Ζαν Παριζό ντε Λα Βαλέτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζαν Παριζό ντε Λα Βαλέτ
Jean-parisot-de-la-valette.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jean de Valette (Γαλλικά)
Γέννηση1494[1]
Λα Βαλέτ-ντυ-Βαρ
Θάνατος21  Αυγούστου 1568[1]
Μάλτα
Τόπος ταφήςΣυγκαθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη
ΕθνικότηταΓάλλοι
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία
ΘρησκείαΚαθολικισμός
Θρησκευτικό τάγμαΤάγμα του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςλατινική γλώσσα[2]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταwarrior monk
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΜεγάλος Μάγιστρος του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ
Θυρεός
Jean-de-la-Vallette-COA.png
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ζαν Παριζό ντε Λα Βαλέτ, (Γαλλικά: Jean Parisot de La Valette), (4 Φεβρουαρίου 1494 - 21 Αυγούστου 1568), επίσης γνωστός ως Ζαν ντε Βαλέτ και Ζαν ντε Λα Βαλέτ ήταν Γάλλος ευγενής και 49ος Μέγας Μάγιστρος του Τάγματος της Μάλτας, από τις 21 Αυγούστου 1557 έως το θάνατό του το 1568.[3]

Ως μέλος των Οσπιταλίων Ιπποτών, διακρίθηκε στον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών στη Ρόδο. Ως Μέγας Μάγιστρος, έγινε ήρωας της Μάλτας και ο πιο επιφανής ηγέτης, διευθύνοντας την αντίσταση εναντίον των Οθωμανών στην πολιορκία της Μάλτας το 1565.

Το 1566 ίδρυσε και έδωσε το όνομά του στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Μάλτας, τη Βαλέτα. Δεν έζησε για να δει τη Βαλέτα ολοκληρωμένη, πέθανε το 1568 και τον διαδέχθηκε ο Μέγας Μάγιστρος Πιέτρο ντελ Μόντε.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζαν ντε Λα Βαλέτ ήταν γόνος της οικογένειας ευγενών Λα Βαλέτ από το Κερσί, στη νοτιοδυτική Γαλλία, γεννήθηκε το 1494 στο Παριζό του σημερινού νομού Ταρν-ε-Γκαρόν. Η οικογένειά του υπήρξε σημαντική στη Γαλλία για πολλές γενιές και πολλοί πρόγονοί του είχαν συνοδεύσει τους βασιλιάδες της Γαλλίας σε διάφορες σταυροφορίες.

Ως δευτερότοκος, ο Λα Βαλέτ εντάχθηκε στο Τάγμα του Αγίου Ιωάννη σε ηλικία 20 ετών γύρω στο 1514, και δεν επέστρεψε ποτέ στα οικογενειακά του κτήματα στη Γαλλία. Πολύ λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα του χρόνια στο Τάγμα, εκτός από το ότι συμμετείχε στην πολιορκία της Ρόδου το 1522 και συνόδευσε τον Μέγα Μάγιστρο Φιλίπ ντε Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ, μετά την εκδίωξη του Τάγματος από τους Οθωμανούς Τούρκους υπό τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Α'.

Μετά την απώλεια της Ρόδου και την περιπλάνηση των Ιπποτών, το 1530 ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε' παραχώρησε στο Τάγμα τα νησιά Μάλτα και Γκόζο και την βορειοαφρικανική Τρίπολη και ο Λα Βιλέτ εγκαταστάθηκε στη Μάλτα. Το 1538 κατηγορήθηκε ότι κατέφυγε σε βία εναντίον ενός μη μέλους του Τάγματος και φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες.[4]

Αιχμάλωτος των πειρατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα της πανοπλίας του Λα Βαλέτ

