Σύνθρονο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σύνθρονο ονομάζεται η λειτουργική εκείνη κατασκευή [1] ή το σύνολο των καθισμάτων τα οποία βρίσκονται διατεταγμένα στην ανατολική πλευρά του ναού και μάλιστα στον χώρο του Ιερού Βήματος, κατά κανόνα δε εκατέρωθεν της Αγίας Τράπεζας περί την αψίδα του ναού. [2]

Σύνθρονο του Αγίου Ιωάννη της Εφέσου.

Το σύνθρονο στις Χριστιανικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννη (δ,4-11) περιγράφεται η κυκλοτερής διάταξη εικοσιτεσσάρων θρόνων γύρω από τον θρόνο του Θεού, στους οποίους βρίσκονται καθήμενοι εικοσιτέσσερις πρεσβλυτεροι. Στα απόκρυφα κείμενα του 4ου και 5ου αιώνα μ.Χ Αποστολικές Διαταγές και Διαθήκη του Χριστού αναφλερεται ότι ο επισκοπικός θρόνος βρίσκεται στο μέσον δηλαδή στην κορυφή του ημικυκλίου της κόγχης του ιερού Βήματος, ενώ εκατέροθεν αυτού κάθονται οι συλλειτουργοί πρεσβύτεροι. Οι διάκονοι κάθονται όρθιοι.[3]

Ο Ευσέβιος Καισαρείας αναφέρει τον επίσκοπο Παυλίνο ο οποίος έκτισε την βασιλική της Τύρου και τοποθέτησε το άγιο θυσιαστήριο στο κέντρο αφενός των ανωτάτων θρόνων των προέδρων δηλαδή των επισκόπων και των προσβυτέρων.[4]

Σύνθρονο στην αψίδα της εκκλησίας της Σάντα Μαρία ντέλλε Γκράτσιε (Santa Maria delle Grazie - Παναγία της Χάριτος) στο Γκράντο της Ιταλίας

Ονομασίες -ορολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάθισμα του επισκόπου ονομάζεται θρόνος, ο μέσος θώκος και καθέδρα. Τα εκατέρωθεν εδώλια των πρεσβυτέρων θρόνοι δεύτεροι, συμψελλια(από το λατινικό subsellium) και βάθρα. Αναλογως της θέσεως που καταλάμβαναν ονομάζονταν οι πρεσβύτεροι εκ του δεύτερου θρόνου, οι τα δεύτερα θρόνων λελογχότες. Το σύνολο των θρονων ονομαζόταν σύνθρονον[5]

Θέση μέσα στο ναό και μορφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει τη μορφή βαθμιδωτού ημικυκλίου ή θεατροειδούς. Εδώ το ημικύκλιο της αψίδας αποτελείται από τα κλιμακωτά εδώλια των πρεσβυτέρων, στο μέσον των οποίων υψώνεται ο επισκοπικός θρόνος, ενώ από πίσω βρίσκεται το Κύκλιο. Τέτοια δείγματα έχουμε στην Καταπολιανή της Πάρου, στο Τορτσέλλο της Βενετίας και την Αγία Ειρήνη της Κωνσταντινούπολης. Άλλοτε πάλι έχει μορφή και διάταξη πειόσχημη ή ορθογώνια των επάλληλων βαθμίδων. Εδώ στο κέντρο του ορθογώνιου σχήματος του κεφαλαίου γράμματος Π τοποθετείται μόνον ο θρόνος του επισκόπου, ενώ στα πλάγια σκέλη έχουμε κτιστά βάθρα ή εδώλια πρεσβυτέρων.[6]Ο επισκοπικός θρόνος άλλοτε είναι κινητός και άλλοτε μόνιμος.[7] Κάτω από τις βαθμίδες κατασκευάζεται ένας ημικυκλικός σκεπασμένος διάδρομος, το κύκλιο,το οποίο διευκόλυνε την κίνηση των διακόνων κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.[8]Ο διάδρομος αυτός είχε πλάτος τέτοιο ώστε να κυκλοφορεί άτομο μετρίων διαστάσεων.[9] Τέλος υπάρχει το μεικτό Σύνθρονο που είναι κράμα ή παραλλαγή του κυκλικού του κυκλικού και του ορθογώνιου Συνθρόνου. Έτσι στο ίδιο Σύνθρονο συνυπάρχουν και τα δύο σχήματα , το κυκλοτερές (στο κέντρο) και το ευθύγραμμο (στα πλάγια)[10]

Το Συριακό Ιερό Βήμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ναούς της βόρειας Συρίας τα συμψέλλια και ο επισκοπικός θρόνος, δεν βρίσκοται στην κόγχη αλλά στο μέσον του κεντρικού κλίτους ως ιδιαίτερη κατασκευή που ονομάστηκε σύνθρονο-άμβων.[11]

Ο θρόνος του επισκόπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θρόνος του επισκόπου εντός του συνθρόνου είναι υπερυψωμένος κάτι που ήταν αποτέλεσμα και του ολοένα αυξανόμενου κύρους των επισκόπων αλλα και της ανάγκης να είναι ορατός και ακουστός από το εκκλησίασμα, καθως παρεμβαλλόταν η αγία τράπεζα, το κιβώριο που την σκέπαζε με τα καταπετάσματά της. [12]

Ήταν κατασκευασμένος από ξύλο ή από άλλα πολύτιμα υλικά, όπως του επισκόπου Μαξιμιανού στη Ραβέννα επενδυμένος με ανάγλυφες πλάκες από ελεφαντόδοντο. Τέλος δεν απκλείεται να ήταν και μεταλλικοί, αλλά κανείς από τέτοιο υλικό δεν διασώθηκε. Συνήθως κατασκευάζεται λίθινος και ήταν σε μόνιμη θέση.[13]

