Ελεγκτικό Συνέδριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ελεγκτικό Συνέδριο
Elsyn logo.png
Ιδρύθηκε1833
ΧώραFlag of Greece.svg Ελλάδα
ΤοποθεσίαΒουρνάζου 4, Τ.Κ. 115 21, Αθήνα, Ελλάδα
Ιστοσελίδαelsyn.gr
Πρόεδρος
ΚάτοχοςΙωάννης Σαρμάς
Έναρξη θητείαςΝοέμβριος 2019
Main entrance of the Hellenic Court of Audit.jpg

Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ένα από τα τρία ανώτατα δικαστήρια της Ελλάδας (μαζί με τον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας). Είναι το ανώτατο δημοσιονομικό Δικαστήριο. Ταυτόχρονα έχει και διοικητικές αρμοδιότητες. Κατά μια παλαιότερη άποψη για το λόγο αυτό θεωρείτο διφυές όργανο. Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και μη κρατούσα σήμερα. Το γεγονός ότι ασκεί και διοικητικές δημοσιονομικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, δεν αλλάζει την νομική του φύση ως Δικαστηρίου. Ακριβώς όπως και το ΣτΕ δεν αλλάζει φύση όταν το Ε΄τμήμα του επεξεργάζεται τα κανονιστικά διατάγματα. Δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές οι πράξεις που εκδίδει το Δικαστήριο είναι δικαστικές πράξεις και όχι διοικητικές. Αποστολή του είναι ο έλεγχος των δαπανών αλλά κυρίως των λογαριασμών του κράτους, τόσο του Δημοσίου, όσο και των ΟΤΑ. Αρμοδιότητά του επίσης είναι ο καταλογισμός των "δημοσίων υπολόγων" (έλεγχος και απόδοση ευθύνης σε διαχειριστές του Δημοσίου), καθώς και η αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ για θετικές ζημίες που προκάλεσαν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ευθέως ή αναγωγικά στο κράτος ή στο οικείο ΝΠΔΔ. Παράλληλα μπορεί να εκδικάζει και διοικητικές διαφορές ουσίας που του έχουν ανατεθεί με ειδική διάταξη νόμου και προσιδιάζουν στην φύση του όπως για παράδειγμα οι διαφορές από το "πόθεν έσχες" των βουλευτών, υπουργών κλπ.

Ιστορικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Coat of arms of Greece.svg
Αυτό το λήμμα ανήκει στη σειρά:
Πολιτικό σύστημα της Ελλάδας

Ο έλεγχος των δημοσίων δαπανών στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο συστήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου/9ης Οκτωβρίου 1833, στο Ναύπλιο. Στην ουσία όμως το Ελεγκτικό Συνέδριο του 1833, αποτελούσε μετασχηματισμό και μεταρρύθμιση, περισσότερο συστηματική εκείνου που εγκρίθηκε και εκδόθηκε από την Δ' Εθνική Συνέλευση του Άργους, με το υπ' αριθ. Γ ́ Ψήφισμα της 26ης Ιουλίου 1829, όταν πρώτος Κυβερνήτης του Ελληνικού Κράτους ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Το 6ο άρθρο αυτού του Ψηφίσματος όριζε ότι κατά το έτος αυτό, το 1829, δεν θα επέφερε ουσιαστικές μεταβολές «εις τους υπάρχοντας κανονισμούς του κράτους» - λόγω της εμπόλεμης ακόμη κατάστασης - «αλλά θέλει σπεύσει, χωρίς αναβολήν, εις την αναθεώρησιν των ιδίων εκείνων κανονισμών, δια να εισαγάγει εις αυτούς, όλας τας τροπολογίας, αι οποίαι ήθελον νομισθή συντελεστικαί. 1. (... )3. Του να διοργανώση τον τρόπον της εισπράξεως οικονομικώτερον, δια το εθνικόν Ταμείον, και ευκολώτερον δια τους πολίτας».[1]

Έτσι, με το Γ ́ Ψήφισμα της Δ ́ Εθνικής Συνελεύσεως «Περί διορισμού της Γερουσίας και του Υπουργικού Συστήματος» συστήθηκε για πρώτη φορά αντάξια των φιλόδοξων σχεδίων του Κυβερνήτη, υπηρεσία ελέγχου των δημοσίων χρημάτων το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον». Το Συμβούλιο αυτό αποτελείτο από τρία μέλη τα οποία διόριζε η Κυβέρνηση. Ήταν Σώμα ανεξάρτητο, υπαγόμενο απ’ ευθείας στον Αρχηγό του Κράτους.

