Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δικαστήριο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Official emblem of the COR
Ιδρύθηκε 1952
Ιδιότητα Θεσμικό όργανο της Ε.Ε
Έδρα Flag of Luxembourg.svg Λουξεμβούργο
Ιστοσελίδα curia.europa.eu

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρώην Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (γνωστό και ως Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) είναι το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο (όργανο της δικαστικής εξουσίας) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδρεύει στο Λουξεμβούργο.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας στις 13 Δεκεμβρίου του 2007 και που τέθηκε σε ισχύ στις 1 Δεκεμβρίου του 2009, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί το σύνολο του δικαιοδοτικού συστήματος της Ε.Ε. Τούτο αποτελείται από τρία δικαιοδοτικά όργανα: το καθεαυτό Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

Αρμοδιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρμοδιότητά του είναι να ελέγχει την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Δικαίου από τα όργανα της Ένωσης και από τα κράτη-μέλη. Έτσι:

  1. κρίνει τη νομιμότητα πράξεων των ευρωπαϊκών οργάνων (του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) μετά από προσφυγή κράτους-μέλους ή άλλου οργάνου της Ε.Ε.
  2. κρίνει τη συμμόρφωση κράτους-μέλους με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο μετά από προσφυγή της Επιτροπής ή άλλου κράτους-μέλους.
  3. ερμηνεύει κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου μετά από προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου.
  4. εκδικάζει αναιρέσεις κατά αποφάσεων του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.


Αίτηση ακύρωσης κατά πράξεων ευρωπαϊκών οργάνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν ένα κράτος-μέλος θεωρεί ότι μια πράξη ενός ευρωπαϊκού οργάνου (του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΔΕΚ. Ως πράξεις νοούνται συνήθως η έκδοση ενός κανονισμού, μιας οδηγίας ή μιας άλλης απόφασης. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί και ένα όργανο της Ε.Ε. να στραφεί κατά πράξης άλλου οργάνου, π.χ. το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά της Επιτροπής. Ιδιώτες που έχουν έννομο συμφέρον για την ακύρωση μιας πράξης, καθώς και κράτη-μέλη που θέλουν να στραφούν κατά της Επιτροπής, μπορούν να ασκήσουν αίτηση ακύρωσης μόνο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κύριος λόγος ακύρωσης μιας πράξης ευρωπαϊκού οργάνου είναι η παραβίαση του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (των Συνθηκών δηλαδή για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα).

Προσφυγή κατά κράτους-μέλους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν ένα κράτος-μέλος δε συμμορφώνεται με το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί η Επιτροπή ή άλλο κράτος-μέλος να προσφύγει εναντίον του στο ΔΕΚ. Παράβαση του κοινοτικού δικαίου θα έχουμε συνήθως αν κράτος-μέλος εκδώσει εθνικό νόμο που αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο (π.χ. ο νόμος παραβιάζει την ελευθερία κυκλοφορίας εργαζομένων) ή αν κράτος-μέλος δε μεταγράψει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας μια κοινοτική οδηγία. Της προσφυγής ενώπιον του ΔΕΚ προηγείται η αποστολή στο κράτος-μέλος από την Επιτροπή αιτιολογημένης γνώμης, με την οποία του επισημαίνεται ότι παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο και καλείται να απαντήσει στις αιτιάσεις ή να συμμορφωθεί. Αν το κράτος-μέλος δε συμμορφωθεί, ακολουθεί η προσφυγή στο ΔΕΚ. Το ΔΕΚ διαπιστώνει την ύπαρξη παράβασης ή όχι. Αν διαπιστωθεί παράβαση, το κράτος-μέλος οφείλει να συμμορφωθεί. Αν δε συμμορφωθεί, ακολουθεί δεύτερη προσφυγή της Επιτροπής με αίτημα τη καταδίκη του κράτους-μέλους σε πρόστιμο.

Υποβολή προδικαστικού ερωτήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή είναι η πιο συνήθης και η πιο σημαντική αρμοδιότητα του ΔΕΚ. Με αυτήν εξασφαλίζεται η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου από όλα τα εθνικά δικαστήρια σε όλα τα κράτη-μέλη. Αν εθνικό δικαστήριο σε υπόθεση που εκδικάζει καλείται να εφαρμόσει κανόνα του κοινοτικού δικαίου (άρθρο των Συνθηκών, κανονισμό ή οδηγία) και έχει αμφιβολία για την ερμηνεία του, μπορεί να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ ερωτώντας για τη σωστή ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα. Αν το εθνικό δικαστήριο που καλείται να εφαρμόσει τον αμφίβολης ερμηνείας κανόνα του κοινοτικού δικαίου είναι ανώτατο (στην Ελλάδα ο Άρειος Πάγος, το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το Ελεγκτικό Συνέδριο), τότε δε δικαιούται απλώς αλλά υποχρεούται να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ. Το ΔΕΚ δε θα κρίνει την υπόθεση στην ουσία της, θα απαντήσει μόνο στο προδικαστικό ερώτημα νομικής φύσεως χωρίς να εισέλθει στα πραγματικά περιστατικά. Το εθνικό δικαστήριο κατόπιν θα κρίνει την υπόθεση στην ουσία της με βάση την ερμηνεία του ΔΕΚ, η οποία είναι και δεσμευτική για το ερωτήσαν δικαστήριο.

