφορές. Η οριστική διαμόρφωση της Καταλονίας ως ένα μεσαιωνικό κράτος επιβεβαιώνεται και από την εμφάνιση του όρου Cathalonia,[12] τον οποίο ποτέ δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Ραΰμούνδος Βερεγγάριος Δ΄. Αιτία της διεύρυνσης της χρήσης του όρου αυτού είναι η ανάγκη να δηλώνεται η ξεχωριστή εθνική καταγωγή των ευγενών του βασιλικού συμβουλίου (γι' αυτό και η αναφορά «cum consilio et voluntate baronum curie mee, scilicet, Catalanorum et Aragonensium») και η νέα διοικητική πραγματικότητα έναντι της παλαιάς (Καταλονία αντί για Κομητεία της Βαρκελώνης).[14]

Δύο ημερομηνίες συμβολίζουν τη διαμόρφωση της Καταλονίας το 1173. Από τη μία το 1173 είναι το έτος έκδοσεις των συγκεντρωμένων νόμων της Βαρκελώνης γνωστών ως Usatges de Barcelona με σκοπό να γίνουν ο κοινός νομικός κώδικας της Καταλονίας.[14] Το ίδιο έτος ο Αλφόνσος Β΄ συγκεντρώνει το νομικό συμβούλιο, γνωστό ως «συγκέντρωση της Ειρήνης και Ανακωχής του Θεού», αρχικά ένα μέσο της εκκλησίας για να προστατεύει τους αδύνατους χωρικούς από του φεουδάρχες, και το μετατρέπει σε όργανο ελέγχου των φεουδαρχών από την μοναρχία. Τότε συμφωνήθηκε ο βασιλιάς να έχει τη δυνατότητα να συγκαλεί τους επικεφαλής των μεγάλων φεουδαρχικών οικογενειών της Καταλονίας (όπως του Καβρέρα, Μονκάδα και Καρδόνα) και να τιμωρεί οποιονδήποτε αντιτασσόταν στη βούλησή του.[14]

Με σκοπό την εφαρμογή της βασιλικής εξουσίας στο νέο αυτό πολιτικό σύνολο που ονομάστηκε Καταλονία, ο μονάρχης ίδρυσε μια νέα διοικητική δομή, τις vegueries (εν. vegueria), επικεφαλής των οποίων ορίζετο από το βασιλιά κάποιο πρόσωπο δίχως οικογενειακές διασυνδέσεις με τους ευγενείς. Παράλληλα, ο veguer είχε πλήρη δικαστική, στρατιωτική και φορολογική εξουσία.

Το δεύτερο συμβολικό έτος για τη γέννεση της Καταλονίας ήταν το 1180, όταν η καγκελαρία της Βαρκελώνης έπαψε να χρονολογεί τα έγγραφά της βάσει του έτους βασιλείας των φράγκων βασιλέων, που ίσχυε από την κατάκτηση της Γοτθίας το 805 από τον Καρλομάγνο.[14] Το τρίτο συμβολικό έτος υπήρξε το 1194 κατά το οποίο συντάχθηκε το Liber domini regis, συλλογή που βάσει των ευγενικών οίκων και των κάστρων, έκανε λεπτομερή αναφορά στις συμφωνίες μεταξύ των κόμητων της Βαρκελώνης και των ευγενών σε βάθος δύο αιώνων. Έτσι ο βασιλιάς είχε ένα ακόμη νομικό εργαλείο στα χέρια του.

Το τέλος της αραγονικής επιρροής στην Οξιτανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κομητεία της Βαρκελώνης είχε παραδοσιακά διατηρήσει ιδιαίτερους δεσμούς με τα οξιτανικά εδάφη. Ο Ραϋμούνδος Βερεγγάριος Δ΄ συνέχισε την βαρκελωνική ηγεμονία στην περιοχή παρέσχοντας βοήθεια στον ανιψιό του, Ραϋμούνδο Βερεγγάριο Γ΄ της Προβηγκίας, επανέλαβε την υποταγή του Οίκου των Τρενκαβέλ και απομόνωσε διπλωματικά την Κομητεία της Τουλούζης μέσω μιας ευρείας συμμαχίας με διάφορες οξιτανικές πόλεις. Επί Αλφόνσου Β΄ το Στέμμα έφτασε στο σημείο να ενσωματώσει απόλυτα την Κομητεία της Προβηγκίας το 1166, συμπεριλαμβανομένων και μερικών ακόμη περιφερειακών εδαφών όπως το Μιγιώ και τη Γκαβαλντά. Το 1176, μετά από δεκαετίες αντιδικιών με την Κομητεία της Τουλούζης, υπεγράφη μια συνθήκη ειρήνης βάσει της οποίας ορίζονταν τα σύνορα της Κομητείας με την Προβηγκία και οι αραγονέζοι μονάρχες αποποιούντο από κάθε δικαίωμά τους στο Λενγκαντόκ (Καρκασόν, Μπεζιέ, Άγκντ και Νιμ) που εντάχθηκαν στην φεουδαρχική επικράτεια της Τουλούζης.[15]