Η Δ' Εθνική Συνέλευση του Άργους ενέκρινε επίσης το μέχρι τότε ισχύον οικονομικό σύστημα, «εκθέσεως και ευθύνης των οικονομικών λογαριασμών» και απεφάσισε να αναθέσει σε ειδική Επιτροπή την αναθεώρηση «όλων των λογαριασμών», οι οποίοι είχαν τεθεί στην κρίση και στον έλεγχο της Εθνικής Συνελεύσεως. Τον έλεγχο αυτόν θα τον έκαναν ειδικές επιτροπές, τις οποίες θα διόριζε η Κυβέρνηση, «της οποίας η απόφασις, θέλει είσθαι ανέκκλητος».[2]

Το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον» που ψηφίσθηκε από την Δ' Ελληνική Συνέλευση του Άργους του 1829, δεν αποτελούσε το πρώτο, από την επανάσταση του 1821 και την σύσταση του ελληνικού Κράτους. Είχαν προηγηθεί τα σχετικά ψηφίσματα, της «εν Νέα Επιδαύρω, της 17 Ιανουαρίου του 1822 Εθνικής Συνελεύσεως», καθώς και της Γ ́ Εθνικής Συνελεύσεως της Τροιζήνας του 1827.

Το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον», με το άρθρο Α' του Ψηφίσματος της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, του Άργους, αριθ. Γ', της 26 Ιουλίου 1829, ανέλαβε τον αναδρομικό έλεγχο, σε δεύτερο βαθμό, των δημοσίων λογαριασμών, από την 6 Ιανουαρίου 1828, δηλαδή αμέσως, μετά την άφιξη του πρώτου Κυβερνήτη του ελληνικού Κράτους του Ι. Καποδίστρια, μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου του 1829, καθώς και τον τακτικό έλεγχο, σε δεύτερο βαθμό των δημοσίων εσόδων και της διαχειρίσεώς τους από την 1η Οκτωβρίου του 1829 και εφεξής.[3]

Το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον», εξουσιοδοτήθηκε επίσης να προτείνει στην Κυβέρνηση, συγκεκριμένες βελτιώσεις, που θα προέκυπταν, με την πάροδο του χρόνου, από την πείρα της οικονομικής διαχειρίσεως όλων των κλάδων της Δημόσιας Διοίκησης, «όσας η πείρα αποδείξει χρησίμους και καταλλήλους, καθ' όλους τους κλάδους της δημοσίας Οικονομίας». Συγκεκριμένες και ειδικές οδηγίες έδινε ο Κυβερνήτης, με ιδιαίτερο έγγραφό του, «Προς το Ελεγκτικόν Συμβούλιον»[4] δηλαδή προς τα τρία μέλη της Επιτροπής του, που τα διώρισε ο Κυβερνήτης, από την Αίγινα στις 13 Σεπτεμβρίου του 1829, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, στο Άργος: «Πίστεως μεγίστης απόδειξιν, καρπούσθε, κύριοι, καλούμενοι, από ημάς, εις εκπλήρωσιν των δοξάντων εις το Έθνος και εις τους αντιπροσώπους αυτού, κατά το Α' άρθρον, του τρίτου ψηφίσματος, της 26ης Ιουλίου 1829», τους έγραφε στην αρχή, απονέμοντάς τους έπαινο.

