Αλ-Άνταλους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°N 4°W / 37°N 4°W / 37; -4 Η Αλ-Άνταλους, γνωστή και ως μουσουλμανική Ισπανία ή ισλαμική Ιβηρία, ήταν μία μεσαιωνική μουσουλμανική εδαφική και πολιτιστική επικράτεια, η οποία στο αποκορύφωμά της καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Ισπανίας και Πορτογαλίας. Ο όρος περιγράφει συλλογικά τις περιοχές της χερσονήσου της Ιβηρικής και της πρώην βησιγοτθικής επαρχίας της Σεπτιμανίας, που βρέθηκε υπό την εξουσία των μουσουλμάνων από την έναρξη της κατάκτησης του Βησιγοτθικού Βασιλείου, το 711, μέχρι την οριστική κατάλυση του Εμιράτου της Γρανάδας, το 1492.

Ισπανία

Έμβλημα της Ισπανίας

Προϊστορική Ιβηρία
Αρχαία Ιβηρία

Μεσαιωνική Ισπανία

Νεότερη εποχή

Σύγχρονη εποχή

Θέματα
Οικονομική Ιστορία
Στρατιωτική Ιστορία

Μετά την αρχική κατάκτηση η Αλ-Άνταλους εντάχθηκε στην επαρχία της βόρειας Αφρικής του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών, για να μετατραπεί στη συνέχεια στο Εμιράτο της Κόρδοβας και εντέλει στο (ανεξάρτητο από το αββασιδικό Χαλιφάτο της Βαγδάτης) Χαλιφάτο της Κόρδοβας. Το 1031 το Χαλιφάτο της Κόρδοβας διασπάστηκε σε μικρά βασίλεια, τα λεγόμενα βασίλεια τάιφα· έκτοτε, την ενότητα στην Αλ-Άνταλους προσπάθησαν να επαναφέρουν αρχικά οι Αλμοραβίδες (1086-1144) και στη συνέχεια οι Αλμοάδες (1145-1212). Η αποτυχία της επανασύστασης συγκεντρωτικού κράτους, υπό από την πίεση των χριστιανών του βορρά και εν μέσω πολλών διασπαστικών κινημάτων, περιόρισε τη μουσουλμανική επικράτεια στη σημερινή νοτιοανατολική Ανδαλουσία, όπου μεταξύ 1238 και 1492 επέζησε το αποδυναμωμένο ναζαρικό Εμιράτο της Γρανάδας.

Γενικά οι Άραβες κατάφεραν να διασπάσουν την οποιαδήποτε συνέχεια μεταξύ του Βησιγοτθικού Βασιλείου και της κατεξοχήν μεσαιωνικής Ιβηρικής. Επέβαλαν μια κοινωνική οργάνωση χαρακτηριστική του παραδοσιακού «ανατολίτικου δεσποτισμού» που βασιζόταν σε ανελεύθερους στρατιώτες και σε φυλετικές και οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των κεφαλών των οικογενειών.[1] Πολιτισμικά οι κατακτημένοι αφομοιώθηκαν και οι γλώσσες τους δεν επιβίωσαν[2] παρά μόνο στην εξορία τους στα χριστιανικά βασίλεια του βορρά. Οι λεγόμενοι Μοζάραβες, χριστιανοί κάτοικοι της Αλ-Άνταλους, πραγματικοί φορείς της ύστερης γοτθικής κουλτούρας και ομιλητές μιας δικής τους νεολατινικής γλώσσας, κατάφεραν να επηρεάσουν ως ένα σημείο το Βασίλειο των Αστουριών και της Λεόν, μέχρι την επιβολή του γαλλικού μοναστικισμού και της καθολικής ορθοδοξίας κατά τον 11ο αιώνα.[3]

