Μεταμόρφωση Λακωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°48′19″N 22°54′53″E / 36.80528°N 22.91472°E / 36.80528; 22.91472

Μεταμόρφωση Λακωνίας
Metamorfosilakonias1.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Μεταμόρφωση Λακωνίας
Χώρα Ελλάδα
Διοικητική υπαγωγή Δήμος Μονεμβασιάς
Γεωγραφική υπαγωγή Πελοπόννησος
Πληθυσμός 559 (2011)
Ζώνη ώρας UTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)

Η Μεταμόρφωση ανήκει στον Δήμο Μονεμβασιάς του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται 78 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης. Το χωριό είναι χτισμένο στους πρόποδες του βουνού «Κουλοχέρα» στις παρυφές του Πάρνωνα σε υψόμετρο 120 μέτρα και σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2011) αριθμεί 559 κατοίκους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιστεύεται ότι μια αρχαία πόλη που ονομάζεται Λεύκη, υπήρχε στο βόρειο άκρο του κάμπου Ασωπού και ότι ένα ποτάμι έρρεε στη μέση αυτού του κάμπου, με το όνομα του Ασωπού ή της Λεύκης. Στον καταστροφικό σεισμό του 375 μ.Χ., ο ποταμός εξαφανίστηκε υπόγεια και δημιουργήθηκε μία φυσική καταβόθρα στο βόρειο ανατολικό άκρο της πεδιάδας. Τρεις ξεχωριστές περιοχές ενδιαφέροντος που βρέθηκαν στο διαμέρισμα στα περίχωρα του χωριού με αρκετά αξιόλογα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη και την ανάπτυξη των αρχαίων κατοικιών, το οποίο καταλαμβάνει πολύ πιθανό η αρχική τοποθεσία του χωριού. Οι περιοχές αυτές βρίσκονται κοντά στο δημοτικό σχολείο και το νεκροταφείο και τα χειροποίητα αντικείμενα από τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους έχουν βρεθεί εκεί.

Φαίνεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Λακωνίας ήταν μια φυλή Προ-Ελλήνων, που ονομάζονται Λέλεγες και οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή κατά την Εποχή του Χαλκού, ζώντας από το κυνήγι και τη γεωργία. Το 3000 π.Χ. οι Αχαιοί, μια Ελληνική φυλή, ήρθε από τα βόρεια και εγκαταστάθηκε στη Λακωνία για την ίδρυση ισχυρά εμπορικών κέντρων κοντά στην ακτογραμμή. Το 1100 π.Χ., οι Δωριείς εισβάλλουν στην περιοχή με την περίοδο αυτή, να είναι γνωστή ως "Χρόνια της Σπάρτης" που κράτησε μέχρι το 146 π.Χ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα κέντρα αυτά χάνουν την αυτονομία τους και έχουν τεθεί υπό την «κηδεμονία» της Σπάρτης. Το 146 π.Χ. δεκαοκτώ πόλεις της Λακωνίας, συμπεριλαμβανομένων του Γύθειο, του Ασωπού και της Επιδαύρου Λιμηράς, κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους από την Σπάρτη και δημιουργούν μια ανεξάρτητη ομοσπονδία, γνωστή ως η Ένωση των Ελευθερολακώνων. Οι Ρωμαίοι που κυριαρχούσαν στην περιοχή στο 27 μ.Χ., χορήγησαν στην εν λόγω ομοσπονδία πολλά προνόμια και ελευθερίες και η περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς γνώρισε μεγάλη άνθηση και έζησε τη δική της «χρυσή εποχή».