Ακολούθως ερχόταν στην διατύπωση του κύριου σκοπού αυτού του εγγράφου του, προς την Τριμελή Επιτροπή του Ελεγκτικού Συμβουλίου: Του Γεωργίου Σπανιολάκη, του Κυριάκου Τασσίκα και του Χριστόδουλου Γ. Οικονομίδη: «Δεν αγνοείτε ότι ο έλεγχος, δεν συνίσταται μόνον εις την εξέτασιν των λογαριασμών και τωνκαταστίχων και των αποδεικτικών, των εις αυτούς αναφερομένων, αλλά και εις την διερεύνησιν, της αληθείας των πραγμάτων. Κανείς εκ των υπαλλήλων, οι οποίοι διέταξαν ή ετέλεσαν δαπάνας, δια λογαριασμόν της πολιτείας, ημπορεί να απαλλαγή της ευθύνης, εάν το Ελεγκτικόν Συμβούλιον δεν λάβει αποδείξεις, ότι τα εις τας πληρωμάς διατεθέντα χρήματα, εδαπανήθησαν, χωρίς καταχρήσεις και σφετερισμούς. Προκειμένου λοιπόν να εκπληρώσετε το δυσχερές και αξιόλογον τούτο έργον αυτής της υπηρεσίας, σας χορηγούμεν την εξουσίαν, την διαλαμβανομένην εις το άρθρον 28 του Ψηφίσματος και από την σήμερον σας επιβραβεύομεν, με όσας βοηθείας ζητήσετε από την Κυβέρνησιν, αφίνοντες εις υμάς Κύριοι, το πολιτεύεσθαι και κατά τας προσδοκίας της Εθνικής Συνελεύσεως και κατά τας ιδικάς μου ελπίδας».

Το «Ελεγκτικόν Συμβούλιον» του 1829, εγκαταστάθηκε αρχικά στο Κυβερνείο της Αίγινας και τον Δεκέμβριο του 1829, όταν έγινε από τον Κυβερνήτη η μεταφορά της έδρας της ελληνικής Κυβέρνησης στην επίσημη πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, σύμφωνα, με την απόφαση της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως της Τροιζήνας του 1827, στο Ναύπλιο, σε κτίριο που σώζεται μέχρι σήμερα, μαζί με την «επί της Οικονομίας Επιτροπήν»[5].

Δομή και Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από:

  • Τον Πρόεδρο
  • Εννέα (9) Αντιπροέδρους
  • Τριάντα επτά (37) Συμβούλους
  • Σαράντα επτά (47) Παρέδρους και
  • Σαράντα πέντε (45) Εισηγητές − δόκιμους Εισηγητές.

Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτελείται από:

  • Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας
  • Τον Επίτροπο Επικρατείας
  • Τρεις (3) Αντεπιτρόπους Επικρατείας
  • Δύο (2) Παρέδρους
  • Οκτώ (8) Εισηγητές[6]

Οι αρμοδιότητες του ασκούνται από την Ολομέλεια, τα Τμήματα και τα Κλιμάκια.

Πλήρης Ολομέλεια: Αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Συμβούλους.

Μείζων Ολομέλεια: Αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και είκοσι (20) Συμβούλους που προκύπτουν από κλήρωση.

Ελάσσων Ολομέλεια: Λειτουργεί σε τρεις ελάσσονες σχηματισμούς. Αποτελείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και από δεκατέσσερις (14) Αντιπροέδρους και Συμβούλους.

Τμήματα: Κάθε Τμήμα αποτελείται από έναν Αντιπρόεδρο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως Πρόεδρο, δύο Συμβούλους και δύο Παρέδρους.

Κλιμάκια: Κάθε Κλιμάκιο αποτελείται από έναν Σύμβουλο, ως πρόεδρο και δύο Παρέδρους.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αριθ. φ. 53, 31 Ιουλίου 1829, σ. 215-216.
  2. Το Γ' Ψήφισμα της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, «καταχωρηθέν εις τον Κώδικα των Ψηφισμάτων και επικυρωθέν, ναδιευθυνθή προς την Κυβέρνησιν, δια να δημοσιευθή δια των τύπων και να ενεργηθή. Εν Άργει, την 26ην Ιουλίου 1829. Ο Πρόεδρος Γ. Σισίνης», Γενική Εφημερίς, ό.π., σ 216.
  3. Ελένη Ε. Κούκου «Ιστορική Αναδρομή της Ιδρύσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου από την Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1822», Τιμητικός Τόμος για τα 170 χρόνια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σ. 412.
  4. Το κείμενο αυτού του εγγράφου του Κυβερνήτη, υπ' αριθμόν 14446, της 13 Σεπτεμβρίου του 1829, βλ. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γ.Α.K. Γενική Γραμματεία, φ. 219. Και Ιωάννου Καποδίστρια, Επιστολαί, τ. Γ', εν Αθήναις 1842, σ. 228-229.
  5. Ελένη Ε. Κούκου, ό.π., σ. 414.
  6. «Ελεγκτικό Συνέδριο» (PDF). 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]