Ο αραβικός πολιτισμός της Αλ-Άνταλους αποτέλεσε ένα αυθεντικό πολιτισμικό ιδίωμα, που άφησε πίσω του σημαντικά έργα στη λογοτεχνία, την φιλολογία, την αρχιτεκτονική και την καλλιέργεια του εδάφους, που ξεπερνούσε κατά πολύ το αντίστοιχο πολιτισμικό επίπεδο της χριστιανικής Δύσης.[4] Εν τούτοις, το ποσοστό επιρροής του αραβικού πολιτισμού στον ευρύτερο χριστιανικό του βορρά, και η προβολή του στο σύγχρονο ισπανικό και πορτογαλικό πολιτισμό, υπήρξε μηδαμινός.[5] Παρότι τα σύνορα σε καμία περίπτωση δεν ήταν κλειστά και τα χριστιανικά βασίλεια είχαν υιοθετήσει ορισμένες πρακτικές των μουσουλμάνων κυρίως όσον αφορά τον πόλεμο, οι διαφορές τους υπήρξαν αγεφύρωτες. Η γειτνίαση με την Αλ-Άνταλους είναι μάλλον ο κύριος παράγοντας που διαμόρφωσε τα μεσαιωνικά και πρώιμα νεότερα βασίλεια της Ιβηρικής.[6]

Πέραν των μοζαράβων, στην Αλ-Άνταλους διέμεναν άλλες δύο κοινότητες: οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι. Η συνύπαρξή τους πέρασε διάφορες φάσεις, σίγουρα ωστόσο δεν είναι ορθή η ρομαντική εικόνα αρμονική συμβίωσης που συνήθως παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό της Αλ-Άνταλους.[7] Η έτερη εθνική κοινότητα που συνέβαλε τα μέγιστα στην αρχική κατάκτηση, οι Βέρβεροι, επιβίωσαν ως διακριτή ομάδα μέχρι τα τέλη του 9ου αιώνα, όταν και μάλλον μετανάστευσαν στο Μαχρέμπ.[8]

Η κατάκτησή μουσουλμανικών εδαφών από τα χριστιανικά στρατεύματα συνήθως σήμαινε τον διωγμό των μη χριστιανών, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ήταν αναγκαία η παρουσία τους για την οικονομική σταθερότητα των εδαφών. Επομένως, η καστιλιανική κατάκτηση του Εμιράτου της Γρανάδας στα τέλη του 15ου αιώνα σήμαινε την οριστική έξοδο μεγάλου αριθμού Εβραίων. Αντίθετα, οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί παρέμειναν στην Ιβηρική για έναν αιώνα ακόμη, όταν το 1614 αποφασίστηκε η οριστική απέλασή τους.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες γύρω από το όνομα Αλ-Άνταλους. Οι κυριότερες είναι τρεις:

  • Σύμφωνα με την πρώτη, ανάγεται στο Vandalicia, χώρα των Βανδάλων. Παρότι παραδοσιακά θεωρείτο η πιο αποδεκτή, πλέον δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε από φιλολογικά ούτε από αρχαιολογικά ευρήματα.
  • Κατά τη δεύτερη εκδοχή, η λέξη εξηγείται ως «Landa-hlauts», στα γοτθικά «γη του κλήρου»[9] και ανάγεται στη βησιγοτθική πρακτική του διαμοιρασμού των εδαφών βάσει κλήρου. Το 2004 ο ιστορικός Rafael Sabio González[10] αναδιατύπωσε αυτή την θεωρία, υποστηρίζοντας ότι οι Βησιγότθοι, αναφερόμενοι στην «Landa-hlauts», σε αντίθεση με τη χρήση του όρου Σπανία από τους Βυζαντινούς, περιλάμβαναν όλη την επικράτεια του βασιλείου τους. Οι Άραβες, εκ των πραγμάτων συνεχιστές του κράτους των Βησιγότθων, συνέχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο, διατηρώντας την πολιτική του σημασία. Εξ ού και το φαινόμενο της αποκλειστικής ταύτισης της Αλ-Άνταλους με τη μουσουλμανική επικράτεια και όχι με τη χριστιανική «Ισπανία».
  • Η τρίτη θέση, που έχει σήμερα τη μεγαλύτερη απήχηση[11], υποστηρίζει ότι το «Αλ-Άνταλους» προέρχεται από την ελληνική λέξη Ατλαντίς ή τη λατινική παραλλαγή της, Atlanticum. Ο φιλόλογος Joaquín Vallvé Bermejo[12] υποστήριξε ότι το Αλ-Άνταλους ανάγεται στην αραβική φράση Jazirat al-Andalus, που σημαίνει νησί ή χερσόνησος του Ατλαντικού ή της Ατλαντίδας, που θα ταυτιζόταν με την Ιβηρική χερσόνησο. Σύμφωνα με αυτόν τον μελετητή, ο μύθος της Ατλαντίδας του Πλάτωνα είχε διαδοθεί στον αραβικό κόσμο πριν από την γέννηση του Ισλάμ τον 7ο αιώνα, όπως αποδεικνύει η προϊσλαμική ποίηση που έχει αναφορές σε κάποια αλ-Άνταλους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσουλμανική κατάκτηση της Ιβηρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 711 μουσουλμανικά στρατεύματα που αριθμούσαν μάλλον 2500 άνδρες, με επικεφαλής τον Ταρίκ ιμπν Ζιγιάντ, τοποτηρητή του κυβερνήτη της Ιφρικίγια, Μούσα ιμπν Νουσαΐρ, αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Αλχεθίρας. Μεταξύ 711 και 721,κατέλυσαν το Βησιγοτθικό Βασίλειο, που μετά την ήττα στο Γουαδαλέτε, τον θάνατο του βασιλιά Ροδερίχου και την κατάκτηση του νευραλγικού του κέντρου και πρωτεύουσας, Τολέδο, κατέρρευσε. Η κατάκτηση προχώρησε σε τρία στάδια: πρώτα κατελήφθη ο νότος, από όπου κατέφθαναν ανά καιρούς ενισχύσεις από το Χαλιφάτο της Δαμασκού, έπειτα το κέντρο και τα βορειοδυτικά, με τους σημαντικούς αστικούς πυρήνες της Μέριδας, του Τολέδο και του Λούγο, και τέλος το εναπομείναν βησιγοτθικό κράτος υπό τον εξεγερμένο βασιλιά Άγιλα Β΄ στη σημερινή Καταλονία και Λανγκντόκ.