Το 375 μ.Χ., οι σοβαρή σεισμοί που έπληξαν την Λακωνική γή και κατέστρεψαν εντελώς τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως ο Ασωπός και η Επίδαυρος Λιμηρά. Στη θέση τους, η ξακουστή πόλη της Μονεμβασιάς ιδρύθηκε και στα βυζαντινά χρόνια που ακολούθησαν, από το 395 μ.Χ. έως το 1210, αυτή συνέχισε να αναπτύσσεται και να ευημερεί. Είκοσι χρόνια μετά τους σεισμούς οι Γότθοι φθάνουν και λεηλατούν την περιοχή. Βαρβαρικές επιδρομές θα μειώσουν κατά πολύ τον πληθυσμό και από τον 8ο αιώνα, σκλάβοι θα εγκατασταθούν στις ορεινές περιοχές της Λακωνίας, οι οποίοι θα φέρουν περαιτέρω συγκρούσεις και ένα κύμα ανασφάλειας στην περιοχή. Λόγω αυτών των βαρβαρικών επιδρομών από το βορρά, πολλά χωριά της γύρω περιοχής θα εγκαταλειφθούν από τους κατοίκους τους, που καταφεύγουν σε υψηλότερα μέρη, για την ασφάλεια τους. Με τον τρόπο αυτό, γύρω από το 10ο αιώνα, οι Καταβοθρίτες, μεταφέρονται κοντά στους πρόποδες του λόφου που είναι η σημερινή τοποθεσία του χωριού. Όταν οι Σταυροφόροι εισβάλουν στην Κωνσταντινούπολη το 1204, η περιοχή ανήκει στους Φράγκους που κυβερνούν 1210 έως 1259. Με την αποκατάσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, το 1259, η περιοχή γνωρίζει νέα ανάπτυξη και ευημερία και τα αραιοκατοικημένα χωριά βρίσκονται υπό την προστασία της Μονεμβασιάς μέχρι το 1347, και αργότερα με το πανίσχυρο Τομέα του Μυστρά μέχρι το 1460. Προς το παρόν, ο επίσκοπος του Μυστρά επέτρεψε την μετανάστευση και το διακανονισμό των 10.000 Αλβανών στη γενική περιοχή του Μυστρά, ορισμένοι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στην Καταβόθρα και εξέδωσε νέες εκτάσεις τους ως δικές τους, ζώντας ως ποιμένες. Οι άγγλοι ιστορικοί Vace και Hasluck (BSA τόμος 12 pg. 146-160) αναφέρονται σε αυτό το αλβανικό οικισμό, «... οι Αλβανοί κατοικούσαν στην περιοχή που περιελάμβανε τα χωριά: Γέρακας, Ρειχιά, Νιάτα, Χάρακας, Κυπαρίσσι, Κρεμαστή, Γκιότσαλι, Γεράκι, Καταβόθρα και Συκιά ".

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο αυτοκράτορας Μωχάμετ ΙΙ το 1460, καταλαμβάνει τη Λακωνία, το κάστρο του Μυστρά και όλη τα γύρω περιοχή. Έτσι, η Καταβόθρα, όπως και οι περισσότερη έκταση της Ελλάδας πέφτει στα χέρια των Τούρκων εκτός από ένα σύντομο διάστημα από 1684-1715, όταν οι Βενετοί κυριαρχούν στη Λακωνία. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι που είχαν εγκατασταθεί στην Καταβόθρα λόγω των άφθονων καλλιεργιών που τους πρόσφερε η γη της καθώς και τους πολύ παραγωγικούς της αμπελώνες. Για τον λόγο αυτό, πριν από την Επανάσταση του 1821, θα βρούμε 15 τουρκικές οικογένειες και 36 ελληνικές οικογένειες να κατοικούν στην Καταβόθρα. Το μεγαλύτερο μέρος της εύφορης γης έχει πέσει στα χέρια των Τούρκων και ένα μικρό ποσοστό μικρότερο εύφορης γης δίνεται στους Χριστιανούς. Υπό βενετική κυριαρχία των Λακώνων θα καταβληθεί βαριά φορολογία και προσπάθειες για την μετατροπή τους σε καθολικούς χριστιανούς. Οι Ενετοί, ωστόσο, ήταν υπεύθυνοι για ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής και πολιτιστικής βελτίωσης της περιοχής. Αυτό είναι που επιβεβαιώνεται από τη συστηματική καλλιέργεια της ελιάς και της αύξησης του πληθυσμού στην Καταβόθρα, η οποία αυξάνεται το 1700 σε 128, που αποτελείται από 32 οικογένειες, σε σύγκριση με 15 οικογένειες εβδομήντα χρόνια αργότερα. Οι Τούρκοι για άλλη μια φορά διεκδικούν τη Λακωνία το 1715. Το 1770, οι σκλαβωμένοι Έλληνες επαναστάτησαν υπό την προστασία της Ρωσίας. Η Πελοπόννησος, κυρίως Λακωνία και Μεσσηνία πολέμησαν θαρραλέα, αλλά οι Τούρκοι ζήτησαν τη βοήθεια από του Τουρκαλβανούς, τους Αρβανίτες, που έφεραν τεράστια καταστροφή για το ελληνικό έθνος καίγοντας ολόκληρα χωριά και σφαγίαζαν τους κατοίκους τους ή πωλώντας τους ως σκλάβους στο εμπόριο σκλάβων της Ανατολής. Πολλοί από τους χωρικούς πήγαν να κρυφτούν σε σπηλιές και σε βουνά και άλλοι διέφυγαν στην Ύδρα, Σπέτσες, τη Ρωσία και τη Μικρά Ασία. Οι καλλιέργειες σταμάτησαν, η παραγωγικότητα μειώθηκε στο ένα τρίτο και μόνο βοσκοί έμειναν στα ερειπωμένα χωριά. Μετά από εννέα χρόνια, το 1779, έλληνες αντάρτες και Τούρκοι ήταν σε θέση να εξουδετερώσουν τους Αλβανούς. Η Τουρκοκρατία συνεχίστηκε με βαριά φορολογία, αλλά με κάποια σημάδια ηρεμίας μέχρι την ένδοξη επανάσταση του 1821.