Η ειρήνη στην Οξιτανία διαταράχθηκε με την επέκταση του Καθαρισμού. Παρότι αρχικά οι κόμητες της Τουλούζης εναντιώθηκαν στους αιρετικούς, εν τέλει δεν κατάφεραν να ξεριζώσουν την αίρεση που απέκτησε ισχυρά αιρίσματα σε ευγενείς όπως τους Τρενκαβέλ. Οι τελευταίοι ζήτησαν κι έλαβαν την βοήθεια του Αλφόνσου που αποσκοπούσε στην επέκταση της επιρροής του στο Λενγκαντόκ. Εν τούτοις, ο θάνατος του αραγονέζου μονάρχη και του αντιπάλου του, Ραϋμούνδου Ε΄ της Τουλούζης έθεσαν τέλος στις εχθροπραξίες. Ο νέος βασιλιάς, Πέτρος ο Καθολικός, σύνηψε συμμαχία με την Τουλούζη. Όταν ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα εναντίον των Καθαρών και ζήτησε την συνδρομή των ευγενών από τη Γαλλία και τη Βουργουνδία, η άρνηση του κόμη της Τουλούζης να συνδράμει στη σταυροφορία και η αναγκαστική βοήθεια που ήταν αναγκασμένος να παράσχει ο Πέτρος στους οξιτανούς υπηκόους του οδήγησε στην αραγονική ήττα στη μάχη του Μυρέ το 1213 που σήμανε το τέλος των αραγονικών βλέψεων στην Οξιτανία.

Η εδαφική επέκταση στην Μεσόγειο και την Ιβηρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 13ος και 14ος αιώνας αποτελούν την περίοδο της εδαφικής επέκτασης του Στέμματος στη Μεσόγειο και την Ιβηρική. Οι τρεις βασιλείς, Ιάκωβος Α΄ ο Κατακτητής, Πέτρος ο Μέγας και Αλφόνσος Δ΄, τα καταλανικά, κατά κύριο λόγο, και αραγονικά στρατεύματα κατέκτησαν και εποίκισαν τις Βαλεαρίδες, την Βαλενθιανική Χώρα και μερικώς τη Μούρθια.

Αυτή η περίοδος έπέφερε μεγάλα κέρδη που ωστόσο μοιράστηκαν άνισα. Παράλληλα, η αγροτική παραγωγή έφτασε πρωτόγνωρα επίπεδα και το καταλανικό εμπόριο έγινε ο κύριος μοχλός ανάπτυξης του Στέμματος. Σε πολιτικό επίπεδο επετεύχθη μια πρωτοφανής ωρίμανση των θεσμών ενώ η κουλτούρα στα καταλανικά έφερε τους πρώτους της καρπούς.

Κατάκτηση της Μαγιόρκα και της Βαλένθια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάκτηση της Μαγιόρκα πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα καταλανών ευγενών υπό την ηγεσία του Ιάκωβου Α΄. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1229 ο καταλανικός στόλος απέπλευσε από το Καμπρίλς, το Σαλόου και την Ταραγόνα[16]· μέχρι τον Δεκέμβριο η Μαγιόρκα είχε κατακτηθεί, δίνοντας αφορμή στον επικοισμό της νήσου με καταλανούς χωρικούς από το Ενπορδά. Από την άλλη, η περιοχή της Βαλενθιανικής Χώρας κατακτήθηκε μεταξύ 1232 και 1238.

Ενσωμάτωση της Σικελίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γάμος του Πέτρου του Μέγα της Αραγόνας με την Κωνστάντια Χοχενστάουφεν, πριγκίπισσα της Σικελίας μέλος του ομώνυμου αυτοκρατορικού οίκου που κυβερνούσε τη Σικελία έδωσε αφορμή στον αραγονέζο βασιλιά, με τη βοήθεια των βυζαντινών κατασκόπων και χρημάτων του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου να εκμεταλλευθεί την εξέγερση των σικελιανών και να ενσωματώσει την Σικελία.

Εδάφη του Στέμματος της Αραγόνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βασίλειο της Αραγόνας (1137-1710)
  • Πριγκιπάτο της Καταλονίας (1137-1714)
  • Κομητεία της Προβηγκίας
  • Κομητεία της Νίκαιας
  • Κομητεία του Γκαβαλντά
  • Βαρωνία του Ομελαδές
  • Υποκομητεία του Καρλάτ
  • Υποκομητεία του Μιγιώ
  • Κομητεία της Αβινιόν
  • Βασίλειο της Βαλένθια (1239-1707)
  • Βασίλειο της Μαγιόρκα (1231-1715)
  • Κομητείες του Ροσελιό, του Κονφλέν και της Σερδάνια (1137-1649)
  • Ανδόρα (σύντομη ενσωμάτωση στο Στέμμα το 1396 και το 1512)
  • Βασίλειο της Νάπολης
  • Κορσική
  • Βασίλειο της Σαρδηνίας
  • Βασίλειο της Σικελίας
  • Δουκάτο της Νεοπάτριας (1319-1390)
  • Δουκάτο της Αθήνας (1318-1388)
  • Κομητεία των Σαλώνων
  • Κυριότητα της Αίγινας
  • Γκέρμπα
  • Κομητεία της Μάλτας
  • Βασίλειο της Ναβάρας (1512-1515)
  • Βασίλειο της Μούρθια