Το σχήμα τους ειδικά στις πρώιμες βασιλικές ήταν όπως των αρχαίων (Άγιος Απολλινάριος Ραβέννας, Άγιος Στέφανος Στρογγυλός Ρώμης), ή ήταν παραλαμβανόμενοι αυτούσιοι από ειδωλολατρικά κτήρια θρόνοι. Αν έφεραν στις ράχες τους ειδωλολατρικές παραστάσεις δεν δημιουργούσε πρόβλημα στους χριστιανούς καθώς τοποθετούνταν σε επαφή με τους τοίχους.[14]

Γεωγραφική παρουσία των διαφόρων τύπων συνθρόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τρεις πρώτοι τύποι εντοπίζονται στα πιο πολλά μνημεία του Παλαιοχριστιανικού κόσμου και στους ναούς του κυρίως ελλαδικού χώρου. Ο τέταρτος του Συριακού εντοπίζεται σε Συριακά ή κοπτικά μνημεία.[15]

Παράγοντες εξέλιξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ποικιλία και η όλη διάταξη των σύνθρονων αντικατοπτρίζει την αίγλη και την εξέλιξη του πολιτεύματος της Εκκλησίας, της χριστιανικής λατρείας καθώς συνδεόνται με τη Μεγάλη και τη Μικρή Είσοδο. Μετά τη υπερύψωση του βυζαντινού και μεταβυζαντινού Εικονοστασίου ή Τέμπλου, δεν είναι απαραίτητη η λειτουργική κατασκευή του παλαιοχριστιανικού Συνθρόνου, το οποίο προοδευτικά ατονεί ή και καταργείται, κυρίως στους ορθοδοξους ναούς της Ανατολής. Δαιτηρείται και μετά τον 10ο αιώνα στους ρωμαιοκαθολικούς ναούς της Δύσεως. [16]

Στην Ανατολή έχουμε σύνθρονο περιοριζόμενο μόνο στον επισκοπικό θρόνο: στη βασιλική του Σωτήρος στην αρχαία Σπάρτη (μάλλον τον 10ο αι.)[17] Στους μεσοβυζαντινούς χρόνους διατηρήθηκε κυρίως σε ναούς οι οποίοι αποτελούσαν έδρα επισκόπου: Άγιος Αχίλλειος Πρέσπα, βασιλική Βυζαρίου Κρήτης, Επισκοπή Σκύρου. Στη Νάξο όμως εντοπίζεται σύνθρονο και σε μικρότερους ναούς, χωρίς όμως αυτοί να είναι καθεδρικοί.[18]

Συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς συνιστά λειτουργική κατασκευή το Σύνθρονο συμβολίζει το Θρόνο του Τριαδικού Θεού ως επουράνιος και επίγειος θρόνος.[19]Είναι η υπερυψωμένη θέση και ο θρόνος οπου κάθισε ο Χριστός με τους μαθητές του και προαναγγέλλει τη δεύτερη έλευσή του και την τελική κρίση.[20]

Επίσης είναι σύμβολο ενότητας και ανεξαρτησίας των κατά τόπους Εκκλησιών.[21]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Αθήνα, 1998, σελ. 71
  2. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.64
  3. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.64-66
  4. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994,σελ. 489
  5. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994, σελ. 490
  6. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.203-204
  7. Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Αθήνα, 1998, σελ. 71
  8. Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Αθήνα, 1998, σελ. 71
  9. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994, σελ. 494
  10. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.204
  11. Γεώργιος Γούναρης, Εισαγωγή στην Παλιοχριστιανική Αρχαιολογία Α΄Αρχιτεκτινική, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 100
  12. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994, σελ. 489-490
  13. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994, σελ. 504-505
  14. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994, σελ.505
  15. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.204
  16. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.70
  17. Γεώργιος Σωτηρίου, Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία, τομ. Α', εν Αθήναις 1942,σελ. 187/189
  18. Ιωάννα Στουφή-Πουλημένου, «Ο Άγιος Νικόλαος στο νησί στη Ζάκυνθο: μια άγνωστη παλαιοχριστιανική βασιλική», Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας,περίοδος Δ' τόμ. ΙΔ' (1987-1988), σελ.270
  19. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ.66
  20. Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή αρχιτεκτονική, μτφρ. Φανή Μαλλούχου-Τουφάνο,εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1991,σελ. 367
  21. Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000, σελ. 447

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Αθήνα, 1998
  • Γεώργιος Γούναρης, Εισαγωγή στην Παλιοχριστιανική Αρχαιολογία Α΄Αρχιτεκτινική, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2000
  • Γεώργιος Αντουράκης, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης Γ' τόμος: τεύχος πρώτο Αρχαίοι θρόνοι και Παλαιοχριστιανικά σύνθρονα, Αθήνα, 2000
  • Αναστάσιος Ορλάνδος, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, εκδ.Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1994
  • Ιωάννα Στουφή-Πουλημένου, «Ο Άγιος Νικόλαος στο νησί στη Ζάκυνθο: μια άγνωστη παλαιοχριστιανική βασιλική», Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας,περίοδος Δ' τόμ. ΙΔ' (1987-1988), σελ.267-276
  • Γεώργιος Σωτηρίου, Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία, τομ. Α', εν Αθήναις 1942
  • Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή αρχιτεκτονική, μτφρ. Φανή Μαλλούχου-Τουφάνο,εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1991