Η αρμοδιότητα αυτή είναι πολύ σημαντική, γιατί έδωσε στο ΔΕΚ ήδη από τα πρώτα χρόνια των ευρωπαϊκών κοινοτήτων τη δυνατότητα να αναπτύξει μια πλούσια νομολογία και να διατυπώσει τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, την εποχή που το ευρωπαϊκό δίκαιο ήταν ακόμη στα σπάργανα και οι διατάξεις των συνθηκών δυσερμήνευτες.

Παράδειγμα προδικαστικού ερωτήματος: Το κράτος-μέλος Α εκδίδει νόμο, ο οποίος ορίζει ότι ως ζυμαρικά χαρακτηρίζονται μόνο προϊόντα από σιμιγδάλι και όχι από αλεύρι. Ο Β εισάγει ζυμαρικά από άλλες χώρες της Ε.Ε., τα οποία είναι από αλεύρι. Οδηγείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους Α λόγω παράβασης της εθνικής νομοθεσίας περί ζυμαρικών. Στο δικαστήριο επικαλείται ότι ο εθνικός νόμος παραβιάζει την κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών εντός της Ε.Ε. (η οποία καθιερώνεται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα): αφού τα αγαθά αυτά παράγονται ως ζυμαρικά στα άλλα κράτη-μέλη, θα πρέπει να επιτρέπεται και η εισαγωγή και διάθεσή τους ως ζυμαρικών σε όλα τα κράτη-μέλη. Το δικαστήριο αμφιβάλλει για την ορθή ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας και αποστέλλει στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα της μορφής: «Παραβιάζεται η ελευθερία κυκλοφορίας αγαθών εντός της Ε.Ε. από εθνικό νόμο, ο οποίος ορίζει ότι ως ζυμαρικά επιτρέπεται να χαρακτηρίζονται μόνο προϊόντα από σιμιγδάλι;». Το ΔΕΚ θα ερμηνεύσει το οικείο άρθρο της Συνθήκης Ε.Κ. και ανάλογα θα απαντήσει.

Εκδίκαση αναιρέσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιώτες (φυσικά και νομικά πρόσωπα) μπορούν να προσφεύγουν κατά αποφάσεων των κοινοτικών οργάνων μόνο στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επίσης κράτη-μέλη μπορούν να προσφεύγουν κατά της Επιτροπής μόνο ενώπιον του Πρωτοδικείου. Οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου σε αυτές τις υποθέσεις ελέγχονται αναιρετικά (ως προς τη νομική ορθότητά τους, όχι ως προς τα πραγματικά περιστατικά) από το ΔΕΚ.

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΔΕΚ αποτελείται από έναν δικαστή από κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. Ο κάθε δικαστής διορίζεται για εξαετή ανανεώσιμη θητεία. Οι δικαστές εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Δικαστηρίου για τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί. Αυτήν την περίοδο πρόεδρος είναι ο Έλληνας Δικαστής Βασίλειος Σκουρής.

Το Δικαστήριο συνεδριάζει σε ολομέλεια και σε τμήματα. Σε ολομέλεια συνεδριάζει σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις μεγάλης σπουδαιότητας. Κατά κανόνα συνεδριάζει σε τριμελή ή πενταμελή σύνθεση.

Στο Δικαστήριο υπάρχουν και 8 Γενικοί Εισαγγελείς. Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι μέλος του Δικαστηρίου. Υποβάλλει εισήγηση σε κάθε υπόθεση, που ονομάζεται πρόταση. Είναι κι αυτός ανεξάρτητος και ο ρόλος του είναι να συνεπικουρεί το Δικαστήριο στη λήψη απόφασης. Δε συμμετέχει στη διάσκεψη για τη λήψη απόφασης.

Το Δικαστήριο Ερωπαικών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ως ενιαίο δικαιοδοτικό όργανο-σύστημα περιλαμβάνει στους κόλπους του και επι ισοτίμου βάσεως το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(ΠΕΚ). Επιπλέον, στο ΠΕΚ προσαρτώνται τα Δικαιοδοτικά Τμήματα(ΔΤ), τα οποία έχουν δικούς τους δικαστές και αρμοδιότητες. Τα ΔΤ είναι ιεραρχικά κατώτερα από το ΠΈΚ. Τέλος, υπάρχει και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν πρέπει να συγχέεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το οποίο είναι όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης, εδρεύει στο Στρασβούργο και δεν έχει καμία σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]