Στις 22 Μαρτίου 1821, οι Τούρκοι που ζουν στην Καταβόθρα, φοβήθηκαν τον ερχομό της επανάστασης και οχυρώθηκαν οι ίδιοι μέσα στο κάστρο της Μονεμβασιάς. Οι Έλληνες συμπεριλαμβανομένων πολλών Καταβοθριτών κατέλαβαν το κάστρο στις 29 Μαρτίου και ανάγκασαν τους Τούρκους να τραπούν σε φυγή. Ο Ιμπραήμ Πασάς, ωστόσο, επιφύλασσε περισσότερα δεινά για τους Έλληνες. Είχε στείλει για να συντρίψουν τις εξεγέρσεις στην Πελοπόννησο το 1825, και με την Τρίπολη ως έδρα του, πήγε με σοβαρές εκστρατείες να κάψει, να σφαγιάσει και να καταστρέψουν όλα τα χωριά της Λακωνίας, συμπεριλαμβανομένων την Καταβόθρα.

Η από μακρού αναμενόμενη ανεξαρτησία τελικά ήρθε με την άφιξη του Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828 και με την απόσυρση των αδίστακτων δυνάμεων του Ιμπραήμ. Το 1830, Ελλάδα ανακηρύχθηκε ένα έθνος. Έτσι, το 1928 Καταβόθρα είχε 761 κατοίκους. Πολλές οικογένειες που εγκατέλειψαν το χωριό επέστρεψε, όπως η Ρουμάνη από τις Σπέτσες, η Λάγγη από την Κρήτη και η Μπατσάκη από το Ζάρακα.

Το έτος 1927 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του δημοτικού σχολείου. Το Διθέσιο δημοτικό σχολείο παραμένει ενεργό και φιλοξενεί μαθητές της Ε και ΣΤ τάξη από το ίδιο χωριό, καθώς και από τη γειτονική Συκιά. Οι μαθητές από τις άλλες τάξεις, μεταφέρονται καθημερινά και παρακολούθούν μαθήματα στο Δημοτικό Σχολείο της Συκιάς.

Το έτος 1961 στο χωριό μετονομάστηκε σε Μεταμόρφωση με την ευκαιρία της ολοκλήρωσης του νέου ναού που ονομάζεται «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Η νέα εκκλησία χτίστηκε στη θέση της παλιάς με τη βοήθεια των ομογενών από το εξωτερικό και την προσωπική εργασία των κατοίκων.

Θρησκευτική ζωή[εκκρεμεί παραπομπή][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την Τουρκοκρατεία, κανένας κάτοικος δεν αλλαξοπίστησε. Η αρχαιότερη εκκλησία στη Μεταμόρφωση είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο νεκροταφείο, που χτίστηκε στα μέσα της Βυζαντινής εποχής. Μάρμαρα και ρωμαϊκές κολώνες χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του έργου. Φωλιασμένο ανάμεσα από μαγευτικά κυπαρίσσια, θα χρησίμευε ως κρυψώνα για πολλά χρόνια και σύμφωνα με ορισμένους, χρησίμευσε ως "Κρυφό Σχολειό" κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η αρχική εκκλησία γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε εκ νέου.