Ο πολύ μικρός αριθμός των μουσουλμανικών, στην πλειοψηφία τους βερβερικών, στρατευμάτων απέτρεψε την εκ των πραγμάτων υποταγή ολόκληρων των εκτάσεων του τέως βασιλείου· η κατοχή των νέων εδαφών φέρθηκε εις πέρας με ένα συνδυασμό τοποθέτησης φρουρών στις πόλεις και συμφωνιών υποταγής γότθων ευγενών. Επομένως, μόνο οι μεγαλύτερες πόλεις (Κόρδοβα, Τολέδο, Σαραγόσα, Βαρκελώνη) βρέθηκαν κάτω από τον άμεσο έλεγχο των κατακτητών.[13]

Τα νέα εδάφη λειτούργησαν κάτω από έναν βαλή που εξαρτάτο από τον διοικητική της επαρχίας της Ιφρικίγια (βόρειας Αφρικής).

Το Εμιράτο της Κόρδοβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 756 ο Αμπντ-ελ-Ραχμάν Α΄ εγκαθίδρυσε στην μουσουλμανική Κόρδοβα μια δυναστεία που κυβέρνησε την Αλ-Άνταλους μέχρι το 1031. Το 773 θέσπισε επίσημα το Εμιράτο της Κόρδοβας, ανεξάρτητο διοικητικά και πολιτικά από το Χαλιφάτο της Δαμασκού αλλά ενωμένο με αυτό πολιτισμικά και θρησκευτικά. Ο διάδοχός του, Αμπντ-ελ-Ραχμάν Β΄ ήταν αυτός που οργάνωσε αποτελεσματικότερα την κρατική μηχανή και τον διοικητικό μηχανισμό, προωθώντας παράλληλα τον εξισλαμισμό.

Η εδαφική επικράτεια και η διοικητική οργάνωση του Εμιράτου της Κόρδοβα (929).