Το 1541 ο Λα Βαλέτ συμμετείχε σε ναυμαχία στα ανοικτά των ακτών της Μπαρμπαριάς, στην οποία η γαλέρα του, Σαν Τζιοβάνι, κατελήφθη και ο ίδιος τραυματισμένος αιχμαλωτίσθηκε από τους Βερβερίνους πειρατές. Για ένα χρόνο έζησε αλυσοδεμένος στον πάγκο, κωπηλατώντας στις γαλέρες. Ακόμη και εδώ φαίνεται ότι αξιοποίησε στο έπακρο τον χρόνο του, μαθαίνοντας να μιλά άπταιστα αραβικά και τουρκικά, για να προσθέσει στις γνώσεις του, καθώς ήδη μιλούσε γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, λατινικά και ελληνικά. Τελικά απελευθερώθηκε ως μέρος της ανταλλαγής κρατουμένων, αλλά αυτή η εμπειρία τον σημάδεψε για ζωή και η κακομεταχείριση του αύξησε την περιφρόνησή του απέναντι στους «απίστους».

Κυβερνήτης της Τρίπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1546 ο Λα Βαλέτ τοποθετήθηκε στρατιωτικός κυβερνήτης της Τρίπολης στη Λιβύη, όπου προσπάθησε να αποκαταστήσει την τάξη. Η Τρίπολη είχε παραχωρηθεί στους Ιππότες ταυτόχρονα με τη Μάλτα, αλλά η πόλη ήταν εξαιρετικά ευάλωτη σε επιθέσεις των Βερβερίνων πειρατών, και η αποστολή του ήταν δύσκολη.

Παρ 'όλα αυτά, ο Λα Βαλέτ πιστώθηκε με την αποκατάσταση της τάξης στον τόπο, επιδεικνύοντας οργανωτική δύναμη και αποκαθιστώντας την πειθαρχία μεταξύ των χριστιανικών στρατευμάτων.

Μέγας Μάγιστρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζαν ντε Λα Βαλέτ

Το 1554, ο ντε Βαλέτ διορίστηκε ναύαρχος του Τάγματος, μια μεγάλη προσωπική τιμή και μια σημαντική θέση στην οποία συνέχισε να εντυπωσιάζει. Τόσο πολύ, που μετά το θάνατο του Μέγα Μαγίστρου Κλωντ ντε λα Σανγκλ, οι Ιππότες τον επέλεξαν ομόφωνα ως διάδοχό του, στις 21 Αυγούστου 1557.[5]

Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι παρά τη δημοτικότητά του μέσα στο Τάγμα, το ίδιο δεν μπορεί πάντα να ειπωθεί όταν αφορούσε τη Μάλτα.

Ήταν εξαιρετικά σκληρός με όποιον τολμούσε να τον επικρίνει. Ένα τέτοιο επεισόδιο αφορούσε τον γιατρό της Μάλτας Mattew Callus, μέλος της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου, ο οποίος έστειλε μια επιστολή στον βασιλιά της Ισπανίας για να τον ενημερώσει για την απόφαση του Λα Βαλέτ να μειώσει τη δύναμη και τη χρηματοδότηση του Πανεπιστημίου. Δυστυχώς γι 'αυτόν, το γράμμα δεν έφτασε ποτέ στον βασιλιά, αλλά αντίθετα έπεσε στα χέρια των κατασκόπων του Λα Βαλέτ, οδηγώντας στην εκτέλεση του γιατρού για το έγκλημα της προδοσίας.

Ως Μέγας Μάγιστρος και διοικητής της Μάλτας αποδείχθηκε ιδιαίτερα ικανός. Οργάνωσε την άμυνα του νησιού, πολέμησε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και απέκρουσε με επιτυχία τους Οθωμανούς στην πολιορκία της Μάλτας το 1565. Μετά την εντυπωσιακή νίκη του Τάγματος, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής, κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη πολλών Ευρωπαίων μοναρχών, που του έστειλαν δώρα, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς έδρας καρδινάλιου από τον Πάπα, την οποία απέρριψε.