Στα νεότερα χρόνια και στη μέση της σημερινής πλατείας, η εκκλησία της Παναγίας κτίστηκε. Νότια της εκκλησίας βρισκόταν πλατεία του χωριού με λίγα κυπαρίσσια και πασχαλιές. Κάτω από τη σκιά τους, τα πανηγύρια στο χωριό εκτυλίσσονταν κυρίως κατά τη διάρκεια των διακοπών του Πάσχα. Αυτή η εκκλησία κατεδαφίστηκε το 1922 και μία νέα, μεγαλύτερη, χτίστηκε για να φιλοξενήσει την αύξηση του πληθυσμού και ήταν αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Αυτή η εκκλησία χτίστηκε με τρούλο και είναι διακοσμημένη με πολύτιμες εικόνες στο χέρι και σκαλιστό ξύλο. Πολλές από τις πολύτιμες εικόνες καθώς και τα ιερά αντικείμενα ήταν δωρεά προς την εκκλησία των Ρουμαναίων και Μανωλακακαίων, οικογενειών από την Οδησσό. Τα περισσότερα από αυτά τα αντικείμενα διανεμήθηκαν σε μεγάλα αστικά κέντρα και μουσεία το 1967, όταν η εκκλησία κατεδαφίστηκε για την κατασκευή της νέας που υπάρχει σήμερα.

Ενδιαφέροντα σημεία[εκκρεμεί παραπομπή][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κάμπος του χωριού με την ποικίλα βλάστηση και από την άλλη το βουνό της Κουλοχέρας, το οποίο έχει ανακηρυχθεί ως προστατευόμενη περιοχή, είναι πηγές πλούτου και μέρη κατάλληλα για περιπάτους και περισυλλογή.

Ξεχωριστό κομμάτι, άξιο παρατήρησης αποτελεί η φυσική Καταβόθρα 1.300 μέτρα νοτιοανατολικά του χωριού, με το λιβάδι που την περιβάλλει και τον υγροβιότοπο στα Βόθανα. Ο υγροβιότοπος αυτός με την ενδιαφέρουσα χλωρίδα και πανίδα (κυρίως πουλιά) κατά καιρούς συγκεντρώνει και παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον.

Ακόμα, χώρος με φυσικό κάλος είναι το ρέμα του Τσάκωνα δυτικά του χωριού.

Σπουδαία από άποψη παράδοσης είναι και η περιοχή «Πηγάδια» στα νότια όρια του οικισμού. Πρόκειται για μια περιοχή όπου βρίσκονται παραδοσιακοί νερόμυλοι που πρόσφατα αναπαλαιώθηκαν.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από αρχαιολογικής πλευράς, παρουσιάζει το Σπήλαιο της "Τρύπας του Βοριά" στο οποίο ανακαλύφθηκαν από τη Ιταλική Σπηλαιολογική ομάδα "SPARVIERE" στα τέλη του 1990 πλήθος από πανέμορφους σταλαγμίτες και σταλακτίτες. Οι σπηλαιολόγοι που το εξέτασαν μιλούν για ένα θαύμα της ελληνικής φύσης. Η σπανιότητα τους τα καθιστά μοναδικά για τα ελληνικά δεδομένα. Η έκταση του είναι τέτοια που όπως αναφέρεται από τους ειδικούς, το χωριό είναι κτισμένο επάνω σε ένα τμήμα του σπηλαίου αυτού.

Κλίμα[εκκρεμεί παραπομπή][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα είναι μεσογειακού τύπου, με κύριο χαρακτηριστικό την εναλλαγή μιας υγρής και ψυχρής περιόδου, με μια ξηρά και θερμή περίοδο. Ένα χαρακτηριστικό του χωριού είναι οι ισχυροί βόρειοι άνεμοι που πλήττουν το χωριό χειμώνα – καλοκαίρι.

Αξιοσημείωτα άτομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιώργος Λαύκας,(1919-1972) τραγουδιστής/στιχουργός

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]