Η σταδιακή διαμόρφωση ανεξάρτητων αδύναμων χριστιανικών κρατιδίων στο βορρά (Βασίλειο των Αστουριών, Βασίλειο της Λεόν, Βασίλειο της Παμπλόνα, Καταλανικές Κομητείες), παρότι αρχικά ανησύχησε τους μουσουλμάνους, στη συνέχεια φάνηκε να τους εξυπηρετεί ως προς δύο σκοπούς: την συνεχή εφαρμογή της Τζιχάντ εναντίον των άπιστων χριστιανών που χρησιμοποιείτο ως το κύριο μέσο επικύρωσης της αββασιδικής εξουσίας στους μουσουλμάνους και την σταθερή εισροή λάφυρων.[14] Η λεγόμενες sa’ifa (οι εποχιακές, συνήθως ανοιξιάτικες, επιδρομές) λειτουργούσαν παράλληλα και ως μέσο επιβολής της κυριαρχίας των εμίρηδων της Κόρδοβας στους απομακρυσμένους και ημιαυτόνομους μουσουλμάνους κυβερνήτες των συνόρων.[15]

To 912 ανέβηκε στον θρόνο ο Αμπντ-ελ-Ραχμάν Γ΄ που το 929 ανακηρύχθηκε χαλίφης του νέου Χαλιφάτου της Κόρδοβας.

Το Χαλιφάτο της Κόρδοβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδρυση του Χαλιφάτου σήμαινε την ουσιαστική θρησκευτική και πνευματική ανεξαρτητοποίηση της Αλ-Άνταλους από το Χαλιφάτο της Βαγδάτης. Ο σκοπός του Αμντ-ελ-Ραχμάν Γ΄ ήταν διπλός: επιβολή του στο εσωτερικό και διασφάλιση των θαλάσσιων επικοινωνιών και των οικονομικών σχέσων με το Βυζάντιο. Μέχρι τότε οι εμίρηδες της Κόρδοβας μεταβίας έλεγχαν άμεσα ακόμη και την επικράτεια της ίδιας της πρωτεύουσας.[16] Συχνές εξεγέρσεις διαφόρων τοπικών ηγεμονίσκων κατέτρωγαν διαρκώς την εξουσία του εμίρη, δυσχεραίνοντας την αντιμετώπιση και των εξωτερικών εχθρών όπως των Βίκινγκς που το 845 καταλεηλάτησαν τη σημερινή Ανδαλουσία.[17]

Μετά την κατάκτηση της Μελίγια το 927 οι Ομεϋάδες της Αλ-Άνταλους έλεγχαν ένα μεγάλο τρίγωνο από την ακτή της Βαλένθια, δια μέσω του ποταμού Δούρου στον Ατλαντικό και από εκεί μέχρι την Σαχάρα, πίσω από την οροσειρά του Άτλαντα στο σημερινό Μαρόκο. Το 939 μετά από απόκρουση μιας αραβικής επιδρομής στη Λεόν, ο Αμντ-ελ-Ραχμάν ακύρωσε το σχέδιό του περί ανακατοίκισης του Δούρου με Άραβες.

Η περίοδος των Ομεϋαδών έληξε το 1010 με την λεγόμενη fitna (εμφύλιο πόλεμο) που προκλήθηκε μεταξύ των υποστηρικτών του νόμιμου διάδοχου στο θρόνο, Χισάμ Β΄ και του πρωθυπουργού τού Αλμανσούρ. Ως αποτέλεσμα, το ενιαίο Χαλιφάτο διασπάστηκε σε διάφορα βασίλεια που έλαβαν το όνομα «βασίλεια Τάιφα». Στο βάθος, το κύριο πρόβλημα που οδήγησε στη διάσπαση του βασιλείου ήταν η υπερβολική φορολογική πίεση της Κόρδοβας που είχε ως σκοπό την οικονομική υποστήριξη της πολεμικής της δραστηριότητας.

Βασίλεια Τάιφα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βασίλεια τάιφα

Τα βασίλεια Τάιφα σε ορισμένα σημεία έφτασαν τον αριθμό των 39. Το πρώτο βασίλειο Τάιφα ήταν αυτό της Μάλαγας, που αποτέλεσε και τον θεωρητικό και νομικό διάδοχο του Χαλιφάτου: η κυβερνούσα δυναστεία των Χαμουντί διατήρησε την θρησκευτική εξουσία σε όλο το πλάτος του τέως Χαλιφάτου. Κάθε Τάιφα ταυτίστηκε στην αρχή με μια οικογένεια, φυλή ή δυναστεία. Σταδιακά, οι τάιφες της Σεβίλλης, της Μπαδαχόθ, του Τολέδο και της Σαραγόσας αναδείχθηκαν ως οι πιο ισχυρές.