Αν και αυτό συχνά αποδόθηκε στην αίσθηση της σεμνότητας και ταπεινότητας του Λα Βαλέτ, ίσως οφείλεται περισσότερο στην επιθυμία του να διατηρηθεί η ανεξαρτησία του Τάγματος από τον παπισμό.[6]

Βαλέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χρυσό στιλέτο του Λα Βαλέτ, δώρο του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας, βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου
Μνημείο του Λα Βαλέτ στη Βαλέτα

Μετά την πολιορκία, το 1566, ο Λα Βαλέτ ξαναέχτισε το οχυρό φρούριο Σαιντ-Ελμ και, ακριβώς δίπλα του, ανέθεσε την κατασκευή μιας νέας πόλης που πήρε το όνομα του ιδρυτή της (Humilissima Civitas Valettae, Βαλέτα). Ο Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας του έστειλε, σαν αναγνώριση της αξίας του, ένα χρυσό στιλέτο. Αν και δόθηκε προσωπικά στον Λα Βαλέτ, αυτός το κληροδότησε στο Τάγμα μετά το θάνατό του, και παρέμεινε στη Μάλτα. Το σπαθί πέρασε στην προσωπική κατοχή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη όταν τα γαλλικά στρατεύματα το 1798 κατέλαβαν τη Μάλτα. Σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζαν ντε Λα Βαλέτ υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο ενώ προσευχόταν σε ένα παρεκκλήσι και πέθανε στις 21 Αυγούστου 1568, σε ηλικία 74 ετών, χωρίς να δει ποτέ την ολοκληρωμένη πόλη της Βαλέτας. Ο τάφος του (με τη μορφή σαρκοφάγου) βρίσκεται στην κρύπτη του καθεδρικού ναού του Αγίου Ιωάννη στη Βαλέτα, μέσα στα τείχη της Βαλέτα και φέρει την επιγραφή:[7]

«Εδώ κείται ο Λα Βαλέτ.

Αξίζει την αιώνια τιμή,
Αυτός που κάποτε ήταν η μάστιγα της Αφρικής και της Ασίας,
Και η ασπίδα της Ευρώπης,
Από όπου εκδίωξε τους βάρβαρους με τα Άγια Όπλα του,
Είναι ο πρώτος θάφτηκε σε αυτήν την αγαπημένη πόλη,

Που ήταν ο ιδρυτής της»

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη ήταν υποχρεωμένοι με όρκο σε αγαμία, πολλοί από αυτούς απέκτησαν παράνομα παιδιά. Ο Λα Βαλέτ θεωρείται ότι είχε μια ερωμένη, την Αικατερίνη που αποκαλούσαν Ελληνίδα και που πιθανόν ήταν μια από τους πολλούς Ροδίτες που εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα μαζί με τους Ιππότες το 1530 ή ίσως κόρη ενός, με την οποία απέκτησε έναν παράνομο γιο, τον Μπαρτελεμί. Έχουν βρεθεί αποδεικτικά στοιχεία από τον Τζιοβάνι Μπονέλο που αποδεικνύουν ότι ο Μπαρτελεμί ντε Λα Βαλέτ νομιμοποιήθηκε το 1568 με διάταγμα του βασιλιά Καρόλου Θ' της Γαλλίας. [8]

Θεωρείται επίσης ότι είχε τουλάχιστον μια άλλη κόρη, την Ιζαμπέλα Γκουασκόνι, μετά από μια παράνομη σχέση με τη σύζυγο ενός Ροδίτη ευγενή φλωρεντινής καταγωγής. Η Ιζαμπέλα παντρεύτηκε τον Φλωρεντίνο ευγενή Στέφανο Μπουονακόρσι, αλλά αυτός τη δολοφόνησε στις 31 Ιουλίου 1568, λίγο μετά το γάμο τους. Μετά τη δολοφονία, ο Μπουονακόρσι διέφυγε από το νησί με τον θησαυρό της Ιζαμπέλα και παρόλες τις αναζητήσεις δεν βρέθηκε ποτέ.[9]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]