Υποτελείς οξιτανικές κομητείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κομητεία της Τουλούζης
  • Κομητεία του Βεναΐσίν
  • Κομητεία της Νίκαιας
  • Κομητεία του Κάρσι
  • Κομητεία του Ντιουά
  • Κομητεία του Γκαπ
  • Κομητεία του Φορκαλκιέ
  • Κομητεία του Εμπρούν
  • Κομητεία της Αουρένζα
  • Κομητεία της Καρκασόν
  • Κομητεία του Ραζέ
  • Κομητεία του Φουά
  • Κομητεία του Αλμπί
  • Κομητεία της Λοδέβα
  • Κομητεία της Μπιγόρα
  • Κομητεία του Ροντέ
  • Κομητεία του Κομάνζ
  • Κομητεία του Βαλεντινουά
  • Κομητεία του Βιβαρέ
  • Κομητεία του Αζάν
  • Υποκομητεία του Μπεζιέ
  • Υποκομητεία του Μπεάρν
  • Υποκομητεία του Γκαμπαρέ
  • Υποκομητεία του Μπρουλιές
  • Υποκομητεία του Κοζεράν
  • Υποκομητεία του Μαρσάν
  • Υποκομητεία της Ναρμπόν
  • Υποκομητεία της Μασσαλίας
  • Μαρκία της Μπούσκα (Πεδεμόντιο)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Història de Catalunya, Ferran Soldevila i Zubiburu., Editorial Alpha, 1963, σελ.. 160-165.
  2. Original Aragonese Empire extension map on "A History of Aragon and Catalonia" by H. J. Chaytor
  3. Sobrequés 2009: 56.
  4. 4,0 4,1 Sesma 2000: 14.
  5. Sobrequés 2009: 321.
  6. Ferran Soldevila: Història de Catalunya, Volum 1, cap. VII, σελ. 161.
  7. Llibre dels feyts de Jaume I: «Car uostre linyatge el Comte de Barçalona per nom, ha feyt aquest nostre linyatge»
  8. «Ordinacions fetes per lo Senyor en Pere terç rey dArago». Colección de documentos inéditos del Archivo de la Corona de Aragón, Vol. 5; pàg 271; Pròsper de Bofarull i Mascaró
  9. Cingolani, Stefano Maria. Les Gesta Comitum Barchinonensium (versió primitiva), la Brevis Historia i altres textos de Ripoll. Universitat de València, 2012, p.110. ISBN 8437070864.
  10. Cingolani, Stefano Maria. Les Gesta Comitum Barchinonensium (versió primitiva), la Brevis Historia i altres textos de Ripoll. Universitat de València, 2012, p. 118. ISBN 8437070864.
  11. Montaner Frutos, Alberto; El Señal del rey de Aragón; pàg. 54
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Sesma 2000: 60.
  13. Cingolani, Stefano Maria: «Seguir les vestígies dels antecessors». ANUARIO DE ESTUDIOS MEDIEVALES 36/1, enero-junio de 2006, pp. 201-240
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Sesma 2000: 62.
  15. R. d'Abadal: "La dominació de la casa comtal de Barcelona sobre el Migdia de França". A: R. d'Abadal. Dels visigots als catalans (vol. II, pàg. 281-310). Barcelona: Edicions 62, 1970.
  16. Francesch Rodón i Oller, Fets de la Marina de guerra catalana

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hinojosa Montalvo, José. «Jaime II y las instituciones». A: Jaime II y el esplendor de la Corona de Aragón. Editorial NEREA, 2006. ISBN 8489569991.
  • Lalinde i Abadia, Jesús. «Las Cortes y Parlamentos en los reinos y tierras del rey de Aragón». A: Aragón: historia y cortes de un reino. Zaragoza: Zaragoza : Cortes de Aragón : Ayuntamiento, 1991. ISBN 84-86807-64-6.
  • Sesma Muñoz, José Angel. La Corona de Aragón. Una introducción crítica. Zaragoza: Caja de la Inmaculada, 2000 (Colección Mariano de Pano y Ruata - Dir. Guillermo Fatás Cabeza). ISBN 84-95306-80-8.
  • Sobrequés i Callicó, Jaume. «Corona d'Aragó, Reial Corona d'Aragó, Corona Reial d'Aragó i Casa d'Aragó, en el llenguatge polític del segle XV». A: Estudis d'Història de Catalunya (Edat Mitjana · Edat Moderna · El Pactisme). Editorial Base, 2009. ISBN 978-84-92437-19-1.
  • Ubieto Arteta, Antonio. Creación y desarrollo de la Corona de Aragón, 1987. ISBN 84-7013-227-X. (castellà)
  • Udina Martorell, Frederic. Documents cabdals de la història de Catalunya. Vol. I. Enciclopèdia Catalana, 1985. ISBN 84-85194-58-6.