Η Αλμοραβιδική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αλμοραβίδες

Η διάσπαση του Χαλιφάτου και η κατάκτηση του Τολέδο το 1085 από τον Αλφόνσο Στ΄ έκανε ξεκάθαρη την απειλή που αντιμετώπιζαν τα μουσουλμανική βασίλεια από την χριστιανική προέλαση στο βορρά. Η πρόσκληση του αλμοραβίδη σουλτάνου της Βόρειας Αφρικής, Γιουσούφ ιμπν Τασουφίν, στην Αλ-Άνταλους επέφερε την απόκρουση των λεονέζων στην μάχη της Θαλάκα το 1086 και τη σταδιακή υποταγή των βασιλείων Τάιφα στην αλμοραβιδική εξουσία. Εν τούτοις, οι νέοι κύριοι της Αλ-Άνταλους δεν κατάφεραν να ανακατακτήσουν το Τολέδο. Το 1118 ο Αλφόνσο Α΄ της Αραγώνας κατέκτησε τη Σαραγόσα· παράλληλα, η απόρριψη της καταπιεστικής εξουσίας των αλμοραβίδων από τους ανδαλουσιανούς έγινε φανερή με την εξέγερση της Κόρδοβας το 1121. Διάφορες εξεγέρσεις ακολουθούν και το 1144, με τους Αλμοραβίδες να νιώθουν την πίεση των Αλμοαδών στην Βόρεια Αφρική, ο Ιμπν Κουασί ηγήθηκε της διάλυσης της συγκεντρωτικής αλμοραβιδικής Αλ-Άνταλους, που επέφερε μια νέα εποχή βασιλείων Τάιφα.

Σημαντική λεπτομέρεια της αλμοραβιδικής περιόδου είναι η εξαφάνιση του χριστιανικού στοιχείου της Αλ-Άνταλους .Σε πλήρη αντίθεση με τη σχετικά απρόσκοπτη λειτουργία των χριστιανικών κοινοτήτων μέχρι το 1010, εποχή κατά την οποία οι χριστιανοί αποτελούσαν την πλειοψηφία του αγροτικού τουλάχιστον πληθυσμού[18] και τελούσαν κανονικά συνόδους[19], οι Αλμοραβίδες, εμπνευσμένοι από μια ορθόδοξη ερμηνεία του Ισλάμ, ενίσχυσαν την πίεση στους χριστιανικούς πληθυσμούς οδηγώντας στην πλήρη αφομοίωσή τους. Όσοι δεν αφομοιώθηκαν θρησκευτικά και γλωσσικά στην Αλ-Άνταλους, μετοίκησαν με τη βία στη Βόρεια Αφρική, όπου και εξαφανίστηκαν.[20]

Η Αλμοαδική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αλμοάδες

Οι Αλμοάδες αποβιβάστηκαν στην Ιβηρική το 1145 και προσπάθησαν να ενώσουν τα βασίλεια Τάιφα, χρησιμοποιώντας ως προπαγάνδα την αντεπίθεση εναντίον των χριστιανών του βορρά και τη διατήρηση της μουσουλμανικής καθαρότητας και ορθοδοξία. Μέσα σε τριάντα χρόνια κατάφεραν να κατασκευάσουν μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από το Σανταρέμ μέχρι την Τρίπολη· το 1195 επέφεραν μια σημαντική νίκη εναντίον του Βασιλείου της Καστίλης στη μάχη του Αλάρκος.

Οι εσωτερικές έριδες και η αδυναμία ελέγχου περιοχών όπως η Γρανάδα και η Βαλένθια συνδυάστηκαν με την σύγκρουση της αλμοαδικής και βερβερικής νοοτροπίας με την ανδαλουσιανική, δυσκολεύοντας την διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης στην Αλ-Άνταλους. Η ήττα των αλμοαδών από τους συνασπισμένους χριστιανικούς στρατούς στις Νάβας δε Τολόσα το 1212 και ο θάνατος του χαλίφα αλ-Νασρ, προκάλεσαν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή του που οδήγησε την Αλ-Άνταλους σε μια τρίτη περίοδο βασιλείων Τάιφα.

Το Εμιράτο της Γρανάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 13ου αιώνα η Αλ-Άνταλους είχε περιοριστεί στο ναζαρικό Εμιράτο της Γρανάδα. Το 1238, ο Μουχάμεντ Α΄ ιμπν Νασρ εγκαθίδρυσε το νέο βασίλειο και τη νέα δυναστεία που θα είχε είκοσι εμίρηδες. Αν και ποτέ δεν έπαψε να βρίσκεται σε επαφή με τα λοιπά μουσουλμανικά βασίλεια της Μεσογείου, το Εμιράτο σύντομα μετά την ίδρυση του περιήλθε, ως φόρου υποτελής, στη σφαίρα επιρροής της Καστίλης. Οι εσωτερικές έριδες μεταξύ του εμίρη Αλ-Ζαγάλ και του γιου του Μποαμπντίλ στο δεύτερο τρίτο του 16ου αιώνα έδωσαν την δυνατότητα στην βασίλισσα της Καστίλης, Ισαβέλλα, και στον σύζυγό της, Φερδινάνδο Β΄ της Αραγώνας, να κατακτήσουν ολοκληρωτικά το Εμιράτο το 1492, εντάσσοντάς στο στο Στέμμα της Καστίλης, και να θέσουν τέλος στην παρουσία μουσουλμανικών κρατικών μορφωμάτων στην Ιβηρική.

Διοικητική οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή του Εμιράτου και του Χαλιφάτου, η Αλ-Άνταλους ήταν χωρισμένη σε έξι μεγάλες περιοχές (nabiya) δύο ειδών, τις εσωτερικές και τις εξωτερικές. Αυτές ήταν:

Οι εσωτερικές:

  • η περιοχή της Αλ-Γκαρμπ, στο σημερινό Αλγκάρβε και την ισπανική επαρχία της Ουέλβα
  • η περιοχή της Αλ-Μαουσάτ, που ταυτιζόταν χονδρικά με την ρωμαϊκή Βαιτική
  • και η περιοχή της Αλ-Χαρκ («γη της ανατολής»), που περιλάμβανε τη μεσογειακή ακτή, από τη Μούρθια μέχρι την Τορτόζα.

Οι εξωτερικές, γνωστές και ως thugur (μαρκίες):

Οι περιοχές χωρίζονταν σε χώρες, η κάθε μία των οποίων είχε μια πρωτεύουσα όπου διέμενε ο βαλής ή κυβερνήτης (συνήθως στην αλκαθάβα, το οχυρό). Σε κάθε χώρα αντιστοιχούσε επίσης ένας καδής (δικαστής). Στις μαρκίες αντίθετα κυβερνούσε ο qa'id, o στρατιωτικός επικεφαλής της.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Payne 2008: 69.
  2. Payne 2008: 67.
  3. Collins 2012: 91.
  4. Payne 2008: 70.
  5. Payne 2008: 78.
  6. Payne 2008: 79.
  7. Payne 2008: 75.
  8. Collins 2012: 37.
  9. HALM, Heinz. "Al-Andalus und Gothica Sors", στο Welt des Oriens nº 66. 1989. σελ. 252-263.
  10. Sabio González, Rafael. "Al-Andalus. Una reinterpretación histórica sobre la etimología del término", στο Nouvelle Revue d'Onomastique nº 43-44. 2004. σ. 223-228.
  11. Manzano Eduardo: La expansión de los musulmanes en la Península. Diario El País 2008 ISBN 978-84-9815-772-7 pág 121
  12. VALLVÉ, Joaquín. "El nombre de al-Andalus". Al-Qantara Nº IV. Madrid. 1983. σ. 301-355
  13. Collins 2012: 7.
  14. Collins 2012: 25.
  15. Collins 2012: 49.
  16. Collins 2012: 37.
  17. Collins 2012: 43.
  18. Collins 2012: 94.
  19. Collins 2012: 95.
  20. Collins 2012: 95.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Collins, Roger (2012), Caliphs and Kings. Spain, 796–1031. Blackwell, Malden, Οξφόρδη.
  • González Ferrín, Emilio (2006). Historia general de Al Ándalus. Almuzara.
  • Payne, Stanley (2008), Spain: a unique history, The University of Wisconsin Press, Γουϊνσκόνσιν.